Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [43180-43200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42622προκάλυμμαπρο-κά-λυμ-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) καθετί που χρησιμεύει για να αποκρύψει κάτι, πρόσχημα, πρόφαση: ιδεολογικό/πολιτικό ~. Πβ. προπέτασμα καπνού. 2. ΣΤΡΑΤ. (σπάν.) οτιδήποτε χρησιμοποιείται ως προκάλυψη. [< αρχ. προκάλυμμα ‘κουρτίνα, κάλυμμα, προστασία’]
42623προκάλυψηπρο-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. στρατιωτικές ενέργειες ή τμήματα στρατού που στοχεύουν στην προφύλαξη του κύριου σώματος των δυνάμεων σε περίοδο πολέμου και κατ' επέκτ. η περιοχή που προφυλάσσεται: γραμμή/μονάδες/τάγμα ~ης. 2. η φρούρηση των συνόρων ενός κράτους σε περίοδο ειρήνης και κατ' επέκτ. η φυλασσόμενη περιοχή. 3. (μτφ.) πρόσχημα, πρόφαση. [< μεσν. προκάλυψις]
42624προκαλώ[προκαλῶ] προ-κα-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {προκαλ-είς ... | προκάλ-εσε, -είται, προκλή-θηκε (λόγ. μτχ. προκλη-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, προκαλ-ώντας} 1. είμαι αιτία ή αφορμή να γίνει, να εκδηλωθεί κάτι, συνήθ. δυσάρεστο: ~εί αβεβαιότητα/αναστάτωση/ανασφάλεια/ανησυχία/δυσαρέσκεια/ένταση/εντύπωση/ερωτηματικά/οργή/πανικό/πόνο/συγκρούσεις/ταραχές/χάος το γεγονός ότι ... ~ το ενδιαφέρον/τη ζήλια/τον θαυμασμό/τον οίκτο/την παρέμβαση/την περιέργεια (πβ. εξάπτω)/την προσοχή/τη συγκίνηση/τη σύγχυση/τη συμπάθεια/τον φθόνο κάποιου. Μου ~εί αηδία. Μας ~εί λύπη και αγανάκτηση η στάση του. Έκπληξη/θύελλα αντιδράσεων/σάλο/σοκ ~εί η είδηση για ... Το κάπνισμα ~εί καρδιοαναπνευστικά προβλήματα. Παράγοντες που ~ούν διαβήτη/καρκίνο/παχυσαρκία/υπέρταση. Εύφλεκτο φορτίο ~εσε την πυρκαγιά. Ποικίλες αιτίες ~εσαν τον εμφύλιο πόλεμο. Δηλώσεις/εικόνες που ~εσαν αίσθηση. Έντονες συζητήσεις ~εσαν οι δηλώσεις του Υπουργού. ~θηκαν επεισόδια. Η διακοπή ρεύματος ~θηκε από βλάβη. Ο θάνατός τους ~θηκε από τροχαίο ατύχημα. ~θείσα: ζημιά. Πβ. επιφέρει. ΣΥΝ. δημιουργώ (2), προξενώ 2. ωθώ, ασκώ πίεση σε κάποιον να κάνει κάτι: ~ σε αγώνα/αναμέτρηση/μάχη/μονομαχία. ~ τη μοίρα/την τύχη μου. ~εσε σε ανοιχτό διάλογο όσους έχουν αντίθετη άποψη. Μας ~εσε σε δημόσια αντιπαράθεση. Μη με ~είς! Το φυσικό τοπίο σε ~εί να το εξερευνήσεις. Τον ~ούσαν να αντιδράσει, αλλά εκείνος παρέμενε ήρεμος (πβ. τσιγκλάω).|| (λόγ.) ~θείς ο βουλευτής δήλωσε ότι ... 3. προξενώ την εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς· διεγείρω την ερωτική επιθυμία: Απόφαση που ~εί το κοινό αίσθημα. Το θράσος του ~εί τη νοημοσύνη μας (= θίγει, προσβάλλει). Συνεχίζει να ~εί με τις δηλώσεις/το ύφος του.|| Της/του αρέσει να ~εί. Το ντύσιμό της ~εί. Τον ~ούσε με το βλέμμα της. Πβ. ερεθίζω. [< αρχ. προκαλῶ ‘καλώ σε αναμέτρηση, προτρέπω’]
42625προκάμβριοπρο-κάμ-βρι-ο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΛ. το χρονικό διάστημα πριν από τον pαλαιοζωικό αιώνα (πριν από περ. 4,5 δισεκατομμύρια έτη). [< γαλλ. précambrien]
42626προκάμβριος, α, ο προ-κάμ-βρι-ος επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με το προκάμβριο: ~α: εποχή/περίοδος. [< γαλλ. précambrien]
