| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3339 | αναπτυξιακός | , ή, ό [ἀναπτυξιακός] α-να-πτυ-ξι-α-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την οικονομική κυρ. ανάπτυξη: ~ός: νόμος/οργανισμός/σχεδιασμός. ~ή: δράση/εταιρεία/πολιτική/πορεία. ~ό: μοντέλο/σχέδιο. ~οί: πόροι. ~ές: δραστηριότητες/μελέτες/προοπτικές. ~ά: έργα/μέτρα/προγράμματα. Βλ. αντι~.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~ή: βιολογία/(παιδ)ιατρική. ● ΣΥΜΠΛ.: αναπτυξιακές διαταραχές βλ. διαταραχή, εξελικτική ψυχολογία βλ. εξελικτικός [< αγγλ. developmental] | |
| 3340 | αναπτυξιολογία | [ἀναπτυξιολογία] α-να-πτυ-ξι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΙΑΤΡ. κλάδος της Παιδιατρικής που μελετά την ομαλή ή όχι οργανική και ψυχοκινητική ανάπτυξη του παιδιού από τη βρεφική έως και την εφηβική ηλικία. Πβ. εξελικτική ψυχολογία. Βλ. γενετική ψυχολογία, -λογία. | |
| 3341 | αναπτυξιολόγος | [ἀναπτυξιολόγος] α-να-πτυ-ξι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): παιδίατρος ειδικός στην αναπτυξιολογία. Βλ. -λόγος. | |
| 53037 | Αναπτυσσομενος | , η, ο [ὑπανάπτυκτος] υ-πα-νά-πτυ-κτος επίθ. & υποανάπτυκτος 1. που υπολείπεται σε εξέλιξη, κυρ. όσον αφορά την οικονομία, την τεχνολογία, την κοινωνία, τον πολιτισμό· που δεν έχει αναπτυχθεί επαρκώς: ~ος: λαός. ~ο: κράτος. ~ες: κοινωνίες.|| ~α: δέντρα. 2. (μειωτ.) (για πρόσ.) που υστερεί σε μόρφωση, πνευματική καλλιέργεια ή τρόπους. ● ΣΥΜΠΛ.: υπανάπτυκτες χώρες (παλαιότ.-μειωτ.): χώρες με χαμηλό βιοτικό επίπεδο, οι οποίες δεν είναι οικονομικά, βιομηχανικά, τεχνολογικά και κοινωνικά αναπτυγμένες. Βλ. αναπτυσσόμενες χώρες, ανεπτυγμένες/αναπτυγμένες χώρες, Τρίτος Κόσμος. [< αγγλ. underdeveloped] | |
| 3342 | αναπτύσσω | [ἀναπτύσσω] α-να-πτύσ-σω ρ. (μτβ.) {ανέπτυξα, αναπτύσσ-εται, αναπτύ-χθηκε, -γμένος (λόγ.) ανεπτυγμένος, αναπτυσσ-όμενος, -οντας} 1. αναδεικνύω και βελτιώνω, αυξάνω ή ισχυροποιώ κάτι που προϋπάρχει: Η γυμναστική ~ει το σώμα και το πνεύμα. Βοηθήστε τα παιδιά να ~ξουν δεξιότητες/τις ικανότητές τους/την κριτική τους σκέψη (πβ. ασκώ, καλλιεργώ). Πόλη που ~χθηκε σε (= εξελίχθηκε σε) σπουδαίο εμπορικό κέντρο. Επιχείρηση/οικονομία/χώρα που ~εται (= προοδεύει, εξελίσσεται, παρουσιάζει βελτίωση των ποιοτικών και ποσοτικών της μεγεθών) με γοργούς ρυθμούς. 