Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [43040-43060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42475προδοτικός, ή, ό προ-δο-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την προδοσία ή τον προδότη: ~ός: ρόλος. ~ή: δράση/πολιτική/στάση/συμπεριφορά/συμφωνία. ~ές: ενέργειες/θέσεις. ● επίρρ.: προδοτικά [< μτγν. προδοτικός]
42476προδρομικός, ή, ό προ-δρο-μι-κός επίθ. 1. που προηγείται, προετοιμάζει το έδαφος για κάτι άλλο· πρώιμος: ~ή: μορφή ενός κινήματος/περίοδος ασθένειας. ~ό: έργο/στάδιο. 2. ΦΙΛΟΛ. πτωχοπροδρομικός: ~ά: ποιήματα. ● ΣΥΜΠΛ.: προδρομικός πλακούντας βλ. πλακούντας [< 1: μεσν. προδρομικός, γαλλ. précurseur, prodromique]
42477πρόδρομοςπρό-δρο-μος ουσ. (αρσ.): (+ γεν.) οτιδήποτε αποτελεί το προηγούμενο στάδιο από κάτι, συνήθ. σημαντικότερο, ή προετοιμάζει, προαναγγέλλει την εμφάνισή του· άτομο που με τη ζωή ή το έργο του προετοιμάζει το έδαφος για τη δράση κάποιου άλλου ή τη δημιουργία νέων καταστάσεων: ~ αλλαγών/γεγονότων/εξελίξεων. Πβ. προάγγελος, προανάκρουσμα.|| ~οι του Διαφωτισμού. [< μτγν. πρόδρομος, γαλλ.-αγγλ. prodrome]
42478πρόδρομος, η, ο πρό-δρο-μος επίθ.: που αποτελεί το προηγούμενο στάδιο από κάτι συνήθ. σημαντικότερο, το προετοιμάζει ή το προαναγγέλλει: ~ος: δείκτης (πληθωρισμού). ~η: ανακοίνωση/μελέτη/μορφή/φάση. ~ο: φαινόμενο (σεισμού). ~ες: εργασίες (ενός έργου).|| (ΧΗΜ.) ~η: ένωση. (ΒΙΟΧ.) ~ες: ουσίες ναρκωτικών. (ΙΑΤΡ.) ~α: συμπτώματα (μιας νόσου). [< αρχ. πρόδρομος, αγγλ. prodromal]
42479προέβηβλ. προβαίνω
42480προεγγραφήπρο-εγ-γρα-φή ουσ. (θηλ.): η εκ των προτέρων, προσωρινή εγγραφή κάποιου: ~ μελών (ομάδας, συλλόγου, σωματείου)/μετόχων. Αίτηση/δικαίωμα ~ής. ~ές για την αγορά τίτλων/τη νέα σχολική χρονιά. Η ~ για τη συμμετοχή στο σεμινάριο είναι απαραίτητη.
42481προεγγράφωπρο-εγ-γρά-φω ρ. (μτβ.) {κυρ. μεσοπαθ.}: κάνω προεγγραφή: Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ~ούν μέχρι τέλος του μήνα. [< μτγν. προεγγράφομαι]
42482προεγκαίνιαπρο-ε-γκαί-νι-α ουσ. (ουδ.) (τα): εγκαίνια που προηγούνται των επίσημων εγκαινίων.
42483προεγκρίνωπρο-ε-γκρί-νω ρ. (μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. προενέκρι-να, προεγκρί-θηκε (λόγ. προενεκρίθη, μτχ. προεγκρι-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, προεγκεκριμένος} (επίσ.): εγκρίνω προκαταρκτικά, εκ των προτέρων: ~θηκε το δάνειο. Με απόφαση του Υπουργού, ~θηκε η δημοπράτηση του έργου.
42484προέγκρισηπρο-έ-γκρι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): προκαταρκτική έγκριση: ~ άδειας/αμοιβής/δανείου/δημοπράτησης (έργου)/ίδρυσης (καταστήματος)/χωροθέτησης.
