Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [43100-43120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42534προεντείνωπρο-ε-ντεί-νω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ. και στη μτχ. προεντετα-μένος} (σπάν.): ΤΕΧΝΟΛ. υποβάλλω στερεό υλικό σε προένταση: ~μένο: σκυρόδεμα. [< μτγν. προεντείνω ‘τεντώνω προηγουμένως’]
42535προεξαγγελίαπρο-ε-ξαγ-γε-λί-α ουσ. (θηλ.): εκ των προτέρων εξαγγελία: ~ του κόμματος. Πβ. προαναγγελία.
42536προεξαγγέλλωπρο-ε-ξαγ-γέλ-λω ρ. (μτβ.) {προεξήγγειλε, προεξαγγείλει, προεξαγγέλλ-οντας} (λόγ.): ανακοινώνω κάτι από πριν: Απεργιακές κινητοποιήσεις έχουν προεξαγγείλει οι εργαζόμενοι σε ... [< αρχ. προεξαγγέλλω]
42537προεξαγγελτικός, ή, ό προ-ε-ξαγ-γελ-τι-κός επίθ. (σπάν.-λόγ.): που προεξαγγέλλει: ~ός: λόγος. ~ή: δήλωση. ● ΣΥΜΠΛ.: προεξαγγελτική παράθεση βλ. παράθεση
42538προεξάρχωπρο-ε-ξάρ-χω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ. προεξήρχε και στη μτχ. προεξάρχ-ων, -ουσα, -ον} (λόγ.): (συνήθ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) χοροστατώ, είμαι επικεφαλής: Κατά την πανηγυρική Θεία Λειτουργία στον ιερό ναό θα ~ει ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης ... Της εξοδίου ακολουθίας/τελετής προεξήρχε ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Εκδήλωση ~οντος του/με ~οντα τον πρωθυπουργό.|| (ΦΙΛΟΛ.) Ο ~ων του χορού (: στο αρχαίο θέατρο). Πβ. κορυφαίος.|| (μτφ.) Πάθηση στην οποία ~ουν (: δεσπόζουν, επικρατούν) τα εξής συμπτώματα ... [< μτγν. προεξάρχω]
42539προεξέτασηπρο-ε-ξέ-τα-ση ουσ. (θηλ.): εξέταση που γίνεται νωρίτερα από την προγραμματισμένη: ~ μαθήματος.
42540προεξέχειπρο-ε-ξέ-χει ρ. (αμτβ.): εξέχει, εκτείνεται πέρα από την επιφάνεια ή το περίγραμμα ενός αντικειμένου: Τα καλώδια του συναγερμού ~ουν από τον τοίχο.|| Δόντια/μάτια που ~ουν. [< μτγν. προεξέχω]
42541προεξέχων, ουσα, ον προ-ε-ξέ-χων επίθ. {προεξέχ-οντος (θηλ. -ουσας), -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.) ΣΥΝ. εξέχων 1. που κυριαρχεί, ξεχωρίζει· διακεκριμένος, διαπρεπής, κορυφαίος: ~ων: επιστήμονας/επιχειρηματίας. ~ουσα: θέση/μορφή/προσωπικότητα. Η χώρα διαδραματίζει ~οντα ρόλο στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών. 2. που προεξέχει: (ΑΡΧΙΤ.) βασιλική με εγκάρσιο ~ον κλίτος. [< μτγν. προεξέχων]
16880Προεξέχων

, ουσα, ον [ἐξέχων] ε-ξέ-χων επίθ. {εξέχ-οντος (θηλ. -ουσας), -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.) ΣΥΝ. προεξέχων 1. διαπρεπής, κορυφαίος: ~ων: επιστήμονας/ηγέτης/καθηγητής/συγγραφέας. ~ουσα: προσωπικότητα/φυσιογνωμία. Εταιρείες με ~ουσα θέση στην αγορά. Οικογένεια με ~οντα ρόλο στη ζωή του τόπου. Πβ. δεσπόζων, διακεκριμένος, ξεχωριστός, πρωτοκλασάτος. 2. που προεξέχει: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) εγκάρσιο ~ον κλίτος. [< αρχ. ἐξέχων]

42542προεξόφλησηπρο-ε-ξό-φλη-ση ουσ. (θηλ.) 1. εξόφληση χρέους ή άλλης οικονομικής οφειλής πριν από την καθορισμένη ημερομηνία πληρωμής: ~ (επιχειρηματικών) απαιτήσεων/γραμματίου/δανείου/επιταγών/ταμειακών ροών/τιμολογίων. Επιτόκια/ποινή ~ης.|| ~ σύνταξης. Πβ. προπληρωμή. Βλ. προείσπραξη. 2. (σπάν.-μτφ.) εκ των προτέρων έκφραση γνώμης, προσπάθεια πρόβλεψης της εξέλιξης ενός γεγονότος, μιας κατάστασης: ~ θετικών αποτελεσμάτων για τα κέρδη της τράπεζας.
42543προεξοφλητικός, ή, ό προ-ε-ξο-φλη-τι-κός επίθ.: που εξοφλείται εκ των προτέρων· κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: προεξοφλητικό επιτόκιο: ΟΙΚΟΝ. τόκος με τον οποίο η κεντρική τράπεζα επιβαρύνει διάφορες χρηματοδοτήσεις, συνήθ. σε εμπορικές τραπέζες-μέλη της. [< αγγλ. discount rate]
42544προεξοφλώ[προεξοφλῶ] προ-ε-ξο-φλώ ρ. (μτβ.) {προεξοφλ-είς ... | προεξόφλ-ησα, -είται, -ήθηκε (λόγ. μτχ. προεξοφληθείς, -θείσα, -θέν), -ημένος, -ώντας} 1. εξοφλώ χρέος, οφειλή, καταβάλλω χρηματικό ποσό πριν από τη λήξη καθορισμένης ημερομηνίας: ~ήθηκε δάνειο αξίας ... 2. (μτφ.) εκφέρω εκ των προτέρων γνώμη με βεβαιότητα για θέμα με άγνωστη ή αβέβαιη έκβαση, προδικάζω: Μην ~είς την πορεία των εξελίξεων. Πολιτικοί αναλυτές ~ούν μεγάλη ήττα/νίκη της παράταξης. Νέα μείωση των επιτοκίων ~ούν οι αγορές. Βλ. προβλέπω.
