| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42486 | προεδρείο | [προεδρεῖο] προ-ε-δρεί-ο ουσ. (ουδ.): το σύνολο των προσώπων που προεδρεύουν, που προΐστανται σε συνεδρίαση, συνέλευση, συζήτηση ή σε έναν οργανισμό· συνεκδ. ο χώρος, οι θέσεις όπου κάθονται αυτά τα πρόσωπα: ~ Βουλής/(ευρωπαϊκού) Κοινοβουλίου. ~ ένωσης/επιμελητηρίου/επιτροπής/εταιρείας/ομάδας/συμβουλίου/σωματείου/(σχολικής) τάξης. | |
| 42487 | προεδρεύω | προ-ε-δρεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προήδρευ-σε κ. προέδρευ-σε, προεδρεύ-σει, μτχ. ενεστ. προεδρεύ-ων, -ουσα, -ον, προεδρευόμενος} (επίσ.): είμαι πρόεδρος, ασκώ καθήκοντα προέδρου: ~ει της επιτροπής/στην επιτροπή ... Στις εργασίες του συνεδρίου θα ~σουν οι ... Ο πρωθυπουργός ~σε σύσκεψης για την οικονομία. ~ουσα χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.|| (ως ουσ.) Ο ~ων της Βουλής/της Συνέλευσης (βλ. συντονιστής). Βλ. συμ~. ● ΣΥΜΠΛ.: προεδρευόμενη/προεδρευομένη δημοκρατία βλ. δημοκρατία [< αρχ. προεδρεύω] | |
| 42488 | προεδρία | προ-ε-δρί-α ουσ. (θηλ.): το αξίωμα, η θέση, η θητεία, τα καθήκοντα του προέδρου: ~ της Βουλής/της επιτροπής/της επιχείρησης/του κόμματος/του ομίλου/της ομοσπονδίας/του οργανισμού/της οργάνωσης/του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης/του σωματείου/της τράπεζας. Εκ περιτροπής/εναλλασσόμενη ~. Από κοινού ~ (= συμ~). Ανάληψη/τα ηνία/λήξη της ~ας. Διεκδικώ/(κατ)έχω την ~. Αναδεικνύομαι/διαδέχομαι κάποιον/εκλέγομαι στην ~. Παραιτούμαι από την ~. Υποψήφιος για την ~. Επί της ~ας του ... Συνεδρίαση υπό την ~ του υφυπουργού. Πβ. προεδριλίκι.|| (συνεκδ., ο πρόεδρος) Διαδοχικές/προηγούμενες ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: Προεδρία της Δημοκρατίας: ΠΟΛΙΤ. το ύπατο αξίωμα σε κράτος με δημοκρατικό πολίτευμα, οι υπηρεσίες που το στηρίζουν και το μέγαρο στο οποίο στεγάζεται. [< αρχ. προεδρία ‘πρώτη θέση, εξουσία’, αξίωμα’, γαλλ. présidence] | |
| 42489 | προεδρικός | , ή, ό προ-ε-δρι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε πρόεδρο ή ειδικότ. στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας: ~ός: απεσταλμένος/επίτροπος/θώκος/λόγος/σύμβουλος/υποψήφιος. ~ή: δήλωση/επίσκεψη/θητεία/καρέκλα/κατοικία/σουίτα (ξενοδοχείου). ~ό: αξίωμα. ~ές: εκλογές.|| ~ή: φρουρά. ~ό: διάγγελμα/μέγαρο. ● Ουσ.: προεδρικός (ο): υποστηρικτής προέδρου, άτομο που πρόσκειται σε αυτόν: Οι ~οί του κόμματος/της παράταξης. ● ΣΥΜΠΛ.: προεδρική δημοκρατία βλ. δημοκρατία, Προεδρικό Διάταγμα βλ. διάταγμα [< αρχ. προεδρικός, γαλλ. présidentiel] | |
| 42490 | προεδριλίκι | προ-ε-δρι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): το αξίωμα του προέδρου. Πβ. προεδρία. Βλ. -ιλίκι. | |