2. δημιουργώ, παράγω: ~ονται (νέες) ιδέες/λύσεις/μέθοδοι (= επινοούνται, συλλαμβάνονται). ~χθηκαν ανταγωνισμοί/εντάσεις/έριδες/προβληματισμοί/πρωτοβουλίες/συγκρούσεις. Θα ~χθούν νεφώσεις στα ηπειρωτικά. Τροφές στις οποίες έχουν ~χθεί μύκητες (= εμφανιστεί, παρουσιαστεί). 3. (αρχίζω να) έχω ή αποκτώ: Παιδιά που ανέπτυξαν επιθετική συμπεριφορά/δεσμούς συνεργασίας.|| Εταιρεία που έχει ~ξει δράση/δραστηριότητα (= δραστηριοποιείται) στον χώρο των τηλεπικοινωνιών. 4. αυξάνω βαθμιαία: Αυτοκίνητο/οδηγός/τρένο που ~ει ταχύτητα (= επιταχύνει). Η διάθεση και το ενδιαφέρον ~ονται με τα κίνητρα. ΑΝΤ. ελαττώνω 5. απλώνω, εξαπλώνω (στον χώρο): Στα ανατολικά του νησιού ~ονται (= εκτείνονται) δάση. Οι γηπεδούχοι ~ονται σωστά στον αγωνιστικό χώρο. Άρματα μάχης και στρατιώτες ~χθηκαν σε όλη την περιοχή. ΑΝΤ. συμπτύσσω (2) 6. αναλύω, παρουσιάζω (διεξοδικά): ~ τις σκέψεις μου. Θέματα που ~ονται (λεπτομερώς) στη συνέχεια του βιβλίου. Πβ. πραγματεύομαι. ● Παθ.: αναπτύσσεται: μεγαλώνει, ωριμάζει σταδιακά: Εγκέφαλος/έμβρυο/σώμα που ~ κανονικά/ομαλά. Φυτό που ~ σε αμμώδη εδάφη. ~ονται αγκάθια/βλαστοί/καρποί/ρίζες (βλ. ξεπετάγεται). ● ΣΥΜΠΛ.: αναπτυσσόμενες χώρες & αναπτυσσόμενος κόσμος: ΟΙΚΟΝ. που βρίσκονται σε πρωτογενές στάδιο οικονομικής ανάπτυξης: Εξάρτηση των ~ων ~ών από τις αναπτυγμένες/βιομηχανοποιημένες χώρες. Βλ. υπανάπτυκτες χώρες, Τρίτος Κόσμος. [< αγγλ. developing countries, 1964] ● βλ. αναπτυγμένος [< πβ. αρχ. ἀναπτύσσω ‘ξεδιπλώνω, ανοίγω, αποκαλύπτω’, γαλλ. développer, αγγλ. develop] | |
| 3343 | αναρή | [ἀναρή] α-να-ρή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κυπριακή μυζήθρα. | |
| 3344 | αναρθρία | [ἀναρθρία] α-ναρ-θρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. βαριά μορφή δυσαρθρίας που οφείλεται σε παράλυση των φωνητικών μυών. Πβ. αλαλία, αφασία. [< αρχ. ἀναρθρία 'αδυναμία των αρθρώσεων', γερμ. Anarthrie, γαλλ. anarthrie, αγγλ. anarthria] | |
| 3345 | άναρθρος | , η, ο [ἄναρθρος] ά-ναρ-θρος επίθ. ΑΝΤ. έναρθρος 1. που δεν αποτελείται από συλλαβές ή λέξεις με νόημα και κατ' επέκτ. δεν γίνεται κατανοητός: ~ος: λόγος. ~η: γλώσσα. ~ες: κραυγές. ΣΥΝ. ασυνάρτητος 2. ΓΡΑΜΜ. που εκφέρεται χωρίς οριστικό άρθρο: ~η: μετοχή. ~ο: απαρέμφατο. ● επίρρ.: άναρθρα [< μτγν. ἄναρθρος, αγγλ. anarthrous] | |
