| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3364 | αναρρόφηση | [ἀναρρόφηση] α-ναρ-ρό-φη-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.) 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αναρροφά: (ΙΑΤΡ.) ~ εκκρίσεων.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ καυσίμου/λυμάτων/της σκόνης. Απορροφητήρας διπλής ~ης. 2. (καταχρ.) εισρόφηση: ~ τροφής. [< μτγν. ἀναρρόφησις, γαλλ. aspiration] | |
| 3365 | αναρροφητήρας | [ἀναρροφητήρας] α-ναρ-ρο-φη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή αναρρόφησης: ~ απορριμμάτων. Φυσητήρας-~. Πβ. αντλία, ηλεκτρική σκούπα. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. aspirateur] | |
| 3366 | αναρροφητικός | , ή, ό [ἀναρροφητικός] α-ναρ-ρο-φη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αναρρόφηση: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: αντλία/σκούπα (= ηλεκτρική). [< γαλλ. aspirant] | |
| 3367 | αναρρύθμιση | [ἀναρρύθμιση] α-ναρ-ρύθ-μι-ση ουσ. (θηλ.): ρύθμιση εκ νέου: ~ των εργασιακών σχέσεων/του πολεοδομικού σχεδίου. Πβ. αναδιάρθρωση, αναδιοργάνωση, επαναπροσδιορισμός.|| ~ πηγής/υπόγειων υδροφορέων. Δεξαμενή/έργα ~ης (για αρδευτικούς σκοπούς). [< γερμ. Neureg(e)lung] | |
| 3368 | αναρρώνω | [ἀναρρώνω] α-ναρ-ρώ-νω ρ. (αμτβ.) {ανάρρω-σα (λόγ.) ανέρρωσα, αναρρώ-σει} (λόγ.): γίνομαι καλά ύστερα από ασθένεια ή επέμβαση, ανακτώ τις δυνάμεις μου: ~ει από την ίωση/τον τραυματισμό του. ~σε γρήγορα και επέστρεψε στις υποχρεώσεις του. Ο ασθενής δεν έχει ~σει πλήρως. Πβ. ανα-λαμβάνω, -νήφω, καρδαμώνω, συνέρχομαι, είμαι/γίνομαι περδίκι.|| (μτφ.) ~ει η αγορά (= ανακάμπτει). [< αρχ. ἀναρρώννυμι] | |
| 3369 | ανάρρωση | [ἀνάρρωση] α-νάρ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναρρώνω: αργή/γρήγορη/δύσκολη ~. ~ (μετά) από γρίπη/επέμβαση. Μετεγχειρητική αποκατάσταση και ~. Ασθενείς σε ~. Βρίσκεται στο στάδιο της ~ης. Ευχές για σύντομη/ταχεία ~. (ευχετ.) Περαστικά και καλή ~! Βλ. ανάνηψη, θεραπεία, υποτροπή.|| (μτφ.) ~ από την κρίση. ΣΥΝ. ανάκαμψη. [< μτγν. ἀνάρρωσις ‘ενίσχυση, ενδυνάμωση’] | |
| 3370 | αναρρωτήριο | [ἀναρρωτήριο] α-ναρ-ρω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ειδική αίθουσα για ανάρρωση ασθενών, κυρ. στρατιωτών: το ~ της μονάδας/του στρατοπέδου. 2. ίδρυμα όπου διαμένουν και παρακολουθούνται ιατρικά άνθρωποι που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης. Βλ. αναπαυτήριο, σανατόριο, -τήριο. [< γαλλ. maison de convalescence] | |
