| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42593 | προθυμοποιούμαι | [προθυμοποιοῦμαι] προ-θυ-μο-ποι-ού-μαι ρ. (αμτβ.) {προθυμοποι-είται ... | προθυμοποι-ήθηκε, -ούμενος, (σπάν.) -ημένος}: δείχνω προθυμία για κάτι: ~ήθηκε να μας μεταφέρει με το αυτοκίνητό του στο λιμάνι. Κανείς δεν ~ήθηκε να με βοηθήσει. Πβ. προσφέρομαι, φιλοτιμούμαι. [< μτγν. προθυμοποιοῦμαι, γαλλ. s΄empresser] | |
| 42594 | πρόθυμος | , η, ο πρό-θυ-μος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από προθυμία: Είναι πάντα ~ ν' ακούσει τα προβλήματά μας. Δεν φάνηκε ~ για συζήτηση. Πβ. διατεθειμένος. ΑΝΤ. απρόθυμος ● επίρρ.: πρόθυμα & (λόγ.) προθύμως ● ΦΡ.: το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής βλ. σαρξ [< αρχ. πρόθυμος] | |
| 42595 | πρόθυρα | πρό-θυ-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): κυρ. στη ● ΦΡ.: (βρίσκομαι/είμαι/φτάνω) στα πρόθυρα: στο αμέσως προηγούμενο στάδιο, λίγο προτού συμβεί κάτι αρνητικό, δυσάρεστο: ~ ~ εγκεφαλικού/της κατάρρευσης/της καταστροφής/της πτώχευσης/της τρέλας/της χρεοκοπίας. Είναι ~ ~ κατάθλιψης/νευρικής κρίσης. Πβ. στο κατώφλι, στο χείλος. [< αρχ. πρόθυρον ‘προαύλιο’, γαλλ. seuil] | |
| 42596 | προϊδεάζω | προ-ϊ-δε-ά-ζω ρ. (μτβ.) {προϊδέα-σε, -σει, προϊδεάζ-οντας, προϊδεα-σμένος} (λόγ.): προετοιμάζω κάποιον για κάτι, δίνω μια εικόνα, μια εντύπωση για κάτι που θα ακολουθήσει: ~ αρνητικά/θετικά. Από την αρχή της ταινίας, ο σκηνοθέτης ~ει (= υποψιάζει) το κοινό του για τη συνέχεια. Πβ. προδιαθέτω, προκαταλαμβάνω. | |
| 42597 | προϊδεασμός | προ-ϊ-δε-α-σμός ουσ. (αρσ.) & προϊδέαση (η): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προϊδεάζω: ~ του αναγνώστη για την υπόθεση ενός βιβλίου. | |
| 42598 | προίκα | [προῖκα] προί-κα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) προικός} 1. η προσωπική, κυρ. κινητή, περιουσία νύφης ή γενικότ. γυναίκας που είναι σε ηλικία γάμου ή πρόκειται να παντρευτεί. Πβ. προικιό.|| (κατ' επέκτ.) Γαμπρός με ~.|| ~ μωρού (: βρεφικά ρούχα ή έπιπλα). 2. ΝΟΜ. (παλαιότ.) το σύνολο των κινητών και ακίνητων περιουσιακών στοιχείων που έπαιρνε συνήθ. ο γαμπρός από την οικογένεια της νύφης. 3. (μτφ.) οτιδήποτε λειτουργεί ως εφόδιο: Έχει ως ~ του/σημαντική ~ το διδακτορικό του. 4. (μτφ.-προφ.) οικονομική ενίσχυση, χρήματα: ~ αξίας ... ευρώ στις τράπεζες. ● Υποκ.: προικούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: είδη προικός: λευκά είδη· συνεκδ. το κατάστημα που τα πουλά. [< 1: αρχ. προίξ] | |
