Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [43220-43240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42651προκήπιοπρο-κή-πι-ο ουσ. (ουδ.) {προκηπί-ου} (λόγ.): ΟΙΚΟΔ. το τμήμα του οικοδομικού τετραγώνου που βρίσκεται ανάμεσα στη ρυμοτομική γραμμή και τη γραμμή δόμησης ή την οικοδομική γραμμή και δεν δομείται· γενικότ. η υποχρεωτική εμπρόσθια πρασιά.
42652προκήρυξηπρο-κή-ρυ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. επίσημη γνωστοποίηση στο ευρύ κοινό εκ των προτέρων: αναλυτική/ανοιχτή/πλήρης ~. ~ διαγωνισμού/εκλογών/εργασίας. ~ απεργίας (= κήρυξη). ~ για πρόσληψη προσωπικού/για υποτροφίες. ~ για την πλήρωση νέων θέσεων … Βλ. επανα~. 2. έντυπο ανακοίνωσης, συνήθ. από πολιτικές, συνδικαλιστικές οργανώσεις: επαναστατική/τρομοκρατική ~. Συνελήφθησαν για κατοχή παράνομων ~ύξεων. [< 1: μτγν. προκήρυξις ‘γνωστοποίηση μέσω κήρυκα, προαναγγελία’]
42653προκηρύσσωπρο-κη-ρύσ-σω ρ. (μτβ.) {προκήρυ-ξε, -χθηκε κ. -χτηκε (μτχ. προκηρυ-χθείς, -χθείσα, -χθέν), -γμένος, προκηρύσσ-οντας, -όμενος}: ανακοινώνω κάτι δημόσια εκ των προτέρων: Νέα έργα ~ει ο δήμος ... Ο πρωθυπουργός ~ξε πρόωρες εκλογές. Τα σωματεία των εργαζομένων ~ξαν νέες απεργιακές κινητοποιήσεις. ~χθηκε το πρόγραμμα για ... ~όμενες: δράσεις. ~χθείσες: θέσεις εργασίας. Πβ. προαναγγέλλω. Βλ. επανα~. [< πβ. αρχ. προκηρύσσω ‘γνωστοποιώ μέσω κήρυκα’]
42654προκλασικός, ή, ό προ-κλα-σι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. -ΙΣΤ.-ΦΙΛΟΛ. που αναφέρεται ή ανήκει στην περίοδο πριν από την κλασική: ~ή: εποχή. Βλ. αρχαϊκός.|| ~ή: μουσική (: περ. το α' μισό του 18ου αι.· πβ. ροκοκό, βλ. μπαρόκ). ΑΝΤ. μετακλασικός [< γαλλ. préclassique]
42655πρόκληση

πρό-κλη-ση ουσ. (θηλ.) 1. κάθε τι που παρουσιάζει δυσκολίες, αλλά και ενδιαφέρον, και απαιτεί ικανότητες για την επίλυση ή επίτευξή του· γενικότ. ώθηση σε μια ενέργεια: επαγγελματική/οικολογική/πολλαπλή ~. Αληθινή/κεντρική/ουσιαστική/πραγματική ~. Η ~ του άγνωστου/της μοίρας/της τύχης. Η ~ της ανάπτυξης/της ανταγωνιστικότητας/της δημιουργίας/των μεταρρυθμίσεων. Αμέτρητες/ενεργειακές/ευρωπαϊκές/μελλοντικές/παγκόσμιες/πολιτικές/σύγχρονες ~ήσεις. Αναζητώ/δέχομαι την ~. ~ σε τηλεοπτική μονομαχία. Αντιμετώπιση της ~ης. Είναι ~ να ασχοληθώ με κάτι πέρα από τα συνηθισμένα. Η τεχνολογική επανάσταση αποτελεί ~ για όλους. Βρίσκεται ενώπιον μιας μεγάλης ~ης. Οι ~ήσεις/μπροστά στις ~ήσεις/ενώπιον των προκλήσεων του εικοστού πρώτου αιώνα/του καιρού μας/των καιρών/της ψηφιακής εποχής. 2. