| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42426 | προγόμφιος | προ-γόμ-φι-ος ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. καθένα από τα οκτώ δόντια που βρίσκονται ανά ζεύγη ανάμεσα στους γομφίους και τους κυνόδοντες. [< γαλλ. prémolaire] | |
| 42427 | προγόνι | προ-γό-νι ουσ. (ουδ.) (σπάν.-λαϊκό): προγονός. [< μεσν. προγόνι] | |
| 42428 | προγονικός | , ή, ό προ-γο-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους προγόνους: ~ή: γη/κληρονομιά/μνήμη. ~ό: παρελθόν. ~ές: εστίες. Πβ. πάτριος, πατρ-, πατρογον-ικός.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~ά: κύτταρα (βλ. βλαστοκύτταρα). [< αρχ. προγονικός, αγγλ. progenitor] | |
| 42429 | προγονολάτρης | προ-γο-νο-λά-τρης ουσ. (αρσ.): προγονόπληκτος. Βλ. -λάτρης. | |
| 42430 | προγονολατρία | προ-γο-νο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά αδόκ. προγονολατρεία: προγονοπληξία. Βλ. -λατρία. | |
| 42431 | προγονολατρικός | , ή, ό προ-γο-νο-λα-τρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την προγονολατρία ή/και τον προγονολάτρη. | |
| 42432 | προγονόπληκτος | , η, ο προ-γο-νό-πλη-κτος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από προγονοπληξία. Πβ. αρχαιόπληκτος. Βλ. -πληκτος. ΣΥΝ. προγονολάτρης | |
| 42433 | προγονοπληξία | προ-γο-νο-πλη-ξί-α ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): υπέρμετρος θαυμασμός για τους προγόνους, τυφλή προσήλωση στις ιδέες και τις αξίες τους. Πβ. αρχαιοπληξία. ΣΥΝ. προγονολατρία | |
| 42435 | προγονός, προγονή | προ-γο-νός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λαϊκό): παιδί από προηγούμενο γάμο σε σχέση με τον πατριό ή τη μητριά του. ΣΥΝ. προγόνι [< αρχ. προγονή] | |
| 42436 | προγούλι | προ-γού-λι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: οι πτυχώσεις που σχηματίζει, λόγω λίπους, το δέρμα του λαιμού κάτω από το πιγούνι: Έχει/κρέμασε ~ια. ΣΥΝ. διπλοσάγονο | |
| 42437 | πρόγραμμα | πρό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.) {προγράμμ-ατος | -ατα} 1. σύνολο οργανωμένων ενεργειών των οποίων ο χρόνος και συχνά ο τρόπος και οι συνθήκες εκτέλεσης έχουν καθοριστεί από πριν: αναπτυξιακό/εκπαιδευτικό/εκσυγχρονιστικό/ερευνητικό/κοινοτικό/κυβερνητικό/προεκλογικό/στεγαστικό ~. ~ αδυνατίσματος/απεξάρτησης (από τα ναρκωτικά)/αποκατάστασης/ασφάλισης/διαβάσματος/διαχείρισης (χρημάτων)/εθελοντικής δράσης/ελέγχου/εργασίας/κατάρτισης ανέργων/λιτότητας/παραγωγής/παροχών/υγείας/υποτροφιών/χορηγιών. (ΟΙΚΟΝ.) ~ ενίσχυσης επενδύσεων/επιχορήγησης επιχειρήσεων. Αποτελέσματα/εκπόνηση/επεξεργασία/προϋπολογισμός ~ατος. Διεθνή/ευρωπαϊκά/κοινωνικά ~ατα. Συμμετέχω σε/υλοποιώ/υποστηρίζω/χρηματοδοτώ ένα ~. Εφαρμόζεται ~ εξυγίανσης και ανάπτυξης. Ανακοινώθηκε ~ ιδιωτικοποιήσεων. Εντάχθηκε σε ~ (εξ)ειδίκευσης. Το έκτακτο συνέδριο ενέκρινε το νέο ~ του κόμματος.|| Ατομικό/εβδομαδιαίο/καθημερινό ~. Το ~ά του είναι πιεστικό/φορτωμένο. Βάζω/έχω ~ να ... (πβ. σχεδιάζω). Οι εξετάσεις θα διεξαχθούν σύμφωνα με το ~. 