Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [43240-43260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42671προκρούστειος, α, ο προ-κρού-στει-ος επίθ. (μτφ.-λόγ.): που διαστρεβλώνει, παραποιεί την πραγματικότητα: ~α: λογική/μέθοδος/τακτική. [< πβ. αγγλ. procrustean]
42672ΠροκρούστηςΠρο-κρού-στης ουσ. (αρσ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: κλίνη/κρεβάτι του Προκρούστη & προκρούστεια κλίνη: οτιδήποτε χρησιμοποιεί κάποιος αυθαίρετα, ώστε να φέρει μια κατάσταση στα μέτρα του· κυρ. για βίαιες περικοπές: στην κλίνη ~ μισθοί και συντάξεις.
42673προκυμαίαπρο-κυ-μαί-α ουσ. (θηλ.): ειδικά διαμορφωμένος χώρος, κατασκευασμένος συνήθ. από τσιμέντο, στην ακτή λιμανιού. Πβ. αποβάθρα, μόλος. ΣΥΝ. μουράγιο [< μτγν. προκυμία ‘κυματοθραύστης’]
42674προκύπτει

προ-κύ-πτει ρ. (αμτβ.) {προέκυ-ψε, προκύ-ψει, -πτων, -πτουσα, -πτον} (λόγ.) 1. παράγεται, προέρχεται, πηγάζει από συγκεκριμένη αιτία ως αποτέλεσμα ή ανακύπτει, εμφανίζεται μάλλον απροσδόκητα: (+ από) Κέρδος ή ζημιά που ~ από μια επένδυση. Η ~ουσα διαφορά/ζημία/τιμή. Το ~πτον αποτέλεσμα/υπόλοιπο. Η βαθμολογία του μαθήματος ~ από γραπτή εξέταση. Πολλά ερωτήματα ~ουν (μέσα) από την ομολογία του. Επιπλοκές/κίνδυνοι/μειονεκτήματα/οφέλη/πλεονεκτήματα που ~ουν (= απορρέουν) από ...|| ~ουν προβλήματα/σφάλματα κατά τη χρήση του προγράμματος. Σε σχέση με το θέμα που ~ψε ... Η συνεργασία μας ~ψε τυχαία. ~ψε βλάβη στην ηλεκτροδότηση. Ενδέχεται να ~ψει (= παρουσιαστεί) ζήτημα. Βλ. ενσκήπτει. 2. εξάγεται, συνάγεται ως συμπέρασμα: Από τις αναφορές/τα δεδομένα/τα επίσημα στοιχεία/την έρευνα/το πείραμα/το ρεπορτάζ ~ ότι ... Από τον έλεγχο/την προανάκριση ~ψε η ενοχή του δράστη. Αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο ~ πως ... Όπως ~ από τα επισυναπτόμενα έγγραφα ... ● ΦΡ.: και ό,τι ήθελε προκύψει βλ. θέλω [< μτγν. προκύπτω ‘σκύβω προς τα μπρος, έρχομαι στο φως’]

42675πρόκυψηπρό-κυ-ψη ουσ. (θηλ.) (σπάν.): ΓΥΜΝ. κάμψη του κορμού προς τα εμπρός, χωρίς να λυγίζουν τα πόδια και η ράχη. Πβ. επίκυψη. [< μτγν. πρόκυψις]
42676Προλάβαν

προ-λα-βαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πρόλαβα, προλάβει, προλαβαίν-οντας} 1. πλησιάζω ή κατορθώνω να φτάσω κάπου, σε κάποιον/κάτι έγκαιρα ή και πρώτος, προτού φύγει ή μεταβληθεί η κατάσταση στην οποία βρίσκεται: ~ το αεροπλάνο/πλοίο/τρένο. Μόλις που ~εις! Πρόλαβα το λεωφορείο στη στάση (ΑΝΤ. έχασα). Δεν πρόλαβα την παράσταση/παρέλαση. Ίσα που πρόλαβε να μπει, πριν κλείσει η πόρτα. Τρέξε να προλάβεις! Δεν προλάβαμε την αρχή της ταινίας. Παλεύει/σπεύδει να προλάβει. Πβ. προκάνω, προφταίνω.