| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42663 | προκοπή | προ-κο-πή ουσ. (θηλ.): βελτίωση, πρόοδος, ανάπτυξη, ευημερία: ατομική/κοινή/οικονομική ~ (πβ. ευμάρεια). Η ~ του έθνους/της πατρίδας/του τόπου. Οφείλει την πνευματική του ~ στη μελέτη. (ευχετ.) Καλή ~! Εύχομαι σε όλους υγεία, ευτυχία και ~. Ας συμβάλουμε όλοι στην ~ της χώρας μας. Αγωνίστηκε για τη λευτεριά και την κοινωνική ~. Πβ. ευδοκίμηση.|| (ειρων.) Άσε, την είδα την ~ μου (= την κατάντια μου). ● ΦΡ.: (βλέπω/κάνω) χαΐρι και προκοπή (προφ.): προκόβω, προοδεύω, ευημερώ: Τόσα χρόνια δεν είδε ~ ~.|| (ως κατάρα) Χαΐρι και προκοπή να μη δεις! Πβ. βλέπω Θεού/Κυρίου πρόσωπο., με έπιασε η προκοπή/με έπιασαν οι προκοπές (προφ.-συνήθ. ειρων.): (για τεμπέλη) επιδεικνύω εργατικότητα ξαφνικά, απροσδόκητα: Ναι, τώρα σε έπιασε η ~ για δουλειά!, της προκοπής (προφ.): άξιος λόγου, σημαντικός, ποιοτικός: ένας άντρας/μια γυναίκα ~ ~. Κάνε καμιά δουλειά ~ ~. Επιτέλους, ένα φαγητό ~ ~! Δεν βρίσκω ένα ρούχο ~ ~., σπίτι χωρίς Γιάννη προκοπή δεν κάνει βλ. Γιάννης [< μτγν. προκοπή] | |
| 42664 | προκοστολόγηση | προ-κο-στο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΛΟΓΙΣΤ. προκαταρκτική εκτίμηση, πρόβλεψη του οικονομικού κόστους έργου, προϊόντος ή εργασίας. Βλ. προμέτρηση. | |
| 42665 | προκράτηση | προ-κρά-τη-ση ουσ. (θηλ.): εκ των προτέρων κράτηση εισιτηρίου ή θέσης: ~ήσεις σε ξενοδοχεία. Κάνω ~. Βλ. προπώληση. | |
| 42666 | πρόκριμα | πρό-κρι-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): οτιδήποτε θεωρείται ενδεικτικό ή καθοριστικό για μελλοντικές ενέργειες, εξελίξεις: Ο αγώνας αυτός είναι ~ για ... Πβ. βαρόμετρο, κρας τεστ, προμήνυμα. [< μτγν. πρόκριμα] | |
| 42667 | προκριματικός | , ή, ό προ-κρι-μα-τι-κός επίθ.: που προετοιμάζει την τελική κρίση ή επιλογή: ~ός: διαγωνισμός/όμιλος. ~ή: διαδικασία/ζώνη/κούρσα/σειρά. ~ό: γκρουπ/στάδιο/τουρνουά. ~ές: εκλογές/εξετάσεις. Ξεκινά/ολοκληρώθηκε η ~ή φάση του παγκοσμίου κυπέλλου. ~ή επιτροπή φεστιβάλ κινηματογράφου. Πέρασε/προκρίθηκε στον τρίτο ~ό γύρο. ● Ουσ.: προκριματικά (τα): ΑΘΛ. φάση αθλητικής διοργάνωσης ή διαγωνισμού που αναδεικνύει όσους θα αγωνιστούν ή θα διαγωνιστούν στον επόμενο γύρο, συνήθ. στον (προ)ημιτελικό: Τα ~ θα διεξαχθούν/λάβουν χώρα σε διάφορες πόλεις. Η ομάδα αποκλείστηκε στα ~. (για δρομείς ή κολυμβητές) Πέτυχε νέο ρεκόρ/τον καλύτερο χρόνο στα ~ των εκατό μέτρων. ● ΣΥΜΠΛ.: προκριματικός (αγώνας): ΑΘΛ. αναμέτρηση στην οποία αγωνίζονται αθλητές ή ομάδες με στόχο τη νίκη, ώστε να προκριθούν στον επόμενο γύρο: ~ ανδρών/γυναικών/εφήβων/νεανίδων. ~οί ~ες κολύμβησης/κωπηλασίας/στίβου. [< πβ. μεσν. προκριματικός ΄που φέρνει μειονέκτημα΄, γαλλ. éliminatoire] | |
