Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [43020-43040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42456προδημοτικός, ή, ό προ-δη-μο-τι-κός επίθ.: (στην Κύπρο) προσχολικός: ~ή: εκπαίδευση (= νηπιαγωγείο).
42457προδιαγεγραμμένοςβλ. προδιαγράφω
42458προδιαγραφέςπρο-δι-α-γρα-φές ουσ. (θηλ.) (οι): σύνολο προκαθορισμένων χαρακτηριστικών που οφείλει να έχει ένα προϊόν, έργο, ώστε να ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις παραγωγής του: απαιτητικές/αυστηρές/γενικές/διεθνείς/ειδικές/επίσημες/ευρωπαϊκές/κτιριακές/λειτουργικές ~. Τεχνικές ~ μελετών. ~ές που ίσχυσαν/χρησιμοποιήθηκαν. Όχημα που ακολουθεί/πληροί/τηρεί τις ~. Η ηλεκτρονική συσκευή ανταποκρίνεται σε μοντέρνες/σύγχρονες ~. Πισίνα ολυμπιακών ~ών (: με ολυμπιακές διαστάσεις). ΣΥΝ. στάνταρντς ● ΦΡ.: υψηλών προδιαγραφών: που ανταποκρίνεται σε υψηλό επίπεδο απαιτήσεων: εκπαίδευση/κατοικίες/μηχανήματα/υπηρεσίες ~ ~. [< αγγλ. of high standards] [< μεσν. προδιαγραφή 'εκ των προτέρων περιγραφή΄, γαλλ. prescriptions]
42459προδιαγράφωπρο-δι-α-γρά-φω ρ. (μτβ.) {προδιέγρα-ψα, προδιαγρά-ψει, προδιαγρά-φ(τ)ηκε, προδιαγεγρα-μμένος, προδιαγράφ-οντας} (λόγ.) 1. καθορίζω, σχεδιάζω, υποδεικνύω κάτι από πριν: ~ τις απαιτήσεις/τις αρχές/τη διαδικασία/τις λειτουργίες ενός έργου. ~ψε τους βασικούς άξονες/το πλαίσιο/τους στόχους της πολιτικής. Τεχνικές μελέτες ~ουν τον εξοπλισμό της εγκατάστασης. Οι κανόνες/τα κριτήρια ~ονται από τα διεθνή πρότυπα. ~μμένος: ρόλος/χαρακτήρας. ~μμένη: πορεία. ~μμένο: αποτέλεσμα/σχέδιο. Πβ. προκαθορίζω. 2. καθιστώ κάτι φανερό εκ των προτέρων: Οι δημοσκοπήσεις ~ουν θρίαμβο του κόμματος στις εκλογές. Επιτυχής ~εται η διεθνής σύσκεψη για ... Η έκβαση του αγώνα/η νίκη ~φηκε από νωρίς. Είναι δύσκολο να ~φεί η πορεία του προϊόντος στην αγορά. Το μέλλον ~εται αβέβαιο/δυσοίωνο/ευοίωνο/ζοφερό/λαμπρό (πβ. διαγράφεται, διαφαίνεται, προαλείφεται, προοιωνίζεται). ~μμένη: εξέλιξη/πορεία. [< μτγν. προδιαγράφω, γαλλ. prescrire]
42460προδιάθεσηπρο-δι-ά-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. η τάση του οργανισμού για εμφάνιση ασθένειας: αλλεργική/κληρονομική/φυσική ~. Γενετική ~ στον/για καρκίνο του προστάτη. ΣΥΝ. διάθεση (5) 2. η ψυχική διάθεση που έχει κάποιος εκ των προτέρων: αρνητική/ευχάριστη/θετική ~ της κοινής γνώμης για ... 3. κλίση, ικανότητα, συνήθ. έμφυτη: καλλιτεχνική ~.|| Εγκληματική ~. [< μτγν. προδιάθεσις, γαλλ. prédisposition]
42461προδιαθεσικός, ή, ό προ-δι-α-θε-σι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την προδιάθεση για την ανάπτυξη νόσου: ~ός: παράγοντας (για καρκίνο). ~ά: αίτια/γονίδια. [< αγγλ. predisposing]
42462προδιαθέτωπρο-δι-α-θέ-τω ρ. (μτβ.) {προδιέθε-σα, προδια-τέθηκε, -τεθειμένος, προδιαθέτ-οντας} (λόγ.): διαμορφώνω από πριν μια ορισμένη συναισθηματική στάση απέναντι σε κάποιον ή κάτι: ~ δυσάρεστα/ευχάριστα/θετικά το κοινό. Ένα χαμόγελο ~ει τους άλλους υπέρ σας. Βιβλίο που ~ει τον αναγνώστη να σκεφτεί ότι ... Ευνοϊκά ~τεθειμένος προς ... Πβ. προετοιμάζω, προϊδεάζω, προκαταλαμβάνω.προδιαθέτει: ΙΑΤΡ. δημιουργεί προδιάθεση για εμφάνιση ασθένειας: Παράγοντες που ~ουν για/σε καρδιακά νοσήματα. Εκδήλωση παχυσαρκίας σε γενετικά ~τεθειμένα άτομα. [< μτγν. προδιατίθημι, γαλλ. prédisposer]
42463προδιαφήμισηπρο-δι-α-φή-μι-ση ουσ. (θηλ.): διαφήμιση που επιδιώκει να προκαλέσει το ενδιαφέρον για ένα προϊόν το οποίο θα κυκλοφορήσει μελλοντικά.
