| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3345 | άναρθρος | , η, ο [ἄναρθρος] ά-ναρ-θρος επίθ. ΑΝΤ. έναρθρος 1. που δεν αποτελείται από συλλαβές ή λέξεις με νόημα και κατ' επέκτ. δεν γίνεται κατανοητός: ~ος: λόγος. ~η: γλώσσα. ~ες: κραυγές. ΣΥΝ. ασυνάρτητος 2. ΓΡΑΜΜ. που εκφέρεται χωρίς οριστικό άρθρο: ~η: μετοχή. ~ο: απαρέμφατο. ● επίρρ.: άναρθρα [< μτγν. ἄναρθρος, αγγλ. anarthrous] | |
| 44335 | αναριγώ | [ῥιγῶ] ρι-γώ ρ. (αμτβ.) {ρίγ-ησα}: νιώθω ρίγος: ~ από ηδονή/περηφάνια/συγκίνηση/χαρά. ~ησε στο άγγιγμά/στο άκουσμα της φωνής/στην ανάμνησή του. Πβ. ανατριχιάζω, σκιρτώ.|| ~ησε σύγκορμη από το κρύο. Πβ. τουρτουρίζω, τρεμουλιάζω, τρέμω. ΣΥΝ. αναριγώ & αναρριγώ [< αρχ. ῥιγῶ] | |
| 3346 | αναριγώ & αναρριγώ | [ἀναριγῶ] α-να-ρι-γώ ρ. (αμτβ.) {αναριγ-ά κ. -εί ... | αναρίγ-ησα} (λογοτ.): ριγώ: ~ησε από το κρύο (πβ. τουρτουρίζω, τρέμω)/τον υψηλό πυρετό. ~ησε από ευχαρίστηση/τρόμο (= ανατρίχιασε)/χαρά.|| Η καρδιά/το κορμί/η ψυχή ~ά. Πβ. αναστατώνομαι. | |
| 3347 | αναριθμητισμός | [ἀναριθμητισμός] α-να-ριθ-μη-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (επιστ.): λανθασμένη διάταξη των ψηφίων ενός αριθμού: ~ της χρονολογίας (π.χ. 2012, αντί 2021)/του κωδικού. Βλ. αναγραμματισμός, -ισμός. | |
| 3348 | αναρίθμητος | , η, ο [ἀναρίθμητος] α-να-ρίθ-μη-τος επίθ. {συνήθ. στον πληθ.} (επιτατ.): αμέτρητος: ~ες: φορές. ~α: αντικείμενα/προβλήματα. Πβ. χίλιοι μύριοι. ΣΥΝ. απειράριθμος, άπειρος1 (2) [< αρχ. ἀναρίθμητος] | |
| 3349 | ανάριος | , α, ο [ἀνάριος] α-νά-ριος επίθ. (λογοτ.) 1. αραιός: ~ια: γένια/σύννεφα.|| ~ιο: πλέξιμο/ύφασμα (= αγανό). ΑΝΤ. πυκνός (1) 2. σποραδικός: Ακούστηκαν ~ιες πιστολιές. ● επίρρ.: ανάρια: ΣΥΝ. αραιά και πού, κάπου κάπου ● ΦΡ.: ανάρια ανάρια το φιλί, για να 'χει νοστιμάδα & αλάργα αλάργα το φιλί ... (παροιμ.): κάτι πρέπει να γίνεται σε αραιά χρονικά διαστήματα, για να μην επέρχεται κορεσμός. Βλ. το πολύ το "Κύριε ελέησον" το βαριέται κι ο Θεός/παπάς. [< μεσν. ανάριος] | |
| 3350 | αναρμόδιος | , α, ο [ἀναρμόδιος] α-ναρ-μό-δι-ος επίθ. (επίσ.): που δεν είναι αρμόδιος, εξουσιοδοτημένος ή κατάλληλος να κάνει κάτι: ~ος: υπάλληλος. ~α: Αρχή/υπηρεσία. ~ο: όργανο. (συχνά ειρων.) Καθ' ύλην ~. Δήλωσε ~ για/να ...|| (ΝΟΜ.) Παράνομη ή ~α πρόσβαση σε προσωπικά στοιχεία. Το δικαστήριο κήρυξε εαυτό ~ο.|| (προφ.) Είσαι ~ να κρίνεις. Πβ. ακατάλληλος, άσχετος. ● επίρρ.: αναρμόδια & (λόγ.) -ίως [< μτγν. ἀναρμόδιος, γαλλ. incompétent] | |
