| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42467 | προδικασία | προ-δι-κα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. το σύνολο των διαδικασιών που διενεργούνται από τις δικαστικές Αρχές (ανακρίσεις, συλλογή αποδεικτικών στοιχείων) πριν από την τελική εκδίκαση μιας υπόθεσης: ποινική ~. Ακυρότητα/τήρηση της ~ας. Η ~ ολοκληρώθηκε με την έκδοση απαλλακτικού/παραπεμπτικού βουλεύματος. [< αρχ. προδικασία, γερμ. Vorverfahren] | |
| 42468 | προδικαστικός | , ή, ό προ-δι-κα-στι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με την προδικασία: ~ός: έλεγχος. ~ή: απόφαση/διαδικασία/παραπομπή/προσφυγή. ~ό: ερώτημα/στάδιο. Βλ. ΑΕΠΠ. ● επίρρ.: προδικαστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. préjudiciel] | |
| 42469 | προδικτατορικός | , ή, ό προ-δι-κτα-το-ρι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που αναφέρεται στην περίοδο πριν από μια δικτατορία (κυρ., για την Ελλάδα, τη δικτατορία των Συνταγματαρχών): ~ή: εποχή/κυβέρνηση. ΑΝΤ. μεταδικτατορικός | |
| 8786 | Προδινω | [βαστῶ] βα-στώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {βαστ-άς ..., -ούν (σπανιότ.) -άνε | βάστ-αγε, βάστ-αξα κ. -ηξα, -ιέμαι, -ώντας} & βαστάω (προφ.) 1. & (λαϊκό) βαστάζω: κρατώ, πιάνω, σηκώνω: Βάστα με από το χέρι και μη με αφήνεις! Βάστα λίγο την τσάντα. ~αγε το μωρό στην αγκαλιά. Δεν μπορώ να ~ήξω τόσο βάρος. 2. συγκρατώ, περιορίζω: Δεν μπορούσα να ~άξω τα δάκρυά/τον θυμό μου. Βάστα τα νεύρα σου. Βαστάτε με, θα τον δείρω. Με το ζόρι ~ιέμαι να μην γελάσω. Δεν ~ιέμαι άλλο από την ανυπομονησία (= δεν κρατιέμαι)! 3. αντέχω, υπομένω: Δεν ~ άλλο τέτοια ταπείνωση (: δεν την ανέχομαι). Βάστα γερά (: μην το βάζεις κάτω, κάνε κουράγιο)! Θα αγωνίζομαι όσο ~ά η ψυχή μου.|| ~ούν τα κότσια σου (= έχεις το θάρρος); 4. κατάγομαι, προέρχομαι από: ~άει από καλή οικογένεια/πλούσιο σπίτι. 5. φροντίζω, διαχειρίζομαι, έχω την ευθύνη: Ποιος σου ~άει το μαγαζί/τα παιδιά (= προσέχει) όσο λείπεις; ~άει μόνη της ολόκληρη επιχείρηση. 6. (για χρήματα) έχω στο πορτοφόλι ή την τσέπη μου: ~άς καθόλου λεφτά/ψιλά πάνω σου; 7. τηρώ: ~ το λόγο/τις υποσχέσεις μου. ● βαστά & βαστάει 1. διαρκεί: ~ πολύ καιρό η κακοκαιρία. Πόση ώρα ~ η ταινία; Το γλέντι ~αξε μέχρι το πρωί.|| Τα νεύρα του δεν ~ούν για πολύ (: του περνούν γρήγορα). 2. είναι ανθεκτικός, αντέχει: Τα καλά υλικά/υφάσματα ~άνε χρόνια. Δεν θα ~ήξει για πολύ ακόμα η οροφή (: θα πέσει)! 