| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42396 | προβολή | προ-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. συστηματική και έντονη παρουσίαση προσώπου, γεγονότος ή πράγματος, με σκοπό να γίνει γνωστό: διαφημιστική/παγκόσμια/τηλεοπτική/τουριστική ~. ~ στο διαδίκτυο. ~ ενός νέου αθλητή/ηθοποιού/πολιτικού/συγγραφέα/τραγουδιστή. ~ του αθλητισμού/βιβλίων/δραστηριοτήτων/έργου/ιστοσελίδας/προϊόντος (πβ. διαφήμιση, προώθηση). Δράσεις/δυνατότητες/εκδηλώσεις/εκστρατεία/στρατηγικές/σχέδια/υλικό/υπηρεσία ~ής. Δημόσιες σχέσεις και εταιρική ~. ~ του φυσικού κάλλους και της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας στο εξωτερικό. Τεράστια ~ (= υπερπροβολή) του θέματος από τα ΜΜΕ. Δεν επιδιώκει την ~ του. Αποβλέπει/αποσκοπεί στην προσωπική ~. Απολαμβάνει/έτυχε ευρείας ~ής. 2. αναπαραγωγή εικόνων ή και ήχων με κατάλληλα οπτικοακουστικά μέσα πάνω σε επιφάνεια ή οθόνη· ειδικότ. παρουσίαση κινηματογραφικής ταινίας και συνεκδ. η ίδια η ταινία: ~ βίντεο/διαφανειών/ντοκιμαντέρ/ρεπορτάζ/τηλεοπτικού σποτ/φιλμ/φωτογραφιών. ~ αγγελιών/λίστας στο διαδίκτυο. Οθόνες/τηλεοράσεις οπίσθιας ~ής. Ειδικές/εκπαιδευτικές/επαναληπτικές/επίσημες/πρώτες/τιμητικές ~ές. Εβδομάδα ~ών.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων/εγγράφων/παρουσίασης/σελίδων. Επεξεργασία και ~ των δεδομένων. ~ για εκτύπωση.|| Πήγα στην απογευματινή/βραδινή/μεταμεσονύχτια/νυχτερινή ~ (= παράσταση). Αίθουσα/ώρες ~ής. Το πρόγραμμα ~ών του φεστιβάλ. Έναρξη θερινών/χειμερινών ~ών. Έχουν προγραμματιστεί οι εξής ~ές ... 3. έκφραση, διατύπωση, συνήθ. μιας αντίθεσης: ~ αξιώσεων/απαιτήσεων/δικαιολογιών/ενστάσεων/ισχυρισμών. ~ επιχειρημάτων και διεκδικήσεων.|| Αποφεύγεται η ~ απόψεων με δογματικό τρόπο.|| ~ αντίστασης στην προέλαση του εχθρού. 4. ΨΥΧΑΝ. υποσυνείδητη μεταβίβαση προθέσεων, επιθυμιών, συναισθημάτων, ιδιοτήτων, προβλημάτων από ένα πρόσωπο στο περιβάλλον του· κατ' επέκτ. κάθε απόδοση των χαρακτηριστικών ενός πράγματος σε άλλο. 5. ΓΕΩΜ. απεικόνιση σημείου ή συνόλου σημείων σε μια επιφάνεια με συγκεκριμένη μέθοδο: παράλληλη/πλάγια ~.|| (ΜΑΘ.) ~ διανύσματος (σε διάνυσμα).|| (ΧΑΡΤΟΓΡ.) Χαρτογραφική ~ (: απεικόνιση της γήινης σφαίρας ή τμήματός της σε επίπεδο). 6. ΓΥΜΝ. μετακίνηση του ενός ποδιού, με λυγισμένο γόνατο, προς μία κατεύθυνση, συνήθ. προς τα εμπρός, ενώ το άλλο παραμένει τεντωμένο: (στο ποδόσφαιρο) Έδιωξε την μπάλα με ~ (= τάκλιν). Βλ. προεκβολή. 7. (σπάν.-λόγ.) το να εκτείνεται κάτι προς τα εμπρός, προέκταση: (ΙΑΤΡ.) ~ της κάτω γνάθου (= προγναθισμός). 