|| (μτφ., κυρ. στον αόρ.) Πρόλαβε να δει εγγόνια. 2. ενεργώ έγκαιρα, πριν από κάποιον άλλο ή προτού συμβεί κάτι, αποτρέπω κάτι δυσάρεστο: ~ να δηλώσω συμμετοχή/την προθεσμία. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει/απαντήσει. Πρόλαβε και σταμάτησε την τελευταία στιγμή. Πρόλαβαν να φύγουν πριν έρθει. Ήθελα να σου τηλεφωνήσω, αλλά με πρόλαβες.|| (προφ., για κάτι που έχει ήδη γίνει, κοινοποιηθεί ή προταθεί) Άσε, σε πρόλαβαν άλλοι. Του τα πρόλαβε όλα (= τα αποκάλυψε).|| (μτφ.) Μας πρόλαβαν τα γεγονότα/οι εξελίξεις.|| ~ την αποτυχία/την ασθένεια/το ατύχημα/τα έκτροπα/την επίθεση/το κακό/τον κίνδυνο/την παρεξήγηση/το τρακάρισμα/τα χειρότερα (πβ. προλαμβάνω). Κρέμα που ~ει τα ορατά σημάδια γήρανσης. Πρόλαβαν στο παρά πέντε/στο τσακ τη ληστεία. 3. βρίσκω ή έχω τον αναγκαίο χρόνο, για να κάνω κάτι: Δεν ~ να ετοιμαστώ/να πάρω ανάσα. Ένας ένας, δεν ~ να σας εξυπηρετήσω όλους. Δεν προλάβαινε ούτε να ξεκουραστεί. Πρόλαβε φεύγοντας να μας αποχαιρετήσει. Πρόλαβαν να κάνουν μόνο δύο προπονήσεις πριν τους αγώνες. Πότε πρόλαβες και μαγείρεψες; ● ΦΡ.: δεν πρόλαβα/προλάβαινα να ... και ...: (εισαγωγή χρον. πρότασης) περιγράφει πράξη που δεν έχει ολοκληρωθεί τη στιγμή που συμβαίνει κάτι άλλο: Δεν προλάβαινε να τον ρωτήσει και εκείνος είχε ήδη απαντήσει., δεν προλαβαίνω (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί ότι κάτι γίνεται σε μεγάλο βαθμό ή πολύ γρήγορα: ~ ~ει να δίνει συνεντεύξεις. Δεν τον ~ στις σκανταλιές. Δεν την προλαβαίνω στα γλυκά/στο φαγητό (= τρώει πολύ)., όποιος πρόλαβε, τον Κύριον είδε & όποιος πρόλαβε, πρόλαβε: για καταστάσεις όπου απαιτείται μεγάλη ετοιμότητα και ταχύτητα: Τα εισιτήρια έχουν πολύ μεγάλη ζήτηση και ~ ~!, πριν προλάβει/προφτάσει να ...: δεν είχε προλάβει να ... και: ~ ~ κοπάσει ο θόρυβος, ξέσπασε νέο σκάνδαλο. Πριν καλά καλά προφτάσει να βγει στην κυκλοφορία (το βιβλίο), προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Αρρώστησε σοβαρά, πριν καν προφτάσει να ..., προλαβαίνω δεν προλαβαίνω (προφ.-συνήθ. ειρων.): είναι αμφίβολο αν θα προφτάσω κάποιον ή κάτι: Αν συνεχίσουμε με τέτοιους ρυθμούς, ~ουμε δεν ~ουμε να τελειώσουμε έγκαιρα., τρέχω και δεν φτάνω βλ. τρέχω [< αρχ. προλαμβάνω]

42677προλακτίνηπρο-λα-κτί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. ορμόνη που εκκρίνεται από την υπόφυση και διεγείρει την παραγωγή μητρικού γάλακτος από τους μαστούς μετά τον τοκετό. Βλ. υπερπρολακτιναιμία. [< γαλλ. prolactine, 1933, αγγλ. prolactin, 1932]