3. στηρίζει: Οι κολόνες ~άνε/~ούν το σπίτι. (ΣΥΝ. υποβαστάζουν). Το ράφι δεν ~άει όλα τα βιβλία. Το κλαδί δεν θα σε ~ήξει, θα πέσεις κάτω., βάστα!: στάσου, κάτσε: ~ (= όπα)! Πολλή φόρα πήρες! ● ΦΡ.: (αν) σου βαστά(ει): (αν) τολμάς, (αν) έχεις το θάρρος: Σου ~ να τον αντιμετωπίσεις στα ίσια; (απειλητ.) Έλα να λογαριαστούμε/κόπιασε αν σου βαστά (= αν κοτάς)., βαστιέται/κρατιέται καλά (προφ.): βρίσκεται σε καλή σωματική ή οικονομική κατάσταση: ~ ~ παρά την ηλικία του., δεν το βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) μου/δεν μου βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή): δεν έχω το ψυχικό σθένος, δεν αντέχω: ~ ~ να σε βλέπω λυπημένη. Πώς το ~αξε η καρδιά σου να την στενοχωρήσεις;|| Σου ~ (η καρδιά) να τους προδώσεις; ΣΥΝ. δεν μου πάει (η καρδιά) να ..., το βαστάω (σε κάποιον): δεν ξεχνώ το κακό που μου έκανε και περιμένω να του το ανταποδώσω. ΣΥΝ. κρατάω (κάτι) γινάτι, κρατώ κακία σε κάποιον, το κρατάω/φυλάω (μανιάτικο), (δεν) με κρατούν/βαστούν τα πόδια μου βλ. πόδι, από πού κρατά(ει)/βαστά(ει) η σκούφια του; βλ. σκούφια, κρατώ την αναπνοή μου βλ. αναπνοή, κρατώ/παίρνω τα γκέμια βλ. γκέμια, τρεχάτε/βαστάτε ποδαράκια μου (να μη σας χέσει ο κώλος μου) βλ. πόδι [< μεσν. βαστώ] | |
| 42470 | προδίνω | βλ. προδίδω | |
| 42471 | πρόδομος | πρό-δο-μος ουσ. (αρσ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. το μπροστινό τμήμα αρχαιοελληνικού ναού, πρόναος. Βλ. οπισθόδομος. 2. ΑΝΑΤ. χώρος μπροστά από κοιλότητα στο σώμα: ~ κόλπου. [< μτγν. πρόδομος] | |
| 42472 | προδόρπιο | προ-δόρ-πι-ο ουσ. (ουδ.) (σπάν.-αρχαιοπρ.): ορεκτικό που τρώγεται πριν από το δείπνο. Βλ. επιδόρπιο. [< αρχ. προδόρπια (τά)] | |
| 42473 | προδοσία | προ-δο-σί-α ουσ. (θηλ.): παράβαση αρχών ή/και ηθικών δεσμεύσεων, διάψευση προσδοκιών, αθέτηση υποσχέσεων· ειδικότ. κατάδοση προσώπου ή αποκάλυψη μυστικού στον εχθρό και πρόκληση βλάβης (σε κάποιον ή κάτι): εθνική/ερωτική (πβ. απιστία)/ιστορική/πολιτική ~. ~ των ιδανικών/της πίστης. ~ της επανάστασης/του λαού/της χώρας. ~ των συμφερόντων κάποιου. ~ του κινήματος/του σχεδίου. Διαπράττω ~. Κατηγορείται για ~ κατά της πατρίδας. Αντιλήφθηκαν την ~ των συμμάχων/φίλων τους. (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ του Ιούδα. Βλ. -δοσία. ● ΣΥΜΠΛ.: εσχάτη προδοσία: ΝΟΜ. αξιόποινη πράξη κατά της εθνικής ασφάλειας ή κατά του πολιτεύματος και της ζωής φορέα πολιτειακού αξιώματος: έγκλημα/ένοχος ~ης ~ας. Καταδικάστηκε για/επί ~ ~. Αντιμετωπίζει την κατηγορία της ~ης ~ας. ΣΥΝ. έγκλημα καθοσιώσεως (2) [< γαλλ. haute trahison] , τριάκοντα αργύρια βλ. αργύριο [< αρχ. προδοσία] | |
| 42474 | προδότης | προ-δό-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. προδότρια (λαϊκό) προδότρα}: αυτός που διαπράττει προδοσία: ~ της ιδεολογίας/της πατρίδας. Πβ. δωσίλογος, κουίσλινγκ. [< αρχ. προδότης, μεσν. προδότρια] | |
| 42475 | προδοτικός | , ή, ό προ-δο-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την προδοσία ή τον προδότη: ~ός: ρόλος. ~ή: δράση/πολιτική/στάση/συμπεριφορά/συμφωνία. ~ές: ενέργειες/θέσεις. ● επίρρ.: προδοτικά [< μτγν. προδοτικός] | |
