Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [43260-43280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42691προληπτικότηταπρο-λη-πτι-κό-τη-τα ους. (θηλ.): 1. διαδικασία πρόληψης, κυρ. για θέματα υγείας. 2. το να είναι κανείς προληπτικός.
42692πρόληψηπρό-λη-ψη ουσ. (θηλ.) 1. λήψη μέτρων για την αποτροπή δυσάρεστων ή αρνητικών φαινομένων ή καταστάσεων: ενεργή/δραστική/πρωτογενής/δευτερογενής ~. ~ της απάτης/ασθενειών/(τροχαίων) ατυχημάτων/της εγκληματικότητας/επεισοδίων/επιπλοκών/του καπνίσματος/καρδιακών προσβολών/(βιολογικών/επαγγελματικών/τοξικών) κινδύνων/λαθών/των ναρκωτικών/σεισμών/της σεξουαλικής κακοποίησης/της στεφανιαίας νόσου/της τερηδόνας/της τρομοκρατίας. Δράσεις/εκστρατεία/κέντρο/μέτρα/μονάδες/οδηγίες/προγράμματα/στρατηγικές/συμβουλές/τρόποι ~ης. ~ των επιπτώσεων φυσικών καταστροφών. ~ κατά των πυρκαγιών. Σχέδιο δράσης για την ~ του έιτζ/καρκίνου. ~ και αντιμετώπιση/καταπολέμηση της βίας/ρύπανσης. Η ~ είναι καλύτερη από τη θεραπεία. Υγεία και ~. Βλ. προφύλαξη. 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} ανορθολογική πίστη σε οιωνούς και σύμβολα, αντίληψη, στάση σύμφωνα με την οποία κάποια πράγματα, σημάδια, καταστάσεις μπορούν να φέρουν καλή ή κακή τύχη: θρησκευτικές/λαϊκές ~ήψεις. Πιστεύω σε ~ήψεις. Πβ. δεισιδαιμονία, δοξασία. Βλ. προκατάληψη. 3. ΛΟΓΟΤ. αφηγηματική τεχνική κατά την οποία η ροή της αφήγησης διακόπτεται και μεταφέρεται σε μελλοντικά γεγονότα. Βλ. αναδρομή, αναχρονία, προοικονομία. 4. ΓΛΩΣΣ. συντακτικό φαινόμενο σύμφωνα με το οποίο το υποκείμενο δευτερεύουσας πρότασης τίθεται ως αντικείμενο στην πρόταση από την οποία εξαρτάται. π.χ. Μην παρατηρείς τους άλλους τι κάνουν (αντί: τι κάνουν οι άλλοι). Πβ. ανύψωση. 5. ΡΗΤΟΡ. σχήμα λόγου σύμφωνα με το οποίο ο ρήτορας προβλέπει πιθανό επιχείρημα του αντιπάλου και το ανασκευάζει εκ των προτέρων. [< 1: γαλλ. prévention 2: μεσν. πρόληψις 3: γαλλ. prolepse 4,5: μτγν. ~]
42693προλιμέναςπρο-λι-μέ-νας ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. τμήμα ευρύτερου λιμανιού που χρησιμοποιείται συνήθ. ως αγκυροβόλιο σκαφών. Πβ. ράδα. [< γαλλ. avant-port]
42694προλίνηπρο-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. αμινοξύ (σύμβ. C5H9NO2) απαραίτητο για τη σύνθεση του κολλαγόνου. [< γερμ. Prolin, 1901, αγγλ. proline, 1904, γαλλ. ~, 1905]
42695πρόλοβοςπρό-λο-βος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. θύλακας του πεπτικού σωλήνα στο ύψος του οισοφάγου των πτηνών, όπου αποθηκεύεται η τροφή πριν περάσει στο στομάχι. [< αρχ. πρόλοβος]
42696προλογίζωπρο-λο-γί-ζω ρ. (μτβ.) {προλόγι-σα, -στηκε, -σμένος, προλογίζ-οντας} 1. γράφω ή συντάσσω πρόλογο: Το βιβλίο/την έκδοση ~ει ο ... 2. παρουσιάζω επόμενο ομιλητή ή εκφωνώ εισαγωγική ομιλία: Με χαρά ~ τον συνάδελφό μου, που θα μας μιλήσει για το θέμα ... Την εκδήλωση/ημερίδα ~σε ο πρόεδρος του συλλόγου. Η έκθεση/ταινία ~στηκε από ... [< μτγν. προλογίζω]
42697προλογικός, ή, ό προ-λο-γι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με πρόλογο: ~ό: σημείωμα (: σύντομος πρόλογος).|| (ως ουσ.) ~ά βιβλίου/συνεδρίου. Πβ. προοιμιακός. 2. (σπάν.) που αναφέρεται σε περίοδο πριν από τη διαμόρφωση λογικής σκέψης: (ΨΥΧΟΛ.) ~ό στάδιο ανάπτυξης παιδιών.