| 44335 | αναριγώ | [ῥιγῶ] ρι-γώ ρ. (αμτβ.) {ρίγ-ησα}: νιώθω ρίγος: ~ από ηδονή/περηφάνια/συγκίνηση/χαρά. ~ησε στο άγγιγμά/στο άκουσμα της φωνής/στην ανάμνησή του. Πβ. ανατριχιάζω, σκιρτώ.|| ~ησε σύγκορμη από το κρύο. Πβ. τουρτουρίζω, τρεμουλιάζω, τρέμω. ΣΥΝ. αναριγώ & αναρριγώ [< αρχ. ῥιγῶ] | |
| 3346 | αναριγώ & αναρριγώ | [ἀναριγῶ] α-να-ρι-γώ ρ. (αμτβ.) {αναριγ-ά κ. -εί ... | αναρίγ-ησα} (λογοτ.): ριγώ: ~ησε από το κρύο (πβ. τουρτουρίζω, τρέμω)/τον υψηλό πυρετό. ~ησε από ευχαρίστηση/τρόμο (= ανατρίχιασε)/χαρά.|| Η καρδιά/το κορμί/η ψυχή ~ά. Πβ. αναστατώνομαι. | |
| 3347 | αναριθμητισμός | [ἀναριθμητισμός] α-να-ριθ-μη-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (επιστ.): λανθασμένη διάταξη των ψηφίων ενός αριθμού: ~ της χρονολογίας (π.χ. 2012, αντί 2021)/του κωδικού. Βλ. αναγραμματισμός, -ισμός. | |
| 3348 | αναρίθμητος | , η, ο [ἀναρίθμητος] α-να-ρίθ-μη-τος επίθ. {συνήθ. στον πληθ.} (επιτατ.): αμέτρητος: ~ες: φορές. ~α: αντικείμενα/προβλήματα. Πβ. χίλιοι μύριοι. ΣΥΝ. απειράριθμος, άπειρος1 (2) [< αρχ. ἀναρίθμητος] | |
| 6595 | αναρίθμητος | , η, ο [ἀριθμήσιμος] α-ριθ-μή-σι-μος επίθ. 1. (επιστ.) που μπορεί να αριθμηθεί: ~ο: πλήθος τιμών. Βλ. μετρήσιμος. ΑΝΤ. αναρίθμητος, άπειρος1 (2) 2. ΜΑΘ. (για σύνολο) που τα στοιχεία του αντιστοιχίζονται με σχέση ένα προς ένα με τους φυσικούς αριθμούς (Ν). [< αγγλ. (de)numerable] | |
| 3349 | ανάριος | , α, ο [ἀνάριος] α-νά-ριος επίθ. (λογοτ.) 1. αραιός: ~ια: γένια/σύννεφα.|| ~ιο: πλέξιμο/ύφασμα (= αγανό). ΑΝΤ. πυκνός (1) 2. σποραδικός: Ακούστηκαν ~ιες πιστολιές. ● επίρρ.: ανάρια: ΣΥΝ. αραιά και πού, κάπου κάπου ● ΦΡ.: ανάρια ανάρια το φιλί, για να 'χει νοστιμάδα & αλάργα αλάργα το φιλί ... (παροιμ.): κάτι πρέπει να γίνεται σε αραιά χρονικά διαστήματα, για να μην επέρχεται κορεσμός. Βλ. το πολύ το "Κύριε ελέησον" το βαριέται κι ο Θεός/παπάς. [< μεσν. ανάριος] | |
| 3350 | αναρμόδιος | , α, ο [ἀναρμόδιος] α-ναρ-μό-δι-ος επίθ. (επίσ.): που δεν είναι αρμόδιος, εξουσιοδοτημένος ή κατάλληλος να κάνει κάτι: ~ος: υπάλληλος. ~α: Αρχή/υπηρεσία. ~ο: όργανο. (συχνά ειρων.) Καθ' ύλην ~. Δήλωσε ~ για/να ...|| (ΝΟΜ.) Παράνομη ή ~α πρόσβαση σε προσωπικά στοιχεία. Το δικαστήριο κήρυξε εαυτό ~ο.|| (προφ.) Είσαι ~ να κρίνεις. Πβ. ακατάλληλος, άσχετος. ● επίρρ.: αναρμόδια & (λόγ.) -ίως [< μτγν. ἀναρμόδιος, γαλλ. incompétent] | |
