| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42564 | προέχει | προ-έ-χει ρ. (αμτβ.) {προείχε}: έχει πρωταρχική σημασία, είναι το σπουδαιότερο όλων: Αυτό που ~ είναι η υγεία μας. Αυτή τη στιγμή ~ να ... (πβ. επείγει). Το κοινωνικό όφελος ~ του προσωπικού. ΣΥΝ. πρωτεύει [< αρχ. προέχει] | |
| 42565 | προεχόντως | προ-ε-χό-ντως επίρρ. (αρχαιοπρ.): πρωτίστως, κυρίως: Το ζήτημα είναι ~ πολιτικό. [< μτγν. προεχόντως ‘έξοχα, εξαίρετα’] | |
| 42566 | προέχων | , ουσα, ον προ-έ-χων επίθ.: ο κυριότερος, ο σημαντικότερος: ~ων: ρόλος/στόχος. ~ουσα: θέση/σημασία. ~ον: ζήτημα/στοιχείο. [< αρχ. προέχων] | |
| 42567 | πρόζα | πρό-ζα ουσ. (θηλ.) 1. πεζός λόγος, σε αντιδιαστολή με τον ποιητικό λόγο ή την μουσική: θέατρο ~ας. 2. συγγραφή έργου σε πεζό λόγο και συνεκδ. το αντίστοιχο έργο: Μετά από αρκετά χρόνια ποιητικής δημιουργίας, στράφηκε στην ~. [< 1: μεσν. πρόζα < ιταλ. prosa 2: γαλλ. prose] | |
| 42568 | προζύμι | προ-ζύ-μι ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μάζα από αλεύρι και νερό, που έχει ζυμωθεί και χρησιμοποιείται ως μαγιά για την παρασκευή ψωμιού. 2. (μτφ.) αφετηρία, βάση. [< 1: μεσν. προζύμι < μτγν. προζύμιον] | |
| 42569 | προηγιασμένος | , η, ο προ-η-γι-α-σμέ-νος επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που έχει καθαγιαστεί από πριν· κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Προηγιασμένη (Θεία Λειτουργία): εκκλησιαστική λειτουργία που τελείται κάθε Τετάρτη και Παρασκευή κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής και στην οποία χρησιμοποιούνται τα Τίμια Δώρα που έχουν καθαγιαστεί σε λειτουργία την προηγούμενη Κυριακή. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. προαγιάζω] | |
| 42570 | προηγμένος | , η, ο προ-ηγ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο ανάπτυξης, που έχει εξελιχθεί σε μεγάλο βαθμό, αναπτυγμένος: ~ος: μηχανισμός (επεξεργασίας εικόνας)/πολιτισμός/σχεδιασμός/υπολογιστής. ~η: έρευνα/κοινωνία/οικονομία/χώρα (βλ. υπανάπτυκτος). ~ο: δίκτυο επικοινωνίας. Συστήματα ~ης τεχνολογίας (= υψηλής, πρωτοποριακής).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: αναζήτηση (στο διαδίκτυο). ~ο: λογισμικό. Πβ. εξελιγ-, προχωρη-μένος. ● βλ. προάγω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. προάγω, αγγλ. advanced] | |
| 42571 | προηγούμαι | [προηγοῦμαι] προ-η-γού-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προηγ-είται ... | προηγ-ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος} ΑΝΤ. ακολουθώ, έπομαι: πηγαίνω, βρίσκομαι πιο μπροστά από κάποιον ή κάτι άλλο, προπορεύομαι ή προέχω, υπερέχω: ~είται αξιολογικά/στη βαθμολογία/στη γενική κατάταξη/στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων. ~ήθηκε με μεγάλη/μικρή διαφορά (έναντι) του αντιπάλου του. Οι γηπεδούχοι ~ούνται στο σκορ με 1-0 (: έχουν το προβάδισμα). Η ομάδα ~ήθηκε (= άνοιξε το σκορ), αλλά τελικά ισοφαρίστηκε.|| (ως έκφρ. ευγένειας) Οι κυρίες ~ούνται (: έχουν προτεραιότητα).|| ~είται (= πρωτοπορεί) στον τομέα της έρευνας. ● προηγείται: συμβαίνει, γίνεται, δρα πριν από κάποιον ή κάτι άλλο: (+ γεν.) Διαδικασία που ~ της σύναψης συμβάσεως. Συμπτώματα που ~ούνται της καρδιακής προσβολής. Ο Τύπος αποκαλύπτει όσα ~ήθηκαν της εκλογής.|| Με βάση την ανάλυση που ~ήθηκε, προκύπτει ότι ... Στα χρόνια που ~ήθηκαν ... Έγινε δεκτή η πρότασή του, χωρίς να έχει ~ηθεί συζήτηση. [< αρχ. προηγοῦμαι] | |