42678προλαλήσας, ασα, αν προ-λα-λή-σας επίθ./ουσ. (λόγ.): αυτός που μίλησε νωρίτερα, συνήθ. μπροστά σε ακροατήριο: Με κάλυψε απόλυτα ο ~/η ~ασα. Όπως πολύ σοφά είπε/υπαινίχθηκε ο ~ ... Απαξιώ να σχολιάσω αυτά που είπε ο ~. Διαφωνώ/συμφωνώ με τους ~αντες.|| Ο ~ βουλευτής/συνάδελφος. Βλ. -ας, -ασα, -αν. [< μτχ. αορ. του μτγν. ρ. προλαλῶ]
42679προλαμβάνωπρο-λαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {προλαμβάνοντας} (λόγ.): ενεργώ προληπτικά, αντιμετωπίζω κάτι εκ των προτέρων: Η μεσογειακή διατροφή ~ει αγγειακά επεισόδια. Εμβόλιο ~ει τον καρκίνο στον τράχηλο της μήτρας. Άσκηση/τροφές που ~ουν ασθένειες. Πβ. προλαβαίνω. Βλ. αποτρέπω, αποφεύγω. [< αρχ. προλαμβάνω]
42680προλαμίνηπρο-λα-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. καθεμία από την ομάδα των πρωτεϊνών που περιέχεται κυρ. στους σπόρους δημητριακών. Βλ. γλουτένη, -ίνη, προλίνη. [< αγγλ. prolamin(e), 1908 < prol(ine) + am(monia) + -ine, γαλλ. prolamine, 1953]
42681προλεγόμεναπρο-λε-γό-με-να ουσ. (ουδ.) (τα) {προλεγομένων}: πρόλογος, εισαγωγικό τμήμα συγγράμματος, βιβλίου: ~ εκδόσεων. ΑΝΤ. επιλεγόμενα [< νεολατ. prolegomena]
42682προλέγωπρο-λέ-γω ρ. (μτβ.) {προείπα, προελέ-χθη (μτχ. προλεχθ-είς, -είσα, -έν), προλέγ-οντας} (λόγ.) 1. ανακοινώνω ή αναφέρω κάτι μελλοντικό, που δεν έχει ακόμη εκδηλωθεί: ~ει το μέλλον. Πβ. προβλέπω, προφητεύω. 2. {σε ιστορικό χρόνο} (λόγ.) λέω κάτι από πριν: Διαφωνώ με ό,τι προείπε ο ... Όπως ~χθη ... Από τα ~έντα (= προαναφερθέντα, προρρηθέντα) προκύπτει ... [< αρχ. προλέγω]
42683προλειαίνωπρο-λει-αί-νω ρ. (μτβ.) {προλεί-ανα, -άνθηκε} (λόγ.): λειαίνω από πριν· κυρ. στη ● ΦΡ.: προλειαίνω/προετοιμάζω το έδαφος (μτφ.): δημιουργώ τις κατάλληλες προϋποθέσεις: Οι συνομιλίες ~αναν ~ για την επίλυση των προβλημάτων. [< γαλλ. préparer le terrain] [< μτγν. προλειαίνω]
42684προλείανσηπρο-λεί-αν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: προλείανση του εδάφους (μτφ.): δημιουργία, προετοιμασία των κατάλληλων συνθηκών: ~ ~ για επιστροφή στην ανάπτυξη
42685προλεταριατο

, ή, ό προ-λε-τα-ρι-α-κός επίθ.: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. που αναφέρεται στο προλεταριάτο ή τους προλετάριους: ~ός: αγώνας/διεθνισμός. ~ή: επανάσταση/πολιτική. ~ό: κίνημα/κόμμα. ~ές: εξεγέρσεις/οργανώσεις. [< γαλλ. prolétarien]

42686προλεταριάτοπρο-λε-τα-ρι-ά-το ουσ. (ουδ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. η εργατική τάξη στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος. || (μτφ., συνήθ. για ανέργους) Επιστημονικό/πνευματικό ~. ΑΝΤ. μπουρζουαζία ● ΣΥΜΠΛ.: λούμπεν προλεταριάτο βλ. λούμπεν ● ΦΡ.: δικτατορία του προλεταριάτου: (μαρξιστικός όρος) μεταβατικό στάδιο κατά το οποίο η εργατική τάξη ασκεί την πολιτική εξουσία, μέχρι την εγκαθίδρυση της αταξικής κοινωνίας. [< ιταλ. proletariato, γαλλ. prolétariat]
