| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42514 | προέκταση | προ-έ-κτα-ση ουσ. (θηλ.) 1. οτιδήποτε προστίθεται για να επεκτείνει ή να επιμηκύνει επιφάνεια ή αντικείμενο: ~ ακουστικών/κεραίας/πληκτρολογίου/χειριστηρίου. Βύσμα/καλώδιο (πβ. επιμήκυνση)/σωλήνας ~ης. Καναπές με/χωρίς ~άσεις. ~ δρόμου/παραλίας/προβλήτας/τοίχου. ~ γραμμής λεωφορείου. ~ δικτύου αποχέτευσης και άρδευσης. Το νέο κτίριο αποτελεί ~ του ανακαινισμένου κτίσματος. Νοητή ~ του γήινου ισημερινού. Δυνατότητα ~ης. Πβ. επέκταση. 2. (μτφ.) συνέχεια· (συνήθ. στον πληθ.) επιπρόσθετοι παράγοντες, επακόλουθα: ~ της σκέψης/του συλλογισμού.|| Εκπαιδευτικές/ηθικές/θεωρητικές/μεταφυσικές/οικολογικές/οικονομικές/παιδαγωγικές/πνευματικές/φιλοσοφικές ~άσεις. Ένα πρόβλημα με κοινωνικές/νομικές ~άσεις. Οι πολιτικές ~άσεις της κρίσης. 3. ΠΛΗΡΟΦ. επέκταση. ΣΥΝ. κατάληξη (4), προέκταμα (1) ● ΦΡ.: κατά προέκταση: κατ' επέκταση, περαιτέρω. [< 1,2: γαλλ. prolongement 3: αγγλ. extension] | |
| 42515 | προεκτεθείς | , είσα, έν προ-ε-κτε-θείς επίθ. (λόγ.): που παρουσιάστηκε, εκτέθηκε προηγουμένως: ~είς: λόγος. Από την ~είσα επιχειρηματολογία συνάγεται ... (ΝΟΜ.) Υπό την ~είσα έννοια ...|| (ως ουσ.) Σύμφωνα με τα ~έντα ... | |
| 42516 | προεκτείνω | προ-ε-κτεί-νω ρ. (μτβ.) {προεξέτεινε, προεκτάθηκε, προεκτεταμένος, προεκτείν-οντας} 1. αυξάνω σε έκταση ή επιφάνεια: Η (λεωφορειακή/σιδηροδρομική) γραμμή/ο δρόμος/το οδικό δίκτυο ~εται βόρεια προς ... Πβ. επεκτείνω, επιμηκύνω. 2. (μτφ.) διευρύνω: Οι δύο χώρες συμφώνησαν να ~ουν τη συνεργασία τους. Η εταιρεία θα ~ει τις δραστηριότητές της στο εξωτερικό.|| Θεωρία που ~ει τη σκέψη. ~οντας την άποψη/τον συλλογισμό του συγγραφέα, υποστηρίζω ότι ... [< μτγν. προεκτείνω, γαλλ. prolonger] | |
| 42517 | προεκτύπωση | προ-ε-κτύ-πω-ση ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. στάδιο, διαδικασία πριν από την οριστική εκτύπωση ενός κειμένου, κατά το οποίο καθορίζονται όλες οι σχετικές παράμετροι για την τελική μορφοποίησή του. [< αγγλ. preprint, prepress, 1987, γαλλ. prépresse, 1989] | |
| 42518 | προέλαση | προ-έ-λα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ακάθεκτη και κυρ. ανεμπόδιστη πορεία στρατεύματος σε αντίπαλο έδαφος: ~ του εχθρού. ΑΝΤ. οπισθο-, υπο-χώρηση.|| (μτφ.) Η ποδοσφαιρική ομάδα συνεχίζει τη νικηφόρα ~ή της στο πρωτάθλημα. [< αρχ. προέλασις] | |
| 42519 | προελαύνω | προ-ε-λαύ-νω ρ. (αμτβ.) {προήλασε κ. προέλασε, προελαύν-οντας} (λόγ.): (για στρατό) προχωρώ γρήγορα προς τα εμπρός, κάνω επέλαση, χωρίς να συναντώ αντίσταση από τον εχθρό· κατ' επέκτ. επικρατώ, υπερισχύω: Οι εισβολείς προήλασαν ακάθεκτοι/ανενόχλητοι στην περιοχή. ΑΝΤ. οπισθοχωρώ (1), υποχωρώ (1) [< μτγν. προελαύνω] | |
| 42520 | προέλεγχος | προ-έ-λεγ-χος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): προκαταρκτικός έλεγχος: ~ ισολογισμού. ~ μελετών για έκδοση οικοδομικών αδειών. [< μτγν. προέλεγχος, αγγλ. pre-check] | |
| 42521 | προελέγχω | προ-ε-λέγ-χω ρ. (μτβ.) (επίσ.): κάνω προέλεγχο: Η Οικονομική Επιτροπή του Δήμου υποχρεούται να ~ει τον απολογισμό. [< μτγν. προελέγχω] | |