| 42476 | προδρομικός | , ή, ό προ-δρο-μι-κός επίθ. 1. που προηγείται, προετοιμάζει το έδαφος για κάτι άλλο· πρώιμος: ~ή: μορφή ενός κινήματος/περίοδος ασθένειας. ~ό: έργο/στάδιο. 2. ΦΙΛΟΛ. πτωχοπροδρομικός: ~ά: ποιήματα. ● ΣΥΜΠΛ.: προδρομικός πλακούντας βλ. πλακούντας [< 1: μεσν. προδρομικός, γαλλ. précurseur, prodromique] | |
| 42477 | πρόδρομος | πρό-δρο-μος ουσ. (αρσ.): (+ γεν.) οτιδήποτε αποτελεί το προηγούμενο στάδιο από κάτι, συνήθ. σημαντικότερο, ή προετοιμάζει, προαναγγέλλει την εμφάνισή του· άτομο που με τη ζωή ή το έργο του προετοιμάζει το έδαφος για τη δράση κάποιου άλλου ή τη δημιουργία νέων καταστάσεων: ~ αλλαγών/γεγονότων/εξελίξεων. Πβ. προάγγελος, προανάκρουσμα.|| ~οι του Διαφωτισμού. [< μτγν. πρόδρομος, γαλλ.-αγγλ. prodrome] | |
| 42478 | πρόδρομος | , η, ο πρό-δρο-μος επίθ.: που αποτελεί το προηγούμενο στάδιο από κάτι συνήθ. σημαντικότερο, το προετοιμάζει ή το προαναγγέλλει: ~ος: δείκτης (πληθωρισμού). ~η: ανακοίνωση/μελέτη/μορφή/φάση. ~ο: φαινόμενο (σεισμού). ~ες: εργασίες (ενός έργου).|| (ΧΗΜ.) ~η: ένωση. (ΒΙΟΧ.) ~ες: ουσίες ναρκωτικών. (ΙΑΤΡ.) ~α: συμπτώματα (μιας νόσου). [< αρχ. πρόδρομος, αγγλ. prodromal] | |
| 42479 | προέβη | βλ. προβαίνω | |
| 42480 | προεγγραφή | προ-εγ-γρα-φή ουσ. (θηλ.): η εκ των προτέρων, προσωρινή εγγραφή κάποιου: ~ μελών (ομάδας, συλλόγου, σωματείου)/μετόχων. Αίτηση/δικαίωμα ~ής. ~ές για την αγορά τίτλων/τη νέα σχολική χρονιά. Η ~ για τη συμμετοχή στο σεμινάριο είναι απαραίτητη. | |
| 42481 | προεγγράφω | προ-εγ-γρά-φω ρ. (μτβ.) {κυρ. μεσοπαθ.}: κάνω προεγγραφή: Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ~ούν μέχρι τέλος του μήνα. [< μτγν. προεγγράφομαι] | |
| 42482 | προεγκαίνια | προ-ε-γκαί-νι-α ουσ. (ουδ.) (τα): εγκαίνια που προηγούνται των επίσημων εγκαινίων. | |
| 42483 | προεγκρίνω | προ-ε-γκρί-νω ρ. (μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. προενέκρι-να, προεγκρί-θηκε (λόγ. προενεκρίθη, μτχ. προεγκρι-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, προεγκεκριμένος} (επίσ.): εγκρίνω προκαταρκτικά, εκ των προτέρων: ~θηκε το δάνειο. Με απόφαση του Υπουργού, ~θηκε η δημοπράτηση του έργου. | |
| 42484 | προέγκριση | προ-έ-γκρι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): προκαταρκτική έγκριση: ~ άδειας/αμοιβής/δανείου/δημοπράτησης (έργου)/ίδρυσης (καταστήματος)/χωροθέτησης. | |
| 42485 | προεγχειρητικός | , ή, ό προ-εγ-χει-ρη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που γίνεται πριν από μια εγχείρηση: ~ός: έλεγχος. ~ή: αγωγή/εκτίμηση/προετοιμασία. ~ές: εξετάσεις. ΑΝΤ. μετεγχειρητικός ● επίρρ.: προεγχειρητικά [< γαλλ. préopératoire] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