| 42599 | προικίζω | προι-κί-ζω ρ. (μτβ.) {προίκι-σα, -στηκα, -σμένος, προικίζ-οντας} 1. δίνω προίκα: ~σε την κόρη του με ένα διαμέρισμα. To ίδρυμα ~ει κορίτσια/παιδιά που κατάγονται από το νησί.|| (μτφ.) ~σε τη βιβλιοθήκη του τόπου του με ένα σεβαστό ποσό. Πβ. δωρίζω, παραχωρώ. 2. (μτφ.) παρέχω κάποιο χάρισμα ή ιδιαίτερες ικανότητες σε κάποιον: Η φύση την ~σε με ιδιαίτερη ομορφιά/καλλιτεχνικό ταλέντο. ~σμένος: καλλιτέχνης. Άτομο ~σμένο με εξαιρετική ευφυΐα (πβ. ταλαντούχος, χαρισματικός). [< 1: μτγν. προικίζω 2: γαλλ. doter] | |
| 42600 | προικιό | προι-κιό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.): το σύνολο των κινητών περιουσιακών στοιχείων της νύφης (είδη ρουχισμού, έπιπλα, κεντήματα, σκεύη): χειροποίητα ~ιά.|| Όλα στο σπίτι είναι ~ (= προίκα) της. [< μεσν. προικιό] | |
| 42601 | προίκιση | προί-κι-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προικίζω. | |
| 42602 | προίκισμα | προί-κι-σμα ουσ. (ουδ.) (σπάν.): ταλέντο, χάρισμα. | |
| 42603 | προικοδότης | προι-κο-δό-της ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που έδινε προίκα. Βλ. -δότης. [< μτγν. προικοδότης] | |
| 42604 | προικοδότηση | προι-κο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) & προικοδοσία: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προικοδοτώ: (μτφ.) ~ του Μουσείου/της πινακοθήκης με έργα του ...|| (παλαιότ.) ~ των θυγατέρων. Βλ. -δότηση. [< μεσν. προικοδότησις] | |
| 42605 | προικοδοτώ | [προικοδοτῶ] προι-κο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {προικοδοτ-εί, -ώντας | προικοδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. (μτφ.) παρέχω οικονομική κυρ. βοήθεια, χρηματοδοτώ: Με δέκα εκατομμύρια ευρώ ~εί τους δήμους το πρόγραμμα ... 2. (παλαιότ.) δίνω προίκα σε νύφη. Βλ. -δοτώ. [< μεσν. προικοδοτώ] | |
| 42606 | προικοθήρας | προι-κο-θή-ρας ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): άντρας που επιδιώκει να πάρει μεγάλη προίκα: Ο γαμπρός αποδείχτηκε ~. Βλ. -θήρας. [< γαλλ. coureur de dot] | |
| 42607 | προικοσύμφωνο | προι-κο-σύμ-φω-νο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): συμβόλαιο ανάμεσα στον γαμπρό και την οικογένεια της νύφης (ή και την ίδια) στο οποίο καταγράφονταν με λεπτομέρεια όλα τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία που δίνονταν ως προίκα. [< μεσν. προικοσύμφωνον] | |
| 42608 | προικώος | , α, ο [προικῷος] προι-κώ-ος επίθ. (επίσ.): που προέρχεται από προίκα ή σχετίζεται με αυτή: ~α: περιουσία. ~ο: ακίνητο/κεφάλαιο/συμβόλαιο (= προικοσύμφωνο). Βλ. -ώος. [< μτγν. προικῷος] | |
