| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42631 | προκαρυωτικός | , ή, ό προ-κα-ρυ-ω-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. χαρακτηρισμός μονοκύτταρου οργανισμού (όπως τα βακτήρια και τα κυανοφύκη) ή κυττάρου χωρίς εμφανή, σχηματισμένο πυρήνα. ΑΝΤ. ευκαρυωτικός [< γαλλ. procaryote, περ. 1930, αγγλ. prokaryotic, 1957] | |
| 42632 | προκάτ | προ-κάτ επίθ. {άκλ.}: προκατασκευασμένος: ~ αίθουσα. ~ κτίριο/σπίτι.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ διάλογος. ~ συνέντευξη. ~ απαντήσεις/απόψεις. Βλ. προκατασκευή. [< αγγλ. prefabrication, 1937, prefabricated] | |
| 42633 | προκαταβάλλω | προ-κα-τα-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {παρατ. προκατέβαλλα, αόρ. προκατέβαλα, προκαταβά-λει, προκαταβλή-θηκε (λόγ. προκατεβλήθη, μτχ. προκαταβλη-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, προκαταβεβλημένος, προκαταβάλλ-οντας} (λόγ.) 1. πληρώνω εκ των προτέρων ένα χρηματικό ποσό: Ο ενοικιαστής ~ει δύο ενοίκια ως εγγύηση. Τα δίδακτρα ~ονται με την εγγραφή. ~θείς: φόρος. Πβ. προπληρώνω. Βλ. προεισπράττω. 2. προδιαθέτω κάποιον, συνήθ. αρνητικά, στενοχωρώ ή απογοητεύω προκαταβολικά: Δεν θέλει να τον ~λει. Μην ~εσαι, όλα θα φτιάξουν. [< μτγν. προκαταβάλλω, γαλλ. payer d΄avance, avancer] | |
| 42634 | προκαταβλητέος | , α, ο προ-κα-τα-βλη-τέ-ος επίθ. (επίσ.): (για χρηματικό ποσό) που πρέπει να προκαταβληθεί: ~ος: φόρος. ~ο: (ετήσιο/εφάπαξ) τέλος. ~α: μισθώματα. Βλ. -τέος. | |
| 42635 | προκαταβολή | προ-κα-τα-βο-λή ουσ. (θηλ.): καταβολή χρηματικού ποσού από πριν και συνεκδ. το ίδιο το χρηματικό ποσό, που συνήθ. αποτελεί μέρος της συνολικής αξίας ενός προϊόντος: πάγια ~. ~ αποζημιώσεων/ενοικίου/μισθού/τόκων/φόρου. Αγορά αυτοκινήτων με 0% ~ και ... μηνιαίες δόσεις. Πβ. προπληρωμή. ΣΥΝ. μπροστάντζα [< μτγν. προκαταβολή, γαλλ. avance] | |
| 42636 | προκαταβολικός | , ή, ό προ-κα-τα-βο-λι-κός επίθ. 1. που καταβάλλεται από πριν: ~ή: εξόφληση/πληρωμή (= προπληρωμή)/χρηματοδότηση. 2. (σπάν.) που γίνεται ή συμβαίνει από πριν: ~ή: απάντηση/δέσμευση. ● επίρρ.: προκαταβολικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: εκ των προτέρων: Ευχαριστώ ~. | |
| 42637 | προκατάθεση | προ-κα-τά-θε-ση ουσ. (θηλ.): υποβολή ή κατάθεση πριν από κάποιο προγραμματισμένο γεγονός, πριν από μια προθεσμία: ~ προτάσεων. ~ σε τραπεζικό λογαριασμό.|| (ΙΑΤΡ.) Αυτόλογη ~ αίματος (= αυτομετάγγιση). | |
| 42638 | προκατακλυσμιαίος | , α, ο [προκατακλυσμιαῖος] προ-κα-τα-κλυ-σμι-αί-ος επίθ.: που αναφέρεται στην εποχή πριν από τον βιβλικό κατακλυσμό· (σπάν.-κατ' επέκτ.) ξεπερασμένος, παμπάλαιος: ~ος: πολιτισμός.|| ~α: ιδέα. [< γαλλ. antédiluvien] | |