| 42668 | προκρίνω | προ-κρί-νω ρ. (μτβ.) {προέκρι-να κ. πρόκρι-να, προκρί-θηκε, -μένος, προκρίν-οντας} (λόγ.): επιλέγω, προτιμώ: Το κόμμα ~ει ως λύση την ... ● Παθ.: προκρίνομαι: (κυρ. σε διαγωνισμό ή αθλητική διοργάνωση) πετυχαίνω σε προκριματικό αγώνα, περνώ στην επόμενη φάση: Η Εθνική Ομάδα ποδοσφαίρου ~θηκε στον επόμενο γύρο/στα ημιτελικά/στον τελικό. [< αρχ. προκρίνω] | |
| 42669 | πρόκριση | πρό-κρι-ση ουσ. (θηλ.): επιτυχής έκβαση σε αγώνα διοργάνωσης ή διαγωνισμό που επιτρέπει τη συνέχιση, τη συμμετοχή στην επόμενη φάση: άνετη/θριαμβευτική/ιστορική/παλικαρίσια ~. Αγώνας/άλμα/βήμα/εισιτήριο/ελπίδα/παιχνίδι/πιθανότητες ~ης. Νίκη-~. Εξασφαλίστηκε/επιτεύχθηκε/χάθηκε η ~. Πανηγυρίζουν για την ~. Η ομάδα διεκδικεί/κέρδισε/πήρε την ~ στους οκτώ του κυπέλλου/στον τελικό. Σε πορεία/τροχιά ~ης. Βλ. αποκλεισμός.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ συναλλαγής (= αρμπιτράζ). [< αρχ. πρόκρισις 'προτίμηση'] | |
| 42670 | πρόκριτος | πρό-κρι-τος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίτου}: ΙΣΤ. αιρετός τοπικός άρχοντας στις χριστιανικές κοινότητες του τουρκοκρατούμενου ελληνισμού. Πβ. δημογέροντας, κοτζαμπάσης, προεστός, προύχοντας. [< μεσν. πρόκριτος] | |
| 42671 | προκρούστειος | , α, ο προ-κρού-στει-ος επίθ. (μτφ.-λόγ.): που διαστρεβλώνει, παραποιεί την πραγματικότητα: ~α: λογική/μέθοδος/τακτική. [< πβ. αγγλ. procrustean] | |
| 42672 | Προκρούστης | Προ-κρού-στης ουσ. (αρσ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: κλίνη/κρεβάτι του Προκρούστη & προκρούστεια κλίνη: οτιδήποτε χρησιμοποιεί κάποιος αυθαίρετα, ώστε να φέρει μια κατάσταση στα μέτρα του· κυρ. για βίαιες περικοπές: στην κλίνη ~ μισθοί και συντάξεις. | |
| 42673 | προκυμαία | προ-κυ-μαί-α ουσ. (θηλ.): ειδικά διαμορφωμένος χώρος, κατασκευασμένος συνήθ. από τσιμέντο, στην ακτή λιμανιού. Πβ. αποβάθρα, μόλος. ΣΥΝ. μουράγιο [< μτγν. προκυμία ‘κυματοθραύστης’] | |
| 42674 | προκύπτει | προ-κύ-πτει ρ. (αμτβ.) {προέκυ-ψε, προκύ-ψει, -πτων, -πτουσα, -πτον} (λόγ.) 1. παράγεται, προέρχεται, πηγάζει από συγκεκριμένη αιτία ως αποτέλεσμα ή ανακύπτει, εμφανίζεται μάλλον απροσδόκητα: (+ από) Κέρδος ή ζημιά που ~ από μια επένδυση. Η ~ουσα διαφορά/ζημία/τιμή. Το ~πτον αποτέλεσμα/υπόλοιπο. Η βαθμολογία του μαθήματος ~ από γραπτή εξέταση. Πολλά ερωτήματα ~ουν (μέσα) από την ομολογία του. Επιπλοκές/κίνδυνοι/μειονεκτήματα/οφέλη/πλεονεκτήματα που ~ουν (= απορρέουν) από ...|| ~ουν προβλήματα/σφάλματα κατά τη χρήση του προγράμματος. Σε σχέση με το θέμα που ~ψε ... Η συνεργασία μας ~ψε τυχαία. ~ψε βλάβη στην ηλεκτροδότηση. Ενδέχεται να ~ψει (= παρουσιαστεί) ζήτημα. Βλ. ενσκήπτει. 