| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42584 | προθεσμιακός | , ή, ό προ-θε-σμι-α-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. (για οικονομική πράξη ή συναλλαγή) που συμφωνείται να πραγματοποιηθεί σε συγκεκριμένη ημερομηνία στο μέλλον: ~ός: διακανονισμός/λογαριασμός. ~ή: αγορά/σύμβαση. ~ό: επιτόκιο/συμβόλαιο. ● ΣΥΜΠΛ.: προθεσμιακή κατάθεση βλ. κατάθεση | |
| 42585 | προθετικός | , ή, ό προ-θε-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πρόθεση ή την προθετικότητα: (ΓΡΑΜΜ.) ~ή: φράση (π.χ. με πλάγια μέσα). ~ό: σύνολο (π.χ. από το σχολείο, πβ. εμπρόθετος προσδιορισμός).|| (ΙΑΤΡ.) ~ές: βαλβίδες.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ή: λειτουργία της γλώσσας. [< μτγν. προθετικός ‘αυτός που προτάσσεται’, γαλλ. prothétique, αγγλ. intentional] | |
| 42586 | προθετικότητα | προ-θε-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. κειμενική λειτουργία με την οποία δηλώνεται η πρόθεση του δημιουργού (ομιλητή ή συγγραφέα). Βλ. -ότητα. [< αγγλ. intentionality] | |
| 42587 | προθήκη | προ-θή-κη ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. βιτρίνα: Το καινούργιο βιβλίο βρίσκεται στις ~ες των βιβλιοπωλείων. 2. ειδικό έπιπλο με γυάλινο κάλυμμα για μουσειακά εκθέματα: Στην ~ εκτίθενται χάλκινα νομίσματα. Βλ. -θήκη. [< 1: μτγν. προθήκη] | |
| 42588 | πρόθημα | πρό-θη-μα ουσ. (ουδ.) {προθήμ-ατος | -ατα}: ΓΛΩΣΣ. πρόσφυμα που τοποθετείται πριν από το θέμα μιας λέξης: λεξικό ~ (π.χ. αλεξι-). Το ~ της λέξης "ξεδιαλύνω" είναι το "ξε". Βλ. επίθημα, μόρφημα. [< μτγν. πρόθημα 'προσθήκη', γαλλ. préfixe] | |
| 42589 | προθηματοποίηση | προ-θη-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. προσθήκη προθήματος στην αρχή λέξης για τον σχηματισμό μιας νέας. π.χ. παρα-οικονομία. Βλ. επιθηματοποίηση. [< γαλλ. préfixation] | |
| 42590 | προθρομβίνη | προ-θρομ-βί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη του πλάσματος που παράγεται στο συκώτι και αποτελεί βασικό παράγοντα πήξης του αίματος: χρόνος ~ης. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. prothrombin, γαλλ. prothrombine] | |
| 42591 | προθυμία | προ-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) προθυμιά: ευνοϊκή διάθεση, καλή θέληση, ζήλος, ετοιμότητα κάποιου να κάνει κάτι: ~ εξυπηρέτησης. Έδειξε μεγάλη ~ να μάθει τη δουλειά. Δέχτηκε με ~ την πρότασή μου. Έλλειψη ~ας για συζήτηση. Πβ. θέρμη, όρεξη. ΣΥΝ. ζέση (1) ΑΝΤ. απροθυμία [< αρχ. προθυμία] | |
| 42592 | προθυμοποίηση | προ-θυ-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): εκδήλωση προθυμίας: ~ για βοήθεια. Βλ. -ποίηση. [< μεσν. προθυμοποίησις] | |
| 42593 | προθυμοποιούμαι | [προθυμοποιοῦμαι] προ-θυ-μο-ποι-ού-μαι ρ. (αμτβ.) {προθυμοποι-είται ... | προθυμοποι-ήθηκε, -ούμενος, (σπάν.) -ημένος}: δείχνω προθυμία για κάτι: ~ήθηκε να μας μεταφέρει με το αυτοκίνητό του στο λιμάνι. Κανείς δεν ~ήθηκε να με βοηθήσει. Πβ. προσφέρομαι, φιλοτιμούμαι. [< μτγν. προθυμοποιοῦμαι, γαλλ. s΄empresser] | |