| 3371 | αναρρωτικός | , ή, ό [ἀναρρωτικός] α-ναρ-ρω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ανάρρωση: ~ό: στάδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: αναρρωτική άδεια & (προφ.) αναρρωτική: που παρέχεται σε υπάλληλο ή στρατευμένο για λόγους ασθενείας: ~ ~ με αποδοχές. Λείπει με ~. Πήρε ~ ~. Βλ. ρεπό. [< γαλλ. congé de maladie] | |
| 3372 | αναρτημένος | , η, ο [ἀναρτημένος] α-ναρ-τη-μέ-νος επίθ. & (λόγ.) ανηρτημένος (επίσ.): που έχει αναρτηθεί: ~ος: κανονισμός/τιμοκατάλογος. ~η: ανακοίνωση (= πόστερ). Το πρόγραμμα είναι ~ο στον πίνακα της Γραμματείας.|| (κατ' επέκτ. για καταχωρήσεις στο διαδίκτυο:) Η αίτηση συμμετοχής βρίσκεται ~η στην ιστοσελίδα ...|| ~ από την οροφή/τον τοίχο (ΣΥΝ. κρεμασμένος). ● βλ. αναρτώ | |
| 3373 | αναρτήρας | [ἀναρτήρας] α-ναρ-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα και γενικότ. αντικείμενο από το οποίο μπορεί να αναρτηθεί κάτι: ~ες εργαλείων/οροφής. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. suspenseur] | |
| 3374 | ανάρτηση | [ἀνάρτηση] α-νάρ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναρτώ: ~ αφίσας/πανό. Πβ. κρέμασμα.|| ~ αποτελεσμάτων (βλ. ανακοίνωση).|| Διαδικτυακή ~. ~ εργασιών στην ιστοσελίδα του ... (βλ. καταχώριση). Δημοφιλείς ~ήσεις. 2. ΤΕΧΝΟΛ. διάταξη μεταξύ των τροχών του οχήματος και του σκελετού του, η οποία αποτελείται από ελατήρια, αμορτισέρ και στρεπτικές ράβδους και εξασφαλίζει την απορρόφηση των ταλαντώσεων και τη σταθερότητά του: ανεξάρτητη (: οι τροχοί δεν συνδέονται μεταξύ τους με άξονα)/εμπρός/πίσω/υδραυλική ~. ~ αυτοκινήτου/μοτοσικλέτας. ~ αέρος (= αερ~). Πλαίσιο/σύστημα ~ης (= σασί). Ρυθμιζόμενες ~ήσεις. ΣΥΝ. σισπασιόν ● Υποκ.: αναρτησούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: φάκελος ανάρτησης: υφασμάτινος επίδεσμος σε σχήμα φακέλου για τον αγκώνα και το αντιβράχιο, με ιμάντα που κρέμεται στον ώμο, για στήριξη και ακινητοποίηση τραυματισμένου μέλους ή αρθρώσεων: ~ ~ άνω άκρου/ρυθμιζόμενου ύψους., υδροενεργητική ανάρτηση βλ. υδροενεργητικός [< 1: μτγν. ἀνάρτησις 2: γαλλ. suspension] | |
| 3375 | αναρτητέος | , α, ο [ἀναρτητέος] α-ναρ-τη-τέ-ος επίθ. (λόγ.): που πρέπει να αναρτηθεί: Απόφαση/εγκύκλιος ~α στο διαδίκτυο. Βλ. πρόγραμμα Διαύγεια. [< μεσν. αναρτητέον] | |
| 3376 | αναρτώ | [ἀναρτῶ] α-ναρ-τώ ρ. (μτβ.) {αναρτ-άς ... | ανάρτ-ησα, -άται, -ώνται, -ήθηκε, -ημένος (λόγ.) ανηρτημένος} (επίσ.): (συνήθ. για γραπτή κοινοποίηση, αφίσα ή πανό) κρεμώ· κατ' επέκτ. ανακοινώνω: ~ήθηκαν στα λύκεια οι βαθμολογίες των μαθητών.|| (για καταχωρήσεις στο διαδίκτυο) Οι οικονομικές καταστάσεις έχουν ~ηθεί στην ιστοσελίδα της εταιρείας. ● βλ. αναρτημένος [< αρχ. ἀναρτῶ] | |
