| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42683 | προλειαίνω | προ-λει-αί-νω ρ. (μτβ.) {προλεί-ανα, -άνθηκε} (λόγ.): λειαίνω από πριν· κυρ. στη ● ΦΡ.: προλειαίνω/προετοιμάζω το έδαφος (μτφ.): δημιουργώ τις κατάλληλες προϋποθέσεις: Οι συνομιλίες ~αναν ~ για την επίλυση των προβλημάτων. [< γαλλ. préparer le terrain] [< μτγν. προλειαίνω] | |
| 42684 | προλείανση | προ-λεί-αν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: προλείανση του εδάφους (μτφ.): δημιουργία, προετοιμασία των κατάλληλων συνθηκών: ~ ~ για επιστροφή στην ανάπτυξη | |
| 42685 | προλεταριατο | , ή, ό προ-λε-τα-ρι-α-κός επίθ.: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. που αναφέρεται στο προλεταριάτο ή τους προλετάριους: ~ός: αγώνας/διεθνισμός. ~ή: επανάσταση/πολιτική. ~ό: κίνημα/κόμμα. ~ές: εξεγέρσεις/οργανώσεις. [< γαλλ. prolétarien] | |
| 42686 | προλεταριάτο | προ-λε-τα-ρι-ά-το ουσ. (ουδ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. η εργατική τάξη στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος. || (μτφ., συνήθ. για ανέργους) Επιστημονικό/πνευματικό ~. ΑΝΤ. μπουρζουαζία ● ΣΥΜΠΛ.: λούμπεν προλεταριάτο βλ. λούμπεν ● ΦΡ.: δικτατορία του προλεταριάτου: (μαρξιστικός όρος) μεταβατικό στάδιο κατά το οποίο η εργατική τάξη ασκεί την πολιτική εξουσία, μέχρι την εγκαθίδρυση της αταξικής κοινωνίας. [< ιταλ. proletariato, γαλλ. prolétariat] | |
| 42687 | προλεταριοποίηση | προ-λε-τα-ρι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. ένταξη κάποιου στο προλεταριάτο· (κυρ. κατ' επέκτ.) οικονομική εξαθλίωση, κοινωνική περιθωριοποίηση ατόμου ή ομάδας. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. prolétarisation, 1904] | |
| 42688 | προλεταριοποιώ | [προλεταριοποιῶ] προ-λε-τα-ρι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {προλεταριοποι-εί ... | προλεταριοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. μετατρέπω σε προλετάριο: Κοινωνικά στρώματα που ~ήθηκαν. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. prolétariser, 1904] | |
| 42689 | προλετάριος | προ-λε-τά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. προλετάρια}: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. μέλος της εργατικής τάξης που δεν συμμετέχει στην ιδιοκτησία ή τον έλεγχο των μέσων παραγωγής, σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία· γενικότ. αυτός που ανήκει στα κατώτερα οικονομικά στρώματα. Βλ. λούμπεν, μεγαλοαστός. [< ιταλ. proletario, γαλλ. prolétaire] | |