42627προκάνωπρο-κά-νω ρ. (μτβ.) {πρό-κανα κ. -καμα} (λαϊκό): καταφέρνω να κάνω κάτι έγκαιρα, προφταίνω: Δεν ~κανα να φτιάξω το γλυκό. ~κανε στο παρά πέντε να μπει στο πλοίο. ΣΥΝ. προλαβαίνω (1) [< αρχ. προκάμνω]
42628προκάρδιος, α, ο προ-κάρ-δι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την περιοχή μπροστά από την καρδιά: ~ο: άλγος. ~οι: παλμοί. ~ες: απαγωγές. Η στηθάγχη εντοπίζεται στην ~α χώρα. ● Ουσ.: προκάρδιο (το): το τμήμα που βρίσκεται μπροστά από την καρδιά και τον κατώτερο θώρακα. [< μτγν. προκάρδιος, γαλλ. précordial , αγγλ. precordial]
42629προκαρκινικός, ή, ό προ-καρ-κι-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που μπορεί να εξελιχθεί σε καρκίνο: ~ές: αλλοιώσεις/βλάβες (π.χ. του τραχήλου της μήτρας, βλ. ΠΑΠ τεστ). ~ά: κύτταρα. Πβ. προκαρκινωματώδης. [< αγγλ. precancerous]
42630προκαρκινωματώδης, ης, ες προ-καρ-κι-νω-μα-τώ-δης επίθ.: ΙΑΤΡ. που μπορεί να εξελιχθεί σε καρκίνωμα: ~εις: αλλοιώσεις. Πβ. προκαρκινικός. Βλ. -ώδης.
42631προκαρυωτικός, ή, ό προ-κα-ρυ-ω-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. χαρακτηρισμός μονοκύτταρου οργανισμού (όπως τα βακτήρια και τα κυανοφύκη) ή κυττάρου χωρίς εμφανή, σχηματισμένο πυρήνα. ΑΝΤ. ευκαρυωτικός [< γαλλ. procaryote, περ. 1930, αγγλ. prokaryotic, 1957]
42632προκάτπρο-κάτ επίθ. {άκλ.}: προκατασκευασμένος: ~ αίθουσα. ~ κτίριο/σπίτι.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ διάλογος. ~ συνέντευξη. ~ απαντήσεις/απόψεις. Βλ. προκατασκευή. [< αγγλ. prefabrication, 1937, prefabricated]
42633προκαταβάλλωπρο-κα-τα-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {παρατ. προκατέβαλλα, αόρ. προκατέβαλα, προκαταβά-λει, προκαταβλή-θηκε (λόγ. προκατεβλήθη, μτχ. προκαταβλη-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, προκαταβεβλημένος, προκαταβάλλ-οντας} (λόγ.) 1. πληρώνω εκ των προτέρων ένα χρηματικό ποσό: Ο ενοικιαστής ~ει δύο ενοίκια ως εγγύηση. Τα δίδακτρα ~ονται με την εγγραφή. ~θείς: φόρος. Πβ. προπληρώνω. Βλ. προεισπράττω. 2. προδιαθέτω κάποιον, συνήθ. αρνητικά, στενοχωρώ ή απογοητεύω προκαταβολικά: Δεν θέλει να τον ~λει. Μην ~εσαι, όλα θα φτιάξουν. [< μτγν. προκαταβάλλω, γαλλ. payer d΄avance, avancer]
42634προκαταβλητέος, α, ο προ-κα-τα-βλη-τέ-ος επίθ. (επίσ.): (για χρηματικό ποσό) που πρέπει να προκαταβληθεί: ~ος: φόρος. ~ο: (ετήσιο/εφάπαξ) τέλος. ~α: μισθώματα. Βλ. -τέος.
42635προκαταβολήπρο-κα-τα-βο-λή ουσ. (θηλ.): καταβολή χρηματικού ποσού από πριν και συνεκδ. το ίδιο το χρηματικό ποσό, που συνήθ. αποτελεί μέρος της συνολικής αξίας ενός προϊόντος: πάγια ~. ~ αποζημιώσεων/ενοικίου/μισθού/τόκων/φόρου. Αγορά αυτοκινήτων με 0% ~ και ... μηνιαίες δόσεις. Πβ. προπληρωμή. ΣΥΝ. μπροστάντζα [< μτγν. προκαταβολή, γαλλ. avance]
42636προκαταβολικός, ή, ό προ-κα-τα-βο-λι-κός επίθ. 1. που καταβάλλεται από πριν: ~ή: εξόφληση/πληρωμή (= προπληρωμή)/χρηματοδότηση. 2. (σπάν.) που γίνεται ή συμβαίνει από πριν: ~ή: απάντηση/δέσμευση. ● επίρρ.: προκαταβολικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: εκ των προτέρων: Ευχαριστώ ~.