2. εξάγεται, συνάγεται ως συμπέρασμα: Από τις αναφορές/τα δεδομένα/τα επίσημα στοιχεία/την έρευνα/το πείραμα/το ρεπορτάζ ~ ότι ... Από τον έλεγχο/την προανάκριση ~ψε η ενοχή του δράστη. Αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο ~ πως ... Όπως ~ από τα επισυναπτόμενα έγγραφα ... ● ΦΡ.: και ό,τι ήθελε προκύψει βλ. θέλω [< μτγν. προκύπτω ‘σκύβω προς τα μπρος, έρχομαι στο φως’] | |
| 42675 | πρόκυψη | πρό-κυ-ψη ουσ. (θηλ.) (σπάν.): ΓΥΜΝ. κάμψη του κορμού προς τα εμπρός, χωρίς να λυγίζουν τα πόδια και η ράχη. Πβ. επίκυψη. [< μτγν. πρόκυψις] | |
| 42676 | προλαβαίνω | προ-λα-βαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πρόλαβα, προλάβει, προλαβαίν-οντας} 1. πλησιάζω ή κατορθώνω να φτάσω κάπου, σε κάποιον/κάτι έγκαιρα ή και πρώτος, προτού φύγει ή μεταβληθεί η κατάσταση στην οποία βρίσκεται: ~ το αεροπλάνο/πλοίο/τρένο. Μόλις που ~εις! Πρόλαβα το λεωφορείο στη στάση (ΑΝΤ. έχασα). Δεν πρόλαβα την παράσταση/παρέλαση. Ίσα που πρόλαβε να μπει, πριν κλείσει η πόρτα. Τρέξε να προλάβεις! Δεν προλάβαμε την αρχή της ταινίας. Παλεύει/σπεύδει να προλάβει. Πβ. προκάνω, προφταίνω.|| (μτφ., κυρ. στον αόρ.) Πρόλαβε να δει εγγόνια. 2. ενεργώ έγκαιρα, πριν από κάποιον άλλο ή προτού συμβεί κάτι, αποτρέπω κάτι δυσάρεστο: ~ να δηλώσω συμμετοχή/την προθεσμία. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει/απαντήσει. Πρόλαβε και σταμάτησε την τελευταία στιγμή. Πρόλαβαν να φύγουν πριν έρθει. Ήθελα να σου τηλεφωνήσω, αλλά με πρόλαβες.|| (προφ., για κάτι που έχει ήδη γίνει, κοινοποιηθεί ή προταθεί) Άσε, σε πρόλαβαν άλλοι. Του τα πρόλαβε όλα (= τα αποκάλυψε).|| (μτφ.) Μας πρόλαβαν τα γεγονότα/οι εξελίξεις.|| ~ την αποτυχία/την ασθένεια/το ατύχημα/τα έκτροπα/την επίθεση/το κακό/τον κίνδυνο/την παρεξήγηση/το τρακάρισμα/τα χειρότερα (πβ. προλαμβάνω). Κρέμα που ~ει τα ορατά σημάδια γήρανσης. Πρόλαβαν στο παρά πέντε/στο τσακ τη ληστεία. 3. βρίσκω ή έχω τον αναγκαίο χρόνο, για να κάνω κάτι: Δεν ~ να ετοιμαστώ/να πάρω ανάσα. Ένας ένας, δεν ~ να σας εξυπηρετήσω όλους. Δεν προλάβαινε ούτε να ξεκουραστεί. Πρόλαβε φεύγοντας να μας αποχαιρετήσει. Πρόλαβαν να κάνουν μόνο δύο προπονήσεις πριν τους αγώνες. Πότε πρόλαβες και μαγείρεψες; ● ΦΡ.: δεν πρόλαβα/προλάβαινα να ... και ...: (εισαγωγή χρον. πρότασης) περιγράφει πράξη που δεν έχει ολοκληρωθεί τη στιγμή που συμβαίνει κάτι άλλο: Δεν προλάβαινε να τον ρωτήσει και εκείνος είχε ήδη απαντήσει., δεν προλαβαίνω (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί ότι κάτι γίνεται σε μεγάλο βαθμό ή πολύ γρήγορα: ~ ~ει να δίνει συνεντεύξεις. Δεν τον ~ στις σκανταλιές. Δεν την προλαβαίνω