| 42690 | προληπτικός | , ή, ό προ-λη-πτι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην πρόληψη, που έχει σκοπό να αποτρέψει, να παρεμποδίσει κάτι βλαβερό ή δυσάρεστο: ~ός: έλεγχος υγείας (πβ. τσεκάπ)/εμβολιασμός/σχεδιασμός/ψεκασμός. ~ή: απόσυρση (τροφίμων)/δράση/εξέταση/επίθεση/εποπτεία/λογοκρισία/παρέμβαση/πολιτική/συντήρηση/χρήση. ~ό: εμβόλιο/πρόγραμμα. ~ές: θεραπείες/υπηρεσίες. ~ά: μέσα. Ο ~ ρόλος/χαρακτήρας της άσκησης στην παχυσαρκία. ~ή αντιμετώπιση κρίσεων. ~ή προσέγγιση στην περιβαλλοντική διαχείριση. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο για ~ούς λόγους. Λαμβάνονται ~ά μέτρα ασφάλειας/προστασίας. Πβ. προφυλακτικός.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ό: κατηγορούμενο. 2. (για πρόσ.) που πιστεύει σε οιωνούς, προλήψεις, σημάδια: ~ός: άνθρωπος.|| (ως ουσ.) Οι ~οί αποφεύγουν τον αριθμό δεκατρία. Πβ. δεισιδαίμονας. ● επίρρ.: προληπτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: προληπτική ιατρική: ΙΑΤΡ. κλάδος που στοχεύει στην πρόληψη των νόσων και την προώθηση της υγείας: δωρεάν ~ ~. Κοινωνική και ~ ~. Βλ. επιδημιολογία, ιατρική της εργασίας.|| ~ή: οδοντιατρική. [< αγγλ. preventive medicine] [< μτγν. προληπτικός, 1: γαλλ. préventif 2: γαλλ. préjugé] | |
| 42691 | προληπτικότητα | προ-λη-πτι-κό-τη-τα ους. (θηλ.): 1. διαδικασία πρόληψης, κυρ. για θέματα υγείας. 2. το να είναι κανείς προληπτικός. | |
| 42692 | πρόληψη | πρό-λη-ψη ουσ. (θηλ.) 1. λήψη μέτρων για την αποτροπή δυσάρεστων ή αρνητικών φαινομένων ή καταστάσεων: ενεργή/δραστική/πρωτογενής/δευτερογενής ~. ~ της απάτης/ασθενειών/(τροχαίων) ατυχημάτων/της εγκληματικότητας/επεισοδίων/επιπλοκών/του καπνίσματος/καρδιακών προσβολών/(βιολογικών/επαγγελματικών/τοξικών) κινδύνων/λαθών/των ναρκωτικών/σεισμών/της σεξουαλικής κακοποίησης/της στεφανιαίας νόσου/της τερηδόνας/της τρομοκρατίας. Δράσεις/εκστρατεία/κέντρο/μέτρα/μονάδες/οδηγίες/προγράμματα/στρατηγικές/συμβουλές/τρόποι ~ης. ~ των επιπτώσεων φυσικών καταστροφών. ~ κατά των πυρκαγιών. Σχέδιο δράσης για την ~ του έιτζ/καρκίνου. ~ και αντιμετώπιση/καταπολέμηση της βίας/ρύπανσης. Η ~ είναι καλύτερη από τη θεραπεία. Υγεία και ~. Βλ. προφύλαξη. 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} ανορθολογική πίστη σε οιωνούς και σύμβολα, αντίληψη, στάση σύμφωνα με την οποία κάποια πράγματα, σημάδια, καταστάσεις μπορούν να φέρουν καλή ή κακή τύχη: θρησκευτικές/λαϊκές ~ήψεις. Πιστεύω σε ~ήψεις. Πβ. δεισιδαιμονία, δοξασία. Βλ. προκατάληψη. 3. ΛΟΓΟΤ. αφηγηματική τεχνική κατά την οποία η ροή της αφήγησης διακόπτεται και μεταφέρεται σε μελλοντικά γεγονότα. Βλ. αναδρομή, αναχρονία, προοικονομία. 4. ΓΛΩΣΣ. συντακτικό φαινόμενο σύμφωνα με το οποίο το υποκείμενο δευτερεύουσας πρότασης τίθεται ως αντικείμενο στην πρόταση από την οποία εξαρτάται. π.χ. Μην παρατηρείς τους άλλους τι κάνουν (αντί: τι κάνουν οι άλλοι). Πβ. ανύψωση. 5. ΡΗΤΟΡ. σχήμα λόγου σύμφωνα με το οποίο ο ρήτορας προβλέπει πιθανό επιχείρημα του αντιπάλου και το ανασκευάζει εκ των προτέρων. [< 1: γαλλ. prévention 2: μεσν. πρόληψις 3: γαλλ. prolepse 4,5: μτγν. ~] | |
