Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [43080-43100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42525προεμμηνοπαυσιακός, ή, ό προ-εμ-μη-νο-παυ-σι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται ή παρουσιάζεται κατά το χρονικό διάστημα πριν από την οριστική παύση της εμμηνόρροιας: ~ές: γυναίκες. Πβ. κλιμακτηριακός. ΑΝΤ. μετεμμηνοπαυσιακός [< αγγλ. premenopausal, 1915]
42526προεμμηνορροϊκός, ή, ό προ-εμ-μη-νορ-ρο-ϊ-κός επίθ. & προεμμηνορρυσιακός: ΙΑΤΡ. που παρουσιάζεται, εκδηλώνεται πριν από την εμμηνόρροια: ~ό: σύνδρομο (: σύνολο παθολογικών εκδηλώσεων πριν από την έμμηνο ρύση). [< γαλλ. prémenstruel, 1908]
42527προένζυμοπρο-έν-ζυ-μο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. πρόδρομη, αδρανής μορφή ενός ενζύμου. Βλ. απο-, ισο-, ολο-, συν-ένζυμο. [< αγγλ. proenzyme, περ. 1900]
42528προενίσχυσηπρο-ε-νί-σχυ-ση ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ενίσχυση ηλεκτρικού σήματος από προενισχυτή· συνεκδ. προενισχυτής: ~ κιθάρας/λάμπας/μπάσου. Έξοδοι/υποδοχές ~ης.
42529προενισχυτήςπρο-ε-νι-σχυ-τής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. συσκευή που ενισχύει την τάση ασθενούς ηλεκτρικού σήματος πριν από την είσοδό του σε πιο ισχυρό ενισχυτή: μονοφωνικός/στερεοφωνικός ~. ~ ακουστικών/μικροφώνου/πικάπ. Πβ. προενίσχυση. [< αγγλ. preamplifier, 1934]
42530προένταξηπρο-έ-ντα-ξη ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: προένταξη έργου: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. διαδικασία προκαταρκτικής έγκρισης ενός έργου από πρόγραμμα κοινοτικής ή άλλης χρηματοδότησης. Βλ. απένταξη. [< γαλλ. préadhésion]
42531προενταξιακός, ή, ό προ-ε-ντα-ξι-α-κός επίθ.: που προηγείται της ένταξης ενός υποψήφιου κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση: ~ός: έλεγχος. ~ή: διαδικασία/περίοδος/στρατηγική/φάση. ~ό: (οικονομικό) μέσο/πρόγραμμα/στάδιο. ~ές: διαπραγματεύσεις/ενισχύσεις. ~ά: κονδύλια/μέτρα.
42532προέντασηπρο-έ-ντα-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. διαδικασία υποβολής ενός στερεού υλικού σε τεχνητή καταπόνηση, με σκοπό να καταστεί ανθεκτικό για μελλοντικές χρήσεις. [< αγγλ. prestress, 1934]
42533προεντατήραςπρο-ε-ντα-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός που σφίγγει τις ζώνες ασφαλείας του αυτοκινήτου, με σκοπό να περιορίσει την κίνηση του σώματος του επιβάτη προς τα εμπρός σε περίπτωση σύγκρουσης. Βλ. αερόσακος, -τήρας. [< αγγλ. pretensioner, 1979]
42534προεντείνωπρο-ε-ντεί-νω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ. και στη μτχ. προεντετα-μένος} (σπάν.): ΤΕΧΝΟΛ. υποβάλλω στερεό υλικό σε προένταση: ~μένο: σκυρόδεμα. [< μτγν. προεντείνω ‘τεντώνω προηγουμένως’]
42535προεξαγγελίαπρο-ε-ξαγ-γε-λί-α ουσ. (θηλ.): εκ των προτέρων εξαγγελία: ~ του κόμματος. Πβ. προαναγγελία.