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) δημιουργία ορισμένου αποτελέσματος, κατάστασης, συναισθήματος: ~ αναστάτωσης/ανησυχίας/(αλλεργικών) αντιδράσεων/ατυχήματος/(σωματικής) βλάβης/δυσαρέσκειας/εγκεφαλικού/έκρηξης/εντάσεων/εντυπώσεων/επεισοδίων (πβ. υποκίνηση)/ζημιών/θανάτου/καρκίνου/πόνου/πυρκαγιάς/ρύπανσης/συγκρούσεων/ταραχών/τραυματισμού/φθορών/χάους. ~ γέλιου. ~ του ενδιαφέροντος (του μαθητή)/της περιέργειας. Αίτια/αποφυγή/κίνδυνος/μηχανισμός/πρόθεση/συχνότητα ~ης προβλημάτων.|| (ΙΑΤΡ.) ~ ωορρηξίας. Μέθοδοι ~ης τοκετού. Δοκιμασία ~ης (: χορήγηση δεδομένης ουσίας σε ασθενή υπό ασφαλείς συνθήκες, για τον ακριβή προσδιορισμό της υπευθυνότητας του συγκεκριμένου παράγοντα σε μια πάθηση). 3. πράξη, λόγος ή συμπεριφορά που διεγείρει, που προξενεί αντιδράσεις ή την εκδήλωση επιθετικής ή ερωτικής συμπεριφοράς και συνεκδ. το πρόσωπο ή το πράγμα που τα προξενεί: εσκεμμένη/νέα/πρωτοφανής/σκόπιμη ~ εις/σε βάρος κάποιου. Προχώρησε σε βαρείς χαρακτηρισμούς ύστερα από ~ που δέχτηκε. (προφ.) Μου 'κλεισε το μάτι, όλο ~.|| Στρατιωτική ~. Συνεχίζονται οι ~ήσεις του εχθρού. Κλιμάκωση των ~ήσεων. Τερματισμός των ~ήσεων εναντίον των αμάχων.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Απόφαση/παιχνίδι-~.|| Γευστικές ~ήσεις. Το γλυκό/η παρουσιάστρια ήταν σκέτη ~ (= πειρασμός). [< αρχ. πρόκλησις, γαλλ. défi, γαλλ.-αγγλ. provocation, αγγλ. challenge]

16684προκλητικός

, η, ο [ἔξαλλος] έ-ξαλ-λος επίθ. 1. (για πρόσ.) εξοργισμένος, εκτός εαυτού: ~ από αγανάκτηση/θυμό. Η απάθειά του με κάνει ~ο. Έγινε/ήταν ~ με τη συμπεριφορά της. Φώναζε ~. Πβ. αλλόφρων, έξω φρενών.|| ~ από χαρά (πβ. τρελός). 2. υπερβολικά έντονος, ξέφρενος: ~ος: ενθουσιασμός/πανηγυρισμός/ρυθμός (πβ. φρενήρης)/χορός. ~η: ζωή. 3. προκλητικός, τολμηρός: ~ο: κούρεμα/ντύσιμο. Πβ. εκκεντρικός. ● επίρρ.: έξαλλα ● ΦΡ.: εν εξάλλω (καταστάσει) [ἐν ἐξάλλῳ καταστάσει] (λόγ.) & σε έξαλλη κατάσταση: για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι πολύ θυμωμένος, εκνευρισμένος: Αποχώρησε ~ ~. [< πβ. μτγν. ἔξαλλος ‘διαφορετικός, ξεχωριστός, ιδιαίτερος’]

42656προκλητικός, ή, ό προ-κλη-τι-κός επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που προκαλεί: ~ή: αδιαφορία/απόφαση/ενέργεια/στάση/συμπεριφορά/συνέντευξη. ~ό: δημοσίευμα/ύφος. ~ές: αμοιβές (= αδικαιολόγητα υψηλές)/δηλώσεις. (για πρόσ.) Γίνεται ~ όταν διαφωνεί κανείς μαζί του.|| ~ό: ντεκολτέ/ντύσιμο.|| (θετ. συνυποδ.) ~ά: θέματα (: που παρουσιάζουν ενδιαφέρον). ΣΥΝ. τολμηρός (3) ● επίρρ.: προκλητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. προκλητικός, γαλλ. provocant]
42657προκλητικότηταπρο-κλη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προκλητικού: Η ~ά του ξεπέρασε κάθε όριο. Βλ. αναίδεια, αυθάδεια, θράσος.|| Ταινία που σοκάρει το κοινό με την ~ των σκηνών της.|| ~ στο ντύσιμο. Πβ. τολμηρότητα. Βλ. -ότητα.
