| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42447 | προγράφω | προ-γρά-φω ρ. (μτβ.) {προέγραψε}: προβαίνω σε προγραφή πολιτικού αντιπάλου. [< αρχ. προγράφω] | |
| 42448 | προγυμνάζω | προ-γυ-μνά-ζω ρ. (μτβ.) {προγύμνασε} (παλαιότ.-λόγ.): προετοιμάζω κάποιον για εξετάσεις, συνήθ. παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα: Ανέλαβε να τον ~σει στα φιλολογικά. Βλ. προπονώ. [< αρχ. προγυμνάζω ‘γυμνάζω προηγουμένως’] | |
| 42449 | προγύμναση | προ-γύ-μνα-ση ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προγυμνάζω. Βλ. προπόνηση. | |
| 42450 | προγύμνασμα | προ-γύ-μνα-σμα ουσ. (ουδ.) 1. (σπάν.) προγύμναση. 2. ΡΗΤΟΡ. {συνήθ. στον πληθ.} ασκήσεις σύνθεσης προφορικού ή γραπτού λόγου. [< αρχ. προγύμνασμα] | |
| 42451 | προγυμναστής | προ-γυ-μνα-στής ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): εκπαιδευτικός που προγυμνάζει έναν μαθητή. [< μτγν. προγυμναστής ‘(δούλος) προπονητής’] | |
| 42452 | προδεδικασμένο | βλ. προδικάζω | |
| 42453 | πρόδηλος | , η, ο πρό-δη-λος επίθ. (λόγ.): ολοφάνερος, προφανής, άμεσα αντιληπτός: ~ος: στόχος. ~η: ανάγκη/πρόθεση. ~ο: συμφέρον. ~α: σφάλματα. Είναι ~ο ότι ... ΣΥΝ. αυτόδηλος, έκδηλος, κατάδηλος, καταφανής ΑΝΤ. άδηλος ● επίρρ.: προδήλως & πρόδηλα [< αρχ. πρόδηλος] | |
| 42454 | προδημοσίευση | προ-δη-μο-σί-ευ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προδημοσιεύω: ~ άρθρου/βιβλίου/προγράμματος/προκήρυξης. [< αγγλ. prepublication, γαλλ. prépublication, 1976] | |
| 42455 | προδημοσιεύω | προ-δη-μο-σι-εύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {προδημοσίευ-σε, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -μένος}: δημοσιεύω σε εφημερίδα, περιοδικό, στο διαδίκτυο απόσπασμα γραπτού κειμένου πριν την ολοκληρωμένη δημοσίευση ή έκδοσή του: ~τηκε από το Υπουργείο Ανάπτυξης το πρόγραμμα ... ~μένα: άρθρα. [< αγγλ. prepublish, 1973] | |
| 42456 | προδημοτικός | , ή, ό προ-δη-μο-τι-κός επίθ.: (στην Κύπρο) προσχολικός: ~ή: εκπαίδευση (= νηπιαγωγείο). | |
| 42457 | προδιαγεγραμμένος | βλ. προδιαγράφω | |
| 42458 | προδιαγραφές | προ-δι-α-γρα-φές ουσ. (θηλ.) (οι): σύνολο προκαθορισμένων χαρακτηριστικών που οφείλει να έχει ένα προϊόν, έργο, ώστε να ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις παραγωγής του: απαιτητικές/αυστηρές/γενικές/διεθνείς/ειδικές/επίσημες/ευρωπαϊκές/κτιριακές/λειτουργικές ~. Τεχνικές ~ μελετών. ~ές που ίσχυσαν/χρησιμοποιήθηκαν. Όχημα