| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42544 | προεξοφλώ | [προεξοφλῶ] προ-ε-ξο-φλώ ρ. (μτβ.) {προεξοφλ-είς ... | προεξόφλ-ησα, -είται, -ήθηκε (λόγ. μτχ. προεξοφληθείς, -θείσα, -θέν), -ημένος, -ώντας} 1. εξοφλώ χρέος, οφειλή, καταβάλλω χρηματικό ποσό πριν από τη λήξη καθορισμένης ημερομηνίας: ~ήθηκε δάνειο αξίας ... 2. (μτφ.) εκφέρω εκ των προτέρων γνώμη με βεβαιότητα για θέμα με άγνωστη ή αβέβαιη έκβαση, προδικάζω: Μην ~είς την πορεία των εξελίξεων. Πολιτικοί αναλυτές ~ούν μεγάλη ήττα/νίκη της παράταξης. Νέα μείωση των επιτοκίων ~ούν οι αγορές. Βλ. προβλέπω. | |
| 42545 | προεξοχή | προ-ε-ξο-χή ουσ. (θηλ.): οτιδήποτε προεξέχει από την επιφάνεια ή το περίγραμμα ενός αντικειμένου, σώματος: ~ βράχου/στέγης/τοίχου. Δακτυλιοειδείς ~ές (βλ. λάχνη). ΣΥΝ. εξοχή (2) ΑΝΤ. εσοχή ● ΣΥΜΠΛ.: ηλιακές προεξοχές: ΑΣΤΡΟΝ. νέφος από ηλιακό ιονισμένο αέριο που συγκρατείται πάνω από την επιφάνεια του Ήλιου μέσω του ηλιακού μαγνητικού πεδίου. [< γαλλ. protubérances (solaires)] [< γαλλ. proéminence] | |
| 42546 | προεόρτια | προ-ε-όρ-τι-α ουσ. (ουδ.) (τα) ΑΝΤ. μεθεόρτια 1. (μτφ.) οτιδήποτε προαναγγέλλει ένα γεγονός, συνήθ. δυσάρεστο: ~ ήττας/νίκης. ~ αντιδράσεων για το νέο νομοσχέδιο. Πβ. προανάκρουσμα. 2. οι παραμονές μιας γιορτής και οι σχετικές πανηγυρικές εκδηλώσεις: τα ~ του Δεκαπενταύγουστου/του Ευαγγελισμού/των Φώτων. [< μεσν. προεόρτια] | |
| 42547 | προεόρτιος | , α, ο προ-ε-όρ-τι-ος επίθ. (λόγ.): που πραγματοποιείται, που συμβαίνει πριν από εορτή: (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ος: Εσπερινός. ΑΝΤ. μεθεόρτιος ● επίρρ.: προεορτίως [< μτγν. προεόρτιος] | |
| 42548 | προεπαγγελματικός | , ή, ό προ-ε-παγ-γελ-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την περίοδο πριν από την ένταξη στην αγορά εργασίας: ~ή: εκπαίδευση/κατάρτιση. ~ές: δεξιότητες. | |
| 42549 | προεπαναστατικός | , ή, ό προ-ε-πα-να-στα-τι-κός επίθ.: που προηγείται χρονικά μιας επανάστασης, συνήθ. του 1821: ~ή: περίοδος.|| ~ός: Τύπος. ~ό: καθεστώς. ~ά: κινήματα. ΑΝΤ. μετεπαναστατικός ● επίρρ.: προεπαναστατικά [< γαλλ. prérévolutionnaire] | |
| 42550 | προεπιλέγω | προ-ε-πι-λέ-γω ρ. (μτβ.) {προεπέλε-ξα, προεπιλέ-χθηκε (λόγ. προεπελέγη, μτχ. προεπιλεγ-είς, -είσα, -έν), προεπιλε-γεί, -γμένος, προεπιλέγ-οντας, -όμενος} 1. επιλέγω από πριν: Ειδική επιτροπή ~ει τους υποψηφίους με τα περισσότερα προσόντα. Τρεις κατασκευαστικές εταιρείες έχουν ~γεί για την τελική φάση του διαγωνισμού. 2. ρυθμίζω εκ των προτέρων τη λειτουργία, τις εφαρμογές, το πρόγραμμα ηλεκτρονικής συσκευής, ώστε να επιλέγονται αυτόματα: ~ κανάλια στην τηλεόραση/σταθμούς στο ραδιόφωνο.|| (σε ηλεκτρονικό υπολογιστή) ~γμένος: εκτυπωτής. ~γμένη: γραμματοσειρά/μηχανή αναζήτησης/τιμή. [< γαλλ. présélectionner, 1963 2: αγγλ. preselect] | |
| 42551 | προεπιλογέας | προ-ε-πι-λο-γέ-ας ουσ. (αρσ.) 1. ΤΗΛΕΠ. κύκλωμα που συνδέει αυτόματα τη γραμμή του συνδρομητή με οποιαδήποτε προεπιλεγμένη ελεύθερη τηλεφωνική γραμμή. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή ή μηχάνημα που μπορεί να ρυθμιστεί κατάλληλα, ώστε να επιλέγει αυτόματα διάφορες εφαρμογές, λειτουργίες, προγράμματα: ~ (πολλαπλών) αντιγράφων. [< αγγλ. preselector, 1912, γαλλ. . présélecteur, 1934] | |
| 42552 | προεπιλογή | προ-ε-πι-λο-γή ουσ. (θηλ.) 1. προκαταρκτική, εκ των προτέρων επιλογή που συνήθ. προηγείται της τελικής: ~ των υποψηφίων με βάση τα προσόντα τους. 2. ΤΕΧΝΟΛ. εκ των προτέρων ρύθμιση εφαρμογών, προγραμμάτων, λειτουργιών ηλεκτρονικής συσκευής, ώστε να επιλέγονται αυτόματα: ραδιόφωνο με δέκα σταθμούς ~ής.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εκτυπωτή. Βλ. προρύθμιση. [< 1, 2: γαλλ. présélection, 1932 2: αγγλ. preselection, 1924] | |
