Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [43200-43220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42642προκατάρτισηπρο-κα-τάρ-τι-ση ουσ. (θηλ.): προετοιμασία του καταρτιζόμενου, ώστε να μπορέσει να παρακολουθήσει το κανονικό πρόγραμμα κατάρτισης: ~ ατόμων ευπαθών κοινωνικά ομάδων. Γλωσσική ~ για παλιννοστούντες. [< μεσν. προκατάρτισις]
42643προκατασκευάζωπρο-κα-τα-σκευ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {προκατασκεύα-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε· κυρ. στη μτχ. προκατασκευα-σμένος}: κατασκευάζω κάτι από ήδη έτοιμα, τυποποιημένα, συναρμολογούμενα στοιχεία: (ΟΙΚΟΔ.) Η εταιρεία ~ει προϊόντα καουτσούκ. Δάπεδο/εστία που ~εται στο εργοστάσιο. ~σμένος: εξοπλισμός/τοίχος. ~σμένη: αίθουσα/γέφυρα/πισίνα. ~σμένο: κτίριο/σκυρόδεμα. ~σμένοι: οικίσκοι. ~σμένα: σπίτια (= προκάτ. Πβ. λυόμενος).|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~σμένο: συμπέρασμα (= προσχεδιασ-, σκηνοθετη-, στη-μένο). ~σμένες: απόψεις/ιδέες (= έτοιμες). [< αρχ. προκατασκευάζω ‘προετοιμάζω’, αγγλ. prefabricate, 1932]
42644προκατασκευαστικός, ή, ό προ-κα-τα-σκευ-α-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την προκατασκευή: ~ή: (οικοδομική) εταιρεία. ~ό: στάδιο (ενός έργου). ~ές: εργασίες. [< μτγν. προκατασκευαστικός]
42645προκατασκευήπρο-κα-τα-σκευ-ή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. σύστημα δόμησης με τη μέθοδο της συναρμολόγησης, βάσει σχεδίου, δομικών στοιχείων που έχουν κατασκευαστεί από πριν σε εργοστάσιο και έχουν μεταφερθεί στον τόπο ανέγερσης του κτίσματος ή της κατασκευής: βαριά ~ από σκυρόδεμα. Βλ. προκάτ. [< μτγν. προκατασκευή ‘προετοιμασία’, αγγλ. prefabrication, 1937, γαλλ. préfabrication, 1945]
42646προκατειλημμένος, η, ο προ-κα-τει-λημ-μέ-νος επίθ.: (για πρόσ.) που είναι προδιατεθειμένος συνήθ. αρνητικά απέναντι σε κάποιον ή κάτι: Δεν μπορώ να συζητήσω μαζί του, γιατί είναι ~. (προφ.) Μην είσαι ~. Βλ. δογματικός, μισαλλόδοξος, ρατσιστής, φανατικός.|| (κατ' επέκτ.) ~η: γνώμη/δειγματοληψία. ~ες: ιδέες. ΣΥΝ. μεροληπτικός ΑΝΤ. αμερόληπτος, ανοιχτόμυαλος, αντικειμενικός (1), απροκατάληπτος ● επίρρ.: προκατειλημμένα ● βλ. προκαταλαμβάνω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. προκαταλαμβάνω]
42647προκάτοχοςπρο-κά-το-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπάν. θηλ. προκάτοχη}: αυτός που κατείχε ιδιότητα, θέση ή αξίωμα πριν από κάποιον άλλο: ~ οργανισμού/ρεκόρ/τίτλου/υπουργού. Ο νέος διοικητής συνεχίζει το έργο του ~όχου του. Διαδέχθηκε τον ~ό του στην ηγεσία (του κόμματος).|| Το νέο μοντέλο αυτοκινήτου διατηρεί αρκετά από τα χαρακτηριστικά του ~όχου του.|| (ως επίθ.) ~η: κυβέρνηση (= προηγούμενη). [< μεσν. προκάτοχος]
