| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42604 | προικοδότηση | προι-κο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) & προικοδοσία: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προικοδοτώ: (μτφ.) ~ του Μουσείου/της πινακοθήκης με έργα του ...|| (παλαιότ.) ~ των θυγατέρων. Βλ. -δότηση. [< μεσν. προικοδότησις] | |
| 42605 | προικοδοτώ | [προικοδοτῶ] προι-κο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {προικοδοτ-εί, -ώντας | προικοδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. (μτφ.) παρέχω οικονομική κυρ. βοήθεια, χρηματοδοτώ: Με δέκα εκατομμύρια ευρώ ~εί τους δήμους το πρόγραμμα ... 2. (παλαιότ.) δίνω προίκα σε νύφη. Βλ. -δοτώ. [< μεσν. προικοδοτώ] | |
| 42606 | προικοθήρας | προι-κο-θή-ρας ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): άντρας που επιδιώκει να πάρει μεγάλη προίκα: Ο γαμπρός αποδείχτηκε ~. Βλ. -θήρας. [< γαλλ. coureur de dot] | |
| 42607 | προικοσύμφωνο | προι-κο-σύμ-φω-νο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): συμβόλαιο ανάμεσα στον γαμπρό και την οικογένεια της νύφης (ή και την ίδια) στο οποίο καταγράφονταν με λεπτομέρεια όλα τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία που δίνονταν ως προίκα. [< μεσν. προικοσύμφωνον] | |
| 42608 | προικώος | , α, ο [προικῷος] προι-κώ-ος επίθ. (επίσ.): που προέρχεται από προίκα ή σχετίζεται με αυτή: ~α: περιουσία. ~ο: ακίνητο/κεφάλαιο/συμβόλαιο (= προικοσύμφωνο). Βλ. -ώος. [< μτγν. προικῷος] | |
| 42609 | προϊόν | προ-ϊ-όν ουσ. (ουδ.) {προϊόντ-ος | -α, -ων} 1. οτιδήποτε προέρχεται, παράγεται από την ανθρώπινη εργασία ή δραστηριότητα: γεωργικό/ελαττωματικό/εμπορικό/ζωικό/καταναλωτικό/κτηνοτροφικό/παραδοσιακό/πρωτοποριακό/τεχνικό/τουριστικό/χειροποίητο ~.|| (ΟΙΚΟΝ.) Επενδυτικό/καταθετικό/τραπεζικό ~. ~ εγγυημένου κεφαλαίου.|| ~ υψηλής διατροφικής αξίας. Εμπορική ονομασία/καταχώριση/κωδικός/παράδοση/προώθηση/τιμή ~ος. Αγροτικά/αθλητικά/ανταγωνιστικά/βιομηχανικά/γαλακτοκομικά/δικτυακά/εγχώρια/εισαγόμενα/ενδιάμεσα (= που χρησιμεύουν για την παραγωγή άλλων)/εξαγώγιμα/ευπαθή/εύφλεκτα/καλλιτεχνικά/καλλυντικά/κατεψυγμένα/κηπευτικά/κύρια/ξηρά/ποιοτικά/τεχνητά/τοξικά/τυποποιημένα/υγρά/φαρμακευτικά/φρέσκα ή νωπά/φυσικά/φυτικά/χημικά ~α. ~α άρτου (= αρτοσκευάσματα). ~α άλεσης δημητριακών (π.χ. αλεύρι). ~α και υπηρεσίες. ~α αδυνατίσματος/θαλάσσης/ξύλου/περιποίησης/πληροφορικής/πρώτης ανάγκης/τέχνης/τεχνολογίας. Γκάμα/εμπορία/κατάλογος/κατηγορίες/σειρά/σχεδίαση ~ων. Διακινώ/εκθέτω/εξάγω/πουλώ/ψωνίζω ένα ~. Δεν είναι διαθέσιμο το ~ που θέλετε να αγοράσετε. Η εταιρεία λανσάρει νέο ~ στην αγορά. || εκπαιδευτικά/πνευματικά/πολιτιστικά ~α. Πβ. παρασκεύασμα. Βλ. παρα~, συμ~, υπερ~. 