42698προλόγισμαπρο-λό-γι-σμα ουσ. (ουδ.) & προλόγιση (η): γράψιμο ή σύνταξη προλόγου· συνεκδ. πρόλογος: ~ βιβλίου. ~ του συγγραφέα.|| Σύντομο ~. [< μεσν. προλόγισμα ΄προκαταρκτική σκέψη΄]
42699πρόλογοςπρό-λο-γος ουσ. (αρσ.): το αρχικό, εισαγωγικό μέρος κειμένου, ομιλίας, λογοτεχνικού έργου, βιβλίου: εκτενής/κατατοπιστικός/σύντομος ~. ~ εγγράφου/έκθεσης/θεατρικού έργου/μετάφρασης/μυθιστορήματος/ποιητικής συλλογής/σχολικού εγχειριδίου/ταινίας. ~ του διευθυντή/εκδότη/προέδρου/συγγραφέα. (ΦΙΛΟΛ.) ~ δράματος/κωμωδίας/τραγωδίας. Όπως αναφέρεται/σημειώνεται/τονίζεται/υπογραμμίζεται στον ~ο ... Αντί/εν είδει ~όγου. ~οι σε εκδόσεις αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων (πβ. προλεγόμενα). ~οι με ευχαριστίες. Μπαίνω κατευθείαν στο θέμα χωρίς ~όγους. Πβ. εισαγωγή, προοίμιο. Βλ. -λογος. ΑΝΤ. επίλογος (1) [< αρχ. πρόλογος]
42700προμάμμηπρο-μάμ-μη ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): προγιαγιά. [< μτγν. προμάμμη]
42701προμαντεύωπρο-μα-ντεύ-ω ρ. (μτβ.) {προμάντ-ευσα κ. -εψα} (σπάν.): προφητεύω, προβλέπω: Το όνειρό του ~ει συμφορά. Πβ. προλέγω.|| Δυσκολίες στην υπόθεση ~ει ο ... Βλ. προαισθάνομαι. [< μτγν. προμαντεύω]
42702πρόμαχοςπρό-μα-χος ουσ. (αρσ.) {-ου κ. -άχου} (λόγ.): αυτός που πολεμά στην πρώτη γραμμή και κυρ. κατ' επέκτ. υποστηρικτής, υπερασπιστής: ~ της ελευθερίας. Πβ. υπέρμαχος. Βλ. -μαχος. [< αρχ. πρόμαχος]
42703προμαχώ[προμαχῶ] προ-μα-χώ ρ. (αμτβ.) {προμαχ-είς ..., κυρ. στον ενεστ.} (σπάν.-λόγ.): μάχομαι στην πρώτη γραμμή· κυρ. κατ' επέκτ. υπερασπίζομαι κάποιον ή κάτι: ~ούν για την ανεξαρτησία/υπέρ της ανεξαρτησίας. Βλ. -μαχώ. [< αρχ. προμαχῶ]
42704προμαχώναςπρο-μα-χώ-νας ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): μέρος κάστρου ή φρουρίου κατάλληλο για διεξαγωγή μάχης· γενικότ. θέση με στρατηγική σημασία, από την οποία υπερασπίζεται κάποιος κάτι. Πβ. έπαλξη, μετερίζι, οχυρό, προπύργιο, ταμπούρι, τάπια, τείχισμα. Βλ. -ώνας.|| (μτφ.) Το Άγιο Όρος ~ της Ορθοδοξίας. [< μτγν. προμαχών]
42705προμελέτηπρο-με-λέ-τη ουσ. (θηλ.): προπαρασκευαστική μελέτη, προσχέδιο: τεχνική ~. ~ ανάπλασης (περιοχής)/έργου/κατασκευής/σκοπιμότητας για την ίδρυση ξενοδοχειακής μονάδας. Ανάθεση/έγκριση/εκπόνηση ~ης. Διεξήχθη ~ για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από ... ● ΦΡ.: εκ προμελέτης (λόγ., για αξιόποινη πράξη): ΝΟΜ. μετά από σχεδιασμό: ανθρωποκτονία/έγκλημα/φόνος ~ ~. Πβ. από/με πρόθεση. ΑΝΤ. από αμέλεια [< μεσν. προμελέτη, γαλλ. préméditation]
42706προμελετημένος, η, ο προ-με-λε-τη-μέ-νος επίθ.: (συνήθ. για αξιόποινη πράξη) εσκεμμένος, προσχεδιασμένος, προγραμματισμένος: ~ος: φόνος. ~η: επίθεση. ~ο: έγκλημα/σχέδιο. Βλ. εκ προμελέτης. ΑΝΤ. απρομελέτητος ● επίρρ.: προμελετημένα [< μτγν. προμεμελετημένος, γαλλ. prémédité]
42707προμελετώ[προμελετῶ] προ-με-λε-τώ ρ. (μτβ.) {προμελετ-άς ... | προμελέτ-ησε, -άται, -ήθηκε, συνηθέστ. στη μτχ. -ημένος}: σχεδιάζω από πριν κυρ. αξιόποινη πράξη. [< μτγν. προμελετῶ, γαλλ. préméditer]
42708προμέρισμαπρο-μέ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. ποσό που προκαταβάλλεται από ανώνυμη εταιρεία σε μετόχους έναντι του οριστικού μερίσματος από τα προβλεπόμενα κέρδη χρήσης. [< αγγλ. interim dividend]
42709προμεσημβρινός, ή, ό προ-με-σημ-βρι-νός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται ή γίνεται στο διάστημα πριν από το μεσημέρι: ~ές: ώρες. ΑΝΤ. μεταμεσημβρινός [< γερμ. vormittags-]
42710προμέτρησηπρο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): υπολογισμός που γίνεται στην αρχή μιας διαδικασίας: ~ εργασιών/υλικών. Βλ. επι-, κατα-μέτρηση.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.