| 3351 | αναρμοδιότητα | [ἀναρμοδιότητα] α-ναρ-μο-δι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα του αναρμόδιου· ειδικότ. έλλειψη δικαιοδοσίας, εξουσιοδότησης για κάτι: Αποφεύγει να απαντήσει με το πρόσχημα της ~ας.|| (ΝΟΜ.) Τοπική ~. ~ δικαστηρίου/υπηρεσίας. Κατά τόπο(ν)/καθ' ύλην ~. Ένσταση ~ας. Πβ. ακαταλληλότητα. ΑΝΤ. αρμοδιότητα [< γαλλ. incompétence] | |
| 3352 | ανάρμοστος | , η, ο [ἀνάρμοστος] α-νάρ-μο-στος επίθ.: αταίριαστος με ό,τι θεωρείται κοινωνικά πρέπον· απρεπής: ~ος: χαρακτηρισμός. ~ο: λεξιλόγιο/περιεχόμενο. ~ες: πράξεις. Συζητούσαν σε ~ο για την ηλικία τους τόνο. Πβ. άκοσμος, αναξιοπρεπής, απαράδεκτος, άτοπος, σόλοικος. ΑΝΤ. αρμόζων, πρέπων ● επίρρ.: ανάρμοστα ● ΣΥΜΠΛ.: ανάρμοστη συμπεριφορά: που αντίκειται στους γενικά αποδεκτούς κανόνες, στα κοινωνικά πρότυπα: ~ ~ μαθητών (πβ. παραβατική)/υπαλλήλων (πβ. αντιδεοντολογική)/φιλάθλων (πβ. αντιαθλητική). [< αγγλ. inappropriate behavior] [< αρχ. ἀνάρμοστος] | |
| 3353 | ανάρπαστος | , η, ο [ἀνάρπαστος] α-νάρ-πα-στος επίθ.: (κυρ. για προϊόν) που έχει μεγάλη ζήτηση και εμπορική επιτυχία, που πουλήθηκε αμέσως: ~α τα εισιτήρια του αγώνα. Μέσα σε λίγες μέρες το σιντί έγινε ~ο. ΣΥΝ. περιζήτητος [< μτγν. ἀνάρπαστος ‘απαχθείς’, αγγλ. snapped up] | |
| 3354 | ανάρρηση | [ἀνάρρηση] α-νάρ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): άνοδος σε ανώτατο αξίωμα: ~ στην εξουσία/στον θρόνο (ΣΥΝ. ενθρόνιση). Πβ. αναρρίχηση. ΑΝΤ. έκπτωση (2), καθαίρεση (1) [< αρχ. ἀνάρρησις ‘διακήρυξη’] | |
| 3355 | αναρριπίζω | [ἀναρριπίζω] α-ναρ-ρι-πί-ζω ρ. (μτβ.) {κυρ. στο γ' πρόσ. | αναρρίπισε} (λόγ.) 1. (μτφ.) διεγείρω εκ νέου ένα έντονο συναίσθημα· αναζωπυρώνω: Λόγος που ~ει τις ελπίδες. ~εται: η πίστη. Πβ. ανα-ζωογονώ, -θερμαίνω, ξαναζωντανεύω.|| ~ουν την εχθρότητα/τα πάθη. Πβ. ανα-μοχλεύω, -ξέω, εξάπτω, υποδαυλίζω. ΑΝΤ. καταστέλλω, κατευνάζω 2. (σπάν.) δυναμώνω τη φωτιά: Ισχυροί άνεμοι ~ουν τις φλόγες. [< 1: αρχ. ἀναρριπίζω] | |
| 3356 | αναρρίπιση | [ἀναρρίπιση] α-ναρ-ρί-πι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναρριπίζω: (μτφ.) ~ της μνήμης. Πβ. αναζωογόνηση, αναθέρμανση, ξαναζωντάνεμα.|| ~ των παθών. Πβ. αναμόχλευση, υποδαύλιση. ΑΝΤ. καταστολή, κατευνασμός.|| (σπάν.) ~ της φωτιάς. ΣΥΝ. αναζωπύρωση. ΑΝΤ. κατάσβεση. [< μεσν. αναρρίπισις] | |