| 42609 | προϊόν | προ-ϊ-όν ουσ. (ουδ.) {προϊόντ-ος | -α, -ων} 1. οτιδήποτε προέρχεται, παράγεται από την ανθρώπινη εργασία ή δραστηριότητα: γεωργικό/ελαττωματικό/εμπορικό/ζωικό/καταναλωτικό/κτηνοτροφικό/παραδοσιακό/πρωτοποριακό/τεχνικό/τουριστικό/χειροποίητο ~.|| (ΟΙΚΟΝ.) Επενδυτικό/καταθετικό/τραπεζικό ~. ~ εγγυημένου κεφαλαίου.|| ~ υψηλής διατροφικής αξίας. Εμπορική ονομασία/καταχώριση/κωδικός/παράδοση/προώθηση/τιμή ~ος. Αγροτικά/αθλητικά/ανταγωνιστικά/βιομηχανικά/γαλακτοκομικά/δικτυακά/εγχώρια/εισαγόμενα/ενδιάμεσα (= που χρησιμεύουν για την παραγωγή άλλων)/εξαγώγιμα/ευπαθή/εύφλεκτα/καλλιτεχνικά/καλλυντικά/κατεψυγμένα/κηπευτικά/κύρια/ξηρά/ποιοτικά/τεχνητά/τοξικά/τυποποιημένα/υγρά/φαρμακευτικά/φρέσκα ή νωπά/φυσικά/φυτικά/χημικά ~α. ~α άρτου (= αρτοσκευάσματα). ~α άλεσης δημητριακών (π.χ. αλεύρι). ~α και υπηρεσίες. ~α αδυνατίσματος/θαλάσσης/ξύλου/περιποίησης/πληροφορικής/πρώτης ανάγκης/τέχνης/τεχνολογίας. Γκάμα/εμπορία/κατάλογος/κατηγορίες/σειρά/σχεδίαση ~ων. Διακινώ/εκθέτω/εξάγω/πουλώ/ψωνίζω ένα ~. Δεν είναι διαθέσιμο το ~ που θέλετε να αγοράσετε. Η εταιρεία λανσάρει νέο ~ στην αγορά. || εκπαιδευτικά/πνευματικά/πολιτιστικά ~α. Πβ. παρασκεύασμα. Βλ. παρα~, συμ~, υπερ~. 2. {συνήθ. στον εν.} (μτφ.) καρπός, δημιούργημα, αποτέλεσμα ορισμένης διαδικασίας, δραστηριότητας: ~ αναζήτησης/απάτης/έμπνευσης/κλοπής/μελέτης/μόχθου/συνεργασίας/φαντασίας. Η έκδοση του βιβλίου είναι ~ μακρόχρονης προσπάθειας (πβ. απόρροια, επακόλουθο). 3. απόδοση, κέρδος, είσπραξη: οικονομικό ~ (: εισόδημα από επενδύσεις). Το οριακό και το µέσο ~ της εργασίας. Το ~ της πώλησης θα αποδοθεί στους δικαιούχους. Το ~ του εράνου θα χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση των πληγέντων. ● ΣΥΜΠΛ.: ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ): ΟΙΚΟΝ. η συνολική νομισματική αξία των παραγόμενων αγαθών και παρεχόμενων υπηρεσιών μιας χώρας, μέσα στην επικράτειά της, κατά τη διάρκεια ενός έτους. [< αγγλ. gross domestic product (GDP), 1951] , ακαθάριστο εθνικό προϊόν (ΑΕΠ): ΟΙΚΟΝ. η συνολική νομισματική αξία των παραγόμενων αγαθών και παρεχόμενων υπηρεσιών μιας χώρας είτε στην επικράτειά της είτε στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια ενός έτους. [< αγγλ. gross national product (GNP), 1923] , βιολογικά προϊόντα & οργανικά προϊόντα: που παράγονται χωρίς τη χρήση χημικών φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων ή άλλων ορμονών: συμβατικά και ~ ~. Εξειδικευμένα καταστήματα πώλησης/Οργανισμός Ελέγχου και Πιστοποίησης ~ών ~ων., έτοιμο/τελικό προϊόν: αυτό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί, να καταναλωθεί αμέσως, χωρίς επιπλέον επεξεργασία: ~α ~α διατροφής/ζύμης/λογισμικού., καθαρό εγχώριο προϊόν: ΟΙΚΟΝ. το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, αφού αφαιρεθούν οι αποσβέσεις. [< αγγλ. net domestic product (NDP)] , καθαρό εθνικό προϊόν: ΟΙΚΟΝ. η συνολική νομισματική αξία των εισοδημάτων που εξασφαλίζουν οι κάτοικοι μιας χώρας (είτε από την επικράτειά της είτε από το εξωτερικό), αφού αφαιρεθούν οι φόροι και όσα διατέθηκαν για την απόκτηση των εισοδημάτων αυτών κατά τη διάρκεια ενός έτους. [< αγγλ. net national product (ΝΝP), 1945] , παράγωγα προϊόντα: ΟΙΚΟΝ. κάθε τύπος χρηματοοικονομικής συναλλαγής η αξία της οποίας εξαρτάται από την υποκείμενη αξία ενός άλλου περιουσιακού στοιχείου ή δείκτη (όπως μετοχές, επιτόκια και ομόλογα): Επενδύω σε ~ ~. [< αγγλ. derivatives, 1985] , προϊόντα ευρείας κατανάλωσης & μαζικής/καθημερινής κατανάλωσης: αγαθά που αγοράζονται και χρησιμοποιούνται ευρέως, για να καλύψουν κυρ. πρώτες ανάγκες., ανάπτυξη προϊόντων βλ. ανάπτυξη, δημοπρατήριο αγροτικών προϊόντων βλ. δημοπρατήριο, προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας βλ. ετικέτα, προϊόντα/έργα της διάνοιας βλ. διάνοια, τοποθέτηση προϊόντων βλ. τοποθέτηση. ● ΦΡ.: προϊόν με ονομασία προέλευσης: αγαθό του οποίου η παραγωγή, η μεταποίηση και η επεξεργασία πρέπει να λαμβάνουν χώρα σε μια οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή με αναγνωρισμένη τεχνογνωσία. Βλ. προστατευόμενη ονομασία προέλευσης. [< πβ. αρχ. προϊόν, βλ. προϊών, γαλλ. produit, αγγλ. product] | |
| 42610 | προϊοντικός | , ή, ό προ-ϊ-ο-ντι-κός επίθ. (επίσ.): που αναφέρεται σε προϊόντα: ~ός: κατάλογος. ~ή: γκάμα/ενημέρωση/επικοινωνία/κατηγορία. ~ό: έντυπο/χαρτοφυλάκιο. ~ά: χαρακτηριστικά. | |
| 41921 | προιοντικος | πορτ-φό-λι-ο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. φάκελος για μεταφορά σχεδίων, φωτογραφιών και σπανιότ. εγγράφων· κυρ. κατ' επέκτ. υλικό αναφοράς: προσωπικό ~. Στη συνέντευξη του ζήτησαν ~ με τις δουλειές του.|| ~ μαθητή (: στο οποίο καταγράφονται οι δραστηριότητες και οι επιδόσεις του). 2. υπηρεσίες ή προϊόντα που παρέχονται από εταιρεία: προϊοντικό ~. Πβ. χαρτοφυλάκιο. ● ΣΥΜΠΛ.: Ευρωπαϊκό Πορτφόλιο/Χαρτοφυλάκιο Γλωσσών: εκπαιδευτικό εργαλείο που επιτρέπει τη συστηματική αυτοαξιολόγηση των αλλόφωνων μαθητών και σπουδαστών σχετικά με τις επικοινωνιακές τους δεξιότητες και ανάγκες στη γλώσσα που μαθαίνουν: ~ ~ και γλωσσική πολιτική. Βλ. ευρωδιαβατήριο, κινητικότητα, πολυ-γλωσσία, -πολιτισμικότητα. [< αγγλ. European Language Portfolio, ELP] [< αγγλ. portfolio, γαλλ. ~, περ. 1970, ιταλ. portafoglio] | |
| 58779 | προϊούσα | βλ. προϊών |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