42648προκείμενος, η, ο προ-κεί-με-νος επίθ. {λόγ. θηλ. -ένη} (επίσ.): που βρίσκεται μπροστά σε κάποιον· κυρ. κατ' επέκτ. που αποτελεί αντικείμενο συζήτησης, έρευνας: ο ~ χώρος. (σε επικήδειους) Ο ~ νεκρός.|| Η ~η εργασία/μελέτη (= ανά χείρας, παρούσα)/συμφωνία/υπόθεση. Το ~ο πρόβλημα/σχέδιο. ● Ουσ.: προκείμενη (η): ΦΙΛΟΣ. καθεμία από τις δύο προτάσεις ή κρίσεις συλλογισμού από τις οποίες προκύπτει ένα λογικό συμπέρασμα: πρώτη/δεύτερη ~., προκείμενο (το) 1. ζήτημα, θέμα που συζητιέται, διερευνάται: Έρχομαι/περνώ/φτάνω στο ~. Ας αφήσουμε τους προλόγους και ας προχωρήσουμε στο ~. Πβ. το διά ταύτα. 2. ΕΚΚΛΗΣ. ψαλμικός στίχος που προηγείται της ανάγνωσης κάποιου κείμενου της Αγίας Γραφής: τα ~α της ακολουθίας του Εσπερινού/των ακολουθιών της Μεγάλης Σαρακοστής/των αποστολικών και ευαγγελικών περικοπών. Βλ. ανάγνωσμα. ● ΦΡ.: επί του προκειμένου (λόγ.): όσον αφορά το ζήτημα που μας αποσχολεί: ~ ~ διευκρινίζεται ότι ... ~ ~ μόνο υποθέσεις μπορεί να διατυπώσει κανείς., προκειμένου για: όταν πρόκειται για, σχετικά με: ~ ~ δωρεά, απαιτούνται τα ακόλουθα δικαιολογητικά ..., προκειμένου να ... (ως σύνδ.) 1. για να: Γίνονται προσπάθειες, ~ ~ μη διακοπούν οι διαπραγματεύσεις. Η Αρχή συνήλθε, ~ ~ εξετάσει την υπόθεση. 2. αν πρόκειται να ...: ~ ~ φύγει από το σπίτι, καλύτερα να υποχωρήσεις., στην προκειμένη (περίπτωση) & (λόγ.) εν προκειμένω: στην παρούσα κατάσταση, περίσταση: Άλλο είναι ~ ~ το ζητούμενο. Η παρέμβαση του νομοθέτη είναι εν προκειμένω αναγκαία. [< μτχ. παθ. ενεστ. του ρ. πρόκειμαι]
42649πρόκειταιπρό-κει-ται ρ. (απρόσ.) {επρόκειτο, μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.) 1. (+ να) αναμένεται (με μεγάλη βεβαιότητα) ή ενδέχεται να συμβεί: ~ να αποκτήσει παιδί/υποβληθεί σε εξετάσεις. Οι δύο τράπεζες ~ να συγχωνευθούν. ~ να βρέξει. Συγγνώμη, δεν ~ να επαναληφθεί. Βλ. προτίθεμαι, σκοπεύω. 2. (+ για/περί) έχει σχέση με: ~ για το περιβάλλον. ~ για παρεξήγηση/(λογιότ.) ~ περί παρεξηγήσεως. ~ για αληθινή ιστορία. Επρόκειτο για έναν ξεχωριστό άνθρωπο. ● ΦΡ.: περί τίνος πρόκειται: σε τι αναφέρεται, τι αφορά: ~ ~; Δεν γνωρίζω ~ ~. [< αρχ. πρόκειμαι ‘είμαι τοποθετημένος μπροστά’]
42650προκεχωρημένος, η, ο προ-κε-χω-ρη-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση σε σχέση με μια θέση αναφοράς: (κυρ. ΣΤΡΑΤ.) ~ος: σταθμός διοίκησης. ~η: βάση (επιχειρήσεων). Οι αντάρτες κατέστρεψαν ~ες θέσεις μάχης.|| (κατ' επέκτ.) ~η: ηλικία (= προχωρημένη). ● ΣΥΜΠΛ.: προκεχωρημένο φυλάκιο: ΣΤΡΑΤ. στρατιωτική μονάδα και θέση που είναι απομακρυσμένη σε σχέση με το κύριο σώμα δυνάμεων ή βρίσκεται κοντά στους εχθρούς. [< λόγ. μετάφραση του γαλλ. avancé ‘προχωρημένος’]
42651προκήπιοπρο-κή-πι-ο ουσ. (ουδ.) {προκηπί-ου} (λόγ.): ΟΙΚΟΔ. το τμήμα του οικοδομικού τετραγώνου που βρίσκεται ανάμεσα στη ρυμοτομική γραμμή και τη γραμμή δόμησης ή την οικοδομική γραμμή και δεν δομείται· γενικότ. η υποχρεωτική εμπρόσθια πρασιά.