| 42572 | προηγούμενο | προ-η-γού-με-νο ουσ. (ουδ.) {προηγουμέν-ου | -ων}: ενέργεια, συμβάν που έχει γίνει στο παρελθόν και αποτελεί σημείο αναφοράς, θετικό ή αρνητικό παράδειγμα: νομικό ~. Η παρούσα συμφωνία αποτελεί/συνιστά ~ για οποιεσδήποτε μελλοντικές διαπραγματεύσεις. Δεν υπάρχει ανάλογο/παρόμοιο/τέτοιο ~ στη διεθνή πρακτική/στην παγκόσμια ιστορία/στα χρονικά. Ξεπέρασαν κάθε ~ οι δηλώσεις συμμετοχής στον διαγωνισμό. Η παραβίαση των συνόρων δημιουργεί ~α. ● προηγούμενα (τα): λόγια, επιχειρήματα που έχουν προαναφερθεί: Όπως προκύπτει/συνάγεται από τα ~ ... Όλα τα ~ θα παραμείνουν στη σφαίρα των θεωρητικών αναζητήσεων (= τα προαναφερθέντα). Επανάληψη/περίληψη των ~ων. ● ΦΡ.: άνευ προηγουμένου & χωρίς προηγούμενο/δεν έχει προηγούμενο: που δεν έχει ξαναγίνει: Δέχεται μια άνευ ~ επίθεση από τους κριτικούς. Προέβησαν σε μια χωρίς ~ οικονομική εκμετάλλευση της περιοχής. Η κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού δεν έχει ~.|| Το θράσος/η κακία του ήταν ~ ~. ΣΥΝ. πρωτοφανής [< γαλλ. sans précédent] , έχω προηγούμενα (μαζί) με κάποιον: έχω άλυτες διαφορές, ανοιχτούς λογαριασμούς: Ο διευθυντής ~ει ~ μαζί του, γι' αυτό του κάνει τη ζωή μαρτύριο., καλό/κακό προηγούμενο: παράδειγμα προς μίμηση/αποφυγή: Η επιτυχής έκβαση του προγράμματος αποτελεί ένα καλό ~ για τα επόμενα. Η λανθασμένη πρακτική τους είναι/συνιστά κακό ~. [< γαλλ. bon/mauvais antécédent] [< ουδ. της μτχ. προηγούμενος] | |
| 42573 | προηγούμενος | , η, ο προ-η-γού-με-νος επίθ.: που υπήρξε ή συνέβη πριν από κάποιον ή κάτι, που προηγήθηκε χρονικά: Ο ~ος ιδιοκτήτης/κάτοχος/μήνας/νόμος/ομιλητής/πρόεδρος. Η ~η διοίκηση/έκδοση/κυβέρνηση/σελίδα. Το ~ο έτος (πβ. πέρυσι). Στην ~η ζωή. Στις ~ες εκδηλώσεις/εκθέσεις. Στα ~α συνέδρια/χρόνια. Πβ. πρωτύτερος. Βλ. προ~. ΑΝΤ. ακόλουθος (1), επόμενος ● Ουσ.: προηγούμενη & προηγουμένη (η): ενν. ημέρα: Είχαμε κανονίσει από την ~ (= από χθες) να βρεθούμε. Πβ. προτεραία. ΣΥΝ. παραμονή (3), προηγούμενος, προηγουμένη (ο/η): ΕΚΚΛΗΣ. που έχει διατελέσει ηγούμενος/ηγουμένη σε Μονή. ● επίρρ.: προηγουμένως & προηγούμενα: ΑΝΤ. μετέπειτα (2) [< μτχ. εν. του ρ. προηγοῦμαι] | |
| 42574 | προημιτελικός | , ή, ό προ-η-μι-τε-λι-κός επίθ.: (κυρ. στον αθλητισμό) που γίνεται πριν από τον ημιτελικό: ~ός: γύρος. ~ή: συνάντηση/φάση κυπέλλου. ~ό: παιχνίδι. ● Ουσ.: προημιτελικός (ο) & προημιτελικοί (οι) & προημιτελικά (τα): ο σχετικός αγώνας: πρώτος/δεύτερος/επαναληπτικός ~.|| Η εθνική ομάδα πήρε το εισιτήριο για τα ~ά/πέρασε/προκρίθηκε στα ~ά. [< αγγλ. quarterfinal, 1926] | |