| 42693 | προλιμένας | προ-λι-μέ-νας ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. τμήμα ευρύτερου λιμανιού που χρησιμοποιείται συνήθ. ως αγκυροβόλιο σκαφών. Πβ. ράδα. [< γαλλ. avant-port] | |
| 42694 | προλίνη | προ-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. αμινοξύ (σύμβ. C5H9NO2) απαραίτητο για τη σύνθεση του κολλαγόνου. [< γερμ. Prolin, 1901, αγγλ. proline, 1904, γαλλ. ~, 1905] | |
| 42695 | πρόλοβος | πρό-λο-βος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. θύλακας του πεπτικού σωλήνα στο ύψος του οισοφάγου των πτηνών, όπου αποθηκεύεται η τροφή πριν περάσει στο στομάχι. [< αρχ. πρόλοβος] | |
| 42696 | προλογίζω | προ-λο-γί-ζω ρ. (μτβ.) {προλόγι-σα, -στηκε, -σμένος, προλογίζ-οντας} 1. γράφω ή συντάσσω πρόλογο: Το βιβλίο/την έκδοση ~ει ο ... 2. παρουσιάζω επόμενο ομιλητή ή εκφωνώ εισαγωγική ομιλία: Με χαρά ~ τον συνάδελφό μου, που θα μας μιλήσει για το θέμα ... Την εκδήλωση/ημερίδα ~σε ο πρόεδρος του συλλόγου. Η έκθεση/ταινία ~στηκε από ... [< μτγν. προλογίζω] | |
| 42697 | προλογικός | , ή, ό προ-λο-γι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με πρόλογο: ~ό: σημείωμα (: σύντομος πρόλογος).|| (ως ουσ.) ~ά βιβλίου/συνεδρίου. Πβ. προοιμιακός. 2. (σπάν.) που αναφέρεται σε περίοδο πριν από τη διαμόρφωση λογικής σκέψης: (ΨΥΧΟΛ.) ~ό στάδιο ανάπτυξης παιδιών. | |
| 42698 | προλόγισμα | προ-λό-γι-σμα ουσ. (ουδ.) & προλόγιση (η): γράψιμο ή σύνταξη προλόγου· συνεκδ. πρόλογος: ~ βιβλίου. ~ του συγγραφέα.|| Σύντομο ~. [< μεσν. προλόγισμα ΄προκαταρκτική σκέψη΄] | |
| 42699 | πρόλογος | πρό-λο-γος ουσ. (αρσ.): το αρχικό, εισαγωγικό μέρος κειμένου, ομιλίας, λογοτεχνικού έργου, βιβλίου: εκτενής/κατατοπιστικός/σύντομος ~. ~ εγγράφου/έκθεσης/θεατρικού έργου/μετάφρασης/μυθιστορήματος/ποιητικής συλλογής/σχολικού εγχειριδίου/ταινίας. ~ του διευθυντή/εκδότη/προέδρου/συγγραφέα. (ΦΙΛΟΛ.) ~ δράματος/κωμωδίας/τραγωδίας. Όπως αναφέρεται/σημειώνεται/τονίζεται/υπογραμμίζεται στον ~ο ... Αντί/εν είδει ~όγου. ~οι σε εκδόσεις αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων (πβ. προλεγόμενα). ~οι με ευχαριστίες. Μπαίνω κατευθείαν στο θέμα χωρίς ~όγους. Πβ. εισαγωγή, προοίμιο. Βλ. -λογος. ΑΝΤ. επίλογος (1) [< αρχ. πρόλογος] | |
| 42700 | προμάμμη | προ-μάμ-μη ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): προγιαγιά. [< μτγν. προμάμμη] | |
| 42701 | προμαντεύω | προ-μα-ντεύ-ω ρ. (μτβ.) {προμάντ-ευσα κ. -εψα} (σπάν.): προφητεύω, προβλέπω: Το όνειρό του ~ει συμφορά. Πβ. προλέγω.|| Δυσκολίες στην υπόθεση ~ει ο ... Βλ. προαισθάνομαι. [< μτγν. προμαντεύω] | |
| 42702 | πρόμαχος | πρό-μα-χος ουσ. (αρσ.) {-ου κ. -άχου} (λόγ.): αυτός που πολεμά στην πρώτη γραμμή και κυρ. κατ' επέκτ. υποστηρικτής, υπερασπιστής: ~ της ελευθερίας. Πβ. υπέρμαχος. Βλ. -μαχος. [< αρχ. πρόμαχος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