8. πρόβλεψη, εκτίμηση: δημογραφική ~. ~ στο μέλλον. ● ΣΥΜΠΛ.: ισομετρική προβολή & ισομετρική απεικόνιση/προοπτική: ΓΕΩΜ. τρισδιάστατη γραφική αναπαράσταση στην οποία το επίπεδο σχεδίασης σχηματίζει ίσες γωνίες προς τις τρεις διαστάσεις του αντικειμένου., μηχανή προβολής: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που προβάλλει εικόνες και ήχο πάνω σε επιφάνεια και ειδικότ. η συσκευή που προβάλλει κινηματογραφικές ταινίες: ~ ~ διαφανειών. ΣΥΝ. προβολέας (2), ορθή/ορθογραφική/ορθογώνια/ορθογωνική προβολή: ΜΑΘ. δισδιάστατη προβολή αντικειμένου στην οποία οι προβολικές ακτίνες είναι κάθετες στο επίπεδο προβολής., ταινίες α'/β' προβολής: ΚΙΝΗΜ. που παρουσιάζονται για πρώτη φορά (α') ή επαναπροβάλλονται (β')., στερεογραφική προβολή βλ. στερεογραφικός [< πβ. αρχ. προβολή ‘ώθηση προς τα μπρος, προεξοχή’, γαλλ.-αγγλ. projection] | |
| 42397 | προβολικός | , ή, ό προ-βο-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον προβολέα ή την προβολή: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: εξοπλισμός. ~ή: συσκευή. ~ό: μηχάνημα/σύστημα.|| (ΓΕΩΜ.) ~ή: γεωμετρία.|| (ΨΥΧΑΝ., προβλητικός:) ~ή: ταύτιση. ~ό: τεστ. [< γαλλ. projectif] | |
| 42398 | προβολόνε | προ-βο-λό-νε ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ιταλικό σκληρό τυρί από αγελαδινό γάλα. Βλ. μετσοβόνε. [< ιταλ. provolone, γαλλ. ~, 1962] | |
| 42399 | πρόβολος | πρό-βο-λος ουσ. (αρσ.) {προβόλ-ου} (λόγ.) 1. ΟΙΚΟΔ. δομικό στοιχείο, ειδική κατασκευή, συνήθ. λιθόκτιστη ή τσιμεντένια, που λειτουργεί ως αντιστήριγμα σε οικοδομές, γέφυρες, προβλήτες για ενίσχυση ή/και προστασία από διάβρωση. 2. ΝΑΥΤ. δοκός ή ιστός που προεξέχει από την πλώρη ιστιοφόρου πλοίου για τη στερέωση των βοηθητικών ιστίων. ΣΥΝ. μπαστούνι (4) [< αρχ. πρόβολος ‘προεξοχή, προβλήτα’] | |
| 42400 | προβοσκίδα | προ-βο-σκί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. σαρκώδης και σωληνοειδής προέκταση της μύτης, του άνω χείλους ή των στοματικών οργάνων ζώου, εντόμου ή μαλακίου, η οποία χρησιμεύει κυρ. για την εύρεση και λήψη τροφής: ~ ελέφαντα. Βλ. τάπιρος. 2. (μτφ.-ειρων.) μεγάλη μύτη. ● ΦΡ.: κατεβάζω (την) προβοσκίδα (μου) (μτφ.-προφ.): κατσουφιάζω, κάνω μούτρα. [< 1: αρχ. προβοσκίς, αγγλ. proboscis, γαλλ. proboscide] | |
| 42401 | προβοσκιδωτά | προ-βο-σκι-δω-τά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. προβοσκιδωτό} & προβοσκιδοειδή: ΖΩΟΛ. τάξη μεγαλόσωμων θηλαστικών με προβοσκίδα (επιστ. ονομασ. Proboscidea). Βλ. ελέφαντας. [< γαλλ. proboscidiens , αγγλ. proboscidiens] | |
| 42402 | πρόβουνο | πρό-βου-νο ουσ. (ουδ.): ύψωμα που βρίσκεται μπροστά από ψηλότερο βουνό ή οροσειρά. | |
| 42403 | προβρασμένος | , η, ο προ-βρα-σμέ-νος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. (για φαγητό) που διατίθεται στο εμπόριο συσκευασμένο και βρασμένο εν μέρει: ~ο: ρύζι. ~ες: γαρίδες. ~α: κάστανα/παντζάρια. Βλ. προτηγανισμένος. [< αγγλ. preboiled] | |
| 42404 | προβώ | βλ. προβαίνω | |
| 42405 | προγαγγλιακός | , ή, ό προ-γαγ-γλι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται πριν από ένα γάγγλιo: ~ές: ίνες. Βλ. μεταγαγγλιακός. [< αγγλ. preganglionic] | |