42464προδιδακτορικός, ή, ό προ-δι-δα-κτο-ρι-κός επίθ.: μεταπτυχιακός: ~ό: πρόγραμμα σπουδών. ~ά: μαθήματα. [< αγγλ. predoctoral, 1937]
42465προδίδωπρο-δί-δω ρ. (μτβ.) {πρόδω-σα, προδώ-σω, προδό-θηκε, -θεί, -μένος, προδίδ-οντας} & (προφ.) προδίνω 1. δεν τηρώ ηθική υποχρέωση ή δέσμευση, δεν μένω συνεπής σε κάτι, διαψεύδω τις προσδοκίες κάποιου· ειδικότ. καταδίδω ή εγκαταλείπω κάποιον στον οποίο όφειλα πίστη: ~σε την αγάπη/τις αξίες/τον εαυτό/τον έρωτά/τη θρησκεία/τις ιδέες/τα όνειρά/το όραμά/τον όρκο/τη φιλία του. ~ τα αισθήματα/τις ελπίδες/την εμπιστοσύνη κάποιου. ~ουν τις υποσχέσεις τους για σεβασμό του περιβάλλοντος. ~σε τον άνδρα της/τη γυναίκα του (πβ. απατώ, απιστώ). Αρνήθηκαν να ~σουν τα ιδανικά/πιστεύω τους (πβ. απεμπολώ, ξεπουλώ). ~ τους συμμάχους/συντρόφους στον εχθρό. ~σε την πατρίδα/τον τόπο/τη χώρα της. ~θηκε από τους συνεργάτες του. Τους ~σαν στις Αρχές (πβ. καρφώνω, μαρτυρώ). Πρόδιδαν απόρρητα στοιχεία. Αισθάνομαι/νιώθω ~μένος. Πβ. πουλώ.|| (μτφ.) Τον ~σε η μνήμη του (: δεν μπορούσε να θυμηθεί). Οι δυνάμεις/τα πόδια του τον είχαν ~σει (: δεν μπορούσε να μετακινηθεί). Η μετάφραση του βιβλίου δεν ~ει το πρωτότυπο. 2. αποκαλύπτω κάτι που έπρεπε να μείνει κρυφό· γενικότ. δηλώνω, φανερώνω: ~ κινήσεις/μυστικά/σχέδια. Σε ~σε το ίδιο σου το βλέμμα. Τον ~σε η αμηχανία και η έκπληξή του. ~θηκε από την προφορά του.|| Οι επιλογές/πράξεις μας ~ουν τον χαρακτήρα μας. Τα χαμόγελα πρόδιδαν την ικανοποίησή τους. ● ΦΡ.: τον/την πρόδωσε η καρδιά του/της βλ. καρδιά [< αρχ. προδίδωμι, γαλλ. trahir]
42466προδικάζωπρο-δι-κά-ζω ρ. (μτβ.) {προδίκα-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, προδικασμένος (λόγ.) προδεδικασμένος, προδικάζ-οντας}: εκφέρω γνώμη για ένα θέμα με άγνωστη ή αβέβαιη έκβαση, καθορίζω εκ των προτέρων, προεξοφλώ: ~ το αποτέλεσμα (των εκλογών)/το μέλλον/την πορεία (των γεγονότων). Η κατάσταση στην οικονομία ~ει αρνητικές εξελίξεις. Υπάρχει προδεδικασμένο. [< μτγν. προδικάζω]
42467προδικασίαπρο-δι-κα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. το σύνολο των διαδικασιών που διενεργούνται από τις δικαστικές Αρχές (ανακρίσεις, συλλογή αποδεικτικών στοιχείων) πριν από την τελική εκδίκαση μιας υπόθεσης: ποινική ~. Ακυρότητα/τήρηση της ~ας. Η ~ ολοκληρώθηκε με την έκδοση απαλλακτικού/παραπεμπτικού βουλεύματος. [< αρχ. προδικασία, γερμ. Vorverfahren]