| 42639 | προκαταλαμβάνω | προ-κα-τα-λαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {προκατέλαβε, προκαταλήφθηκε, προκατειλημμένος}: επηρεάζω κάποιον για να διαμορφώσει εκ των προτέρων μια άποψη, θέση για ένα θέμα, προτού το εξετάσει ο ίδιος: Άρθρο που ~ει αρνητικά/θετικά τον αναγνώστη (πβ. προκαταβάλλω). Προκατέλαβε τις αποφάσεις/την τελική κρίση του δικαστηρίου. Πβ. προδιαθέτω, προϊδεάζω. ● βλ. προκατειλημμένος [< αρχ. προκαταλαμβάνω 'καταλαμβάνω στρατιωτικά από πριν'] | |
| 42640 | προκατάληψη | προ-κα-τά-λη-ψη ουσ. (θηλ.): γνώμη που έχει σχηματιστεί εκ των προτέρων για ένα ζήτημα, χωρίς να έχει εξεταστεί· κυρ. δυσμενής στάση, αντίδραση απέναντι σε ορισμένο πρόσωπο ή ομάδα, που βασίζεται συνήθ. σε στερεότυπα: εθνικιστικές/θρησκευτικές/κοινωνικές/φυλετικές ~ήψεις (βλ. διακρίσεις). Εκστρατεία για την ~ εναντίον/κατά των ... Άρση/εξάλειψη των ~ήψεων. Χωρίς ~ήψεις (= απροκατάληπτος). Βλ. παρωπίδες, ρατσισμός. [< αρχ. προκατάληψις ‘προηγούμενη κατάληψη’, γαλλ. prévention] | |
| 42641 | προκαταρκτικός | , ή, ό προ-κα-ταρ-κτι-κός επίθ.: που προετοιμάζει το έδαφος, που συμβαίνει πριν από κάτι άλλο, συνήθ. κυριότερο: ~ός: (ποιοτικός) έλεγχος/κατάλογος/όρος. ~ή: ανακοίνωση/ανάκριση/αξιολόγηση/άσκηση/βαθμίδα (= προβαθμίδα)/έγκριση/έκθεση/εργασία/μελέτη/πρόταση/συμφωνία/συνάντηση/φάση. ~ό: έτος σπουδών/πόρισμα/πρόγραμμα/σχέδιο δράσης/τεστ. ~ές: διαπραγματεύσεις/δοκιμές/παρατηρήσεις/συζητήσεις. ~ά: μαθήματα/στοιχεία/συμπεράσματα. Διενεργείται ~ή έρευνα. ~ή εκτίμηση των επιπτώσεων του έργου στο περιβάλλον. ~ή ενημέρωση σχετικά με ... Οι συνομιλίες βρίσκονται σε ~ό στάδιο. Πβ. προπαρασκευαστικός. ● Ουσ.: προκαταρκτικά (τα): οι ενέργειες ή τα λόγια που προετοιμάζουν κάτι που ακολουθεί. || Ερωτικό παιχνίδι πριν από τη συνουσία. ● επίρρ.: προκαταρκτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: προκαταρκτική εξέταση: ΝΟΜ. που διενεργείται από τον εισαγγελέα, για να κρίνει αν πρέπει να ασκηθεί ποινική δίωξη: πειθαρχική ~ ~. Ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών διέταξε κατεπείγουσα ~ ~. [< μτγν. προκαταρκτικός, γαλλ. préliminaire] | |
| 42642 | προκατάρτιση | προ-κα-τάρ-τι-ση ουσ. (θηλ.): προετοιμασία του καταρτιζόμενου, ώστε να μπορέσει να παρακολουθήσει το κανονικό πρόγραμμα κατάρτισης: ~ ατόμων ευπαθών κοινωνικά ομάδων. Γλωσσική ~ για παλιννοστούντες. [< μεσν. προκατάρτισις] | |