| 42575 | προθάλαμος | προ-θά-λα-μος ουσ. (αρσ.) 1. χώρος αναμονής ή υποδοχής επισκεπτών που βρίσκεται πριν από μια αίθουσα: ~ βιβλιοθήκης/γραφείου/ιατρείου/(δημόσιας) υπηρεσίας. Βλ. χολ.|| (μτφ.) Στον ~ο η δικαστική απόφαση για την υπόθεση ... 2. (μτφ.) το στάδιο που προηγείται και προετοιμάζει το επόμενο: Το λύκειο δεν πρέπει να λειτουργεί ως ~ του πανεπιστημίου. 3. ΤΕΧΝΟΛ. (σε κινητήρα εσωτερικής καύσης) βοηθητικός θάλαμος μεταξύ των μπεκ και του κυλίνδρου. [< γαλλ. antichambre] | |
| 42576 | πρόθεμα | πρό-θε-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΓΛΩΣΣ. φωνήεν το οποίο τίθεται στην αρχή λέξης που αρχίζει από σύμφωνο, συνήθ. για λόγους ευφωνίας ή αναλογίας, χωρίς να αλλάζει τη σημασία της: Το συνηθισμένο ~ στη νέα ελληνική γλώσσα είναι το α (π.χ. α-μασχάλη). 2. ΤΗΛΕΠ. κωδικός αριθμός περιοχής: Το 2310 είναι το ~ της Θεσσαλονίκης. Το διεθνές ~ είναι το 00. [< πβ. μτγν. πρόθεμα 'δημόσια ειδοποίηση', γαλλ. préfixe] | |
| 42577 | προθεματικός | , ή, ό προ-θε-μα-τι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που χρησιμοποιείται ως πρόθεμα: ~ό: φωνήεν. | |
| 42578 | προθεραπεία | προ-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): προληπτική θεραπεία ή προκαταρκτικό στάδιο θεραπείας. Βλ. -θεραπεία. [< μτγν. προθεραπεία] | |
| 42579 | προθερμαίνω | προ-θερ-μαί-νω ρ. (μτβ.) {προθέρμ-ανε, -άνθηκε, -ασμένος, προθερμαίν-οντας} 1. θερμαίνω κάτι από πριν, ώστε να φτάσει σε ορισμένη θερμοκρασία: Ψήνετε το γλυκό σε ~ασμένο φούρνο στους 150 βαθμούς Κελσίου. 2. (μτφ., κυρ. μεσοπαθ.) κάνω ζέσταμα, συνήθ. πριν από αγώνα ή παράσταση: Λίγη ώρα πριν αρχίσει το ματς, οι παίκτες ~ονται. ~ανε το κοινό. [< 1: μτγν. προθερμαίνω, αγγλ. warm up ή γερμ. anwärmen] | |
| 42580 | προθέρμανση | προ-θέρ-μαν-ση ουσ. (θηλ.) 1. (για συσκευή ή μηχάνημα) προκαταρκτική, εκ των προτέρων θέρμανση, ώστε να επιτευχθεί η κατάλληλη θερμοκρασία για ομαλή λειτουργία: ~ μηχανής (αυτοκινήτου)/φούρνου. 2. εκτέλεση χαλαρών ασκήσεων, με σκοπό την προετοιμασία του σώματος πριν από προπόνηση, αγώνα ή παράσταση: ~ αθλητών/χορευτών. Πβ. προάσκηση. Βλ. αποθεραπεία. ΣΥΝ. ζέσταμα (1) [< 1: μτγν. προθέρμανσις, αγγλ. warming up ή γερμ. Anwärmen] | |
| 42581 | προθερμαντήρας | προ-θερ-μα-ντή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. θερμαντήρας που ζεσταίνει υγρά ή αέρια πριν από τη χρήση τους: ~ αέρα/νερού. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. réchauffeur] | |
| 42582 | πρόθεση | πρό-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. η επιθυμία, ο σκοπός κάποιου να κάνει κάτι ή να εκδηλώσει ορισμένη συμπεριφορά: δεδηλωμένη/σαφής/συνειδητή ~. ~ αγοράς/επιβολής δασμών/συμμετοχής/συνεργασίας/ψήφου. Ανακοίνωση/γνωστοποίηση/δήλωση ~ης. Αγαθές/αδιευκρίνιστες/ειρηνικές/εχθρικές ~έσεις. Ανίχνευση/διερεύνηση ~έσεων. Δεν υπάρχει ~ για περιορισμό/περιορισμού των προσλήψεων. Η ~ των δραστών ήταν να σκοτώσουν. Πήγαμε στις συνομιλίες με ~ να λύσουμε το πρόβλημα. Αναχώρησε για το εξωτερικό χωρίς ~ επανόδου. Δεν ήθελα