Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [42960-42980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42406προγαμιαίος, α, ο [προγαμιαῖος] προ-γα-μι-αί-ος επίθ.: που γίνεται πριν από τον γάμο: ~ο: συμβόλαιο/συμφωνητικό. Βλ. -ιαίος. ● ΣΥΜΠΛ.: προγαμιαίες σχέσεις & προγαμιαίο σεξ: σεξουαλική επαφή πριν από τον γάμο. [< μεσν. προγαμιαίος, αγγλ. premarital]
42407προγάστωρπρο-γά-στωρ ουσ. (αρσ.) {προγάστ-ορος, -ορα, | -ορες} (σπάν.-αρχαιοπρ.): κοιλαράς. [< μτγν. προγάστωρ]
42408προγενέστερος, η, ο προ-γε-νέ-στε-ρος επίθ. {λογιότ. θηλ. -έρα}: που υπήρξε ή συνέβη πριν από κάποιον ή κάτι· προηγούμενος: ~ος: χρόνος. ~η: απόφαση/εκδοχή/εποχή/ημερομηνία/περίοδος/φάση. ~ο: καθεστώς/στάδιο. Σε ~η ανακοίνωσή/δήλωσή του ο βουλευτής είχε αναφερθεί στα εξής ... Έχει ασχοληθεί με το ίδιο θέμα σε ~α έργα του. ΣΥΝ. πρότερος, πρωτύτερος ΑΝΤ. μεταγενέστερος (1), μετέπειτα (1) ● Ουσ.: προγενέστεροι (οι): αυτοί που έζησαν σε παλιότερες εποχές. ΣΥΝ. παλιοί/παλιότεροι ● επίρρ.: προγενέστερα & (λόγ.) προγενεστέρως [< αρχ. προγενέστερος]
42409προγεννητικός, ή, ό προ-γεν-νη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που συμβαίνει ή πραγματοποιείται πριν από τον τοκετό: ~ός: έλεγχος (: για την κατάσταση του εμβρύου). ~ή: αγωγή/διάγνωση (γενετικών νοσημάτων)/περίοδος/φροντίδα/ψυχολογία. ~ό: στάδιο (ζωής)/τεστ. ~ές: εξετάσεις. Βλ. γενετική συμβουλευτική, μετα-, περι-γεννητικός. ● επίρρ.: προγεννητικά [< μεσν. προγεννητικός 'που γεννάται, παράγεται πιο πριν', γαλλ. prénatal, 1901]
42410προγεροντικός, ή, ό προ-γε-ρο-ντι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που εμφανίζεται πριν από τη γεροντική ηλικία: ~ή: άνοια.
42411προγεστερόνηπρο-γε-στε-ρό-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ορμόνη (σύμβ. C21H30O2) του γυναικείου γεννητικού συστήματος που προετοιμάζει τη μήτρα για την υποδοχή και ανάπτυξη του γονιμοποιημένου ωαρίου. Βλ. οιστραδιόλη, -όνη. [< αγγλ. progesterone, 1935 < proge(stin) + sterone, γαλλ. progestérone, 1941]
42412πρόγευμαπρό-γευ-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): πρωινό γεύμα. ΣΥΝ. πρωινό ● ΣΥΜΠΛ.: γεύμα εργασίας βλ. γεύμα [< μεσν. πρόγευμα]
42413προγευματίζωπρο-γευ-μα-τί-ζω ρ. (αμτβ.) {προγευμάτισα} (λόγ.): παίρνω το πρωινό μου. [< μτγν. προγευματίζω ‘δοκιμάζω πριν’]
42414προγευματικός, ή, ό προ-γευ-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη χρονική στιγμή ακριβώς πριν τη λήψη ενός γεύματος: ~ή: τιμή (της γλυκόζης)/χορήγηση (μιας ουσίας). ~ό: σάκχαρο. ΑΝΤ. μεταγευματικός ● επίρρ.: προγευματικά [< αγγλ. preprandial]
42415προγεύομαιπρο-γεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (λόγ, συνήθ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): παίρνω μια πρώτη γεύση, ιδέα από κάτι που θα συμβεί. [< αρχ. προγεύομαι ‘δοκιμάζω προηγουμένως’]
42416πρόγευσηπρό-γευ-ση ουσ. (θηλ.): πρώτη γεύση ή εμπειρία για κάτι που θα ακολουθήσει: ~ νίκης. Το ρεπορτάζ δίνει μια ~ για τη συνέχεια. Παίρνω μια μικρή ~ για το τι με περιμένει. Η ομιλία του προέδρου αποτελεί μια ~ της νέας στρατηγικής της εταιρείας. [< γαλλ. avant-goût]
42417προγεφύρωμαπρο-γε-φύ-ρω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΣΤΡΑΤ. παράκτια ή παρόχθια περιοχή σε εχθρικό έδαφος, που καταλαμβάνεται και οχυρώνεται ως χώρος στρατιωτικών επιχειρήσεων: πολεμικό/στρατηγικό ~. 2. (μτφ.) ευνοϊκό έδαφος και γενικότ. οτιδήποτε χρησιμεύει ως μέσο για την προώθηση μελλοντικού στόχου. Πβ. έρεισμα. [< γερμ. Brückenkopf]
42418προγηρίαπρο-γη-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σπάνια, ανίατη ασθένεια, κυρ. της παιδικής ηλικίας, που προκαλεί πρόωρη γήρανση. [< αγγλ. progeria, 1904, γαλλ. progéria, 1904]
42419προγιαγιάπρο-για-γιά ουσ. (θηλ.): η μητέρα της γιαγιάς ή του παππού (κάποιου). Πβ. προμάμμη. Βλ. προπάππος.