| 3357 | αναρρίχηση | [ἀναρρίχηση] α-ναρ-ρί-χη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. σκαρφάλωμα· (ΑΘΛ.) ανάβαση σε κάθετη ή κεκλιμένη επιφάνεια (πλαγιά, βράχο, πάγο ή ειδική πίστα) με τη χρήση κατάλληλων τεχνικών: ~ σε πυλώνες (βλ. εναερίτης). Πβ. ανέβασμα.|| Χειμερινές ~ήσεις. Εξοπλισμός ~ης (: αναρριχητικά παπούτσια, βοηθήματα ασφάλισης, ζώνη, ιμάντες, κράνος, κρίκοι ασφαλείας, σχοινί). Πβ. ορειβασία. Βλ. παγο~. ΑΝΤ. καταρρίχηση 2. (μτφ.) άνοδος, ανέλιξη: κοινωνική ~. ~ στην εξουσία/ιεραρχία.|| ~ στην πρώτη θέση της βαθμολογίας.|| ~ των τιμών (: ακρίβεια). [< 1: αρχ. ἀναρρίχησις, γαλλ. escalade 2: γαλλ. ~, ascension] | |
| 3358 | αναρριχητής | [ἀναρριχητής] α-ναρ-ρι-χη-τής ουσ. (αρσ.) {(σπάν.) θηλ. αναρριχήτρια}: ΑΘΛ. πρόσωπο που ασχολείται με την αναρρίχηση. Πβ. αλπινιστής, ορειβάτης. | |
| 3359 | αναρριχητικός | , ή, ό [ἀναρριχητικός] α-ναρ-ρι-χη-τι-κός επίθ. 1. ΑΘΛ. που σχετίζεται με την αναρρίχηση: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: ικανότητα/λέσχη/πίστα. ~ό: πάρκο/σχοινί. ~ές: διαδρομές. ~ά: πεδία. Πβ. ορειβατικός. 2. ΒΟΤ. αναρριχώμενος: ~ά: είδη/φυτά. [< γαλλ. grimpant] | |
| 3360 | αναρριχώμαι | [ἀναρριχῶμαι] α-ναρ-ρι-χώ-μαι ρ. (αμτβ.) {αναρριχ-άται ... | αναρριχ-ήθηκε, -ώμενος} (λόγ.) & (λαϊκό) αναρριχιέμαι 1. σκαρφαλώνω· (ΑΘΛ.) κάνω αναρρίχηση: ~άται σαν τον αίλουρο!|| Ο κισσός ~άται στους τοίχους.|| ~ήθηκαν στο βουνό. Πβ. ανεβαίνω. 2. (μτφ.) ανέρχομαι (σταδιακά) σε υψηλότερη θέση, κυρ. σε κλίμακα ιεραρχίας: ~ήθηκε (ταχύτατα) στην ηγεσία/στα ύπατα αξιώματα. Πβ. ανελίσσομαι, προάγομαι.|| (για αθλητή) Κατάφερε να ~ηθεί στην κορυφή.|| Στο ...% ~ήθηκε ο Γενικός Δείκτης Τιμών/πληθωρισμός (: αυξήθηκε, παρουσίασε άνοδο). [< 1: αρχ. ἀναρριχῶμαι, γαλλ. grimper] | |
| 3361 | αναρριχώμενος | , η, ο [ἀναρριχώμενος] α-ναρ-ρι-χώ-με-νος επίθ.: που αναρριχάται: Οικοδόμοι ~οι σε σκαλωσιές. Συνηθέστ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αναρριχώμενα φυτά & αναρριχητικά φυτά & (προφ.) αναρριχητικά: ΒΟΤ. που αναπτύσσονται κατακόρυφα, στηριζόμενα σε τοίχους, φράχτες ή πέργκολες. Βλ. αγιόκλημα, βουκαμβίλια, γιασεμί, γλυσίνα, κισσός, κληματαριά. [< γαλλ. plantes grimpantes] [< μτγν. ἀναρριχώμενος] | |
| 3362 | ανάρροπος | , ος/η, ο [ἀνάρροπος] α-νάρ-ρο-πος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ανάρροπη θέση: ΙΑΤΡ. ανυψωμένη: τοποθέτηση άκρου σε ~ ~ (: για περιορισμό αιματώματος, μείωση πόνου ή οιδήματος). Ύπνος σε ~ ~. | |
| 3363 | αναρροφά | [ἀναρροφᾷ] α-ναρ-ρο-φά ρ. (μτβ.) {αναρρόφ-ησε, -άται, -ήθηκε} (επιστ.): (για μηχάνημα) έλκει υγρό ή αέριο, δημιουργώντας κενό: Αντλία που ~ το νερό από τη δεξαμενή. [< αρχ. ἀναρροφῶ, γαλλ. aspirer] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