| 42594 | πρόθυμος | , η, ο πρό-θυ-μος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από προθυμία: Είναι πάντα ~ ν' ακούσει τα προβλήματά μας. Δεν φάνηκε ~ για συζήτηση. Πβ. διατεθειμένος. ΑΝΤ. απρόθυμος ● επίρρ.: πρόθυμα & (λόγ.) προθύμως ● ΦΡ.: το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής βλ. σαρξ [< αρχ. πρόθυμος] | |
| 42595 | πρόθυρα | πρό-θυ-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): κυρ. στη ● ΦΡ.: (βρίσκομαι/είμαι/φτάνω) στα πρόθυρα: στο αμέσως προηγούμενο στάδιο, λίγο προτού συμβεί κάτι αρνητικό, δυσάρεστο: ~ ~ εγκεφαλικού/της κατάρρευσης/της καταστροφής/της πτώχευσης/της τρέλας/της χρεοκοπίας. Είναι ~ ~ κατάθλιψης/νευρικής κρίσης. Πβ. στο κατώφλι, στο χείλος. [< αρχ. πρόθυρον ‘προαύλιο’, γαλλ. seuil] | |
| 42596 | προϊδεάζω | προ-ϊ-δε-ά-ζω ρ. (μτβ.) {προϊδέα-σε, -σει, προϊδεάζ-οντας, προϊδεα-σμένος} (λόγ.): προετοιμάζω κάποιον για κάτι, δίνω μια εικόνα, μια εντύπωση για κάτι που θα ακολουθήσει: ~ αρνητικά/θετικά. Από την αρχή της ταινίας, ο σκηνοθέτης ~ει (= υποψιάζει) το κοινό του για τη συνέχεια. Πβ. προδιαθέτω, προκαταλαμβάνω. | |
| 42597 | προϊδεασμός | προ-ϊ-δε-α-σμός ουσ. (αρσ.) & προϊδέαση (η): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προϊδεάζω: ~ του αναγνώστη για την υπόθεση ενός βιβλίου. | |
| 42598 | προίκα | [προῖκα] προί-κα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) προικός} 1. η προσωπική, κυρ. κινητή, περιουσία νύφης ή γενικότ. γυναίκας που είναι σε ηλικία γάμου ή πρόκειται να παντρευτεί. Πβ. προικιό.|| (κατ' επέκτ.) Γαμπρός με ~.|| ~ μωρού (: βρεφικά ρούχα ή έπιπλα). 2. ΝΟΜ. (παλαιότ.) το σύνολο των κινητών και ακίνητων περιουσιακών στοιχείων που έπαιρνε συνήθ. ο γαμπρός από την οικογένεια της νύφης. 3. (μτφ.) οτιδήποτε λειτουργεί ως εφόδιο: Έχει ως ~ του/σημαντική ~ το διδακτορικό του. 4. (μτφ.-προφ.) οικονομική ενίσχυση, χρήματα: ~ αξίας ... ευρώ στις τράπεζες. ● Υποκ.: προικούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: είδη προικός: λευκά είδη· συνεκδ. το κατάστημα που τα πουλά. [< 1: αρχ. προίξ] | |
| 42599 | προικίζω | προι-κί-ζω ρ. (μτβ.) {προίκι-σα, -στηκα, -σμένος, προικίζ-οντας} 1. δίνω προίκα: ~σε την κόρη του με ένα διαμέρισμα. To ίδρυμα ~ει κορίτσια/παιδιά που κατάγονται από το νησί.|| (μτφ.) ~σε τη βιβλιοθήκη του τόπου του με ένα σεβαστό ποσό. Πβ. δωρίζω, παραχωρώ. 2. (μτφ.) παρέχω κάποιο χάρισμα ή ιδιαίτερες ικανότητες σε κάποιον: Η φύση την ~σε με ιδιαίτερη ομορφιά/καλλιτεχνικό ταλέντο. ~σμένος: καλλιτέχνης. Άτομο ~σμένο με εξαιρετική ευφυΐα (πβ. ταλαντούχος, χαρισματικός). [< 1: μτγν. προικίζω 2: γαλλ. doter] | |
| 42600 | προικιό | προι-κιό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.): το σύνολο των κινητών περιουσιακών στοιχείων της νύφης (είδη ρουχισμού, έπιπλα, κεντήματα, σκεύη): χειροποίητα ~ιά.|| Όλα στο σπίτι είναι ~ (= προίκα) της. [< μεσν. προικιό] | |
| 42601 | προίκιση | προί-κι-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προικίζω. | |
| 42602 | προίκισμα | προί-κι-σμα ουσ. (ουδ.) (σπάν.): ταλέντο, χάρισμα. | |
| 42603 | προικοδότης | προι-κο-δό-της ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που έδινε προίκα. Βλ. -δότης. [< μτγν. προικοδότης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