| 42643 | προκατασκευάζω | προ-κα-τα-σκευ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {προκατασκεύα-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε· κυρ. στη μτχ. προκατασκευα-σμένος}: κατασκευάζω κάτι από ήδη έτοιμα, τυποποιημένα, συναρμολογούμενα στοιχεία: (ΟΙΚΟΔ.) Η εταιρεία ~ει προϊόντα καουτσούκ. Δάπεδο/εστία που ~εται στο εργοστάσιο. ~σμένος: εξοπλισμός/τοίχος. ~σμένη: αίθουσα/γέφυρα/πισίνα. ~σμένο: κτίριο/σκυρόδεμα. ~σμένοι: οικίσκοι. ~σμένα: σπίτια (= προκάτ. Πβ. λυόμενος).|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~σμένο: συμπέρασμα (= προσχεδιασ-, σκηνοθετη-, στη-μένο). ~σμένες: απόψεις/ιδέες (= έτοιμες). [< αρχ. προκατασκευάζω ‘προετοιμάζω’, αγγλ. prefabricate, 1932] | |
| 42644 | προκατασκευαστικός | , ή, ό προ-κα-τα-σκευ-α-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την προκατασκευή: ~ή: (οικοδομική) εταιρεία. ~ό: στάδιο (ενός έργου). ~ές: εργασίες. [< μτγν. προκατασκευαστικός] | |
| 42645 | προκατασκευή | προ-κα-τα-σκευ-ή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. σύστημα δόμησης με τη μέθοδο της συναρμολόγησης, βάσει σχεδίου, δομικών στοιχείων που έχουν κατασκευαστεί από πριν σε εργοστάσιο και έχουν μεταφερθεί στον τόπο ανέγερσης του κτίσματος ή της κατασκευής: βαριά ~ από σκυρόδεμα. Βλ. προκάτ. [< μτγν. προκατασκευή ‘προετοιμασία’, αγγλ. prefabrication, 1937, γαλλ. préfabrication, 1945] | |
| 42646 | προκατειλημμένος | , η, ο προ-κα-τει-λημ-μέ-νος επίθ.: (για πρόσ.) που είναι προδιατεθειμένος συνήθ. αρνητικά απέναντι σε κάποιον ή κάτι: Δεν μπορώ να συζητήσω μαζί του, γιατί είναι ~. (προφ.) Μην είσαι ~. Βλ. δογματικός, μισαλλόδοξος, ρατσιστής, φανατικός.|| (κατ' επέκτ.) ~η: γνώμη/δειγματοληψία. ~ες: ιδέες. ΣΥΝ. μεροληπτικός ΑΝΤ. αμερόληπτος, ανοιχτόμυαλος, αντικειμενικός (1), απροκατάληπτος ● επίρρ.: προκατειλημμένα ● βλ. προκαταλαμβάνω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. προκαταλαμβάνω] | |
| 42647 | προκάτοχος | προ-κά-το-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπάν. θηλ. προκάτοχη}: αυτός που κατείχε ιδιότητα, θέση ή αξίωμα πριν από κάποιον άλλο: ~ οργανισμού/ρεκόρ/τίτλου/υπουργού. Ο νέος διοικητής συνεχίζει το έργο του ~όχου του. Διαδέχθηκε τον ~ό του στην ηγεσία (του κόμματος).|| Το νέο μοντέλο αυτοκινήτου διατηρεί αρκετά από τα χαρακτηριστικά του ~όχου του.|| (ως επίθ.) ~η: κυβέρνηση (= προηγούμενη). [< μεσν. προκάτοχος] | |