42536προεξαγγέλλωπρο-ε-ξαγ-γέλ-λω ρ. (μτβ.) {προεξήγγειλε, προεξαγγείλει, προεξαγγέλλ-οντας} (λόγ.): ανακοινώνω κάτι από πριν: Απεργιακές κινητοποιήσεις έχουν προεξαγγείλει οι εργαζόμενοι σε ... [< αρχ. προεξαγγέλλω]
42537προεξαγγελτικός, ή, ό προ-ε-ξαγ-γελ-τι-κός επίθ. (σπάν.-λόγ.): που προεξαγγέλλει: ~ός: λόγος. ~ή: δήλωση. ● ΣΥΜΠΛ.: προεξαγγελτική παράθεση βλ. παράθεση
42538προεξάρχωπρο-ε-ξάρ-χω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ. προεξήρχε και στη μτχ. προεξάρχ-ων, -ουσα, -ον} (λόγ.): (συνήθ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) χοροστατώ, είμαι επικεφαλής: Κατά την πανηγυρική Θεία Λειτουργία στον ιερό ναό θα ~ει ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης ... Της εξοδίου ακολουθίας/τελετής προεξήρχε ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Εκδήλωση ~οντος του/με ~οντα τον πρωθυπουργό.|| (ΦΙΛΟΛ.) Ο ~ων του χορού (: στο αρχαίο θέατρο). Πβ. κορυφαίος.|| (μτφ.) Πάθηση στην οποία ~ουν (: δεσπόζουν, επικρατούν) τα εξής συμπτώματα ... [< μτγν. προεξάρχω]
42539προεξέτασηπρο-ε-ξέ-τα-ση ουσ. (θηλ.): εξέταση που γίνεται νωρίτερα από την προγραμματισμένη: ~ μαθήματος.
42540προεξέχειπρο-ε-ξέ-χει ρ. (αμτβ.): εξέχει, εκτείνεται πέρα από την επιφάνεια ή το περίγραμμα ενός αντικειμένου: Τα καλώδια του συναγερμού ~ουν από τον τοίχο.|| Δόντια/μάτια που ~ουν. [< μτγν. προεξέχω]
42541προεξέχων, ουσα, ον προ-ε-ξέ-χων επίθ. {προεξέχ-οντος (θηλ. -ουσας), -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.) ΣΥΝ. εξέχων 1. που κυριαρχεί, ξεχωρίζει· διακεκριμένος, διαπρεπής, κορυφαίος: ~ων: επιστήμονας/επιχειρηματίας. ~ουσα: θέση/μορφή/προσωπικότητα. Η χώρα διαδραματίζει ~οντα ρόλο στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών. 2. που προεξέχει: (ΑΡΧΙΤ.) βασιλική με εγκάρσιο ~ον κλίτος. [< μτγν. προεξέχων]
16880Προεξέχων

, ουσα, ον [ἐξέχων] ε-ξέ-χων επίθ. {εξέχ-οντος (θηλ. -ουσας), -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.) ΣΥΝ. προεξέχων 1. διαπρεπής, κορυφαίος: ~ων: επιστήμονας/ηγέτης/καθηγητής/συγγραφέας. ~ουσα: προσωπικότητα/φυσιογνωμία. Εταιρείες με ~ουσα θέση στην αγορά. Οικογένεια με ~οντα ρόλο στη ζωή του τόπου. Πβ. δεσπόζων, διακεκριμένος, ξεχωριστός, πρωτοκλασάτος. 2. που προεξέχει: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) εγκάρσιο ~ον κλίτος. [< αρχ. ἐξέχων]

42542προεξόφλησηπρο-ε-ξό-φλη-ση ουσ. (θηλ.) 1. εξόφληση χρέους ή άλλης οικονομικής οφειλής πριν από την καθορισμένη ημερομηνία πληρωμής: ~ (επιχειρηματικών) απαιτήσεων/γραμματίου/δανείου/επιταγών/ταμειακών ροών/τιμολογίων. Επιτόκια/ποινή ~ης.|| ~ σύνταξης. Πβ. προπληρωμή. Βλ. προείσπραξη. 2. (σπάν.-μτφ.) εκ των προτέρων έκφραση γνώμης, προσπάθεια πρόβλεψης της εξέλιξης ενός γεγονότος, μιας κατάστασης: ~ θετικών αποτελεσμάτων για τα κέρδη της τράπεζας.
42543προεξοφλητικός, ή, ό προ-ε-ξο-φλη-τι-κός επίθ.: που εξοφλείται εκ των προτέρων· κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: προεξοφλητικό επιτόκιο: ΟΙΚΟΝ. τόκος με τον οποίο η κεντρική τράπεζα επιβαρύνει διάφορες χρηματοδοτήσεις, συνήθ. σε εμπορικές τραπέζες-μέλη της. [< αγγλ. discount rate]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.