| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42505 | προείσπραξη | προ-εί-σπρα-ξη ουσ. (θηλ.): προκαταβολική είσπραξη χρηματικού ποσού: ~ αμοιβής/φόρου. Γραμμάτιο ~ης. Βλ. προεξόφληση. | |
| 42506 | προεισπράττω | προ-ει-σπράτ-τω ρ. (μτβ.) {προεισέπρα-ξα, προεισπρά-χθηκε}: εισπράττω χρηματικό ποσό προκαταβολικά: ~ ενοίκιο. Το κράτος ~ει τα τέλη κυκλοφορίας οχημάτων. Βλ. προκαταβάλλω. [< μτγν. προεισπράσσομαι] | |
| 42507 | προεκβάλλω | προ-εκ-βάλ-λω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (αρχαιοπρ.): προεκτείνω, κάνω κάτι να προεξέχει ή προεκτείνομαι, προεξέχω: (ΙΑΤΡ.) Εξογκώματα που ~ουν στο κέντρο του αρτηριακού σωλήνα. [< αρχ. προεκβάλλω] | |
| 42508 | προεκβολή | προ-εκ-βο-λή ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.) 1. προέκταση, προεξοχή και συνεκδ. το τμήμα που προεκτείνεται. 2. ΓΥΜΝ. μετακίνηση του ενός ποδιού, με τεντωμένο γόνατο, κατευθείαν μπροστά. Βλ. προβολή. | |
| 42509 | προεκλαμψία | προ-ε-κλαμ-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή κατά τη διάρκεια της κύησης που χαρακτηρίζεται κυρ. από υπέρταση και πρωτεϊνουρία και μπορεί να οδηγήσει σε εκλαμψία. Πβ. τοξιναιμία της κύησης. [< αγγλ. preeclampsia, 1923] | |
| 42510 | προεκλογικός | , ή, ό προ-ε-κλο-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή γίνεται στο χρονικό διάστημα πριν από τις εκλογές: ~ός: αγώνας/διάλογος/πυρετός. ~ή: ατμόσφαιρα/εκδήλωση/εκστρατεία/καμπάνια/ομιλία/περίοδος/συγκέντρωση/συνεργασία. ~ό: κλίμα/πρόγραμμα/σκηνικό/συνέδριο/σύνθημα/τοπίο/υλικό. ~ές: δαπάνες/δηλώσεις/διακηρύξεις/εξαγγελίες/υποσχέσεις. ΑΝΤ. μετεκλογικός ● επίρρ.: προεκλογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: (προεκλογικό) μπαλκόνι βλ. μπαλκόνι | |
| 42511 | προεκπαίδευση | προ-εκ-παί-δευ-ση ουσ. (θηλ.): προκαταρκτική εκπαίδευση: υποχρεωτική ~ αγροτικών ιατρών.|| ~ σκύλου. | |
| 42512 | προεκπτώσεις | προ-εκ-πτώ-σεις ουσ. (θηλ.) (οι): εκπτώσεις που γίνονται πριν από τις κανονικές εκπτώσεις. [< πβ. μτγν. προέκπτωσις 'υπερβολή'] | |
| 42513 | προέκταμα | προ-έ-κτα-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. το δεύτερο μέρος της ονομασίας ενός αρχείου, που αποτελείται συνήθ. από τρεις λατινικούς χαρακτήρες και δηλώνει τον τύπο του: Το συνηθέστερο ~ για μουσικό αρχείο είναι το «.mp3». ΣΥΝ. επέκταση (3) 2. (σπάν.) οτιδήποτε προεκτείνεται, προέκταση. | |
| 42514 | προέκταση | προ-έ-κτα-ση ουσ. (θηλ.) 1. οτιδήποτε προστίθεται για να επεκτείνει ή να επιμηκύνει επιφάνεια ή αντικείμενο: ~ ακουστικών/κεραίας/πληκτρολογίου/χειριστηρίου. Βύσμα/καλώδιο (πβ. επιμήκυνση)/σωλήνας ~ης. Καναπές με/χωρίς ~άσεις. ~ δρόμου/παραλίας/προβλήτας/τοίχου. ~ γραμμής λεωφορείου. ~ δικτύου αποχέτευσης και άρδευσης. Το νέο κτίριο αποτελεί ~ του ανακαινισμένου κτίσματος. Νοητή ~ του γήινου ισημερινού. Δυνατότητα ~ης. Πβ. επέκταση. 2. (μτφ.) συνέχεια· (συνήθ. στον πληθ.) επιπρόσθετοι παράγοντες, επακόλουθα: ~ της σκέψης/του συλλογισμού.|| Εκπαιδευτικές/ηθικές/θεωρητικές/μεταφυσικές/οικολογικές/οικονομικές/παιδαγωγικές/πνευματικές/φιλοσοφικές ~άσεις. Ένα πρόβλημα με κοινωνικές/νομικές ~άσεις. Οι πολιτικές ~άσεις της κρίσης. 3. ΠΛΗΡΟΦ. επέκταση. ΣΥΝ. κατάληξη (4), προέκταμα (1) ● ΦΡ.: κατά προέκταση: κατ' επέκταση, περαιτέρω. [< 1,2: γαλλ. prolongement 3: αγγλ. extension] | |