42420πρόγκα

πρό-γκα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): έντονη και θορυβώδης αποδοκιμασία: Έφαγαν ~. Πβ. χλευασμός. ΣΥΝ. γιούχα, γιουχάισμα

42421προγκάωπρο-γκά-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {προγκ-άς ... | πρόγκ-ηξα} & προγκώ & (σπάν.) προγκάρω (λαϊκό) 1. αποδοκιμάζω κάποιον έντονα, με φωνές. ΣΥΝ. γιουχάρω 2. αποπαίρνω, φέρομαι απότομα ή επιθετικά: Ό,τι και να λέω, συνεχώς με ~άει. 3. (σπάν.) κάνω φασαρία για να διώξω ένα ζώο.
42422προγναθικός, ή, ό προ-γνα-θι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον προγναθισμό· που εμφανίζει προγναθισμό. [< γαλλ. prognathe, αγγλ. prognathous]
42423προγναθισμόςπρο-γνα-θι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. ανώμαλη προβολή της μιας (συνήθ. της κάτω) ή και των δύο γνάθων. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. prognathisme, αγγλ. prognathism]
42424πρόγνωσηπρό-γνω-ση ουσ. (θηλ.) 1. πρόβλεψη γεγονότος ή φαινομένου με βάση συγκεκριμένα δεδομένα, στοιχεία: ακριβής/έγκαιρη/επιτυχής/λανθασμένη/οικονομική ~. ~ των αποτελεσμάτων των ποδοσφαιρικών αγώνων. (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ καταιγίδων. Μοντέλο/σύστημα ~ης. Δελτίο ~ης επικίνδυνων καιρικών φαινομένων. Μετεωρολογικές ~ώσεις. Η αναλυτική/γενική ~ του αυριανού καιρού από την ΕΜΥ. (ΓΕΩΦΥΣ.) Κέντρο ~ης και πρόληψης σεισμών. 2. ΙΑΤΡ. εκτίμηση της πορείας μιας νόσου από τον γιατρό, βάσει κυρ. επιστημονικών κριτηρίων και πείρας: ~ των ασθενών που πάσχουν από ... Νέο ιατρικό τεστ για την ~ του καρκίνου του μαστού. Βλ. σταδιοποίηση. [< αρχ. πρόγνωσις, γαλλ. pronostic, αγγλ. prognosis, γερμ. Prognose]
42425προγνωστικός, ή, ό προ-γνω-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πρόγνωση: ~ός: δείκτης/παράγοντας νόσου/χάρτης (= μετεωρολογικός). ~ή: αξία/σημασία εξέτασης. ~ή: μέθοδος. ~ό: μοντέλο. ● Ουσ.: προγνωστικά (τα): πρόβλεψη με βάση ορισμένα δεδομένα, στοιχεία, ιδ. για το αποτέλεσμα αθλητικών αγώνων: ~ μπάσκετ/ποδοσφαίρου/στοιχήματος. ~ για τις εκλογές/του καιρού. Οργανισμός ~ών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ). [< μεσν. προγνωστικό, γαλλ. pronostics] [< αρχ. προγνωστικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.