| 42491 | προεδρολογία | προ-ε-δρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): συνεχείς συζητήσεις για τη διαδοχή στη θέση του προέδρου. Βλ. -λογία. | |
| 42492 | πρόεδρος | πρό-ε-δρος ουσ. (αρσ.) {προέδρ-ου | (προφ.) θηλ. προεδρίνα}: το αιρετό ή διορισμένο πρόσωπο που είναι επικεφαλής, έχει τη διεύθυνση ή ασκεί τη διοίκηση σε οργανωμένο σύνολο ανθρώπων ή σε συγκροτημένο σώμα: αναπληρωτής/απερχόμενος/γενικός/εκτελεστικός/επίτιμος/ισόβιος/προσωρινός/πρώην/υποψήφιος ~. Αρμοδιότητες/δηλώσεις/διορισμός/θητεία/καθήκοντα/μήνυμα/ομιλία/περιοδεία/προσφώνηση/συνέντευξη τύπου/χαιρετισμός ~ου. ~ της Ακαδημίας/αντιπροσωπείας/του Αρείου Πάγου/της Βουλής/Γενικής Συνέλευσης/του δικαστηρίου/της ένωσης/του επιμελητηρίου/της επιτροπής/εταιρείας/του ιδρύματος/του κόμματος/της (συν)ομοσπονδίας/του οργανισμού/του συλλόγου/του συμβουλίου/συνδικάτου/συνεδρίου/συνεταιρισμού/της Σχολής/του σωματείου/της τράπεζας/του φεστιβάλ. ~ Εφετών/Πρωτοδικών. Βγαίνω/διατελώ/(επαν)εκλέγομαι/ορκίζομαι ~. Παραιτήθηκε ο ~. Από τη θέση του ~ου ... Διατελέσαντες ~οι. Διάσκεψη/ολομέλεια/σύσκεψη των ~ων (της Βουλής). Βλ. συμ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Πρόεδρος (της Δημοκρατίας), ακρ. ΠΔ, ΠτΔ.: ο αρχηγός κράτους που έχει δημοκρατικό πολίτευμα: ο ~ της Ελληνικής Δημοκρατίας/της Κύπρου/των Η.Π.Α. Ο ~ ~ εκλέγεται από τη Βουλή. Πβ. ο ανώτατος πολιτειακός παράγοντας. Βλ. προεδρευόμενη/προεδρευομένη δημοκρατία., Πρόεδρος της Κυβέρνησης/Κυβερνήσεως/του Υπουργικού Συμβουλίου: πρωθυπουργός. [< αρχ. πρόεδρος, γαλλ. président] | |
| 42493 | προείδε | βλ. προβλέπω | |
| 42494 | προειδοποίηση | προ-ει-δο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): εκ των προτέρων πληροφόρηση, ειδοποίηση κάποιου για κάτι συνήθ. δυσάρεστο, ώστε να αναλάβει δράση· συνεκδ. το αντίστοιχο κείμενο: άμεση/αυστηρή/γραπτή/έμμεση/ηχητική/προφορική/σκληρή/τελευταία ~. ~ απόλυσης. Συνεχείς ~ήσεις. ~ για κίνδυνο (πυρκαγιών). ~ήσεις για το/σχετικά με το μέλλον … Οι τιμές ενδέχεται να αλλάξουν χωρίς ~. Σύστημα (έγκαιρης) ~ης (για φυσικές καταστροφές).|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ ασφαλείας για σπαμ μηνύματα. [< γαλλ. avertissement, αγγλ. warning] | |
| 42495 | προειδοποιητής | προ-ει-δο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα προειδοποίησης: ~ αεροσκάφους. Βλ. ραντάρ. [< γαλλ. avertisseur] | |
| 42496 | προειδοποιητικός | , ή, ό προ-ει-δο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που προειδοποιεί: ~ός: ήχος/συναγερμός. ~ή: ανακοίνωση/ένδειξη/επιστολή/πινακίδα/σήμανση. ~ό: καμπανάκι/κλείσιμο (τραπεζών)/μήνυμα/παράδειγμα/σήμα/συλλαλητήριο/τηλεφώνημα. ~ές: βολές. ~ά: σημάδια/συμπτώματα/φώτα. ● επίρρ.: προειδοποιητικά ● ΣΥΜΠΛ.: προειδοποιητική απεργία βλ. απεργία, προειδοποιητικό τρίγωνο βλ. τρίγωνο [< γαλλ. avertisseur] | |