να σε προσβάλω, δεν είχα αυτή την ~ (= δεν το έκανα σκόπιμα). Άνθρωπος με καλές/κακές ~έσεις (= καλοπροαίρετος/κακοπροαίρετος). Αποκαλύπτω/δείχνω/κρύβω τις ~έσεις μου. Πρέπει να ξεκαθαρίσουν οι ~έσεις τους. Αμφισβητώ τις ~έσεις του. (λόγ.) Είμαι ενήμερος/δεν έχω ακριβή εικόνα των ~έσεών του. ΣΥΝ. προαίρεση (1) 2. ΓΡΑΜΜ. άκλιτο μέρος του λόγου που προτάσσεται κυρ. ουσιαστικών και δηλώνει ποικίλες επιρρηματικές σχέσεις ή λειτουργεί ως πρώτο συνθετικό λέξεων: κύριες ~έσεις (π.χ. αντί, από, για, κατά, με, παρά, προς, σε). ~έσεις που συντάσσονται με αιτιατική/γενική. Ρήμα σύνθετο με ~ (π.χ. διαβάλλω). Βλ. μόριο. 3. ΙΑΤΡ. χειρουργική μέθοδος αντικατάστασης σωματικού οργάνου, μέλους ή ιστού από αντίστοιχο τεχνητό· κυρ. συνεκδ. το ίδιο το τεχνητό όργανο, μέλος ή εργαλείο: οδοντικές/οφθαλμικές ~έσεις. ~έσεις άνω/κάτω άκρων. ~έσεις σιλικόνης. ΣΥΝ. πρόσθεση (3) 4. ΕΚΚΛΗΣ. η προετοιμασία του άρτου και του οίνου για τη Θεία Ευχαριστία, η αντίστοιχη ιερή ακολουθία και ειδικότ. η κόγχη ή η μικρή τράπεζα στο ιερό ορθόδοξου ναού, όπου προετοιμάζονται τα Τίμια Δώρα. Πβ. προσκομιδή. 5. ΑΡΧ. (σπάν.) δημόσια έκθεση σορού: αμφορέας με παράσταση ~ης νεκρού. Βλ. εκφορά. ● ΣΥΜΠΛ.: καταχρηστικές προθέσεις (παλαιότ.): ΓΡΑΜΜ. προθέσεις της Ελληνικής που δεν απαντώνται σε σύνθεση με ρήματα (μέχρι, χωρίς, ένεκα, πλην)., σοβαρές προθέσεις: σχέδια, αποφάσεις που διακρίνονται από σοβαρότητα και υπευθυνότητα: Έχουν ~ ~ και διάθεση για δουλειά. Τη διαβεβαίωσε για τις ~ ~ του (: ότι σκοπεύει να την παντρευτεί). ● ΦΡ.: από/με πρόθεση & (λόγ.) εκ προθέσεως: ηθελημένα, εσκεμμένα: Είναι αφελής, δεν έκανε τίποτα από ~ (= επίτηδες).|| (NOM.) Δολοφονία/παράβαση εκ ~. Θα δικαστεί για ανθρωποκτονία από/με ~. Πβ. εκ προμελέτης. ΑΝΤ. από αμέλεια, είναι/ανήκει στις προθέσεις μου (λόγ.): έχω σκοπό να κάνω κάτι: ~ ~ του να φύγει για σπουδές στο εξωτερικό. Δεν ~ ~ της κυβέρνησης ο ανασχηματισμός., έχω (την/ως) πρόθεση να ...: σκοπεύω να: ~ει ~ συμμετάσχει στον ανοικτό διαγωνισμό. Δεν είχα την παραμικρή ~ να σου δημιουργήσω πρόβλημα., ο δρόμος για/προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις βλ. κόλαση [< 1,5: αρχ. πρόθεσις 3: γαλλ. prothèse 2,4: μτγν. πρόθεσις] | |
| 42583 | προθεσμία | προ-θε-σμί-α ουσ. (θηλ.): προκαθορισμένο χρονικό περιθώριο (για πραγματοποίηση πράξης): εύλογη/ορισμένη/καταληκτική/τελική ~. Παρατείνεται η ~ υποβολής αίτησης/δικαιολογητικών/φορολογικής δήλωσης. Εκπνέει η ~ εγγραφής στα ΑΕΙ. Έναρξη/λήξη/παραβίαση/παραμέληση/παράταση/παρέλευση της ~ας. Πβ. χρονοδιάγραμμα.|| (ΝΟΜ.) Αποσβεστική ~ (βλ. παραγραφή). ~ άσκησης αγωγής/δικαιώματος/ένστασης/προσφυγής. Έταξε ~ δύο μηνών. Ζήτησε και έλαβε ~ να απολογηθεί. ΣΥΝ. διορία ● ΣΥΜΠΛ.: ανατρεπτική προθεσμία βλ. ανατρεπτικός, προθεσμιακή κατάθεση βλ. κατάθεση ● ΦΡ.: υπό προθεσμία: (για πρόσ.) με προσωρινή ή αμφισβητούμενη θέση, σε δοκιμαστικό στάδιο: Οι νέοι συνεργάτες είναι ~ ~. [< αρχ. προθεσμία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