| 42522 | προέλευση | προ-έ-λευ-ση ουσ. (θηλ.): χρονικό ή τοπικό σημείο, χώρος από όπου ξεκινά, έρχεται κάποιος ή κάτι, καταγωγή: λαϊκή ~. Χώρα ~ης μεταναστών. Φιλοσοφικές θεωρίες για την ~ του ανθρώπου.|| Προϊόντα αγνώστου ~εύσεως. Τρόφιμα βιολογικής/εγχώριας/ζωικής/ξένης ~ης.|| (μτφ.) Λέξη με αρχαία ~. ● ΣΥΜΠΛ.: οίνος ονομασίας προέλευσης βλ. οίνος, προστατευόμενη ονομασία προέλευσης/προελεύσεως βλ. προστατευόμενος ● ΦΡ.: προϊόν με ονομασία προέλευσης βλ. προϊόν [< μτγν. προέλευσις ‘προώθηση, προχώρημα’, γαλλ. provenance] | |
| 42523 | προελληνικός | , ή, ό προ-ελ-λη-νι-κός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με τους Προέλληνες ή προέρχεται από αυτούς: ~ή: γλώσσα/λέξη. ~ό: όνομα. ~ά: φύλα. [< γερμ. vorgriechisch, γαλλ. préhellénique , αγγλ. prehellenic] | |
| 42524 | προέμβασμα | προ-έμ-βα-σμα ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. προκαταβολική αποστολή χρημάτων και συνεκδ. το ποσό που στέλνεται εκ των προτέρων: πληρωμή της παραγγελίας με ~ ή αντικαταβολή. Βλ. προπληρωμή. | |
| 42525 | προεμμηνοπαυσιακός | , ή, ό προ-εμ-μη-νο-παυ-σι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται ή παρουσιάζεται κατά το χρονικό διάστημα πριν από την οριστική παύση της εμμηνόρροιας: ~ές: γυναίκες. Πβ. κλιμακτηριακός. ΑΝΤ. μετεμμηνοπαυσιακός [< αγγλ. premenopausal, 1915] | |
| 42526 | προεμμηνορροϊκός | , ή, ό προ-εμ-μη-νορ-ρο-ϊ-κός επίθ. & προεμμηνορρυσιακός: ΙΑΤΡ. που παρουσιάζεται, εκδηλώνεται πριν από την εμμηνόρροια: ~ό: σύνδρομο (: σύνολο παθολογικών εκδηλώσεων πριν από την έμμηνο ρύση). [< γαλλ. prémenstruel, 1908] | |
| 42527 | προένζυμο | προ-έν-ζυ-μο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. πρόδρομη, αδρανής μορφή ενός ενζύμου. Βλ. απο-, ισο-, ολο-, συν-ένζυμο. [< αγγλ. proenzyme, περ. 1900] | |
| 42528 | προενίσχυση | προ-ε-νί-σχυ-ση ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ενίσχυση ηλεκτρικού σήματος από προενισχυτή· συνεκδ. προενισχυτής: ~ κιθάρας/λάμπας/μπάσου. Έξοδοι/υποδοχές ~ης. | |
| 42529 | προενισχυτής | προ-ε-νι-σχυ-τής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. συσκευή που ενισχύει την τάση ασθενούς ηλεκτρικού σήματος πριν από την είσοδό του σε πιο ισχυρό ενισχυτή: μονοφωνικός/στερεοφωνικός ~. ~ ακουστικών/μικροφώνου/πικάπ. Πβ. προενίσχυση. [< αγγλ. preamplifier, 1934] | |
| 42530 | προένταξη | προ-έ-ντα-ξη ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: προένταξη έργου: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. διαδικασία προκαταρκτικής έγκρισης ενός έργου από πρόγραμμα κοινοτικής ή άλλης χρηματοδότησης. Βλ. απένταξη. [< γαλλ. préadhésion] | |
| 42531 | προενταξιακός | , ή, ό προ-ε-ντα-ξι-α-κός επίθ.: που προηγείται της ένταξης ενός υποψήφιου κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση: ~ός: έλεγχος. ~ή: διαδικασία/περίοδος/στρατηγική/φάση. ~ό: (οικονομικό) μέσο/πρόγραμμα/στάδιο. ~ές: διαπραγματεύσεις/ενισχύσεις. ~ά: κονδύλια/μέτρα. | |
| 42532 | προένταση | προ-έ-ντα-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. διαδικασία υποβολής ενός στερεού υλικού σε τεχνητή καταπόνηση, με σκοπό να καταστεί ανθεκτικό για μελλοντικές χρήσεις. [< αγγλ. prestress, 1934] | |
| 42533 | προεντατήρας | προ-ε-ντα-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός που σφίγγει τις ζώνες ασφαλείας του αυτοκινήτου, με σκοπό να περιορίσει την κίνηση του σώματος του επιβάτη προς τα εμπρός σε περίπτωση σύγκρουσης. Βλ. αερόσακος, -τήρας. [< αγγλ. pretensioner, 1979] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