| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3356 | αναρρίπιση | [ἀναρρίπιση] α-ναρ-ρί-πι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναρριπίζω: (μτφ.) ~ της μνήμης. Πβ. αναζωογόνηση, αναθέρμανση, ξαναζωντάνεμα.|| ~ των παθών. Πβ. αναμόχλευση, υποδαύλιση. ΑΝΤ. καταστολή, κατευνασμός.|| (σπάν.) ~ της φωτιάς. ΣΥΝ. αναζωπύρωση. ΑΝΤ. κατάσβεση. [< μεσν. αναρρίπισις] | |
| 3357 | αναρρίχηση | [ἀναρρίχηση] α-ναρ-ρί-χη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. σκαρφάλωμα· (ΑΘΛ.) ανάβαση σε κάθετη ή κεκλιμένη επιφάνεια (πλαγιά, βράχο, πάγο ή ειδική πίστα) με τη χρήση κατάλληλων τεχνικών: ~ σε πυλώνες (βλ. εναερίτης). Πβ. ανέβασμα.|| Χειμερινές ~ήσεις. Εξοπλισμός ~ης (: αναρριχητικά παπούτσια, βοηθήματα ασφάλισης, ζώνη, ιμάντες, κράνος, κρίκοι ασφαλείας, σχοινί). Πβ. ορειβασία. Βλ. παγο~. ΑΝΤ. καταρρίχηση 2. (μτφ.) άνοδος, ανέλιξη: κοινωνική ~. ~ στην εξουσία/ιεραρχία.|| ~ στην πρώτη θέση της βαθμολογίας.|| ~ των τιμών (: ακρίβεια). [< 1: αρχ. ἀναρρίχησις, γαλλ. escalade 2: γαλλ. ~, ascension] | |
| 3358 | αναρριχητής | [ἀναρριχητής] α-ναρ-ρι-χη-τής ουσ. (αρσ.) {(σπάν.) θηλ. αναρριχήτρια}: ΑΘΛ. πρόσωπο που ασχολείται με την αναρρίχηση. Πβ. αλπινιστής, ορειβάτης. | |
| 3359 | αναρριχητικός | , ή, ό [ἀναρριχητικός] α-ναρ-ρι-χη-τι-κός επίθ. 1. ΑΘΛ. που σχετίζεται με την αναρρίχηση: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: ικανότητα/λέσχη/πίστα. ~ό: πάρκο/σχοινί. ~ές: διαδρομές. ~ά: πεδία. Πβ. ορειβατικός. 2. ΒΟΤ. αναρριχώμενος: ~ά: είδη/φυτά. [< γαλλ. grimpant] | |
| 3360 | αναρριχώμαι | [ἀναρριχῶμαι] α-ναρ-ρι-χώ-μαι ρ. (αμτβ.) {αναρριχ-άται ... | αναρριχ-ήθηκε, -ώμενος} (λόγ.) & (λαϊκό) αναρριχιέμαι 1. σκαρφαλώνω· (ΑΘΛ.) κάνω αναρρίχηση: ~άται σαν τον αίλουρο!|| Ο κισσός ~άται στους τοίχους.|| ~ήθηκαν στο βουνό. Πβ. ανεβαίνω. 2. (μτφ.) ανέρχομαι (σταδιακά) σε υψηλότερη θέση, κυρ. σε κλίμακα ιεραρχίας: ~ήθηκε (ταχύτατα) στην ηγεσία/στα ύπατα αξιώματα. Πβ. ανελίσσομαι, προάγομαι.|| (για αθλητή) Κατάφερε να ~ηθεί στην κορυφή.|| Στο ...% ~ήθηκε ο Γενικός Δείκτης Τιμών/πληθωρισμός (: αυξήθηκε, παρουσίασε άνοδο). [< 1: αρχ. ἀναρριχῶμαι, γαλλ. grimper] | |
| 3361 | αναρριχώμενος | , η, ο [ἀναρριχώμενος] α-ναρ-ρι-χώ-με-νος επίθ.: που αναρριχάται: Οικοδόμοι ~οι σε σκαλωσιές. Συνηθέστ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αναρριχώμενα φυτά & αναρριχητικά φυτά & (προφ.) αναρριχητικά: ΒΟΤ. που αναπτύσσονται κατακόρυφα, στηριζόμενα σε τοίχους, φράχτες ή πέργκολες. Βλ. αγιόκλημα, βουκαμβίλια, γιασεμί, γλυσίνα, κισσός, κληματαριά. [< γαλλ. plantes grimpantes] [< μτγν. ἀναρριχώμενος] | |