στα γλυκά/στο φαγητό (= τρώει πολύ)., όποιος πρόλαβε, τον Κύριον είδε & όποιος πρόλαβε, πρόλαβε: για καταστάσεις όπου απαιτείται μεγάλη ετοιμότητα και ταχύτητα: Τα εισιτήρια έχουν πολύ μεγάλη ζήτηση και ~ ~!, πριν προλάβει/προφτάσει να ...: δεν είχε προλάβει να ... και: ~ ~ κοπάσει ο θόρυβος, ξέσπασε νέο σκάνδαλο. Πριν καλά καλά προφτάσει να βγει στην κυκλοφορία (το βιβλίο), προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Αρρώστησε σοβαρά, πριν καν προφτάσει να ..., προλαβαίνω δεν προλαβαίνω (προφ.-συνήθ. ειρων.): είναι αμφίβολο αν θα προφτάσω κάποιον ή κάτι: Αν συνεχίσουμε με τέτοιους ρυθμούς, ~ουμε δεν ~ουμε να τελειώσουμε έγκαιρα., τρέχω και δεν φτάνω βλ. τρέχω [< αρχ. προλαμβάνω] | |
| 42677 | προλακτίνη | προ-λα-κτί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. ορμόνη που εκκρίνεται από την υπόφυση και διεγείρει την παραγωγή μητρικού γάλακτος από τους μαστούς μετά τον τοκετό. Βλ. υπερπρολακτιναιμία. [< γαλλ. prolactine, 1933, αγγλ. prolactin, 1932] | |
| 42678 | προλαλήσας | , ασα, αν προ-λα-λή-σας επίθ./ουσ. (λόγ.): αυτός που μίλησε νωρίτερα, συνήθ. μπροστά σε ακροατήριο: Με κάλυψε απόλυτα ο ~/η ~ασα. Όπως πολύ σοφά είπε/υπαινίχθηκε ο ~ ... Απαξιώ να σχολιάσω αυτά που είπε ο ~. Διαφωνώ/συμφωνώ με τους ~αντες.|| Ο ~ βουλευτής/συνάδελφος. Βλ. -ας, -ασα, -αν. [< μτχ. αορ. του μτγν. ρ. προλαλῶ] | |
| 42679 | προλαμβάνω | προ-λαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {προλαμβάνοντας} (λόγ.): ενεργώ προληπτικά, αντιμετωπίζω κάτι εκ των προτέρων: Η μεσογειακή διατροφή ~ει αγγειακά επεισόδια. Εμβόλιο ~ει τον καρκίνο στον τράχηλο της μήτρας. Άσκηση/τροφές που ~ουν ασθένειες. Πβ. προλαβαίνω. Βλ. αποτρέπω, αποφεύγω. [< αρχ. προλαμβάνω] | |
| 42680 | προλαμίνη | προ-λα-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. καθεμία από την ομάδα των πρωτεϊνών που περιέχεται κυρ. στους σπόρους δημητριακών. Βλ. γλουτένη, -ίνη, προλίνη. [< αγγλ. prolamin(e), 1908 < prol(ine) + am(monia) + -ine, γαλλ. prolamine, 1953] | |
| 42681 | προλεγόμενα | προ-λε-γό-με-να ουσ. (ουδ.) (τα) {προλεγομένων}: πρόλογος, εισαγωγικό τμήμα συγγράμματος, βιβλίου: ~ εκδόσεων. ΑΝΤ. επιλεγόμενα [< νεολατ. prolegomena] | |
| 42682 | προλέγω | προ-λέ-γω ρ. (μτβ.) {προείπα, προελέ-χθη (μτχ. προλεχθ-είς, -είσα, -έν), προλέγ-οντας} (λόγ.) 1. ανακοινώνω ή αναφέρω κάτι μελλοντικό, που δεν έχει ακόμη εκδηλωθεί: ~ει το μέλλον. Πβ. προβλέπω, προφητεύω. 2. {σε ιστορικό χρόνο} (λόγ.) λέω κάτι από πριν: Διαφωνώ με ό,τι προείπε ο ... Όπως ~χθη ... Από τα ~έντα (= προαναφερθέντα, προρρηθέντα) προκύπτει ... [< αρχ. προλέγω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