2. {συνήθ. στον εν.} (μτφ.) καρπός, δημιούργημα, αποτέλεσμα ορισμένης διαδικασίας, δραστηριότητας: ~ αναζήτησης/απάτης/έμπνευσης/κλοπής/μελέτης/μόχθου/συνεργασίας/φαντασίας. Η έκδοση του βιβλίου είναι ~ μακρόχρονης προσπάθειας (πβ. απόρροια, επακόλουθο). 3. απόδοση, κέρδος, είσπραξη: οικονομικό ~ (: εισόδημα από επενδύσεις). Το οριακό και το µέσο ~ της εργασίας. Το ~ της πώλησης θα αποδοθεί στους δικαιούχους. Το ~ του εράνου θα χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση των πληγέντων. ● ΣΥΜΠΛ.: ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ): ΟΙΚΟΝ. η συνολική νομισματική αξία των παραγόμενων αγαθών και παρεχόμενων υπηρεσιών μιας χώρας, μέσα στην επικράτειά της, κατά τη διάρκεια ενός έτους. [< αγγλ. gross domestic product (GDP), 1951] , ακαθάριστο εθνικό προϊόν (ΑΕΠ): ΟΙΚΟΝ. η συνολική νομισματική αξία των παραγόμενων αγαθών και παρεχόμενων υπηρεσιών μιας χώρας είτε στην επικράτειά της είτε στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια ενός έτους. [< αγγλ. gross national product (GNP), 1923] , βιολογικά προϊόντα & οργανικά προϊόντα: που παράγονται χωρίς τη χρήση χημικών φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων ή άλλων ορμονών: συμβατικά και ~ ~. Εξειδικευμένα καταστήματα πώλησης/Οργανισμός Ελέγχου και Πιστοποίησης ~ών ~ων., έτοιμο/τελικό προϊόν: αυτό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί, να καταναλωθεί αμέσως, χωρίς επιπλέον επεξεργασία: ~α ~α διατροφής/ζύμης/λογισμικού., καθαρό εγχώριο προϊόν: ΟΙΚΟΝ. το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, αφού αφαιρεθούν οι αποσβέσεις. [< αγγλ. net domestic product (NDP)] , καθαρό εθνικό προϊόν: ΟΙΚΟΝ. η συνολική νομισματική αξία των εισοδημάτων που εξασφαλίζουν οι κάτοικοι μιας χώρας (είτε από την επικράτειά της είτε από το εξωτερικό), αφού αφαιρεθούν οι φόροι και όσα διατέθηκαν για την απόκτηση των εισοδημάτων αυτών κατά τη διάρκεια ενός έτους. [< αγγλ. net national product (ΝΝP), 1945] , παράγωγα προϊόντα: ΟΙΚΟΝ. κάθε τύπος χρηματοοικονομικής συναλλαγής η αξία της οποίας εξαρτάται από την υποκείμενη αξία ενός άλλου περιουσιακού στοιχείου ή δείκτη (όπως μετοχές, επιτόκια και ομόλογα): Επενδύω σε ~ ~. [< αγγλ. derivatives, 1985] , προϊόντα ευρείας κατανάλωσης & μαζικής/καθημερινής κατανάλωσης: αγαθά που αγοράζονται και χρησιμοποιούνται ευρέως, για να καλύψουν κυρ. πρώτες ανάγκες., ανάπτυξη προϊόντων βλ. ανάπτυξη, δημοπρατήριο αγροτικών προϊόντων βλ. δημοπρατήριο, προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας βλ. ετικέτα, προϊόντα/έργα της διάνοιας βλ. διάνοια, τοποθέτηση προϊόντων βλ. τοποθέτηση. ● ΦΡ.: προϊόν με ονομασία προέλευσης: αγαθό του οποίου η παραγωγή, η μεταποίηση και η επεξεργασία πρέπει να λαμβάνουν χώρα σε μια οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή με αναγνωρισμένη τεχνογνωσία. Βλ. προστατευόμενη ονομασία προέλευσης. [< πβ. αρχ. προϊόν, βλ. προϊών, γαλλ. produit, αγγλ. product] | |