| 3362 | ανάρροπος | , ος/η, ο [ἀνάρροπος] α-νάρ-ρο-πος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ανάρροπη θέση: ΙΑΤΡ. ανυψωμένη: τοποθέτηση άκρου σε ~ ~ (: για περιορισμό αιματώματος, μείωση πόνου ή οιδήματος). Ύπνος σε ~ ~. | |
| 3363 | αναρροφά | [ἀναρροφᾷ] α-ναρ-ρο-φά ρ. (μτβ.) {αναρρόφ-ησε, -άται, -ήθηκε} (επιστ.): (για μηχάνημα) έλκει υγρό ή αέριο, δημιουργώντας κενό: Αντλία που ~ το νερό από τη δεξαμενή. [< αρχ. ἀναρροφῶ, γαλλ. aspirer] | |
| 3364 | αναρρόφηση | [ἀναρρόφηση] α-ναρ-ρό-φη-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.) 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αναρροφά: (ΙΑΤΡ.) ~ εκκρίσεων.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ καυσίμου/λυμάτων/της σκόνης. Απορροφητήρας διπλής ~ης. 2. (καταχρ.) εισρόφηση: ~ τροφής. [< μτγν. ἀναρρόφησις, γαλλ. aspiration] | |
| 3365 | αναρροφητήρας | [ἀναρροφητήρας] α-ναρ-ρο-φη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή αναρρόφησης: ~ απορριμμάτων. Φυσητήρας-~. Πβ. αντλία, ηλεκτρική σκούπα. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. aspirateur] | |
| 3366 | αναρροφητικός | , ή, ό [ἀναρροφητικός] α-ναρ-ρο-φη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αναρρόφηση: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: αντλία/σκούπα (= ηλεκτρική). [< γαλλ. aspirant] | |
| 3367 | αναρρύθμιση | [ἀναρρύθμιση] α-ναρ-ρύθ-μι-ση ουσ. (θηλ.): ρύθμιση εκ νέου: ~ των εργασιακών σχέσεων/του πολεοδομικού σχεδίου. Πβ. αναδιάρθρωση, αναδιοργάνωση, επαναπροσδιορισμός.|| ~ πηγής/υπόγειων υδροφορέων. Δεξαμενή/έργα ~ης (για αρδευτικούς σκοπούς). [< γερμ. Neureg(e)lung] | |
| 3368 | αναρρώνω | [ἀναρρώνω] α-ναρ-ρώ-νω ρ. (αμτβ.) {ανάρρω-σα (λόγ.) ανέρρωσα, αναρρώ-σει} (λόγ.): γίνομαι καλά ύστερα από ασθένεια ή επέμβαση, ανακτώ τις δυνάμεις μου: ~ει από την ίωση/τον τραυματισμό του. ~σε γρήγορα και επέστρεψε στις υποχρεώσεις του. Ο ασθενής δεν έχει ~σει πλήρως. Πβ. ανα-λαμβάνω, -νήφω, καρδαμώνω, συνέρχομαι, είμαι/γίνομαι περδίκι.|| (μτφ.) ~ει η αγορά (= ανακάμπτει). [< αρχ. ἀναρρώννυμι] | |
| 3369 | ανάρρωση | [ἀνάρρωση] α-νάρ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναρρώνω: αργή/γρήγορη/δύσκολη ~. ~ (μετά) από γρίπη/επέμβαση. Μετεγχειρητική αποκατάσταση και ~. Ασθενείς σε ~. Βρίσκεται στο στάδιο της ~ης. Ευχές για σύντομη/ταχεία ~. (ευχετ.) Περαστικά και καλή ~! Βλ. ανάνηψη, θεραπεία, υποτροπή.|| (μτφ.) ~ από την κρίση. ΣΥΝ. ανάκαμψη. [< μτγν. ἀνάρρωσις ‘ενίσχυση, ενδυνάμωση’] | |