42545προεξοχήπρο-ε-ξο-χή ουσ. (θηλ.): οτιδήποτε προεξέχει από την επιφάνεια ή το περίγραμμα ενός αντικειμένου, σώματος: ~ βράχου/στέγης/τοίχου. Δακτυλιοειδείς ~ές (βλ. λάχνη). ΣΥΝ. εξοχή (2) ΑΝΤ. εσοχή ● ΣΥΜΠΛ.: ηλιακές προεξοχές: ΑΣΤΡΟΝ. νέφος από ηλιακό ιονισμένο αέριο που συγκρατείται πάνω από την επιφάνεια του Ήλιου μέσω του ηλιακού μαγνητικού πεδίου. [< γαλλ. protubérances (solaires)] [< γαλλ. proéminence]
42546προεόρτιαπρο-ε-όρ-τι-α ουσ. (ουδ.) (τα) ΑΝΤ. μεθεόρτια 1. (μτφ.) οτιδήποτε προαναγγέλλει ένα γεγονός, συνήθ. δυσάρεστο: ~ ήττας/νίκης. ~ αντιδράσεων για το νέο νομοσχέδιο. Πβ. προανάκρουσμα. 2. οι παραμονές μιας γιορτής και οι σχετικές πανηγυρικές εκδηλώσεις: τα ~ του Δεκαπενταύγουστου/του Ευαγγελισμού/των Φώτων. [< μεσν. προεόρτια]
42547προεόρτιος, α, ο προ-ε-όρ-τι-ος επίθ. (λόγ.): που πραγματοποιείται, που συμβαίνει πριν από εορτή: (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ος: Εσπερινός. ΑΝΤ. μεθεόρτιος ● επίρρ.: προεορτίως [< μτγν. προεόρτιος]
42548προεπαγγελματικός, ή, ό προ-ε-παγ-γελ-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την περίοδο πριν από την ένταξη στην αγορά εργασίας: ~ή: εκπαίδευση/κατάρτιση. ~ές: δεξιότητες.
42549προεπαναστατικός, ή, ό προ-ε-πα-να-στα-τι-κός επίθ.: που προηγείται χρονικά μιας επανάστασης, συνήθ. του 1821: ~ή: περίοδος.|| ~ός: Τύπος. ~ό: καθεστώς. ~ά: κινήματα. ΑΝΤ. μετεπαναστατικός ● επίρρ.: προεπαναστατικά [< γαλλ. prérévolutionnaire]
42550προεπιλέγωπρο-ε-πι-λέ-γω ρ. (μτβ.) {προεπέλε-ξα, προεπιλέ-χθηκε (λόγ. προεπελέγη, μτχ. προεπιλεγ-είς, -είσα, -έν), προεπιλε-γεί, -γμένος, προεπιλέγ-οντας, -όμενος} 1. επιλέγω από πριν: Ειδική επιτροπή ~ει τους υποψηφίους με τα περισσότερα προσόντα. Τρεις κατασκευαστικές εταιρείες έχουν ~γεί για την τελική φάση του διαγωνισμού. 2. ρυθμίζω εκ των προτέρων τη λειτουργία, τις εφαρμογές, το πρόγραμμα ηλεκτρονικής συσκευής, ώστε να επιλέγονται αυτόματα: ~ κανάλια στην τηλεόραση/σταθμούς στο ραδιόφωνο.|| (σε ηλεκτρονικό υπολογιστή) ~γμένος: εκτυπωτής. ~γμένη: γραμματοσειρά/μηχανή αναζήτησης/τιμή. [< γαλλ. présélectionner, 1963 2: αγγλ. preselect]
42551προεπιλογέαςπρο-ε-πι-λο-γέ-ας ουσ. (αρσ.) 1. ΤΗΛΕΠ. κύκλωμα που συνδέει αυτόματα τη γραμμή του συνδρομητή με οποιαδήποτε προεπιλεγμένη ελεύθερη τηλεφωνική γραμμή. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή ή μηχάνημα που μπορεί να ρυθμιστεί κατάλληλα, ώστε να επιλέγει αυτόματα διάφορες εφαρμογές, λειτουργίες, προγράμματα: ~ (πολλαπλών) αντιγράφων. [< αγγλ. preselector, 1912, γαλλ. . présélecteur, 1934]
42552προεπιλογήπρο-ε-πι-λο-γή ουσ. (θηλ.) 1. προκαταρκτική, εκ των προτέρων επιλογή που συνήθ. προηγείται της τελικής: ~ των υποψηφίων με βάση τα προσόντα τους. 2. ΤΕΧΝΟΛ. εκ των προτέρων ρύθμιση εφαρμογών, προγραμμάτων, λειτουργιών ηλεκτρονικής συσκευής, ώστε να επιλέγονται αυτόματα: ραδιόφωνο με δέκα σταθμούς ~ής.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εκτυπωτή. Βλ. προρύθμιση. [< 1, 2: γαλλ. présélection, 1932 2: αγγλ. preselection, 1924]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.