| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42611 | προΐσταμαι | προ-ΐ-στα-μαι ρ. (μτβ.) {προΐστα-ται, -σθε, -νται, παρατ. -το, -ντο· μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): είμαι επικεφαλής, διευθύνω (υπηρεσία, έργο): (+ γεν.) ~ται της επιχείρησης/των ερευνών/του ιδρύματος/του οργανισμού. ~ται στο (διοικητικό) συμβούλιο/στη συνεδρίαση. [< αρχ. προΐσταμαι] | |
| 42612 | προϊστάμενος | , η, ο προ-ϊ-στά-με-νος επίθ. (λόγ.): που κατέχει ανώτερη ιεραρχικά θέση: ~η: Αρχή/υπηρεσία. ~ο: κλιμάκιο. Βλ. αδελφή. ● Ουσ.: προϊστάμενος, προϊσταμένη (ο/η): ~ γραφείου/διεύθυνσης/εισαγγελίας/εταιρείας. Κάνω αναφορά στον ~ο. ΑΝΤ. υφιστάμενος.|| Πολιτικός ~ (της ΕΛ.ΑΣ.). [< μτχ. του αρχ. ρ. προΐσταμαι] | |
| 42613 | προΐστιο | προ-ΐ-στι-ο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. τριγωνικό ιστίο που βρίσκεται μπροστά από το κύριο πανί και ανάμεσα σε δύο κατάρτια ιστιοφόρου. | |
| 42614 | προϊστορία | προ-ϊ-στο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. η χρονική περίοδος πριν από τους ιστορικούς χρόνους και ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη αυτής της περιόδου. Βλ. παλαιο-, μεσο-, νεο-λιθικός. 2. (μτφ.) γεγονότα που έχουν προηγηθεί και αφορούν μια τρέχουσα κατάσταση: η ~ του προβλήματος/της υπόθεσης (πβ. ιστορία, ιστορικό). Η μεταξύ τους σχέση έχει μεγάλη ~.|| Η ~ των αγώνων μεταξύ δύο ομάδων. [< πβ. μεσν. προϊστορίη, γαλλ. préhistoire] | |
| 42615 | προϊστορικός | , ή, ό προ-ϊ-στο-ρι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που αναφέρεται στην προϊστορία: ~ός: άνθρωπος/ναός/οικισμός/πολιτισμός. ~ή: αρχαιολογία/εποχή/καταγωγή/περίοδος. ~ό: ζώο/μνημείο/παρελθόν. ~οί: χρόνοι.|| (μτφ.-ειρων.) Έχει ένα ~ό κινητό (: πολύ παλιό, περασμένης τεχνολογίας)! [< γερμ. prähistorisch, γαλλ. préhistorique, αγγλ. prehestoric] | |
| 42616 | προϊών | , ούσα, όν προ-ϊ-ών επίθ. {προϊ-όντος (θηλ. -ούσης), -όντα | -όντες (ουδ. -όντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): που προχωρεί, αναπτύσσεται ή εξελίσσεται: ~ούσα: επιδείνωση (της οικονομίας).|| (ΙΑΤΡ.) ~ούσα: άνοια/παράλυση. ● ΦΡ.: προϊόντος του χρόνου: με την πάροδο του χρόνου: ~ ~ οι υποχρεώσεις αυξήθηκαν. ~ ~ αποδείχθηκε ότι ... ΣΥΝ. συν τω χρόνω [< μτχ. εν. του ρ. πρόειμι ‘προχωρώ μπροστά’, γαλλ. progressif] | |
| 42617 | πρόκα | πρό-κα ουσ. (θηλ.): μεταλλικό καρφί, συνήθ. με πλατύ κεφάλι. Βλ. ξυλό-, ταβανό-προκα. [< μπρόκα, 17ος αι. < βεν. bròca, ιταλ. brocca] | |