42485προεγχειρητικός, ή, ό προ-εγ-χει-ρη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που γίνεται πριν από μια εγχείρηση: ~ός: έλεγχος. ~ή: αγωγή/εκτίμηση/προετοιμασία. ~ές: εξετάσεις. ΑΝΤ. μετεγχειρητικός ● επίρρ.: προεγχειρητικά [< γαλλ. préopératoire]
42486προεδρείο[προεδρεῖο] προ-ε-δρεί-ο ουσ. (ουδ.): το σύνολο των προσώπων που προεδρεύουν, που προΐστανται σε συνεδρίαση, συνέλευση, συζήτηση ή σε έναν οργανισμό· συνεκδ. ο χώρος, οι θέσεις όπου κάθονται αυτά τα πρόσωπα: ~ Βουλής/(ευρωπαϊκού) Κοινοβουλίου. ~ ένωσης/επιμελητηρίου/επιτροπής/εταιρείας/ομάδας/συμβουλίου/σωματείου/(σχολικής) τάξης.
42487προεδρεύωπρο-ε-δρεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προήδρευ-σε κ. προέδρευ-σε, προεδρεύ-σει, μτχ. ενεστ. προεδρεύ-ων, -ουσα, -ον, προεδρευόμενος} (επίσ.): είμαι πρόεδρος, ασκώ καθήκοντα προέδρου: ~ει της επιτροπής/στην επιτροπή ... Στις εργασίες του συνεδρίου θα ~σουν οι ... Ο πρωθυπουργός ~σε σύσκεψης για την οικονομία. ~ουσα χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.|| (ως ουσ.) Ο ~ων της Βουλής/της Συνέλευσης (βλ. συντονιστής). Βλ. συμ~. ● ΣΥΜΠΛ.: προεδρευόμενη/προεδρευομένη δημοκρατία βλ. δημοκρατία [< αρχ. προεδρεύω]
42488προεδρίαπρο-ε-δρί-α ουσ. (θηλ.): το αξίωμα, η θέση, η θητεία, τα καθήκοντα του προέδρου: ~ της Βουλής/της επιτροπής/της επιχείρησης/του κόμματος/του ομίλου/της ομοσπονδίας/του οργανισμού/της οργάνωσης/του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης/του σωματείου/της τράπεζας. Εκ περιτροπής/εναλλασσόμενη ~. Από κοινού ~ (= συμ~). Ανάληψη/τα ηνία/λήξη της ~ας. Διεκδικώ/(κατ)έχω την ~. Αναδεικνύομαι/διαδέχομαι κάποιον/εκλέγομαι στην ~. Παραιτούμαι από την ~. Υποψήφιος για την ~. Επί της ~ας του ... Συνεδρίαση υπό την ~ του υφυπουργού. Πβ. προεδριλίκι.|| (συνεκδ., ο πρόεδρος) Διαδοχικές/προηγούμενες ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: Προεδρία της Δημοκρατίας: ΠΟΛΙΤ. το ύπατο αξίωμα σε κράτος με δημοκρατικό πολίτευμα, οι υπηρεσίες που το στηρίζουν και το μέγαρο στο οποίο στεγάζεται. [< αρχ. προεδρία ‘πρώτη θέση, εξουσία’, αξίωμα’, γαλλ. présidence]
42489προεδρικός, ή, ό προ-ε-δρι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε πρόεδρο ή ειδικότ. στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας: ~ός: απεσταλμένος/επίτροπος/θώκος/λόγος/σύμβουλος/υποψήφιος. ~ή: δήλωση/επίσκεψη/θητεία/καρέκλα/κατοικία/σουίτα (ξενοδοχείου). ~ό: αξίωμα. ~ές: εκλογές.|| ~ή: φρουρά. ~ό: διάγγελμα/μέγαρο. ● Ουσ.: προεδρικός (ο): υποστηρικτής προέδρου, άτομο που πρόσκειται σε αυτόν: Οι ~οί του κόμματος/της παράταξης. ● ΣΥΜΠΛ.: προεδρική δημοκρατία βλ. δημοκρατία, Προεδρικό Διάταγμα βλ. διάταγμα [< αρχ. προεδρικός, γαλλ. présidentiel]
42490προεδριλίκιπρο-ε-δρι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): το αξίωμα του προέδρου. Πβ. προεδρία. Βλ. -ιλίκι.