| 42497 | προειδοποιώ | [προειδοποιῶ] προ-ει-δο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {προειδοποι-είς ... | προειδοποί-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας}: ειδοποιώ, ενημερώνω κάποιον από πριν, συνήθ. για επικείμενο πρόβλημα ή κίνδυνο: Το Υπουργείο Υγείας ~εί: το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία. Οι επιστήμονες ~ούν ότι ... Τον είχε ~ήσει. Έφυγε, χωρίς να ~ήσει κανέναν.|| (απειλητ.) Σε ~, μην τολμήσεις να σηκώσεις κεφάλι! [< μεσν. προειδοποιώ ΄διαμορφώνω από πριν΄, γαλλ. avertir] | |
| 42498 | προεικάζω | προ-ει-κά-ζω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (σπάν.-λόγ.): εικάζω εκ των προτέρων. Πβ. προβλέπω, προϋποθέτω. [< αρχ. προεικάζω] | |
| 42499 | προεικονίζω | προ-ει-κο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {προεικόνι-σε, -στηκε}: (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) παρουσιάζω εκ των προτέρων, συνήθ. με συμβολικό τρόπο, κάποιον ή κάτι που πρόκειται να συμβεί: Ο Ιησούς ~εται στην Παλαιά Διαθήκη. [< μτγν. προεικονίζω] | |
| 42500 | προεικόνιση | προ-ει-κό-νι-ση ουσ. (θηλ.): (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) εκ των προτέρων περιγραφή προσώπου ή μελλοντικού γεγονότος, συνήθ. με τη χρήση συμβόλων. | |
| 42501 | προειλημμένος | , η, ο προ-ει-λημ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει διαμορφωθεί, ληφθεί, αποφασιστεί εκ των προτέρων: ~α: μέτρα/συμπεράσματα. Χρειάζεται διάλογος χωρίς ~ες αποφάσεις (βλ. προαποφασίζω). [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. προλαμβάνω] | |
| 42329 | προειλημμένος | προ-α-πο-φα-σί-ζω ρ. (μτβ.) {προαποφάσι-σα, -στηκε, -σμένος}: αποφασίζω εκ των προτέρων: Μέτρα που ~στηκαν. Το αποτέλεσμα είχε ~στεί. ~σμένες: επιλογές/λύσεις (πβ. προειλημμένος). | |
| 42502 | προειρημένος | , η, ο προ-ει-ρη-μέ-νος επίθ. (αρχαιοπρ.): που έχει προαναφερθεί. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. προλέγω] | |
| 42503 | προεισαγωγή | προ-ει-σα-γω-γή ουσ. (θηλ.): οτιδήποτε προηγείται της εισαγωγής βιβλίου, κειμένου, έργου. Βλ. πρόλογος. [< μτγν. προεισαγωγή] | |
| 42504 | προεισαγωγικός | , ή, ό προ-ει-σα-γω-γι-κός επίθ.: που αποτελεί την προεισαγωγή σε κάτι, που έχει τον χαρακτήρα προεισαγωγής: ~ό: σημείωμα.|| ~ή: εκπαίδευση. ~ές: εξετάσεις/παρατηρήσεις. ● επίρρ.: προεισαγωγικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. προεισαγωγικός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