2. καταγραφή με συγκεκριμένη σειρά των διαφόρων μερών εκδήλωσης, θεάματος, εκπομπής, μαθήματος, κύκλου σπουδών, αυτό που περιγράφεται και συνεκδ. το έντυπο που τα γνωστοποιεί: αθλητικό/ενημερωτικό/καλλιτεχνικό/ραδιοφωνικό/σχολικό/ψυχαγωγικό ~. ~ αγώνων/εκδρομής/εξεταστικής/επισκέψεων/εργασιών σεμιναρίου/θεάτρου/καναλιών/πρωταθλήματος/συναντήσεων/συναυλιών/συνεδρίου/τηλεόρασης/φεστιβάλ. Ανακοινώθηκε το ~ του διαγωνισμού. Αλλαγή στο ~ των πτήσεων λόγω απεργίας. Ταβέρνες με ελαφρύ/εορταστικό/πλούσιο/ποικίλο (μουσικό) ~. Κάνει ~ σε κλαμπ (: δουλεύει ως ντιτζέι). Το ~ περιλαμβάνει και ... Υπεύθυνος του ~ος. Ο σταθμός εκπέμπει δορυφορικά εικοσιτετράωρο ζωντανό ~.|| Το ~ της έκθεσης/παράστασης διατίθεται δωρεάν. 3. ΤΕΧΝΟΛ. σύνολο εντολών που εκτελούνται από αυτόματο σύστημα, μηχάνημα ή ηλεκτρονικό υπολογιστή: ~ πλυντηρίου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Εύχρηστο και λειτουργικό ~. Αποθηκεύω/τρέχω ένα ~. (Απ)εγκατάσταση/διαγραφή/εικονίδιο ~ατος. ~ατα κατασκευής ιστοσελίδων/πλοήγησης. Βλ. κώδικας, μικρο~. ● Υποκ.: προγραμματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αναλυτικό πρόγραμμα: ΠΑΙΔΑΓ. ο σχεδιασμός και η σύνταξη ενός γενικού πλαισίου μακροπρόθεσμης οργάνωσης της διδασκαλίας: ανοιχτό/διαθεματικό/εθνικό/επίσημο/κλειστό ~ ~. ~ά ~ατα μαθημάτων γυμνασίου/ειδικής αγωγής/λυκείου/πανεπιστημίου/υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Αναμόρφωση/ανάπτυξη ~ών ~άτων. Βλ. κουρίκουλουμ., πιλοτικό πρόγραμμα: σύνολο δράσεων που εφαρμόζονται πειραματικά: ~ά ~ατα ανακύκλωσης. [< αγγλ. pilot project, 1975] , πρόγραμμα Comenius: πρόγραμμα δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για γενικές εκπαιδευτικές δραστηριότητες που αφορούν τα σχολεία έως και τον δεύτερο κύκλο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης., πρόγραμμα Grundtvig: πρόγραμμα δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προώθηση της εκπαίδευσης ενηλίκων., πρόγραμμα Leonardo da Vinci: πρόγραμμα δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για όλες τις πτυχές της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης (εκτός του τριτοβάθμιου επιπέδου)., πρόγραμμα Εράσμους & Εράσμους: πρόγραμμα δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω του οποίου γίνεται ανταλλαγή σπουδαστών και διδακτικού προσωπικού στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με σκοπό την προώθηση της εκπαιδευτικής και ακαδημαϊκής κινητικότητας. Βλ. διά βίου μάθηση, ECTS., Πρόγραμμα Πλαίσιο (συντομ. ΠΠ): χρηματοδοτικό μέσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την υποστήριξη της έρευνας σε επιλεγμένους τομείς προτεραιότητας: 7ο ~ ~ (: από το 2007-13). [< αγγλ. Framework Programme, γαλλ. Programme-Cadre] , πρόγραμμα Σωκράτης: πρόγραμμα δράσης της Ευρωπαϊκής Eπιτροπής για συνεργασία των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης για παιδιά, νέους και ενηλίκους., εικονογραφικό πρόγραμμα βλ. εικονογραφικός, πρόγραμμα Καλλικράτης βλ. Καλλικράτης, πρόγραμμα Κλεισθένης βλ. Κλεισθένης, πρόγραμμα σπουδών βλ. σπουδή, πρόγραμμα/σχέδιο δράσης βλ. δράση, στεγνά (θεραπευτικά) προγράμματα βλ. στεγνός, ωρολόγιο πρόγραμμα βλ. ωρολόγιος ● ΦΡ.: κάτι είναι (μέσα) στο πρόγραμμα: έχει προγραμματιστεί, σχεδιαστεί ή είναι αναμενόμενο να γίνει: Οι αναποδιές/τα λάθη είναι ~., με/χωρίς πρόγραμμα: με/χωρίς μέθοδο, σύστημα: Γυμνάζεστε/τρώτε με ~. Καλοκαιρινές διακοπές χωρίς ~., πρόγραμμα stage & πρόγραμμα στέιτζ: κρατικό πρόγραμμα για ανέργους, με κύριο στόχο την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας. ΣΥΝ. σταζ [< αγγλ. stage programme] , τι λέει το πρόγραμμα; (προφ.): τι θα κάνεις/κάνουμε;: Λοιπόν, ~ ~ για διακοπές/σήμερα;, εκτός προγράμματος βλ. εκτός [< αρχ. πρόγραμμα ‘ημερήσια διάταξη, διάγγελμα’, γαλλ. programme, αγγλ. program(me), γερμ. Programm] | |
| 42438 | προγραμματίζω | προ-γραμ-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {προγραμμάτι-σα, προγραμματί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, προγραμματίζ-οντας, -όμενος} 1. βάζω κάτι στο πρόγραμμα, σχεδιάζω, σκοπεύω να κάνω κάτι και προετοιμάζομαι γι' αυτό· κατ' επέκτ. οργανώνω, συγκροτώ: ~ το διάβασμά μου/τις διακοπές μου/τη διδασκαλία/τη δράση μου/εκδηλώσεις/περιοδεία/τις σπουδές μου. ~σαν τις κινήσεις τους και πέτυχαν τον στόχο τους. ~εται η κατασκευή νέου σιδηροδρομικού σταθμού. ~ονται σημαντικά έργα για τα επόμενα χρόνια. Σειρά απεργιακών κινητοποιήσεων έχουν ~σει οι εργαζόμενοι στα ... Η επόμενη συνάντηση ~στηκε για τις ... Το βιβλίο έχει ~στεί να κυκλοφορήσει σε δύο χρόνια. Πβ. προσχεδιάζω. Βλ. επανα~. 2. ΠΛΗΡΟΦ. -ΤΕΧΝΟΛ. δημιουργώ πρόγραμμα, χρησιμοποιώντας γλώσσα υπολογιστή· γενικότ. ρυθμίζω τη λειτουργία ηλεκτρικής ή ηλεκτρονικής μηχανής, συσκευής: ~ το βίντεο/ένα όργανο μέτρησης/ένα ρομπότ/την τηλεόραση. ~όμενος θερμοστάτης χώρου. ● Μτχ.: προγραμματισμένος , η, ο 1. που έχει εκ των προτέρων σχεδιαστεί, ενταχθεί σε πρόγραμμα: ~ος: αγώνας/διάλογος/έλεγχος/χρόνος. ~η: διακοπή (ρεύματος)/εκδρομή/επίσκεψη/ομιλία/πρεμιέρα/σύσκεψη. ~ο: γεύμα/δρομολόγιο/ραντεβού/ταξίδι. ~ες: εργασίες. Η αναχώρηση του πλοίου έγινε στην ~η ώρα απόπλου. Πβ. προμελετημένος, προσχεδιασμένος.|| ~ος: άνθρωπος (= οργανωμένος, συγκροτημένος). ΑΝΤ. απρογραμμάτιστος (1) 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που η εξέλιξή του κατευθύνεται από προϋπάρχουσες γενετικές οδηγίες: ~ος: κυτταρικός θάνατος (= απόπτωση). [< γαλλ. programmer, 1917, αγγλ. program] | |
| 42439 | προγραμματικός | , ή, ό προ-γραμ-μα-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή περιλαμβάνεται σε πρόγραμμα, που γίνεται ή υπάρχει βάσει προγράμματος: ~ός: διάλογος/λόγος/σχεδιασμός. ~ή: διακήρυξη/εξαγγελία/περίοδος/σύγκλιση δυνάμεων/συζήτηση/σύμβαση/συμφωνία. ~ό: έγγραφο/κείμενο/πλαίσιο/συνέδριο/σχέδιο. ~ές: αρχές/δεσμεύσεις/δράσεις/θέσεις. ~ά: ζητήματα/κριτήρια/μεγέθη. Οι ~οί στόχοι επιτεύχθηκαν. ● επίρρ.: προγραμματικά ● ΣΥΜΠΛ.: προγραμματικές δηλώσεις: ΠΟΛΙΤ. οι γενικές κατευθύνσεις της πολιτικής που παρουσιάζει στη Βουλή ο νέος πρωθυπουργός: ~ ~ για την παιδεία. Συζήτηση των ~ών ~ώσεων. Στις προγραμματικές του δηλώσεις δεσμεύτηκε/υποσχέθηκε ότι ...|| (σπανιότ. οι εξαγγελίες ενός νεοεκλεγμένου οργάνου:) Οι ~ ~ του προέδρου του συμβουλίου., προγραμματική μουσική: ΜΟΥΣ. που έχει στόχο να περιγράψει κάτι συγκεκριμένο (π.χ. ένα ιστορικό συμβάν, ένα φιλολογικό κείμενο, μια εικόνα ή μια καθορισμένη ψυχική κατάσταση). [< αγγλ. program music] [< γαλλ. programmatique, αγγλ. programmatic] | |