που ακολουθεί/πληροί/τηρεί τις ~. Η ηλεκτρονική συσκευή ανταποκρίνεται σε μοντέρνες/σύγχρονες ~. Πισίνα ολυμπιακών ~ών (: με ολυμπιακές διαστάσεις). ΣΥΝ. στάνταρντς ● ΦΡ.: υψηλών προδιαγραφών: που ανταποκρίνεται σε υψηλό επίπεδο απαιτήσεων: εκπαίδευση/κατοικίες/μηχανήματα/υπηρεσίες ~ ~. [< αγγλ. of high standards] [< μεσν. προδιαγραφή 'εκ των προτέρων περιγραφή΄, γαλλ. prescriptions] | |
| 42459 | προδιαγράφω | προ-δι-α-γρά-φω ρ. (μτβ.) {προδιέγρα-ψα, προδιαγρά-ψει, προδιαγρά-φ(τ)ηκε, προδιαγεγρα-μμένος, προδιαγράφ-οντας} (λόγ.) 1. καθορίζω, σχεδιάζω, υποδεικνύω κάτι από πριν: ~ τις απαιτήσεις/τις αρχές/τη διαδικασία/τις λειτουργίες ενός έργου. ~ψε τους βασικούς άξονες/το πλαίσιο/τους στόχους της πολιτικής. Τεχνικές μελέτες ~ουν τον εξοπλισμό της εγκατάστασης. Οι κανόνες/τα κριτήρια ~ονται από τα διεθνή πρότυπα. ~μμένος: ρόλος/χαρακτήρας. ~μμένη: πορεία. ~μμένο: αποτέλεσμα/σχέδιο. Πβ. προκαθορίζω. 2. καθιστώ κάτι φανερό εκ των προτέρων: Οι δημοσκοπήσεις ~ουν θρίαμβο του κόμματος στις εκλογές. Επιτυχής ~εται η διεθνής σύσκεψη για ... Η έκβαση του αγώνα/η νίκη ~φηκε από νωρίς. Είναι δύσκολο να ~φεί η πορεία του προϊόντος στην αγορά. Το μέλλον ~εται αβέβαιο/δυσοίωνο/ευοίωνο/ζοφερό/λαμπρό (πβ. διαγράφεται, διαφαίνεται, προαλείφεται, προοιωνίζεται). ~μμένη: εξέλιξη/πορεία. [< μτγν. προδιαγράφω, γαλλ. prescrire] | |
| 42460 | προδιάθεση | προ-δι-ά-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. η τάση του οργανισμού για εμφάνιση ασθένειας: αλλεργική/κληρονομική/φυσική ~. Γενετική ~ στον/για καρκίνο του προστάτη. ΣΥΝ. διάθεση (5) 2. η ψυχική διάθεση που έχει κάποιος εκ των προτέρων: αρνητική/ευχάριστη/θετική ~ της κοινής γνώμης για ... 3. κλίση, ικανότητα, συνήθ. έμφυτη: καλλιτεχνική ~.|| Εγκληματική ~. [< μτγν. προδιάθεσις, γαλλ. prédisposition] | |
| 42461 | προδιαθεσικός | , ή, ό προ-δι-α-θε-σι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την προδιάθεση για την ανάπτυξη νόσου: ~ός: παράγοντας (για καρκίνο). ~ά: αίτια/γονίδια. [< αγγλ. predisposing] | |
| 42462 | προδιαθέτω | προ-δι-α-θέ-τω ρ. (μτβ.) {προδιέθε-σα, προδια-τέθηκε, -τεθειμένος, προδιαθέτ-οντας} (λόγ.): διαμορφώνω από πριν μια ορισμένη συναισθηματική στάση απέναντι σε κάποιον ή κάτι: ~ δυσάρεστα/ευχάριστα/θετικά το κοινό. Ένα χαμόγελο ~ει τους άλλους υπέρ σας. Βιβλίο που ~ει τον αναγνώστη να σκεφτεί ότι ... Ευνοϊκά ~τεθειμένος προς ... Πβ. προετοιμάζω, προϊδεάζω, προκαταλαμβάνω. ● προδιαθέτει: ΙΑΤΡ. δημιουργεί προδιάθεση για εμφάνιση ασθένειας: Παράγοντες που ~ουν για/σε καρδιακά νοσήματα. Εκδήλωση παχυσαρκίας σε γενετικά ~τεθειμένα άτομα. [< μτγν. προδιατίθημι, γαλλ. prédisposer] | |
