| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42553 | προεπισκόπηση | προ-ε-πι-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. η δυνατότητα εμφάνισης στην οθόνη του υπολογιστή σελίδας εγγράφου όμοιας με αυτή που θα εκτυπωθεί: ~ εκτύπωσης. ~ αρχείου/εικόνας/μηνύματος. Βλ. -σκόπηση. [< αγγλ. preview] | |
| 42554 | προεργασία | προ-ερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.): προετοιμασία: ~ βαφής αυτοκινήτου. Άρχισαν οι ~ες για την ανάπλαση της κεντρικής πλατείας. [< γερμ. Vorarbeit] | |
| 42555 | προέρευνα | προ-έ-ρευ-να ουσ. (θηλ.): σύνολο προκαταρκτικών ενεργειών για τη συγκέντρωση στοιχείων πριν από την κυρίως έρευνα: Από την ~ προέκυψε ότι ... Για την οριστικοποίηση του ερωτηματολογίου πραγματοποιήθηκε ~ σε πενήντα άτομα. | |
| 42556 | προέρχομαι | προ-έρ-χο-μαι ρ. (αμτβ.) {προήλθε, μτχ. προερχ-όμενος}: έρχομαι από έναν χώρο, έχω αφετηρία ή προέλευση, κατάγομαι: ~ από προοδευτικό/συντηρητικό περιβάλλον. ~εται από πλούσια/φτωχή οικογένεια. Εμπορεύματα ~όμενα/που ~ονται από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.|| (κατ' επέκτ.) Η είδηση ~εται από αξιόπιστη πηγή. Η λέξη/το όνομα ~εται (= ετυμολογείται) από ... ● προέρχεται: έχει ως αιτία, οφείλεται σε: Η φωτιά προήλθε από βραχυκύκλωμα. Ο θάνατός του προήλθε από ανακοπή καρδιάς. Καταδικάζουμε τη βία απ’ όπου κι αν ~. Πβ. προκύπτει. [< αρχ. προέρχομαι, γαλλ. provenir] | |
| 42557 | προεστός | προ-ε-στός ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. (επί Τουρκοκρατίας) αιρετός τοπικός άρχοντας των αυτοδιοικούμενων χριστιανικών κοινοτήτων. Πβ. δημογέροντας, κοτζαμπάσης, πρόκριτος, προύχοντας. [< αρχ. πληθ. οἱ προεστῶτες, μτχ. παρακ. του ρ. προΐσταμαι] | |
| 42558 | προετοιμάζω | προ-ε-τοι-μά-ζω ρ. (μτβ.) {προετοίμα-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -σμένος, προετοιμάζ-οντας, -όμενος} 1. ετοιμάζω από πριν κάποιον ή κάτι: Κάθε πρωί η μητέρα ~ει τα παιδιά για το σχολείο. Η Εθνική Ομάδα ~εται ενόψει του κρίσιμου αγώνα. Τα κόμματα ~ονται πυρετωδώς για τις εκλογές. Ο μαθητής ~στηκε κατάλληλα/σκληρά για τις εξετάσεις. 2. (μτφ.) φέρνω κάποιον σταδιακά σε μια ψυχολογική κατάσταση, δίνοντάς του μια πρώτη ιδέα, εντύπωση· προϊδεάζω: Φρόντισε να τον ~σεις πριν του ανακοινώσεις τα δυσάρεστα. Να είσαι ~σμένος για κάθε ενδεχόμενο. Πβ. προδιαθέτω. ● ΦΡ.: προλειαίνω/προετοιμάζω το έδαφος βλ. προλειαίνω [< 1: αρχ. προετοιμάζω] | |
| 42559 | προετοιμασία | προ-ε-τοι-μα-σί-α ουσ. (θηλ.): ετοιμασία από πριν: αθλητική/σωματική/τεχνική/ψυχολογική ~. ~ φαγητού. Περίοδος ~ας. Χωρίς προβλήματα η ~ της ομάδας (πβ. προπόνηση). ~ες γάμου. Πβ. προεργασία, προπαρασκευή. [< μτγν. προετοιμασία, γαλλ. préparation, αγγλ. preparation] | |