| 3351 | αναρμοδιότητα | [ἀναρμοδιότητα] α-ναρ-μο-δι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα του αναρμόδιου· ειδικότ. έλλειψη δικαιοδοσίας, εξουσιοδότησης για κάτι: Αποφεύγει να απαντήσει με το πρόσχημα της ~ας.|| (ΝΟΜ.) Τοπική ~. ~ δικαστηρίου/υπηρεσίας. Κατά τόπο(ν)/καθ' ύλην ~. Ένσταση ~ας. Πβ. ακαταλληλότητα. ΑΝΤ. αρμοδιότητα [< γαλλ. incompétence] | |
| 3352 | ανάρμοστος | , η, ο [ἀνάρμοστος] α-νάρ-μο-στος επίθ.: αταίριαστος με ό,τι θεωρείται κοινωνικά πρέπον· απρεπής: ~ος: χαρακτηρισμός. ~ο: λεξιλόγιο/περιεχόμενο. ~ες: πράξεις. Συζητούσαν σε ~ο για την ηλικία τους τόνο. Πβ. άκοσμος, αναξιοπρεπής, απαράδεκτος, άτοπος, σόλοικος. ΑΝΤ. αρμόζων, πρέπων ● επίρρ.: ανάρμοστα ● ΣΥΜΠΛ.: ανάρμοστη συμπεριφορά: που αντίκειται στους γενικά αποδεκτούς κανόνες, στα κοινωνικά πρότυπα: ~ ~ μαθητών (πβ. παραβατική)/υπαλλήλων (πβ. αντιδεοντολογική)/φιλάθλων (πβ. αντιαθλητική). [< αγγλ. inappropriate behavior] [< αρχ. ἀνάρμοστος] | |
| 3353 | ανάρπαστος | , η, ο [ἀνάρπαστος] α-νάρ-πα-στος επίθ.: (κυρ. για προϊόν) που έχει μεγάλη ζήτηση και εμπορική επιτυχία, που πουλήθηκε αμέσως: ~α τα εισιτήρια του αγώνα. Μέσα σε λίγες μέρες το σιντί έγινε ~ο. ΣΥΝ. περιζήτητος [< μτγν. ἀνάρπαστος ‘απαχθείς’, αγγλ. snapped up] | |
| 3354 | ανάρρηση | [ἀνάρρηση] α-νάρ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): άνοδος σε ανώτατο αξίωμα: ~ στην εξουσία/στον θρόνο (ΣΥΝ. ενθρόνιση). Πβ. αναρρίχηση. ΑΝΤ. έκπτωση (2), καθαίρεση (1) [< αρχ. ἀνάρρησις ‘διακήρυξη’] | |
| 3355 | αναρριπίζω | [ἀναρριπίζω] α-ναρ-ρι-πί-ζω ρ. (μτβ.) {κυρ. στο γ' πρόσ. | αναρρίπισε} (λόγ.) 1. (μτφ.) διεγείρω εκ νέου ένα έντονο συναίσθημα· αναζωπυρώνω: Λόγος που ~ει τις ελπίδες. ~εται: η πίστη. Πβ. ανα-ζωογονώ, -θερμαίνω, ξαναζωντανεύω.|| ~ουν την εχθρότητα/τα πάθη. Πβ. ανα-μοχλεύω, -ξέω, εξάπτω, υποδαυλίζω. ΑΝΤ. καταστέλλω, κατευνάζω 2. (σπάν.) δυναμώνω τη φωτιά: Ισχυροί άνεμοι ~ουν τις φλόγες. [< 1: αρχ. ἀναρριπίζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