42652προκήρυξηπρο-κή-ρυ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. επίσημη γνωστοποίηση στο ευρύ κοινό εκ των προτέρων: αναλυτική/ανοιχτή/πλήρης ~. ~ διαγωνισμού/εκλογών/εργασίας. ~ απεργίας (= κήρυξη). ~ για πρόσληψη προσωπικού/για υποτροφίες. ~ για την πλήρωση νέων θέσεων … Βλ. επανα~. 2. έντυπο ανακοίνωσης, συνήθ. από πολιτικές, συνδικαλιστικές οργανώσεις: επαναστατική/τρομοκρατική ~. Συνελήφθησαν για κατοχή παράνομων ~ύξεων. [< 1: μτγν. προκήρυξις ‘γνωστοποίηση μέσω κήρυκα, προαναγγελία’]
42653προκηρύσσωπρο-κη-ρύσ-σω ρ. (μτβ.) {προκήρυ-ξε, -χθηκε κ. -χτηκε (μτχ. προκηρυ-χθείς, -χθείσα, -χθέν), -γμένος, προκηρύσσ-οντας, -όμενος}: ανακοινώνω κάτι δημόσια εκ των προτέρων: Νέα έργα ~ει ο δήμος ... Ο πρωθυπουργός ~ξε πρόωρες εκλογές. Τα σωματεία των εργαζομένων ~ξαν νέες απεργιακές κινητοποιήσεις. ~χθηκε το πρόγραμμα για ... ~όμενες: δράσεις. ~χθείσες: θέσεις εργασίας. Πβ. προαναγγέλλω. Βλ. επανα~. [< πβ. αρχ. προκηρύσσω ‘γνωστοποιώ μέσω κήρυκα’]
42654προκλασικός, ή, ό προ-κλα-σι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. -ΙΣΤ.-ΦΙΛΟΛ. που αναφέρεται ή ανήκει στην περίοδο πριν από την κλασική: ~ή: εποχή. Βλ. αρχαϊκός.|| ~ή: μουσική (: περ. το α' μισό του 18ου αι.· πβ. ροκοκό, βλ. μπαρόκ). ΑΝΤ. μετακλασικός [< γαλλ. préclassique]
42655πρόκληση

πρό-κλη-ση ουσ. (θηλ.) 1. κάθε τι που παρουσιάζει δυσκολίες, αλλά και ενδιαφέρον, και απαιτεί ικανότητες για την επίλυση ή επίτευξή του· γενικότ. ώθηση σε μια ενέργεια: επαγγελματική/οικολογική/πολλαπλή ~. Αληθινή/κεντρική/ουσιαστική/πραγματική ~. Η ~ του άγνωστου/της μοίρας/της τύχης. Η ~ της ανάπτυξης/της ανταγωνιστικότητας/της δημιουργίας/των μεταρρυθμίσεων. Αμέτρητες/ενεργειακές/ευρωπαϊκές/μελλοντικές/παγκόσμιες/πολιτικές/σύγχρονες ~ήσεις. Αναζητώ/δέχομαι την ~. ~ σε τηλεοπτική μονομαχία. Αντιμετώπιση της ~ης. Είναι ~ να ασχοληθώ με κάτι πέρα από τα συνηθισμένα. Η τεχνολογική επανάσταση αποτελεί ~ για όλους. Βρίσκεται ενώπιον μιας μεγάλης ~ης. Οι ~ήσεις/μπροστά στις ~ήσεις/ενώπιον των προκλήσεων του εικοστού πρώτου αιώνα/του καιρού μας/των καιρών/της ψηφιακής εποχής. 2. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) δημιουργία ορισμένου αποτελέσματος, κατάστασης, συναισθήματος: ~ αναστάτωσης/ανησυχίας/(αλλεργικών) αντιδράσεων/ατυχήματος/(σωματικής) βλάβης/δυσαρέσκειας/εγκεφαλικού/έκρηξης/εντάσεων/εντυπώσεων/επεισοδίων (πβ. υποκίνηση)/ζημιών/θανάτου/καρκίνου/πόνου/πυρκαγιάς/ρύπανσης/συγκρούσεων/ταραχών/τραυματισμού/φθορών/χάους. ~ γέλιου. ~ του ενδιαφέροντος (του μαθητή)/της περιέργειας. Αίτια/αποφυγή/κίνδυνος/μηχανισμός/πρόθεση/συχνότητα ~ης προβλημάτων.|| (ΙΑΤΡ.) ~ ωορρηξίας. Μέθοδοι ~ης τοκετού. Δοκιμασία ~ης (: χορήγηση δεδομένης ουσίας σε ασθενή υπό ασφαλείς συνθήκες, για τον ακριβή προσδιορισμό της υπευθυνότητας του συγκεκριμένου παράγοντα σε μια πάθηση). 