| 42406 | προγαμιαίος | , α, ο [προγαμιαῖος] προ-γα-μι-αί-ος επίθ.: που γίνεται πριν από τον γάμο: ~ο: συμβόλαιο/συμφωνητικό. Βλ. -ιαίος. ● ΣΥΜΠΛ.: προγαμιαίες σχέσεις & προγαμιαίο σεξ: σεξουαλική επαφή πριν από τον γάμο. [< μεσν. προγαμιαίος, αγγλ. premarital] | |
| 42407 | προγάστωρ | προ-γά-στωρ ουσ. (αρσ.) {προγάστ-ορος, -ορα, | -ορες} (σπάν.-αρχαιοπρ.): κοιλαράς. [< μτγν. προγάστωρ] | |
| 42408 | προγενέστερος | , η, ο προ-γε-νέ-στε-ρος επίθ. {λογιότ. θηλ. -έρα}: που υπήρξε ή συνέβη πριν από κάποιον ή κάτι· προηγούμενος: ~ος: χρόνος. ~η: απόφαση/εκδοχή/εποχή/ημερομηνία/περίοδος/φάση. ~ο: καθεστώς/στάδιο. Σε ~η ανακοίνωσή/δήλωσή του ο βουλευτής είχε αναφερθεί στα εξής ... Έχει ασχοληθεί με το ίδιο θέμα σε ~α έργα του. ΣΥΝ. πρότερος, πρωτύτερος ΑΝΤ. μεταγενέστερος (1), μετέπειτα (1) ● Ουσ.: προγενέστεροι (οι): αυτοί που έζησαν σε παλιότερες εποχές. ΣΥΝ. παλιοί/παλιότεροι ● επίρρ.: προγενέστερα & (λόγ.) προγενεστέρως [< αρχ. προγενέστερος] | |
| 42409 | προγεννητικός | , ή, ό προ-γεν-νη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που συμβαίνει ή πραγματοποιείται πριν από τον τοκετό: ~ός: έλεγχος (: για την κατάσταση του εμβρύου). ~ή: αγωγή/διάγνωση (γενετικών νοσημάτων)/περίοδος/φροντίδα/ψυχολογία. ~ό: στάδιο (ζωής)/τεστ. ~ές: εξετάσεις. Βλ. γενετική συμβουλευτική, μετα-, περι-γεννητικός. ● επίρρ.: προγεννητικά [< μεσν. προγεννητικός 'που γεννάται, παράγεται πιο πριν', γαλλ. prénatal, 1901] | |
| 42410 | προγεροντικός | , ή, ό προ-γε-ρο-ντι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που εμφανίζεται πριν από τη γεροντική ηλικία: ~ή: άνοια. | |
| 42411 | προγεστερόνη | προ-γε-στε-ρό-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ορμόνη (σύμβ. C21H30O2) του γυναικείου γεννητικού συστήματος που προετοιμάζει τη μήτρα για την υποδοχή και ανάπτυξη του γονιμοποιημένου ωαρίου. Βλ. οιστραδιόλη, -όνη. [< αγγλ. progesterone, 1935 < proge(stin) + sterone, γαλλ. progestérone, 1941] | |
| 42412 | πρόγευμα | πρό-γευ-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): πρωινό γεύμα. ΣΥΝ. πρωινό ● ΣΥΜΠΛ.: γεύμα εργασίας βλ. γεύμα [< μεσν. πρόγευμα] | |
| 42413 | προγευματίζω | προ-γευ-μα-τί-ζω ρ. (αμτβ.) {προγευμάτισα} (λόγ.): παίρνω το πρωινό μου. [< μτγν. προγευματίζω ‘δοκιμάζω πριν’] | |
| 42414 | προγευματικός | , ή, ό προ-γευ-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη χρονική στιγμή ακριβώς πριν τη λήψη ενός γεύματος: ~ή: τιμή (της γλυκόζης)/χορήγηση (μιας ουσίας). ~ό: σάκχαρο. ΑΝΤ. μεταγευματικός ● επίρρ.: προγευματικά [< αγγλ. preprandial] | |
| 42415 | προγεύομαι | προ-γεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (λόγ, συνήθ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): παίρνω μια πρώτη γεύση, ιδέα από κάτι που θα συμβεί. [< αρχ. προγεύομαι ‘δοκιμάζω προηγουμένως’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