42637προκατάθεσηπρο-κα-τά-θε-ση ουσ. (θηλ.): υποβολή ή κατάθεση πριν από κάποιο προγραμματισμένο γεγονός, πριν από μια προθεσμία: ~ προτάσεων. ~ σε τραπεζικό λογαριασμό.|| (ΙΑΤΡ.) Αυτόλογη ~ αίματος (= αυτομετάγγιση).
42638προκατακλυσμιαίος, α, ο [προκατακλυσμιαῖος] προ-κα-τα-κλυ-σμι-αί-ος επίθ.: που αναφέρεται στην εποχή πριν από τον βιβλικό κατακλυσμό· (σπάν.-κατ' επέκτ.) ξεπερασμένος, παμπάλαιος: ~ος: πολιτισμός.|| ~α: ιδέα. [< γαλλ. antédiluvien]
42639προκαταλαμβάνωπρο-κα-τα-λαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {προκατέλαβε, προκαταλήφθηκε, προκατειλημμένος}: επηρεάζω κάποιον για να διαμορφώσει εκ των προτέρων μια άποψη, θέση για ένα θέμα, προτού το εξετάσει ο ίδιος: Άρθρο που ~ει αρνητικά/θετικά τον αναγνώστη (πβ. προκαταβάλλω). Προκατέλαβε τις αποφάσεις/την τελική κρίση του δικαστηρίου. Πβ. προδιαθέτω, προϊδεάζω. ● βλ. προκατειλημμένος [< αρχ. προκαταλαμβάνω 'καταλαμβάνω στρατιωτικά από πριν']
42640προκατάληψηπρο-κα-τά-λη-ψη ουσ. (θηλ.): γνώμη που έχει σχηματιστεί εκ των προτέρων για ένα ζήτημα, χωρίς να έχει εξεταστεί· κυρ. δυσμενής στάση, αντίδραση απέναντι σε ορισμένο πρόσωπο ή ομάδα, που βασίζεται συνήθ. σε στερεότυπα: εθνικιστικές/θρησκευτικές/κοινωνικές/φυλετικές ~ήψεις (βλ. διακρίσεις). Εκστρατεία για την ~ εναντίον/κατά των ... Άρση/εξάλειψη των ~ήψεων. Χωρίς ~ήψεις (= απροκατάληπτος). Βλ. παρωπίδες, ρατσισμός. [< αρχ. προκατάληψις ‘προηγούμενη κατάληψη’, γαλλ. prévention]
42641προκαταρκτικός, ή, ό προ-κα-ταρ-κτι-κός επίθ.: που προετοιμάζει το έδαφος, που συμβαίνει πριν από κάτι άλλο, συνήθ. κυριότερο: ~ός: (ποιοτικός) έλεγχος/κατάλογος/όρος. ~ή: ανακοίνωση/ανάκριση/αξιολόγηση/άσκηση/βαθμίδα (= προβαθμίδα)/έγκριση/έκθεση/εργασία/μελέτη/πρόταση/συμφωνία/συνάντηση/φάση. ~ό: έτος σπουδών/πόρισμα/πρόγραμμα/σχέδιο δράσης/τεστ. ~ές: διαπραγματεύσεις/δοκιμές/παρατηρήσεις/συζητήσεις. ~ά: μαθήματα/στοιχεία/συμπεράσματα. Διενεργείται ~ή έρευνα. ~ή εκτίμηση των επιπτώσεων του έργου στο περιβάλλον. ~ή ενημέρωση σχετικά με ... Οι συνομιλίες βρίσκονται σε ~ό στάδιο. Πβ. προπαρασκευαστικός. ● Ουσ.: προκαταρκτικά (τα): οι ενέργειες ή τα λόγια που προετοιμάζουν κάτι που ακολουθεί. || Ερωτικό παιχνίδι πριν από τη συνουσία. ● επίρρ.: προκαταρκτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: προκαταρκτική εξέταση: ΝΟΜ. που διενεργείται από τον εισαγγελέα, για να κρίνει αν πρέπει να ασκηθεί ποινική δίωξη: πειθαρχική ~ ~. Ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών διέταξε κατεπείγουσα ~ ~. [< μτγν. προκαταρκτικός, γαλλ. préliminaire]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.