Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [42980-43000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42416πρόγευσηπρό-γευ-ση ουσ. (θηλ.): πρώτη γεύση ή εμπειρία για κάτι που θα ακολουθήσει: ~ νίκης. Το ρεπορτάζ δίνει μια ~ για τη συνέχεια. Παίρνω μια μικρή ~ για το τι με περιμένει. Η ομιλία του προέδρου αποτελεί μια ~ της νέας στρατηγικής της εταιρείας. [< γαλλ. avant-goût]
42417προγεφύρωμαπρο-γε-φύ-ρω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΣΤΡΑΤ. παράκτια ή παρόχθια περιοχή σε εχθρικό έδαφος, που καταλαμβάνεται και οχυρώνεται ως χώρος στρατιωτικών επιχειρήσεων: πολεμικό/στρατηγικό ~. 2. (μτφ.) ευνοϊκό έδαφος και γενικότ. οτιδήποτε χρησιμεύει ως μέσο για την προώθηση μελλοντικού στόχου. Πβ. έρεισμα. [< γερμ. Brückenkopf]
42418προγηρίαπρο-γη-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σπάνια, ανίατη ασθένεια, κυρ. της παιδικής ηλικίας, που προκαλεί πρόωρη γήρανση. [< αγγλ. progeria, 1904, γαλλ. progéria, 1904]
42419προγιαγιάπρο-για-γιά ουσ. (θηλ.): η μητέρα της γιαγιάς ή του παππού (κάποιου). Πβ. προμάμμη. Βλ. προπάππος.
42420πρόγκα

πρό-γκα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): έντονη και θορυβώδης αποδοκιμασία: Έφαγαν ~. Πβ. χλευασμός. ΣΥΝ. γιούχα, γιουχάισμα

42421προγκάωπρο-γκά-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {προγκ-άς ... | πρόγκ-ηξα} & προγκώ & (σπάν.) προγκάρω (λαϊκό) 1. αποδοκιμάζω κάποιον έντονα, με φωνές. ΣΥΝ. γιουχάρω 2. αποπαίρνω, φέρομαι απότομα ή επιθετικά: Ό,τι και να λέω, συνεχώς με ~άει. 3. (σπάν.) κάνω φασαρία για να διώξω ένα ζώο.
42422προγναθικός, ή, ό προ-γνα-θι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον προγναθισμό· που εμφανίζει προγναθισμό. [< γαλλ. prognathe, αγγλ. prognathous]
42423προγναθισμόςπρο-γνα-θι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. ανώμαλη προβολή της μιας (συνήθ. της κάτω) ή και των δύο γνάθων. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. prognathisme, αγγλ. prognathism]
42424πρόγνωσηπρό-γνω-ση ουσ. (θηλ.) 1. πρόβλεψη γεγονότος ή φαινομένου με βάση συγκεκριμένα δεδομένα, στοιχεία: ακριβής/έγκαιρη/επιτυχής/λανθασμένη/οικονομική ~. ~ των αποτελεσμάτων των ποδοσφαιρικών αγώνων. (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ καταιγίδων. Μοντέλο/σύστημα ~ης. Δελτίο ~ης επικίνδυνων καιρικών φαινομένων. Μετεωρολογικές ~ώσεις. Η αναλυτική/γενική ~ του αυριανού καιρού από την ΕΜΥ. (ΓΕΩΦΥΣ.) Κέντρο ~ης και πρόληψης σεισμών. 2. ΙΑΤΡ. εκτίμηση της πορείας μιας νόσου από τον γιατρό, βάσει κυρ. επιστημονικών κριτηρίων και πείρας: ~ των ασθενών που πάσχουν από ... Νέο ιατρικό τεστ για την ~ του καρκίνου του μαστού. Βλ. σταδιοποίηση. [< αρχ. πρόγνωσις, γαλλ. pronostic, αγγλ. prognosis, γερμ. Prognose]
42425προγνωστικός, ή, ό προ-γνω-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πρόγνωση: ~ός: δείκτης/παράγοντας νόσου/χάρτης (= μετεωρολογικός). ~ή: αξία/σημασία εξέτασης. ~ή: μέθοδος. ~ό: μοντέλο. ● Ουσ.: προγνωστικά (τα): πρόβλεψη με βάση ορισμένα δεδομένα, στοιχεία, ιδ. για το αποτέλεσμα αθλητικών αγώνων: ~ μπάσκετ/ποδοσφαίρου/στοιχήματος. ~ για τις εκλογές/του καιρού. Οργανισμός ~ών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ). [< μεσν. προγνωστικό, γαλλ. pronostics] [< αρχ. προγνωστικός]
42426προγόμφιοςπρο-γόμ-φι-ος ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. καθένα από τα οκτώ δόντια που βρίσκονται ανά ζεύγη ανάμεσα στους γομφίους και τους κυνόδοντες. [< γαλλ. prémolaire]
42427προγόνιπρο-γό-νι ουσ. (ουδ.) (σπάν.-λαϊκό): προγονός. [< μεσν. προγόνι]
42428προγονικός, ή, ό προ-γο-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους προγόνους: ~ή: γη/κληρονομιά/μνήμη. ~ό: παρελθόν. ~ές: εστίες. Πβ. πάτριος, πατρ-, πατρογον-ικός.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~ά: κύτταρα (βλ. βλαστοκύτταρα). [< αρχ. προγονικός, αγγλ. progenitor]
42429προγονολάτρηςπρο-γο-νο-λά-τρης ουσ. (αρσ.): προγονόπληκτος. Βλ. -λάτρης.
42430προγονολατρίαπρο-γο-νο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά αδόκ. προγονολατρεία: προγονοπληξία. Βλ. -λατρία.
42431προγονολατρικός, ή, ό προ-γο-νο-λα-τρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την προγονολατρία ή/και τον προγονολάτρη.
42432προγονόπληκτος, η, ο προ-γο-νό-πλη-κτος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από προγονοπληξία. Πβ. αρχαιόπληκτος. Βλ. -πληκτος. ΣΥΝ. προγονολάτρης
42433προγονοπληξίαπρο-γο-νο-πλη-ξί-α ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): υπέρμετρος θαυμασμός για τους προγόνους, τυφλή προσήλωση στις ιδέες και τις αξίες τους. Πβ. αρχαιοπληξία. ΣΥΝ. προγονολατρία
42435προγονός, προγονήπρο-γο-νός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λαϊκό): παιδί από προηγούμενο γάμο σε σχέση με τον πατριό ή τη μητριά του. ΣΥΝ. προγόνι [< αρχ. προγονή]
42436προγούλιπρο-γού-λι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: οι πτυχώσεις που σχηματίζει, λόγω λίπους, το δέρμα του λαιμού κάτω από το πιγούνι: Έχει/κρέμασε ~ια. ΣΥΝ. διπλοσάγονο

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.