42687προλεταριοποίησηπρο-λε-τα-ρι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. ένταξη κάποιου στο προλεταριάτο· (κυρ. κατ' επέκτ.) οικονομική εξαθλίωση, κοινωνική περιθωριοποίηση ατόμου ή ομάδας. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. prolétarisation, 1904]
42688προλεταριοποιώ[προλεταριοποιῶ] προ-λε-τα-ρι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {προλεταριοποι-εί ... | προλεταριοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. μετατρέπω σε προλετάριο: Κοινωνικά στρώματα που ~ήθηκαν. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. prolétariser, 1904]
42689προλετάριοςπρο-λε-τά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. προλετάρια}: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. μέλος της εργατικής τάξης που δεν συμμετέχει στην ιδιοκτησία ή τον έλεγχο των μέσων παραγωγής, σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία· γενικότ. αυτός που ανήκει στα κατώτερα οικονομικά στρώματα. Βλ. λούμπεν, μεγαλοαστός. [< ιταλ. proletario, γαλλ. prolétaire]
42690προληπτικός, ή, ό προ-λη-πτι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην πρόληψη, που έχει σκοπό να αποτρέψει, να παρεμποδίσει κάτι βλαβερό ή δυσάρεστο: ~ός: έλεγχος υγείας (πβ. τσεκάπ)/εμβολιασμός/σχεδιασμός/ψεκασμός. ~ή: απόσυρση (τροφίμων)/δράση/εξέταση/επίθεση/εποπτεία/λογοκρισία/παρέμβαση/πολιτική/συντήρηση/χρήση. ~ό: εμβόλιο/πρόγραμμα. ~ές: θεραπείες/υπηρεσίες. ~ά: μέσα. Ο ~ ρόλος/χαρακτήρας της άσκησης στην παχυσαρκία. ~ή αντιμετώπιση κρίσεων. ~ή προσέγγιση στην περιβαλλοντική διαχείριση. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο για ~ούς λόγους. Λαμβάνονται ~ά μέτρα ασφάλειας/προστασίας. Πβ. προφυλακτικός.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ό: κατηγορούμενο. 2. (για πρόσ.) που πιστεύει σε οιωνούς, προλήψεις, σημάδια: ~ός: άνθρωπος.|| (ως ουσ.) Οι ~οί αποφεύγουν τον αριθμό δεκατρία. Πβ. δεισιδαίμονας. ● επίρρ.: προληπτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: προληπτική ιατρική: ΙΑΤΡ. κλάδος που στοχεύει στην πρόληψη των νόσων και την προώθηση της υγείας: δωρεάν ~ ~. Κοινωνική και ~ ~. Βλ. επιδημιολογία, ιατρική της εργασίας.|| ~ή: οδοντιατρική. [< αγγλ. preventive medicine] [< μτγν. προληπτικός, 1: γαλλ. préventif 2: γαλλ. préjugé]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.