| 42560 | προευκλείδειος | , α, ο προ-ευ-κλεί-δει-ος επίθ.: που αναφέρεται στην περίοδο πριν από τον αρχαίο Έλληνα γεωμέτρη ή τον Αθηναίο άρχοντα Ευκλείδη: ~ο: αλφάβητο. ~α: μαθηματικά. | |
| 42561 | προεφηβεία | προ-ε-φη-βεί-α ουσ. (θηλ.): η περίοδος της ζωής του ανθρώπου πριν από την εφηβεία, συνήθ. μεταξύ εννέα και δώδεκα ετών. ΑΝΤ. μετεφηβεία [< αγγλ. preadolescence, 1907] | |
| 42562 | προεφηβικός | , ή, ό προ-ε-φη-βι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την προεφηβεία: ~ή: ηλικία. ΑΝΤ. μετεφηβικός [< αγγλ. preadolescent, 1910, γαλλ. prépubère, 1946] | |
| 42563 | προέφηβος | προ-έ-φη-βος ουσ. (αρσ.) , προέφηβη (η): πρόσωπο που διανύει την προεφηβεία. ΑΝΤ. μετέφηβος [< αγγλ. preadolescent, 1930, γαλλ. prépubère, 1946, préadolescent, 1959] | |
| 42564 | προέχει | προ-έ-χει ρ. (αμτβ.) {προείχε}: έχει πρωταρχική σημασία, είναι το σπουδαιότερο όλων: Αυτό που ~ είναι η υγεία μας. Αυτή τη στιγμή ~ να ... (πβ. επείγει). Το κοινωνικό όφελος ~ του προσωπικού. ΣΥΝ. πρωτεύει [< αρχ. προέχει] | |
| 42565 | προεχόντως | προ-ε-χό-ντως επίρρ. (αρχαιοπρ.): πρωτίστως, κυρίως: Το ζήτημα είναι ~ πολιτικό. [< μτγν. προεχόντως ‘έξοχα, εξαίρετα’] | |
| 42566 | προέχων | , ουσα, ον προ-έ-χων επίθ.: ο κυριότερος, ο σημαντικότερος: ~ων: ρόλος/στόχος. ~ουσα: θέση/σημασία. ~ον: ζήτημα/στοιχείο. [< αρχ. προέχων] | |
| 42567 | πρόζα | πρό-ζα ουσ. (θηλ.) 1. πεζός λόγος, σε αντιδιαστολή με τον ποιητικό λόγο ή την μουσική: θέατρο ~ας. 2. συγγραφή έργου σε πεζό λόγο και συνεκδ. το αντίστοιχο έργο: Μετά από αρκετά χρόνια ποιητικής δημιουργίας, στράφηκε στην ~. [< 1: μεσν. πρόζα < ιταλ. prosa 2: γαλλ. prose] | |
| 42568 | προζύμι | προ-ζύ-μι ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μάζα από αλεύρι και νερό, που έχει ζυμωθεί και χρησιμοποιείται ως μαγιά για την παρασκευή ψωμιού. 2. (μτφ.) αφετηρία, βάση. [< 1: μεσν. προζύμι < μτγν. προζύμιον] | |
| 42569 | προηγιασμένος | , η, ο προ-η-γι-α-σμέ-νος επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που έχει καθαγιαστεί από πριν· κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Προηγιασμένη (Θεία Λειτουργία): εκκλησιαστική λειτουργία που τελείται κάθε Τετάρτη και Παρασκευή κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής και στην οποία χρησιμοποιούνται τα Τίμια Δώρα που έχουν καθαγιαστεί σε λειτουργία την προηγούμενη Κυριακή. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. προαγιάζω] | |
| 42570 | προηγμένος | , η, ο προ-ηγ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο ανάπτυξης, που έχει εξελιχθεί σε μεγάλο βαθμό, αναπτυγμένος: ~ος: μηχανισμός (επεξεργασίας εικόνας)/πολιτισμός/σχεδιασμός/υπολογιστής. ~η: έρευνα/κοινωνία/οικονομία/χώρα (βλ. υπανάπτυκτος). ~ο: δίκτυο επικοινωνίας. Συστήματα ~ης τεχνολογίας (= υψηλής, πρωτοποριακής).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: αναζήτηση (στο διαδίκτυο). ~ο: λογισμικό. Πβ. εξελιγ-, προχωρη-μένος. ● βλ. προάγω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. προάγω, αγγλ. advanced] | |