42468προδικαστικός, ή, ό προ-δι-κα-στι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με την προδικασία: ~ός: έλεγχος. ~ή: απόφαση/διαδικασία/παραπομπή/προσφυγή. ~ό: ερώτημα/στάδιο. Βλ. ΑΕΠΠ. ● επίρρ.: προδικαστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. préjudiciel]
42469προδικτατορικός, ή, ό προ-δι-κτα-το-ρι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που αναφέρεται στην περίοδο πριν από μια δικτατορία (κυρ., για την Ελλάδα, τη δικτατορία των Συνταγματαρχών): ~ή: εποχή/κυβέρνηση. ΑΝΤ. μεταδικτατορικός
8786Προδινω

[βαστῶ] βα-στώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {βαστ-άς ..., -ούν (σπανιότ.) -άνε | βάστ-αγε, βάστ-αξα κ. -ηξα, -ιέμαι, -ώντας} & βαστάω (προφ.) 1. & (λαϊκό) βαστάζω: κρατώ, πιάνω, σηκώνω: Βάστα με από το χέρι και μη με αφήνεις! Βάστα λίγο την τσάντα. ~αγε το μωρό στην αγκαλιά. Δεν μπορώ να ~ήξω τόσο βάρος. 2. συγκρατώ, περιορίζω: Δεν μπορούσα να ~άξω τα δάκρυά/τον θυμό μου. Βάστα τα νεύρα σου. Βαστάτε με, θα τον δείρω. Με το ζόρι ~ιέμαι να μην γελάσω. Δεν ~ιέμαι άλλο από την ανυπομονησία (= δεν κρατιέμαι)! 3. αντέχω, υπομένω: Δεν ~ άλλο τέτοια ταπείνωση (: δεν την ανέχομαι). Βάστα γερά (: μην το βάζεις κάτω, κάνε κουράγιο)! Θα αγωνίζομαι όσο ~ά η ψυχή μου.|| ~ούν τα κότσια σου (= έχεις το θάρρος); 4. κατάγομαι, προέρχομαι από: ~άει από καλή οικογένεια/πλούσιο σπίτι. 5. φροντίζω, διαχειρίζομαι, έχω την ευθύνη: Ποιος σου ~άει το μαγαζί/τα παιδιά (= προσέχει) όσο λείπεις; ~άει μόνη της ολόκληρη επιχείρηση. 6. (για χρήματα) έχω στο πορτοφόλι ή την τσέπη μου: ~άς καθόλου λεφτά/ψιλά πάνω σου; 7. τηρώ: ~ το λόγο/τις υποσχέσεις μου.βαστά & βαστάει 1. διαρκεί: ~ πολύ καιρό η κακοκαιρία. Πόση ώρα ~ η ταινία; Το γλέντι ~αξε μέχρι το πρωί.|| Τα νεύρα του δεν ~ούν για πολύ (: του περνούν γρήγορα). 2. είναι ανθεκτικός, αντέχει: Τα καλά υλικά/υφάσματα ~άνε χρόνια. Δεν θα ~ήξει για πολύ ακόμα η οροφή (: θα πέσει)! 3. στηρίζει: Οι κολόνες ~άνε/~ούν το σπίτι. (ΣΥΝ. υποβαστάζουν). Το ράφι δεν ~άει όλα τα βιβλία. Το κλαδί δεν θα σε ~ήξει, θα πέσεις κάτω., βάστα!: στάσου, κάτσε: ~ (= όπα)! Πολλή φόρα πήρες! ● ΦΡ.: (αν) σου βαστά(ει): (αν) τολμάς, (αν) έχεις το θάρρος: Σου ~ να τον αντιμετωπίσεις στα ίσια; (απειλητ.) Έλα να λογαριαστούμε/κόπιασε αν σου βαστά (= αν κοτάς)., βαστιέται/κρατιέται καλά (προφ.): βρίσκεται σε καλή σωματική ή οικονομική κατάσταση: ~ ~ παρά την ηλικία του., δεν το βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) μου/δεν μου βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή): δεν έχω το ψυχικό σθένος, δεν αντέχω: ~ ~ να σε βλέπω λυπημένη. Πώς το ~αξε η καρδιά σου να την στενοχωρήσεις;|| Σου ~ (η καρδιά) να τους προδώσεις; ΣΥΝ. δεν μου πάει (η καρδιά) να ..., το βαστάω (σε κάποιον): δεν ξεχνώ το κακό που μου έκανε και περιμένω να του το ανταποδώσω. ΣΥΝ. κρατάω (κάτι) γινάτι, κρατώ κακία σε κάποιον, το κρατάω/φυλάω (μανιάτικο), (δεν) με κρατούν/βαστούν τα πόδια μου βλ. πόδι, από πού κρατά(ει)/βαστά(ει) η σκούφια του; βλ. σκούφια, κρατώ την αναπνοή μου βλ. αναπνοή, κρατώ/παίρνω τα γκέμια βλ. γκέμια, τρεχάτε/βαστάτε ποδαράκια μου (να μη σας χέσει ο κώλος μου) βλ. πόδι [< μεσν. βαστώ]

42470προδίνωβλ. προδίδω
42471πρόδομοςπρό-δο-μος ουσ. (αρσ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. το μπροστινό τμήμα αρχαιοελληνικού ναού, πρόναος. Βλ. οπισθόδομος. 2. ΑΝΑΤ. χώρος μπροστά από κοιλότητα στο σώμα: ~ κόλπου. [< μτγν. πρόδομος]
42472προδόρπιοπρο-δόρ-πι-ο ουσ. (ουδ.) (σπάν.-αρχαιοπρ.): ορεκτικό που τρώγεται πριν από το δείπνο. Βλ. επιδόρπιο. [< αρχ. προδόρπια (τά)]
42473προδοσίαπρο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.): παράβαση αρχών ή/και ηθικών δεσμεύσεων, διάψευση προσδοκιών, αθέτηση υποσχέσεων· ειδικότ. κατάδοση προσώπου ή αποκάλυψη μυστικού στον εχθρό και πρόκληση βλάβης (σε κάποιον ή κάτι): εθνική/ερωτική (πβ. απιστία)/ιστορική/πολιτική ~. ~ των ιδανικών/της πίστης. ~ της επανάστασης/του λαού/της χώρας. ~ των συμφερόντων κάποιου. ~ του κινήματος/του σχεδίου. Διαπράττω ~. Κατηγορείται για ~ κατά της πατρίδας. Αντιλήφθηκαν την ~ των συμμάχων/φίλων τους. (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ του Ιούδα. Βλ. -δοσία. ● ΣΥΜΠΛ.: εσχάτη προδοσία: ΝΟΜ. αξιόποινη πράξη κατά της εθνικής ασφάλειας ή κατά του πολιτεύματος και της ζωής φορέα πολιτειακού αξιώματος: έγκλημα/ένοχος ~ης ~ας. Καταδικάστηκε για/επί ~ ~. Αντιμετωπίζει την κατηγορία της ~ης ~ας. ΣΥΝ. έγκλημα καθοσιώσεως (2) [< γαλλ. haute trahison] , τριάκοντα αργύρια βλ. αργύριο [< αρχ. προδοσία]
42474προδότηςπρο-δό-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. προδότρια (λαϊκό) προδότρα}: αυτός που διαπράττει προδοσία: ~ της ιδεολογίας/της πατρίδας. Πβ. δωσίλογος, κουίσλινγκ. [< αρχ. προδότης, μεσν. προδότρια]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.