| 42553 | προεπισκόπηση | προ-ε-πι-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. η δυνατότητα εμφάνισης στην οθόνη του υπολογιστή σελίδας εγγράφου όμοιας με αυτή που θα εκτυπωθεί: ~ εκτύπωσης. ~ αρχείου/εικόνας/μηνύματος. Βλ. -σκόπηση. [< αγγλ. preview] | |
| 42554 | προεργασία | προ-ερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.): προετοιμασία: ~ βαφής αυτοκινήτου. Άρχισαν οι ~ες για την ανάπλαση της κεντρικής πλατείας. [< γερμ. Vorarbeit] | |
| 42555 | προέρευνα | προ-έ-ρευ-να ουσ. (θηλ.): σύνολο προκαταρκτικών ενεργειών για τη συγκέντρωση στοιχείων πριν από την κυρίως έρευνα: Από την ~ προέκυψε ότι ... Για την οριστικοποίηση του ερωτηματολογίου πραγματοποιήθηκε ~ σε πενήντα άτομα. | |
| 42556 | προέρχομαι | προ-έρ-χο-μαι ρ. (αμτβ.) {προήλθε, μτχ. προερχ-όμενος}: έρχομαι από έναν χώρο, έχω αφετηρία ή προέλευση, κατάγομαι: ~ από προοδευτικό/συντηρητικό περιβάλλον. ~εται από πλούσια/φτωχή οικογένεια. Εμπορεύματα ~όμενα/που ~ονται από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.|| (κατ' επέκτ.) Η είδηση ~εται από αξιόπιστη πηγή. Η λέξη/το όνομα ~εται (= ετυμολογείται) από ... ● προέρχεται: έχει ως αιτία, οφείλεται σε: Η φωτιά προήλθε από βραχυκύκλωμα. Ο θάνατός του προήλθε από ανακοπή καρδιάς. Καταδικάζουμε τη βία απ’ όπου κι αν ~. Πβ. προκύπτει. [< αρχ. προέρχομαι, γαλλ. provenir] | |
| 42557 | προεστός | προ-ε-στός ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. (επί Τουρκοκρατίας) αιρετός τοπικός άρχοντας των αυτοδιοικούμενων χριστιανικών κοινοτήτων. Πβ. δημογέροντας, κοτζαμπάσης, πρόκριτος, προύχοντας. [< αρχ. πληθ. οἱ προεστῶτες, μτχ. παρακ. του ρ. προΐσταμαι] | |
| 42558 | προετοιμάζω | προ-ε-τοι-μά-ζω ρ. (μτβ.) {προετοίμα-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -σμένος, προετοιμάζ-οντας, -όμενος} 1. ετοιμάζω από πριν κάποιον ή κάτι: Κάθε πρωί η μητέρα ~ει τα παιδιά για το σχολείο. Η Εθνική Ομάδα ~εται ενόψει του κρίσιμου αγώνα. Τα κόμματα ~ονται πυρετωδώς για τις εκλογές. Ο μαθητής ~στηκε κατάλληλα/σκληρά για τις εξετάσεις. 2. (μτφ.) φέρνω κάποιον σταδιακά σε μια ψυχολογική κατάσταση, δίνοντάς του μια πρώτη ιδέα, εντύπωση· προϊδεάζω: Φρόντισε να τον ~σεις πριν του ανακοινώσεις τα δυσάρεστα. Να είσαι ~σμένος για κάθε ενδεχόμενο. Πβ. προδιαθέτω. ● ΦΡ.: προλειαίνω/προετοιμάζω το έδαφος βλ. προλειαίνω [< 1: αρχ. προετοιμάζω] | |
| 42559 | προετοιμασία | προ-ε-τοι-μα-σί-α ουσ. (θηλ.): ετοιμασία από πριν: αθλητική/σωματική/τεχνική/ψυχολογική ~. ~ φαγητού. Περίοδος ~ας. Χωρίς προβλήματα η ~ της ομάδας (πβ. προπόνηση). ~ες γάμου. Πβ. προεργασία, προπαρασκευή. [< μτγν. προετοιμασία, γαλλ. préparation, αγγλ. preparation] | |
| 42560 | προευκλείδειος | , α, ο προ-ευ-κλεί-δει-ος επίθ.: που αναφέρεται στην περίοδο πριν από τον αρχαίο Έλληνα γεωμέτρη ή τον Αθηναίο άρχοντα Ευκλείδη: ~ο: αλφάβητο. ~α: μαθηματικά. | |
| 42561 | προεφηβεία | προ-ε-φη-βεί-α ουσ. (θηλ.): η περίοδος της ζωής του ανθρώπου πριν από την εφηβεία, συνήθ. μεταξύ εννέα και δώδεκα ετών. ΑΝΤ. μετεφηβεία [< αγγλ. preadolescence, 1907] | |
| 42562 | προεφηβικός | , ή, ό προ-ε-φη-βι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την προεφηβεία: ~ή: ηλικία. ΑΝΤ. μετεφηβικός [< αγγλ. preadolescent, 1910, γαλλ. prépubère, 1946] | |
| 42563 | προέφηβος | προ-έ-φη-βος ουσ. (αρσ.) , προέφηβη (η): πρόσωπο που διανύει την προεφηβεία. ΑΝΤ. μετέφηβος [< αγγλ. preadolescent, 1930, γαλλ. prépubère, 1946, préadolescent, 1959] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