| 42648 | προκείμενος | , η, ο προ-κεί-με-νος επίθ. {λόγ. θηλ. -ένη} (επίσ.): που βρίσκεται μπροστά σε κάποιον· κυρ. κατ' επέκτ. που αποτελεί αντικείμενο συζήτησης, έρευνας: ο ~ χώρος. (σε επικήδειους) Ο ~ νεκρός.|| Η ~η εργασία/μελέτη (= ανά χείρας, παρούσα)/συμφωνία/υπόθεση. Το ~ο πρόβλημα/σχέδιο. ● Ουσ.: προκείμενη (η): ΦΙΛΟΣ. καθεμία από τις δύο προτάσεις ή κρίσεις συλλογισμού από τις οποίες προκύπτει ένα λογικό συμπέρασμα: πρώτη/δεύτερη ~., προκείμενο (το) 1. ζήτημα, θέμα που συζητιέται, διερευνάται: Έρχομαι/περνώ/φτάνω στο ~. Ας αφήσουμε τους προλόγους και ας προχωρήσουμε στο ~. Πβ. το διά ταύτα. 2. ΕΚΚΛΗΣ. ψαλμικός στίχος που προηγείται της ανάγνωσης κάποιου κείμενου της Αγίας Γραφής: τα ~α της ακολουθίας του Εσπερινού/των ακολουθιών της Μεγάλης Σαρακοστής/των αποστολικών και ευαγγελικών περικοπών. Βλ. ανάγνωσμα. ● ΦΡ.: επί του προκειμένου (λόγ.): όσον αφορά το ζήτημα που μας αποσχολεί: ~ ~ διευκρινίζεται ότι ... ~ ~ μόνο υποθέσεις μπορεί να διατυπώσει κανείς., προκειμένου για: όταν πρόκειται για, σχετικά με: ~ ~ δωρεά, απαιτούνται τα ακόλουθα δικαιολογητικά ..., προκειμένου να ... (ως σύνδ.) 1. για να: Γίνονται προσπάθειες, ~ ~ μη διακοπούν οι διαπραγματεύσεις. Η Αρχή συνήλθε, ~ ~ εξετάσει την υπόθεση. 2. αν πρόκειται να ...: ~ ~ φύγει από το σπίτι, καλύτερα να υποχωρήσεις., στην προκειμένη (περίπτωση) & (λόγ.) εν προκειμένω: στην παρούσα κατάσταση, περίσταση: Άλλο είναι ~ ~ το ζητούμενο. Η παρέμβαση του νομοθέτη είναι εν προκειμένω αναγκαία. [< μτχ. παθ. ενεστ. του ρ. πρόκειμαι] | |
| 42649 | πρόκειται | πρό-κει-ται ρ. (απρόσ.) {επρόκειτο, μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.) 1. (+ να) αναμένεται (με μεγάλη βεβαιότητα) ή ενδέχεται να συμβεί: ~ να αποκτήσει παιδί/υποβληθεί σε εξετάσεις. Οι δύο τράπεζες ~ να συγχωνευθούν. ~ να βρέξει. Συγγνώμη, δεν ~ να επαναληφθεί. Βλ. προτίθεμαι, σκοπεύω. 2. (+ για/περί) έχει σχέση με: ~ για το περιβάλλον. ~ για παρεξήγηση/(λογιότ.) ~ περί παρεξηγήσεως. ~ για αληθινή ιστορία. Επρόκειτο για έναν ξεχωριστό άνθρωπο. ● ΦΡ.: περί τίνος πρόκειται: σε τι αναφέρεται, τι αφορά: ~ ~; Δεν γνωρίζω ~ ~. [< αρχ. πρόκειμαι ‘είμαι τοποθετημένος μπροστά’] | |
| 42650 | προκεχωρημένος | , η, ο προ-κε-χω-ρη-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση σε σχέση με μια θέση αναφοράς: (κυρ. ΣΤΡΑΤ.) ~ος: σταθμός διοίκησης. ~η: βάση (επιχειρήσεων). Οι αντάρτες κατέστρεψαν ~ες θέσεις μάχης.|| (κατ' επέκτ.) ~η: ηλικία (= προχωρημένη). ● ΣΥΜΠΛ.: προκεχωρημένο φυλάκιο: ΣΤΡΑΤ. στρατιωτική μονάδα και θέση που είναι απομακρυσμένη σε σχέση με το κύριο σώμα δυνάμεων ή βρίσκεται κοντά στους εχθρούς. [< λόγ. μετάφραση του γαλλ. avancé ‘προχωρημένος’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