| 42610 | προϊοντικός | , ή, ό προ-ϊ-ο-ντι-κός επίθ. (επίσ.): που αναφέρεται σε προϊόντα: ~ός: κατάλογος. ~ή: γκάμα/ενημέρωση/επικοινωνία/κατηγορία. ~ό: έντυπο/χαρτοφυλάκιο. ~ά: χαρακτηριστικά. | |
| 41921 | προιοντικος | πορτ-φό-λι-ο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. φάκελος για μεταφορά σχεδίων, φωτογραφιών και σπανιότ. εγγράφων· κυρ. κατ' επέκτ. υλικό αναφοράς: προσωπικό ~. Στη συνέντευξη του ζήτησαν ~ με τις δουλειές του.|| ~ μαθητή (: στο οποίο καταγράφονται οι δραστηριότητες και οι επιδόσεις του). 2. υπηρεσίες ή προϊόντα που παρέχονται από εταιρεία: προϊοντικό ~. Πβ. χαρτοφυλάκιο. ● ΣΥΜΠΛ.: Ευρωπαϊκό Πορτφόλιο/Χαρτοφυλάκιο Γλωσσών: εκπαιδευτικό εργαλείο που επιτρέπει τη συστηματική αυτοαξιολόγηση των αλλόφωνων μαθητών και σπουδαστών σχετικά με τις επικοινωνιακές τους δεξιότητες και ανάγκες στη γλώσσα που μαθαίνουν: ~ ~ και γλωσσική πολιτική. Βλ. ευρωδιαβατήριο, κινητικότητα, πολυ-γλωσσία, -πολιτισμικότητα. [< αγγλ. European Language Portfolio, ELP] [< αγγλ. portfolio, γαλλ. ~, περ. 1970, ιταλ. portafoglio] | |
| 58779 | προϊούσα | βλ. προϊών | |
| 42611 | προΐσταμαι | προ-ΐ-στα-μαι ρ. (μτβ.) {προΐστα-ται, -σθε, -νται, παρατ. -το, -ντο· μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): είμαι επικεφαλής, διευθύνω (υπηρεσία, έργο): (+ γεν.) ~ται της επιχείρησης/των ερευνών/του ιδρύματος/του οργανισμού. ~ται στο (διοικητικό) συμβούλιο/στη συνεδρίαση. [< αρχ. προΐσταμαι] | |
| 42612 | προϊστάμενος | , η, ο προ-ϊ-στά-με-νος επίθ. (λόγ.): που κατέχει ανώτερη ιεραρχικά θέση: ~η: Αρχή/υπηρεσία. ~ο: κλιμάκιο. Βλ. αδελφή. ● Ουσ.: προϊστάμενος, προϊσταμένη (ο/η): ~ γραφείου/διεύθυνσης/εισαγγελίας/εταιρείας. Κάνω αναφορά στον ~ο. ΑΝΤ. υφιστάμενος.|| Πολιτικός ~ (της ΕΛ.ΑΣ.). [< μτχ. του αρχ. ρ. προΐσταμαι] | |
| 42613 | προΐστιο | προ-ΐ-στι-ο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. τριγωνικό ιστίο που βρίσκεται μπροστά από το κύριο πανί και ανάμεσα σε δύο κατάρτια ιστιοφόρου. | |
| 42614 | προϊστορία | προ-ϊ-στο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. η χρονική περίοδος πριν από τους ιστορικούς χρόνους και ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη αυτής της περιόδου. Βλ. παλαιο-, μεσο-, νεο-λιθικός. 2. (μτφ.) γεγονότα που έχουν προηγηθεί και αφορούν μια τρέχουσα κατάσταση: η ~ του προβλήματος/της υπόθεσης (πβ. ιστορία, ιστορικό). Η μεταξύ τους σχέση έχει μεγάλη ~.|| Η ~ των αγώνων μεταξύ δύο ομάδων. [< πβ. μεσν. προϊστορίη, γαλλ. préhistoire] | |