42658προκλητός, ή, ό προ-κλη-τός επίθ.: που προκαλείται από κάποιον ή κάτι: (ΙΑΤΡ.) ~ός: εμετός/τοκετός.|| ~ή: ζήτηση υπηρεσιών υγείας (: που δεν αντιστοιχεί σε υπαρκτές ανάγκες υγείας). ● ΣΥΜΠΛ.: προκλητά δυναμικά: ΙΑΤΡ. μεταβολές της ηλεκτρικής δραστηριότητας των νευρικών κυττάρων του εγκεφάλου από ένα εξωτερικά προκαλούμενο ερέθισμα, οι οποίες αποτελούν ένδειξη του βαθμού αναγνώρισης και ανταπόκρισης του εγκεφάλου στο συγκεκριμένο ερέθισμα: ακουστικά/γνωστικά/οπτικά/σωματοαισθητικά ~ ~. [< αγγλ. evoked potential]
42659προκλινικός, ή, ό προ-κλι-νι-κός επίθ. ΙΑΤΡ. 1. που σχετίζεται με την πρώιμη φάση της ασθένειας κατά την οποία δεν έχουν εκδηλωθεί κλινικά συμπτώματα: ~ή: αξιολόγηση (νέου φαρμάκου). ~ές: δοκιµές/μελέτες. ~ά: δεδομένα. Ανίχνευση του καρκίνου σε ~ό στάδιο. 2. που σχετίζεται με την περίοδο ιατρικής εκπαίδευσης κατά την οποία δεν προβλέπεται η ενασχόληση του φοιτητή με ασθενείς και κλινική εργασία: ~ή: ενδοδοντία. Η φυσιολογία και η ανατομία είναι ~ά μαθήματα. [< αγγλ. preclinical, 1930, γαλλ. préclinique]
42660προκλιτικός, ή, ό προ-κλι-τι-κός επίθ.: κυρ. στο ● Ουσ.: προκλιτικό (το): ΓΡΑΜΜ. λέξη (κυρ. οι μονοσύλλαβοι τύποι των προσωπικών αντωνυμιών, τα άρθρα και οι μονοσύλλαβες προθέσεις ή οι σύνδεσμοι) η οποία συνεκφέρεται στενά με αυτή που ακολουθεί και αποτελούν έτσι μια τονική ενότητα. π.χ. Τον βλέπω. ΑΝΤ. εγκλιτικό [< γαλλ. proclitique, αγγλ. proclitic]
42662προκοίλιπρο-κοί-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.): συγκέντρωση περιττού λίπους, πάχους στην κοιλιά. Πβ. μπάκα. Βλ. προγούλι, ψωμάκια.
42663προκοπήπρο-κο-πή ουσ. (θηλ.): βελτίωση, πρόοδος, ανάπτυξη, ευημερία: ατομική/κοινή/οικονομική ~ (πβ. ευμάρεια). Η ~ του έθνους/της πατρίδας/του τόπου. Οφείλει την πνευματική του ~ στη μελέτη. (ευχετ.) Καλή ~! Εύχομαι σε όλους υγεία, ευτυχία και ~. Ας συμβάλουμε όλοι στην ~ της χώρας μας. Αγωνίστηκε για τη λευτεριά και την κοινωνική ~. Πβ. ευδοκίμηση.|| (ειρων.) Άσε, την είδα την ~ μου (= την κατάντια μου). ● ΦΡ.: (βλέπω/κάνω) χαΐρι και προκοπή (προφ.): προκόβω, προοδεύω, ευημερώ: Τόσα χρόνια δεν είδε ~ ~.|| (ως κατάρα) Χαΐρι και προκοπή να μη δεις! Πβ. βλέπω Θεού/Κυρίου πρόσωπο., με έπιασε η προκοπή/με έπιασαν οι προκοπές (προφ.-συνήθ. ειρων.): (για τεμπέλη) επιδεικνύω εργατικότητα ξαφνικά, απροσδόκητα: Ναι, τώρα σε έπιασε η ~ για δουλειά!, της προκοπής (προφ.): άξιος λόγου, σημαντικός, ποιοτικός: ένας άντρας/μια γυναίκα ~ ~. Κάνε καμιά δουλειά ~ ~. Επιτέλους, ένα φαγητό ~ ~! Δεν βρίσκω ένα ρούχο ~ ~., σπίτι χωρίς Γιάννη προκοπή δεν κάνει βλ. Γιάννης [< μτγν. προκοπή]
42664προκοστολόγησηπρο-κο-στο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΛΟΓΙΣΤ. προκαταρκτική εκτίμηση, πρόβλεψη του οικονομικού κόστους έργου, προϊόντος ή εργασίας. Βλ. προμέτρηση.