| 3370 | αναρρωτήριο | [ἀναρρωτήριο] α-ναρ-ρω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ειδική αίθουσα για ανάρρωση ασθενών, κυρ. στρατιωτών: το ~ της μονάδας/του στρατοπέδου. 2. ίδρυμα όπου διαμένουν και παρακολουθούνται ιατρικά άνθρωποι που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης. Βλ. αναπαυτήριο, σανατόριο, -τήριο. [< γαλλ. maison de convalescence] | |
| 3371 | αναρρωτικός | , ή, ό [ἀναρρωτικός] α-ναρ-ρω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ανάρρωση: ~ό: στάδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: αναρρωτική άδεια & (προφ.) αναρρωτική: που παρέχεται σε υπάλληλο ή στρατευμένο για λόγους ασθενείας: ~ ~ με αποδοχές. Λείπει με ~. Πήρε ~ ~. Βλ. ρεπό. [< γαλλ. congé de maladie] | |
| 3372 | αναρτημένος | , η, ο [ἀναρτημένος] α-ναρ-τη-μέ-νος επίθ. & (λόγ.) ανηρτημένος (επίσ.): που έχει αναρτηθεί: ~ος: κανονισμός/τιμοκατάλογος. ~η: ανακοίνωση (= πόστερ). Το πρόγραμμα είναι ~ο στον πίνακα της Γραμματείας.|| (κατ' επέκτ. για καταχωρήσεις στο διαδίκτυο:) Η αίτηση συμμετοχής βρίσκεται ~η στην ιστοσελίδα ...|| ~ από την οροφή/τον τοίχο (ΣΥΝ. κρεμασμένος). ● βλ. αναρτώ | |
| 3373 | αναρτήρας | [ἀναρτήρας] α-ναρ-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα και γενικότ. αντικείμενο από το οποίο μπορεί να αναρτηθεί κάτι: ~ες εργαλείων/οροφής. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. suspenseur] | |
| 3374 | ανάρτηση | [ἀνάρτηση] α-νάρ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναρτώ: ~ αφίσας/πανό. Πβ. κρέμασμα.|| ~ αποτελεσμάτων (βλ. ανακοίνωση).|| Διαδικτυακή ~. ~ εργασιών στην ιστοσελίδα του ... (βλ. καταχώριση). Δημοφιλείς ~ήσεις. 2. ΤΕΧΝΟΛ. διάταξη μεταξύ των τροχών του οχήματος και του σκελετού του, η οποία αποτελείται από ελατήρια, αμορτισέρ και στρεπτικές ράβδους και εξασφαλίζει την απορρόφηση των ταλαντώσεων και τη σταθερότητά του: ανεξάρτητη (: οι τροχοί δεν συνδέονται μεταξύ τους με άξονα)/εμπρός/πίσω/υδραυλική ~. ~ αυτοκινήτου/μοτοσικλέτας. ~ αέρος (= αερ~). Πλαίσιο/σύστημα ~ης (= σασί). Ρυθμιζόμενες ~ήσεις. ΣΥΝ. σισπασιόν ● Υποκ.: αναρτησούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: φάκελος ανάρτησης: υφασμάτινος επίδεσμος σε σχήμα φακέλου για τον αγκώνα και το αντιβράχιο, με ιμάντα που κρέμεται στον ώμο, για στήριξη και ακινητοποίηση τραυματισμένου μέλους ή αρθρώσεων: ~ ~ άνω άκρου/ρυθμιζόμενου ύψους., υδροενεργητική ανάρτηση βλ. υδροενεργητικός [< 1: μτγν. ἀνάρτησις 2: γαλλ. suspension] | |
| 3375 | αναρτητέος | , α, ο [ἀναρτητέος] α-ναρ-τη-τέ-ος επίθ. (λόγ.): που πρέπει να αναρτηθεί: Απόφαση/εγκύκλιος ~α στο διαδίκτυο. Βλ. πρόγραμμα Διαύγεια. [< μεσν. αναρτητέον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