| 42571 | προηγούμαι | [προηγοῦμαι] προ-η-γού-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προηγ-είται ... | προηγ-ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος} ΑΝΤ. ακολουθώ, έπομαι: πηγαίνω, βρίσκομαι πιο μπροστά από κάποιον ή κάτι άλλο, προπορεύομαι ή προέχω, υπερέχω: ~είται αξιολογικά/στη βαθμολογία/στη γενική κατάταξη/στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων. ~ήθηκε με μεγάλη/μικρή διαφορά (έναντι) του αντιπάλου του. Οι γηπεδούχοι ~ούνται στο σκορ με 1-0 (: έχουν το προβάδισμα). Η ομάδα ~ήθηκε (= άνοιξε το σκορ), αλλά τελικά ισοφαρίστηκε.|| (ως έκφρ. ευγένειας) Οι κυρίες ~ούνται (: έχουν προτεραιότητα).|| ~είται (= πρωτοπορεί) στον τομέα της έρευνας. ● προηγείται: συμβαίνει, γίνεται, δρα πριν από κάποιον ή κάτι άλλο: (+ γεν.) Διαδικασία που ~ της σύναψης συμβάσεως. Συμπτώματα που ~ούνται της καρδιακής προσβολής. Ο Τύπος αποκαλύπτει όσα ~ήθηκαν της εκλογής.|| Με βάση την ανάλυση που ~ήθηκε, προκύπτει ότι ... Στα χρόνια που ~ήθηκαν ... Έγινε δεκτή η πρότασή του, χωρίς να έχει ~ηθεί συζήτηση. [< αρχ. προηγοῦμαι] | |
| 42572 | προηγούμενο | προ-η-γού-με-νο ουσ. (ουδ.) {προηγουμέν-ου | -ων}: ενέργεια, συμβάν που έχει γίνει στο παρελθόν και αποτελεί σημείο αναφοράς, θετικό ή αρνητικό παράδειγμα: νομικό ~. Η παρούσα συμφωνία αποτελεί/συνιστά ~ για οποιεσδήποτε μελλοντικές διαπραγματεύσεις. Δεν υπάρχει ανάλογο/παρόμοιο/τέτοιο ~ στη διεθνή πρακτική/στην παγκόσμια ιστορία/στα χρονικά. Ξεπέρασαν κάθε ~ οι δηλώσεις συμμετοχής στον διαγωνισμό. Η παραβίαση των συνόρων δημιουργεί ~α. ● προηγούμενα (τα): λόγια, επιχειρήματα που έχουν προαναφερθεί: Όπως προκύπτει/συνάγεται από τα ~ ... Όλα τα ~ θα παραμείνουν στη σφαίρα των θεωρητικών αναζητήσεων (= τα προαναφερθέντα). Επανάληψη/περίληψη των ~ων. ● ΦΡ.: άνευ προηγουμένου & χωρίς προηγούμενο/δεν έχει προηγούμενο: που δεν έχει ξαναγίνει: Δέχεται μια άνευ ~ επίθεση από τους κριτικούς. Προέβησαν σε μια χωρίς ~ οικονομική εκμετάλλευση της περιοχής. Η κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού δεν έχει ~.|| Το θράσος/η κακία του ήταν ~ ~. ΣΥΝ. πρωτοφανής [< γαλλ. sans précédent] , έχω προηγούμενα (μαζί) με κάποιον: έχω άλυτες διαφορές, ανοιχτούς λογαριασμούς: Ο διευθυντής ~ει ~ μαζί του, γι' αυτό του κάνει τη ζωή μαρτύριο., καλό/κακό προηγούμενο: παράδειγμα προς μίμηση/αποφυγή: Η επιτυχής έκβαση του προγράμματος αποτελεί ένα καλό ~ για τα επόμενα. Η λανθασμένη πρακτική τους είναι/συνιστά κακό ~. [< γαλλ. bon/mauvais antécédent] [< ουδ. της μτχ. προηγούμενος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