| 42440 | προγραμματίσιμος | , η, ο προ-γραμ-μα-τί-σι-μος επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. -ΤΕΧΝΟΛ. (για συσκευή ή εφαρμογή) που μπορεί να προγραμματιστεί: ~η: μνήμη (μόνο για ανάγνωση). ~ο: τερματικό. ~α: κανάλια (τηλεόρασης). Βλ. -ιμος. [< αγγλ. programmable, 1959, γαλλ. programmable, περ. 1960] | |
| 42441 | προγραμματισιμότητα | προ-γραμ-μα-τι-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. -ΤΕΧΝΟΛ. η ιδιότητα του προγραμματίσιμου: ~ της κάρτας δικτύου. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. programmability, 1966] | |
| 42442 | προγραμματισμός | προ-γραμ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. οργάνωση, σχεδιασμός μελλοντικών ενεργειών, προκαθορισμός στόχων: βραχυπρόθεσμος/έγκαιρος/μακρόπνοος/μακροπρόθεσμος/στρατηγικός/τεχνικός/χρονικός ~. Έλλειψη ~ού. ~ της δράσης (της επιχείρησης)/της παραγωγής (πβ. σχεδιοποίηση). 2. ΠΛΗΡΟΦ. σχεδιασμός προγραμμάτων ηλεκτρονικού υπολογιστή: λογικός ~. ~ εφαρμογών. Περιβάλλον/πρότυπο/υποστήριξη ~ού. Βλ. -ισμός, μικρο~, τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: ακέραιος προγραμματισμός βλ. ακέραιος, αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός βλ. αντικειμενοστρεφής, αποθεματικό προγραμματισμού βλ. αποθεματικό, γλώσσα προγραμματισμού βλ. γλώσσα, γραμμικός προγραμματισμός βλ. γραμμικός, δυναμικός προγραμματισμός βλ. δυναμικός, οικογενειακός προγραμματισμός βλ. οικογενειακός, οικονομικός/κεντρικός προγραμματισμός/σχεδιασμός βλ. οικονομικός [< 1: γαλλ. programmation, 1924, 2: αγγλ. programming, 1945] | |
| 42443 | προγραμματιστής | προ-γραμ-μα-τι-στής ουσ. (αρσ.) , προγραμματίστρια (η): πληροφορικός που ειδικεύεται στον σχεδιασμό προγραμμάτων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές: ~ γραφικών/διαδικτυακών εφαρμογών/ιστοσελίδων/συστημάτων.|| (κατ' επέκτ., για συσκευή) ~ ποτίσματος. ● ΣΥΜΠΛ.: αναλυτής-προγραμματιστής: αυτός που ασχολείται με την ανάλυση και τον σχεδιασμό λογισμικών και τη δημιουργία του προγράμματός τους. [< αγγλ. programmer, 1948, γαλλ. programmeur, περ. 1960] | |
| 42444 | προγραμματιστικός | , ή, ό προ-γραμ-μα-τι-στι-κός επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. που αναφέρεται στον προγραμματισμό ή στον προγραμματιστή: ~ός: κώδικας. ~ή: άσκηση/γλώσσα (= γλώσσα προγραμματισμού)/εμπειρία/εργασία/ομάδα/τεχνική. ~ό: περιβάλλον. ~ά: εργαλεία (για το διαδίκτυο)/λάθη. | |
| 42445 | προγραφή | προ-γρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) παράνομη δίωξη ή εξόντωση πολιτικών συνήθ. αντιπάλων: ~ές αντιφρονούντων/διαφωνούντων. Λίστα ~ών. 2. πρώιμο στάδιο γραφής, που αφορά ιδ. άτομα προσχολικής ηλικίας. Βλ. προανάγνωση. 3. ΙΣΤ. (στην αρχαία Ρώμη) καταδίκη σε θάνατο πολιτικών αντιπάλων χωρίς δίκη, απλώς και μόνο με την ανάρτηση πίνακα με τα ονόματά τους στην αγορά. [< μτγν. προγραφή] | |
| 42446 | προγραφικός | , ή, ό προ-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το προπαρασκευαστικό στάδιο εκμάθησης γραφής σε παιδιά προσχολικής ηλικίας: ~ές: ασκήσεις. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