| 42618 | προκαθήμενος | προ-κα-θή-με-νος ουσ. (αρσ.) {-ου (λογιότ.) -ένου} (λόγ.): ΕΚΚΛΗΣ. κληρικός που κατέχει την ανώτατη θέση στην ιεραρχία της Ορθόδοξης κυρ. Εκκλησίας: ο ~ της Ορθοδοξίας (= ο Οικουμενικός Πατριάρχης). Ο ~ της Εκκλησίας της Ελλάδος (= ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος). Πβ. πρωθιεράρχης.|| Ο ~ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (= ο Πάπας). [< μτγν. οἱ προκαθήμενοι] | |
| 42619 | προκαθορίζω | προ-κα-θο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {προκαθόρι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, προκαθορίζ-οντας, -όμενος, προκαθορι-σμένος}: καθορίζω από πριν, εκ των προτέρων: Γονίδια που ~ουν τη συμπεριφορά. Η αμοιβή/δόση ~εται στα ... ευρώ. ~σμένη: τιμή πώλησης. ~σμένο: αποτέλεσμα/κείμενο/μήνυμα/ποσό/σχέδιο. Η συνάντηση θα γίνει σε ~σμένη ημερομηνία/ώρα. Πβ. προδιαγράφω. [< γαλλ. prédeterminer] | |
| 42620 | προκαθορισμός | προ-κα-θο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προκαθορίζω: ~ στόχων/τιμών. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. prédétermination] | |
| 42621 | προκαΐνη | προ-κα-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τοπικό αναισθητικό (σύμβ. C13H20N2O2). Βλ. ξυλοκαΐνη. ΣΥΝ. νοβοκαΐνη [< αγγλ. procaine, 1918, γαλλ. procaïne, περ. 1950, γερμ. Procain] | |
| 42622 | προκάλυμμα | προ-κά-λυμ-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) καθετί που χρησιμεύει για να αποκρύψει κάτι, πρόσχημα, πρόφαση: ιδεολογικό/πολιτικό ~. Πβ. προπέτασμα καπνού. 2. ΣΤΡΑΤ. (σπάν.) οτιδήποτε χρησιμοποιείται ως προκάλυψη. [< αρχ. προκάλυμμα ‘κουρτίνα, κάλυμμα, προστασία’] | |
| 42623 | προκάλυψη | προ-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. στρατιωτικές ενέργειες ή τμήματα στρατού που στοχεύουν στην προφύλαξη του κύριου σώματος των δυνάμεων σε περίοδο πολέμου και κατ' επέκτ. η περιοχή που προφυλάσσεται: γραμμή/μονάδες/τάγμα ~ης. 2. η φρούρηση των συνόρων ενός κράτους σε περίοδο ειρήνης και κατ' επέκτ. η φυλασσόμενη περιοχή. 3. (μτφ.) πρόσχημα, πρόφαση. [< μεσν. προκάλυψις] | |
| 42624 | προκαλώ | [προκαλῶ] προ-κα-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {προκαλ-είς ... | προκάλ-εσε, -είται, προκλή-θηκε (λόγ. μτχ. προκλη-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, προκαλ-ώντας} 1. είμαι αιτία ή αφορμή να γίνει, να εκδηλωθεί κάτι, συνήθ. δυσάρεστο: ~εί αβεβαιότητα/αναστάτωση/ανασφάλεια/ανησυχία/δυσαρέσκεια/ένταση/εντύπωση/ερωτηματικά/οργή/πανικό/πόνο/συγκρούσεις/ταραχές/χάος το γεγονός ότι ... ~ το ενδιαφέρον/τη ζήλια/τον θαυμασμό/τον οίκτο/την παρέμβαση/την περιέργεια (πβ. εξάπτω)/την προσοχή/τη συγκίνηση/τη σύγχυση/τη συμπάθεια/τον φθόνο κάποιου. Μου ~εί αηδία. Μας ~εί λύπη και αγανάκτηση η στάση του. Έκπληξη/θύελλα αντιδράσεων/σάλο/σοκ ~εί η είδηση για ... Το