3. πράξη, λόγος ή συμπεριφορά που διεγείρει, που προξενεί αντιδράσεις ή την εκδήλωση επιθετικής ή ερωτικής συμπεριφοράς και συνεκδ. το πρόσωπο ή το πράγμα που τα προξενεί: εσκεμμένη/νέα/πρωτοφανής/σκόπιμη ~ εις/σε βάρος κάποιου. Προχώρησε σε βαρείς χαρακτηρισμούς ύστερα από ~ που δέχτηκε. (προφ.) Μου 'κλεισε το μάτι, όλο ~.|| Στρατιωτική ~. Συνεχίζονται οι ~ήσεις του εχθρού. Κλιμάκωση των ~ήσεων. Τερματισμός των ~ήσεων εναντίον των αμάχων.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Απόφαση/παιχνίδι-~.|| Γευστικές ~ήσεις. Το γλυκό/η παρουσιάστρια ήταν σκέτη ~ (= πειρασμός). [< αρχ. πρόκλησις, γαλλ. défi, γαλλ.-αγγλ. provocation, αγγλ. challenge]

42656προκλητικός, ή, ό προ-κλη-τι-κός επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που προκαλεί: ~ή: αδιαφορία/απόφαση/ενέργεια/στάση/συμπεριφορά/συνέντευξη. ~ό: δημοσίευμα/ύφος. ~ές: αμοιβές (= αδικαιολόγητα υψηλές)/δηλώσεις. (για πρόσ.) Γίνεται ~ όταν διαφωνεί κανείς μαζί του.|| ~ό: ντεκολτέ/ντύσιμο.|| (θετ. συνυποδ.) ~ά: θέματα (: που παρουσιάζουν ενδιαφέρον). ΣΥΝ. τολμηρός (3) ● επίρρ.: προκλητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. προκλητικός, γαλλ. provocant]
42657προκλητικότηταπρο-κλη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προκλητικού: Η ~ά του ξεπέρασε κάθε όριο. Βλ. αναίδεια, αυθάδεια, θράσος.|| Ταινία που σοκάρει το κοινό με την ~ των σκηνών της.|| ~ στο ντύσιμο. Πβ. τολμηρότητα. Βλ. -ότητα.
42658προκλητός, ή, ό προ-κλη-τός επίθ.: που προκαλείται από κάποιον ή κάτι: (ΙΑΤΡ.) ~ός: εμετός/τοκετός.|| ~ή: ζήτηση υπηρεσιών υγείας (: που δεν αντιστοιχεί σε υπαρκτές ανάγκες υγείας). ● ΣΥΜΠΛ.: προκλητά δυναμικά: ΙΑΤΡ. μεταβολές της ηλεκτρικής δραστηριότητας των νευρικών κυττάρων του εγκεφάλου από ένα εξωτερικά προκαλούμενο ερέθισμα, οι οποίες αποτελούν ένδειξη του βαθμού αναγνώρισης και ανταπόκρισης του εγκεφάλου στο συγκεκριμένο ερέθισμα: ακουστικά/γνωστικά/οπτικά/σωματοαισθητικά ~ ~. [< αγγλ. evoked potential]
42659προκλινικός, ή, ό προ-κλι-νι-κός επίθ. ΙΑΤΡ. 1. που σχετίζεται με την πρώιμη φάση της ασθένειας κατά την οποία δεν έχουν εκδηλωθεί κλινικά συμπτώματα: ~ή: αξιολόγηση (νέου φαρμάκου). ~ές: δοκιµές/μελέτες. ~ά: δεδομένα. Ανίχνευση του καρκίνου σε ~ό στάδιο. 2. που σχετίζεται με την περίοδο ιατρικής εκπαίδευσης κατά την οποία δεν προβλέπεται η ενασχόληση του φοιτητή με ασθενείς και κλινική εργασία: ~ή: ενδοδοντία. Η φυσιολογία και η ανατομία είναι ~ά μαθήματα. [< αγγλ. preclinical, 1930, γαλλ. préclinique]
42660προκλιτικός, ή, ό προ-κλι-τι-κός επίθ.: κυρ. στο ● Ουσ.: προκλιτικό (το): ΓΡΑΜΜ. λέξη (κυρ. οι μονοσύλλαβοι τύποι των προσωπικών αντωνυμιών, τα άρθρα και οι μονοσύλλαβες προθέσεις ή οι σύνδεσμοι) η οποία συνεκφέρεται στενά με αυτή που ακολουθεί και αποτελούν έτσι μια τονική ενότητα. π.χ. Τον βλέπω. ΑΝΤ. εγκλιτικό [< γαλλ. proclitique, αγγλ. proclitic]
42662προκοίλιπρο-κοί-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.): συγκέντρωση περιττού λίπους, πάχους στην κοιλιά. Πβ. μπάκα. Βλ. προγούλι, ψωμάκια.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.