42665προκράτησηπρο-κρά-τη-ση ουσ. (θηλ.): εκ των προτέρων κράτηση εισιτηρίου ή θέσης: ~ήσεις σε ξενοδοχεία. Κάνω ~. Βλ. προπώληση.
42666πρόκριμαπρό-κρι-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): οτιδήποτε θεωρείται ενδεικτικό ή καθοριστικό για μελλοντικές ενέργειες, εξελίξεις: Ο αγώνας αυτός είναι ~ για ... Πβ. βαρόμετρο, κρας τεστ, προμήνυμα. [< μτγν. πρόκριμα]
42667προκριματικός, ή, ό προ-κρι-μα-τι-κός επίθ.: που προετοιμάζει την τελική κρίση ή επιλογή: ~ός: διαγωνισμός/όμιλος. ~ή: διαδικασία/ζώνη/κούρσα/σειρά. ~ό: γκρουπ/στάδιο/τουρνουά. ~ές: εκλογές/εξετάσεις. Ξεκινά/ολοκληρώθηκε η ~ή φάση του παγκοσμίου κυπέλλου. ~ή επιτροπή φεστιβάλ κινηματογράφου. Πέρασε/προκρίθηκε στον τρίτο ~ό γύρο. ● Ουσ.: προκριματικά (τα): ΑΘΛ. φάση αθλητικής διοργάνωσης ή διαγωνισμού που αναδεικνύει όσους θα αγωνιστούν ή θα διαγωνιστούν στον επόμενο γύρο, συνήθ. στον (προ)ημιτελικό: Τα ~ θα διεξαχθούν/λάβουν χώρα σε διάφορες πόλεις. Η ομάδα αποκλείστηκε στα ~. (για δρομείς ή κολυμβητές) Πέτυχε νέο ρεκόρ/τον καλύτερο χρόνο στα ~ των εκατό μέτρων. ● ΣΥΜΠΛ.: προκριματικός (αγώνας): ΑΘΛ. αναμέτρηση στην οποία αγωνίζονται αθλητές ή ομάδες με στόχο τη νίκη, ώστε να προκριθούν στον επόμενο γύρο: ~ ανδρών/γυναικών/εφήβων/νεανίδων. ~οί ~ες κολύμβησης/κωπηλασίας/στίβου. [< πβ. μεσν. προκριματικός ΄που φέρνει μειονέκτημα΄, γαλλ. éliminatoire]
42668προκρίνωπρο-κρί-νω ρ. (μτβ.) {προέκρι-να κ. πρόκρι-να, προκρί-θηκε, -μένος, προκρίν-οντας} (λόγ.): επιλέγω, προτιμώ: Το κόμμα ~ει ως λύση την ... ● Παθ.: προκρίνομαι: (κυρ. σε διαγωνισμό ή αθλητική διοργάνωση) πετυχαίνω σε προκριματικό αγώνα, περνώ στην επόμενη φάση: Η Εθνική Ομάδα ποδοσφαίρου ~θηκε στον επόμενο γύρο/στα ημιτελικά/στον τελικό. [< αρχ. προκρίνω]
42669πρόκρισηπρό-κρι-ση ουσ. (θηλ.): επιτυχής έκβαση σε αγώνα διοργάνωσης ή διαγωνισμό που επιτρέπει τη συνέχιση, τη συμμετοχή στην επόμενη φάση: άνετη/θριαμβευτική/ιστορική/παλικαρίσια ~. Αγώνας/άλμα/βήμα/εισιτήριο/ελπίδα/παιχνίδι/πιθανότητες ~ης. Νίκη-~. Εξασφαλίστηκε/επιτεύχθηκε/χάθηκε η ~. Πανηγυρίζουν για την ~. Η ομάδα διεκδικεί/κέρδισε/πήρε την ~ στους οκτώ του κυπέλλου/στον τελικό. Σε πορεία/τροχιά ~ης. Βλ. αποκλεισμός.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ συναλλαγής (= αρμπιτράζ). [< αρχ. πρόκρισις 'προτίμηση']
42670πρόκριτοςπρό-κρι-τος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίτου}: ΙΣΤ. αιρετός τοπικός άρχοντας στις χριστιανικές κοινότητες του τουρκοκρατούμενου ελληνισμού. Πβ. δημογέροντας, κοτζαμπάσης, προεστός, προύχοντας. [< μεσν. πρόκριτος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.