| 42515 | προεκτεθείς | , είσα, έν προ-ε-κτε-θείς επίθ. (λόγ.): που παρουσιάστηκε, εκτέθηκε προηγουμένως: ~είς: λόγος. Από την ~είσα επιχειρηματολογία συνάγεται ... (ΝΟΜ.) Υπό την ~είσα έννοια ...|| (ως ουσ.) Σύμφωνα με τα ~έντα ... | |
| 42516 | προεκτείνω | προ-ε-κτεί-νω ρ. (μτβ.) {προεξέτεινε, προεκτάθηκε, προεκτεταμένος, προεκτείν-οντας} 1. αυξάνω σε έκταση ή επιφάνεια: Η (λεωφορειακή/σιδηροδρομική) γραμμή/ο δρόμος/το οδικό δίκτυο ~εται βόρεια προς ... Πβ. επεκτείνω, επιμηκύνω. 2. (μτφ.) διευρύνω: Οι δύο χώρες συμφώνησαν να ~ουν τη συνεργασία τους. Η εταιρεία θα ~ει τις δραστηριότητές της στο εξωτερικό.|| Θεωρία που ~ει τη σκέψη. ~οντας την άποψη/τον συλλογισμό του συγγραφέα, υποστηρίζω ότι ... [< μτγν. προεκτείνω, γαλλ. prolonger] | |
| 42517 | προεκτύπωση | προ-ε-κτύ-πω-ση ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. στάδιο, διαδικασία πριν από την οριστική εκτύπωση ενός κειμένου, κατά το οποίο καθορίζονται όλες οι σχετικές παράμετροι για την τελική μορφοποίησή του. [< αγγλ. preprint, prepress, 1987, γαλλ. prépresse, 1989] | |
| 42518 | προέλαση | προ-έ-λα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ακάθεκτη και κυρ. ανεμπόδιστη πορεία στρατεύματος σε αντίπαλο έδαφος: ~ του εχθρού. ΑΝΤ. οπισθο-, υπο-χώρηση.|| (μτφ.) Η ποδοσφαιρική ομάδα συνεχίζει τη νικηφόρα ~ή της στο πρωτάθλημα. [< αρχ. προέλασις] | |
| 42519 | προελαύνω | προ-ε-λαύ-νω ρ. (αμτβ.) {προήλασε κ. προέλασε, προελαύν-οντας} (λόγ.): (για στρατό) προχωρώ γρήγορα προς τα εμπρός, κάνω επέλαση, χωρίς να συναντώ αντίσταση από τον εχθρό· κατ' επέκτ. επικρατώ, υπερισχύω: Οι εισβολείς προήλασαν ακάθεκτοι/ανενόχλητοι στην περιοχή. ΑΝΤ. οπισθοχωρώ (1), υποχωρώ (1) [< μτγν. προελαύνω] | |
| 42520 | προέλεγχος | προ-έ-λεγ-χος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): προκαταρκτικός έλεγχος: ~ ισολογισμού. ~ μελετών για έκδοση οικοδομικών αδειών. [< μτγν. προέλεγχος, αγγλ. pre-check] | |
| 42521 | προελέγχω | προ-ε-λέγ-χω ρ. (μτβ.) (επίσ.): κάνω προέλεγχο: Η Οικονομική Επιτροπή του Δήμου υποχρεούται να ~ει τον απολογισμό. [< μτγν. προελέγχω] | |
| 42522 | προέλευση | προ-έ-λευ-ση ουσ. (θηλ.): χρονικό ή τοπικό σημείο, χώρος από όπου ξεκινά, έρχεται κάποιος ή κάτι, καταγωγή: λαϊκή ~. Χώρα ~ης μεταναστών. Φιλοσοφικές θεωρίες για την ~ του ανθρώπου.|| Προϊόντα αγνώστου ~εύσεως. Τρόφιμα βιολογικής/εγχώριας/ζωικής/ξένης ~ης.|| (μτφ.) Λέξη με αρχαία ~. ● ΣΥΜΠΛ.: οίνος ονομασίας προέλευσης βλ. οίνος, προστατευόμενη ονομασία προέλευσης/προελεύσεως βλ. προστατευόμενος ● ΦΡ.: προϊόν με ονομασία προέλευσης βλ. προϊόν [< μτγν. προέλευσις ‘προώθηση, προχώρημα’, γαλλ. provenance] | |
| 42523 | προελληνικός | , ή, ό προ-ελ-λη-νι-κός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με τους Προέλληνες ή προέρχεται από αυτούς: ~ή: γλώσσα/λέξη. ~ό: όνομα. ~ά: φύλα. [< γερμ. vorgriechisch, γαλλ. préhellénique , αγγλ. prehellenic] | |
| 42524 | προέμβασμα | προ-έμ-βα-σμα ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. προκαταβολική αποστολή χρημάτων και συνεκδ. το ποσό που στέλνεται εκ των προτέρων: πληρωμή της παραγγελίας με ~ ή αντικαταβολή. Βλ. προπληρωμή. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