| 42615 | προϊστορικός | , ή, ό προ-ϊ-στο-ρι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που αναφέρεται στην προϊστορία: ~ός: άνθρωπος/ναός/οικισμός/πολιτισμός. ~ή: αρχαιολογία/εποχή/καταγωγή/περίοδος. ~ό: ζώο/μνημείο/παρελθόν. ~οί: χρόνοι.|| (μτφ.-ειρων.) Έχει ένα ~ό κινητό (: πολύ παλιό, περασμένης τεχνολογίας)! [< γερμ. prähistorisch, γαλλ. préhistorique, αγγλ. prehestoric] | |
| 42616 | προϊών | , ούσα, όν προ-ϊ-ών επίθ. {προϊ-όντος (θηλ. -ούσης), -όντα | -όντες (ουδ. -όντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): που προχωρεί, αναπτύσσεται ή εξελίσσεται: ~ούσα: επιδείνωση (της οικονομίας).|| (ΙΑΤΡ.) ~ούσα: άνοια/παράλυση. ● ΦΡ.: προϊόντος του χρόνου: με την πάροδο του χρόνου: ~ ~ οι υποχρεώσεις αυξήθηκαν. ~ ~ αποδείχθηκε ότι ... ΣΥΝ. συν τω χρόνω [< μτχ. εν. του ρ. πρόειμι ‘προχωρώ μπροστά’, γαλλ. progressif] | |
| 42617 | πρόκα | πρό-κα ουσ. (θηλ.): μεταλλικό καρφί, συνήθ. με πλατύ κεφάλι. Βλ. ξυλό-, ταβανό-προκα. [< μπρόκα, 17ος αι. < βεν. bròca, ιταλ. brocca] | |
| 42618 | προκαθήμενος | προ-κα-θή-με-νος ουσ. (αρσ.) {-ου (λογιότ.) -ένου} (λόγ.): ΕΚΚΛΗΣ. κληρικός που κατέχει την ανώτατη θέση στην ιεραρχία της Ορθόδοξης κυρ. Εκκλησίας: ο ~ της Ορθοδοξίας (= ο Οικουμενικός Πατριάρχης). Ο ~ της Εκκλησίας της Ελλάδος (= ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος). Πβ. πρωθιεράρχης.|| Ο ~ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (= ο Πάπας). [< μτγν. οἱ προκαθήμενοι] | |
| 42619 | προκαθορίζω | προ-κα-θο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {προκαθόρι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, προκαθορίζ-οντας, -όμενος, προκαθορι-σμένος}: καθορίζω από πριν, εκ των προτέρων: Γονίδια που ~ουν τη συμπεριφορά. Η αμοιβή/δόση ~εται στα ... ευρώ. ~σμένη: τιμή πώλησης. ~σμένο: αποτέλεσμα/κείμενο/μήνυμα/ποσό/σχέδιο. Η συνάντηση θα γίνει σε ~σμένη ημερομηνία/ώρα. Πβ. προδιαγράφω. [< γαλλ. prédeterminer] | |
| 42620 | προκαθορισμός | προ-κα-θο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προκαθορίζω: ~ στόχων/τιμών. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. prédétermination] | |
| 42621 | προκαΐνη | προ-κα-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τοπικό αναισθητικό (σύμβ. C13H20N2O2). Βλ. ξυλοκαΐνη. ΣΥΝ. νοβοκαΐνη [< αγγλ. procaine, 1918, γαλλ. procaïne, περ. 1950, γερμ. Procain] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