Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [43060-43080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42495προειδοποιητήςπρο-ει-δο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα προειδοποίησης: ~ αεροσκάφους. Βλ. ραντάρ. [< γαλλ. avertisseur]
42496προειδοποιητικός, ή, ό προ-ει-δο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που προειδοποιεί: ~ός: ήχος/συναγερμός. ~ή: ανακοίνωση/ένδειξη/επιστολή/πινακίδα/σήμανση. ~ό: καμπανάκι/κλείσιμο (τραπεζών)/μήνυμα/παράδειγμα/σήμα/συλλαλητήριο/τηλεφώνημα. ~ές: βολές. ~ά: σημάδια/συμπτώματα/φώτα. ● επίρρ.: προειδοποιητικά ● ΣΥΜΠΛ.: προειδοποιητική απεργία βλ. απεργία, προειδοποιητικό τρίγωνο βλ. τρίγωνο [< γαλλ. avertisseur]
42497προειδοποιώ[προειδοποιῶ] προ-ει-δο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {προειδοποι-είς ... | προειδοποί-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας}: ειδοποιώ, ενημερώνω κάποιον από πριν, συνήθ. για επικείμενο πρόβλημα ή κίνδυνο: Το Υπουργείο Υγείας ~εί: το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία. Οι επιστήμονες ~ούν ότι ... Τον είχε ~ήσει. Έφυγε, χωρίς να ~ήσει κανέναν.|| (απειλητ.) Σε ~, μην τολμήσεις να σηκώσεις κεφάλι! [< μεσν. προειδοποιώ ΄διαμορφώνω από πριν΄, γαλλ. avertir]
42498προεικάζωπρο-ει-κά-ζω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (σπάν.-λόγ.): εικάζω εκ των προτέρων. Πβ. προβλέπω, προϋποθέτω. [< αρχ. προεικάζω]
42499προεικονίζωπρο-ει-κο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {προεικόνι-σε, -στηκε}: (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) παρουσιάζω εκ των προτέρων, συνήθ. με συμβολικό τρόπο, κάποιον ή κάτι που πρόκειται να συμβεί: Ο Ιησούς ~εται στην Παλαιά Διαθήκη. [< μτγν. προεικονίζω]
42500προεικόνισηπρο-ει-κό-νι-ση ουσ. (θηλ.): (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) εκ των προτέρων περιγραφή προσώπου ή μελλοντικού γεγονότος, συνήθ. με τη χρήση συμβόλων.
42501προειλημμένος, η, ο προ-ει-λημ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει διαμορφωθεί, ληφθεί, αποφασιστεί εκ των προτέρων: ~α: μέτρα/συμπεράσματα. Χρειάζεται διάλογος χωρίς ~ες αποφάσεις (βλ. προαποφασίζω). [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. προλαμβάνω]
42329προειλημμένος

προ-α-πο-φα-σί-ζω ρ. (μτβ.) {προαποφάσι-σα, -στηκε, -σμένος}: αποφασίζω εκ των προτέρων: Μέτρα που ~στηκαν. Το αποτέλεσμα είχε ~στεί. ~σμένες: επιλογές/λύσεις (πβ. προειλημμένος).

42502προειρημένος, η, ο προ-ει-ρη-μέ-νος επίθ. (αρχαιοπρ.): που έχει προαναφερθεί. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. προλέγω]
42503προεισαγωγήπρο-ει-σα-γω-γή ουσ. (θηλ.): οτιδήποτε προηγείται της εισαγωγής βιβλίου, κειμένου, έργου. Βλ. πρόλογος. [< μτγν. προεισαγωγή]
42504προεισαγωγικός, ή, ό προ-ει-σα-γω-γι-κός επίθ.: που αποτελεί την προεισαγωγή σε κάτι, που έχει τον χαρακτήρα προεισαγωγής: ~ό: σημείωμα.|| ~ή: εκπαίδευση. ~ές: εξετάσεις/παρατηρήσεις. ● επίρρ.: προεισαγωγικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. προεισαγωγικός]
42505προείσπραξηπρο-εί-σπρα-ξη ουσ. (θηλ.): προκαταβολική είσπραξη χρηματικού ποσού: ~ αμοιβής/φόρου. Γραμμάτιο ~ης. Βλ. προεξόφληση.
42506προεισπράττωπρο-ει-σπράτ-τω ρ. (μτβ.) {προεισέπρα-ξα, προεισπρά-χθηκε}: εισπράττω χρηματικό ποσό προκαταβολικά: ~ ενοίκιο. Το κράτος ~ει τα τέλη κυκλοφορίας οχημάτων. Βλ. προκαταβάλλω. [< μτγν. προεισπράσσομαι]
42507προεκβάλλωπρο-εκ-βάλ-λω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (αρχαιοπρ.): προεκτείνω, κάνω κάτι να προεξέχει ή προεκτείνομαι, προεξέχω: (ΙΑΤΡ.) Εξογκώματα που ~ουν στο κέντρο του αρτηριακού σωλήνα. [< αρχ. προεκβάλλω]
42508προεκβολήπρο-εκ-βο-λή ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.) 1. προέκταση, προεξοχή και συνεκδ. το τμήμα που προεκτείνεται. 2. ΓΥΜΝ. μετακίνηση του ενός ποδιού, με τεντωμένο γόνατο, κατευθείαν μπροστά. Βλ. προβολή.
42509προεκλαμψίαπρο-ε-κλαμ-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή κατά τη διάρκεια της κύησης που χαρακτηρίζεται κυρ. από υπέρταση και πρωτεϊνουρία και μπορεί να οδηγήσει σε εκλαμψία. Πβ. τοξιναιμία της κύησης. [< αγγλ. preeclampsia, 1923]
42510προεκλογικός, ή, ό προ-ε-κλο-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή γίνεται στο χρονικό διάστημα πριν από τις εκλογές: ~ός: αγώνας/διάλογος/πυρετός. ~ή: ατμόσφαιρα/εκδήλωση/εκστρατεία/καμπάνια/ομιλία/περίοδος/συγκέντρωση/συνεργασία. ~ό: κλίμα/πρόγραμμα/σκηνικό/συνέδριο/σύνθημα/τοπίο/υλικό. ~ές: δαπάνες/δηλώσεις/διακηρύξεις/εξαγγελίες/υποσχέσεις. ΑΝΤ. μετεκλογικός ● επίρρ.: προεκλογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: (προεκλογικό) μπαλκόνι βλ. μπαλκόνι
42511προεκπαίδευσηπρο-εκ-παί-δευ-ση ουσ. (θηλ.): προκαταρκτική εκπαίδευση: υποχρεωτική ~ αγροτικών ιατρών.|| ~ σκύλου.
42512προεκπτώσειςπρο-εκ-πτώ-σεις ουσ. (θηλ.) (οι): εκπτώσεις που γίνονται πριν από τις κανονικές εκπτώσεις. [< πβ. μτγν. προέκπτωσις 'υπερβολή']
42513προέκταμαπρο-έ-κτα-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. το δεύτερο μέρος της ονομασίας ενός αρχείου, που αποτελείται συνήθ. από τρεις λατινικούς χαρακτήρες και δηλώνει τον τύπο του: Το συνηθέστερο ~ για μουσικό αρχείο είναι το «.mp3». ΣΥΝ. επέκταση (3) 2. (σπάν.) οτιδήποτε προεκτείνεται, προέκταση.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.