| 3377 | ανάρχας | [ἀνάρχας] α-νάρ-χας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ανάρχα} (νεαν. αργκό): αναρχικός· κατ' επέκτ. πρόσωπο ανυπόταχτο: Το παίζει ~. | |
| 3378 | αναρχείται | [ἀναρχεῖται] α-ναρ-χεί-ται ρ. (αμτβ.) {συνηθέστ. σε ενεστ. κ. παρατ.}: δεν ακολουθεί οριοθετημένους κανόνες, αρχές: Το σύμπαν/η φύση δεν ~, αλλά υπάγεται σε προαιώνιους, φυσικούς νόμους. Κυρ. στη ● Μτχ.: αναρχούμενος , η, ο: που βρίσκεται σε κατάσταση αναρχίας, αποδιοργανωμένος: ~η: κοινωνία. ~ο: κράτος (: χωρίς κεντρική εξουσία). Πβ. ακυβέρνητος, άναρχος. | |
| 3379 | αναρχία | [ἀναρχία] α-ναρ-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. απουσία νόμων, κανόνων, τάξης και κατ' επέκτ. ομαλής λειτουργίας: κράτος ελευθερίας, όχι ~ας.|| Επικρατεί γενική/κοινωνική/οικονομική/πολεοδομική/πολιτική/χωροταξική ~. ~ στην αγορά. Αυθαιρεσία και ~ (πβ. ασυδοσία). Κλίμα βίας και ~ας. Περίοδος ~ας και κοινωνικής αποσταθεροποίησης. Πβ. ακυβερνησία, αλαλούμ, αταξία, κομφούζιο, χάος. Βλ. ανομία, -αρχία. 2. ΠΟΛΙΤ. αναρχισμός. [< αρχ. ἀναρχία, γαλλ. anarchie, αγγλ. anarchy, γερμ. Anarchie] | |
| 3380 | αναρχικός | , η, ο [ἀναρχικός] α-ναρ-χι-κός επίθ. 1. ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον αναρχισμό: ~ή: θεωρία/ιδεολογία/ομάδα/οργάνωση. ~ό: κίνημα. ~ές: ιδέες. Άτομα του ~ού χώρου. Πβ. αντιεξουσιαστικός. Βλ. φιλο~. 2. που δεν υπακούει σε νόμους και κανόνες: ~ές: ενέργειες/προκλήσεις. ● Ουσ.: αναρχικός (ο), (σπάν.) αναρχική/-ιά (η): αυτός που ασπάζεται τον αναρχισμό και στρέφεται συνήθ. με βίαιο τρόπο εναντίον του κράτους. Πβ. ανάρχας. [< γαλλ. anarchiste, αγγλ. anarchist] ● επίρρ.: αναρχικά [< γαλλ. anarchique, γερμ. anarchisch] | |
| 3381 | αναρχισμός | [ἀναρχισμός] α-ναρ-χι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. κοινωνικοπολιτική θεωρία που απορρίπτει κάθε μορφή εξουσίας και επιζητεί την κατάργηση του κράτους· συνεκδ. το αντίστοιχο κίνημα. Πβ. αναρχία. Βλ. καπιταλισμός, κομμουνισμός. [< γαλλ. anarchisme, αγγλ. anarchism] | |
| 3382 | αναρχοαυτόνομος | , η, ο [ἀναρχοαυτόνομος] α-ναρ-χο-αυ-τό-νο-μος επίθ.: που δεν εντάσσεται σε οργανωμένα πολιτικά σχήματα ή ομάδες. Πβ. ανάρχας. ● επίρρ.: αναρχοαυτόνομα | |
| 3383 | αναρχοκομμουνισμός | [ἀναρχοκομμουνισμός] α-ναρ-χο-κομ-μου-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & αναρχοκομουνισμός: ΠΟΛΙΤ. ιδεολογία που συνδυάζει τις αρχές του αναρχισμού και του κομμουνισμού. [< γαλλ. anarchocommunisme] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