κάπνισμα ~εί καρδιοαναπνευστικά προβλήματα. Παράγοντες που ~ούν διαβήτη/καρκίνο/παχυσαρκία/υπέρταση. Εύφλεκτο φορτίο ~εσε την πυρκαγιά. Ποικίλες αιτίες ~εσαν τον εμφύλιο πόλεμο. Δηλώσεις/εικόνες που ~εσαν αίσθηση. Έντονες συζητήσεις ~εσαν οι δηλώσεις του Υπουργού. ~θηκαν επεισόδια. Η διακοπή ρεύματος ~θηκε από βλάβη. Ο θάνατός τους ~θηκε από τροχαίο ατύχημα. ~θείσα: ζημιά. Πβ. επιφέρει. ΣΥΝ. δημιουργώ (2), προξενώ 2. ωθώ, ασκώ πίεση σε κάποιον να κάνει κάτι: ~ σε αγώνα/αναμέτρηση/μάχη/μονομαχία. ~ τη μοίρα/την τύχη μου. ~εσε σε ανοιχτό διάλογο όσους έχουν αντίθετη άποψη. Μας ~εσε σε δημόσια αντιπαράθεση. Μη με ~είς! Το φυσικό τοπίο σε ~εί να το εξερευνήσεις. Τον ~ούσαν να αντιδράσει, αλλά εκείνος παρέμενε ήρεμος (πβ. τσιγκλάω).|| (λόγ.) ~θείς ο βουλευτής δήλωσε ότι ... 3. προξενώ την εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς· διεγείρω την ερωτική επιθυμία: Απόφαση που ~εί το κοινό αίσθημα. Το θράσος του ~εί τη νοημοσύνη μας (= θίγει, προσβάλλει). Συνεχίζει να ~εί με τις δηλώσεις/το ύφος του.|| Της/του αρέσει να ~εί. Το ντύσιμό της ~εί. Τον ~ούσε με το βλέμμα της. Πβ. ερεθίζω. [< αρχ. προκαλῶ ‘καλώ σε αναμέτρηση, προτρέπω’] | |
| 42625 | προκάμβριο | προ-κάμ-βρι-ο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΛ. το χρονικό διάστημα πριν από τον pαλαιοζωικό αιώνα (πριν από περ. 4,5 δισεκατομμύρια έτη). [< γαλλ. précambrien] | |
| 42626 | προκάμβριος | , α, ο προ-κάμ-βρι-ος επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με το προκάμβριο: ~α: εποχή/περίοδος. [< γαλλ. précambrien] | |
| 42627 | προκάνω | προ-κά-νω ρ. (μτβ.) {πρό-κανα κ. -καμα} (λαϊκό): καταφέρνω να κάνω κάτι έγκαιρα, προφταίνω: Δεν ~κανα να φτιάξω το γλυκό. ~κανε στο παρά πέντε να μπει στο πλοίο. ΣΥΝ. προλαβαίνω (1) [< αρχ. προκάμνω] | |
| 42628 | προκάρδιος | , α, ο προ-κάρ-δι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την περιοχή μπροστά από την καρδιά: ~ο: άλγος. ~οι: παλμοί. ~ες: απαγωγές. Η στηθάγχη εντοπίζεται στην ~α χώρα. ● Ουσ.: προκάρδιο (το): το τμήμα που βρίσκεται μπροστά από την καρδιά και τον κατώτερο θώρακα. [< μτγν. προκάρδιος, γαλλ. précordial , αγγλ. precordial] | |
| 42629 | προκαρκινικός | , ή, ό προ-καρ-κι-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που μπορεί να εξελιχθεί σε καρκίνο: ~ές: αλλοιώσεις/βλάβες (π.χ. του τραχήλου της μήτρας, βλ. ΠΑΠ τεστ). ~ά: κύτταρα. Πβ. προκαρκινωματώδης. [< αγγλ. precancerous] | |
| 42630 | προκαρκινωματώδης | , ης, ες προ-καρ-κι-νω-μα-τώ-δης επίθ.: ΙΑΤΡ. που μπορεί να εξελιχθεί σε καρκίνωμα: ~εις: αλλοιώσεις. Πβ. προκαρκινικός. Βλ. -ώδης. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