| 42463 | προδιαφήμιση | προ-δι-α-φή-μι-ση ουσ. (θηλ.): διαφήμιση που επιδιώκει να προκαλέσει το ενδιαφέρον για ένα προϊόν το οποίο θα κυκλοφορήσει μελλοντικά. | |
| 42464 | προδιδακτορικός | , ή, ό προ-δι-δα-κτο-ρι-κός επίθ.: μεταπτυχιακός: ~ό: πρόγραμμα σπουδών. ~ά: μαθήματα. [< αγγλ. predoctoral, 1937] | |
| 42465 | προδίδω | προ-δί-δω ρ. (μτβ.) {πρόδω-σα, προδώ-σω, προδό-θηκε, -θεί, -μένος, προδίδ-οντας} & (προφ.) προδίνω 1. δεν τηρώ ηθική υποχρέωση ή δέσμευση, δεν μένω συνεπής σε κάτι, διαψεύδω τις προσδοκίες κάποιου· ειδικότ. καταδίδω ή εγκαταλείπω κάποιον στον οποίο όφειλα πίστη: ~σε την αγάπη/τις αξίες/τον εαυτό/τον έρωτά/τη θρησκεία/τις ιδέες/τα όνειρά/το όραμά/τον όρκο/τη φιλία του. ~ τα αισθήματα/τις ελπίδες/την εμπιστοσύνη κάποιου. ~ουν τις υποσχέσεις τους για σεβασμό του περιβάλλοντος. ~σε τον άνδρα της/τη γυναίκα του (πβ. απατώ, απιστώ). Αρνήθηκαν να ~σουν τα ιδανικά/πιστεύω τους (πβ. απεμπολώ, ξεπουλώ). ~ τους συμμάχους/συντρόφους στον εχθρό. ~σε την πατρίδα/τον τόπο/τη χώρα της. ~θηκε από τους συνεργάτες του. Τους ~σαν στις Αρχές (πβ. καρφώνω, μαρτυρώ). Πρόδιδαν απόρρητα στοιχεία. Αισθάνομαι/νιώθω ~μένος. Πβ. πουλώ.|| (μτφ.) Τον ~σε η μνήμη του (: δεν μπορούσε να θυμηθεί). Οι δυνάμεις/τα πόδια του τον είχαν ~σει (: δεν μπορούσε να μετακινηθεί). Η μετάφραση του βιβλίου δεν ~ει το πρωτότυπο. 2. αποκαλύπτω κάτι που έπρεπε να μείνει κρυφό· γενικότ. δηλώνω, φανερώνω: ~ κινήσεις/μυστικά/σχέδια. Σε ~σε το ίδιο σου το βλέμμα. Τον ~σε η αμηχανία και η έκπληξή του. ~θηκε από την προφορά του.|| Οι επιλογές/πράξεις μας ~ουν τον χαρακτήρα μας. Τα χαμόγελα πρόδιδαν την ικανοποίησή τους. ● ΦΡ.: τον/την πρόδωσε η καρδιά του/της βλ. καρδιά [< αρχ. προδίδωμι, γαλλ. trahir] | |
| 42466 | προδικάζω | προ-δι-κά-ζω ρ. (μτβ.) {προδίκα-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, προδικασμένος (λόγ.) προδεδικασμένος, προδικάζ-οντας}: εκφέρω γνώμη για ένα θέμα με άγνωστη ή αβέβαιη έκβαση, καθορίζω εκ των προτέρων, προεξοφλώ: ~ το αποτέλεσμα (των εκλογών)/το μέλλον/την πορεία (των γεγονότων). Η κατάσταση στην οικονομία ~ει αρνητικές εξελίξεις. Υπάρχει προδεδικασμένο. [< μτγν. προδικάζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