42491προεδρολογίαπρο-ε-δρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): συνεχείς συζητήσεις για τη διαδοχή στη θέση του προέδρου. Βλ. -λογία.
42492πρόεδροςπρό-ε-δρος ουσ. (αρσ.) {προέδρ-ου | (προφ.) θηλ. προεδρίνα}: το αιρετό ή διορισμένο πρόσωπο που είναι επικεφαλής, έχει τη διεύθυνση ή ασκεί τη διοίκηση σε οργανωμένο σύνολο ανθρώπων ή σε συγκροτημένο σώμα: αναπληρωτής/απερχόμενος/γενικός/εκτελεστικός/επίτιμος/ισόβιος/προσωρινός/πρώην/υποψήφιος ~. Αρμοδιότητες/δηλώσεις/διορισμός/θητεία/καθήκοντα/μήνυμα/ομιλία/περιοδεία/προσφώνηση/συνέντευξη τύπου/χαιρετισμός ~ου. ~ της Ακαδημίας/αντιπροσωπείας/του Αρείου Πάγου/της Βουλής/Γενικής Συνέλευσης/του δικαστηρίου/της ένωσης/του επιμελητηρίου/της επιτροπής/εταιρείας/του ιδρύματος/του κόμματος/της (συν)ομοσπονδίας/του οργανισμού/του συλλόγου/του συμβουλίου/συνδικάτου/συνεδρίου/συνεταιρισμού/της Σχολής/του σωματείου/της τράπεζας/του φεστιβάλ. ~ Εφετών/Πρωτοδικών. Βγαίνω/διατελώ/(επαν)εκλέγομαι/ορκίζομαι ~. Παραιτήθηκε ο ~. Από τη θέση του ~ου ... Διατελέσαντες ~οι. Διάσκεψη/ολομέλεια/σύσκεψη των ~ων (της Βουλής). Βλ. συμ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Πρόεδρος (της Δημοκρατίας), ακρ. ΠΔ, ΠτΔ.: ο αρχηγός κράτους που έχει δημοκρατικό πολίτευμα: ο ~ της Ελληνικής Δημοκρατίας/της Κύπρου/των Η.Π.Α. Ο ~ ~ εκλέγεται από τη Βουλή. Πβ. ο ανώτατος πολιτειακός παράγοντας. Βλ. προεδρευόμενη/προεδρευομένη δημοκρατία., Πρόεδρος της Κυβέρνησης/Κυβερνήσεως/του Υπουργικού Συμβουλίου: πρωθυπουργός. [< αρχ. πρόεδρος, γαλλ. président]
42493προείδεβλ. προβλέπω
42494προειδοποίησηπρο-ει-δο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): εκ των προτέρων πληροφόρηση, ειδοποίηση κάποιου για κάτι συνήθ. δυσάρεστο, ώστε να αναλάβει δράση· συνεκδ. το αντίστοιχο κείμενο: άμεση/αυστηρή/γραπτή/έμμεση/ηχητική/προφορική/σκληρή/τελευταία ~. ~ απόλυσης. Συνεχείς ~ήσεις. ~ για κίνδυνο (πυρκαγιών). ~ήσεις για το/σχετικά με το μέλλον … Οι τιμές ενδέχεται να αλλάξουν χωρίς ~. Σύστημα (έγκαιρης) ~ης (για φυσικές καταστροφές).|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ ασφαλείας για σπαμ μηνύματα. [< γαλλ. avertissement, αγγλ. warning]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.