Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [43260-43280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42703προμαχώ[προμαχῶ] προ-μα-χώ ρ. (αμτβ.) {προμαχ-είς ..., κυρ. στον ενεστ.} (σπάν.-λόγ.): μάχομαι στην πρώτη γραμμή· κυρ. κατ' επέκτ. υπερασπίζομαι κάποιον ή κάτι: ~ούν για την ανεξαρτησία/υπέρ της ανεξαρτησίας. Βλ. -μαχώ. [< αρχ. προμαχῶ]
42704προμαχώναςπρο-μα-χώ-νας ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): μέρος κάστρου ή φρουρίου κατάλληλο για διεξαγωγή μάχης· γενικότ. θέση με στρατηγική σημασία, από την οποία υπερασπίζεται κάποιος κάτι. Πβ. έπαλξη, μετερίζι, οχυρό, προπύργιο, ταμπούρι, τάπια, τείχισμα. Βλ. -ώνας.|| (μτφ.) Το Άγιο Όρος ~ της Ορθοδοξίας. [< μτγν. προμαχών]
42705προμελέτηπρο-με-λέ-τη ουσ. (θηλ.): προπαρασκευαστική μελέτη, προσχέδιο: τεχνική ~. ~ ανάπλασης (περιοχής)/έργου/κατασκευής/σκοπιμότητας για την ίδρυση ξενοδοχειακής μονάδας. Ανάθεση/έγκριση/εκπόνηση ~ης. Διεξήχθη ~ για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από ... ● ΦΡ.: εκ προμελέτης (λόγ., για αξιόποινη πράξη): ΝΟΜ. μετά από σχεδιασμό: ανθρωποκτονία/έγκλημα/φόνος ~ ~. Πβ. από/με πρόθεση. ΑΝΤ. από αμέλεια [< μεσν. προμελέτη, γαλλ. préméditation]
42706προμελετημένος, η, ο προ-με-λε-τη-μέ-νος επίθ.: (συνήθ. για αξιόποινη πράξη) εσκεμμένος, προσχεδιασμένος, προγραμματισμένος: ~ος: φόνος. ~η: επίθεση. ~ο: έγκλημα/σχέδιο. Βλ. εκ προμελέτης. ΑΝΤ. απρομελέτητος ● επίρρ.: προμελετημένα [< μτγν. προμεμελετημένος, γαλλ. prémédité]
42707προμελετώ[προμελετῶ] προ-με-λε-τώ ρ. (μτβ.) {προμελετ-άς ... | προμελέτ-ησε, -άται, -ήθηκε, συνηθέστ. στη μτχ. -ημένος}: σχεδιάζω από πριν κυρ. αξιόποινη πράξη. [< μτγν. προμελετῶ, γαλλ. préméditer]
42708προμέρισμαπρο-μέ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. ποσό που προκαταβάλλεται από ανώνυμη εταιρεία σε μετόχους έναντι του οριστικού μερίσματος από τα προβλεπόμενα κέρδη χρήσης. [< αγγλ. interim dividend]
42709προμεσημβρινός, ή, ό προ-με-σημ-βρι-νός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται ή γίνεται στο διάστημα πριν από το μεσημέρι: ~ές: ώρες. ΑΝΤ. μεταμεσημβρινός [< γερμ. vormittags-]
42710προμέτρησηπρο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): υπολογισμός που γίνεται στην αρχή μιας διαδικασίας: ~ εργασιών/υλικών. Βλ. επι-, κατα-μέτρηση.
42711προμετωπιαίος, α, ο [προμετωπιαῖος] προ-με-τω-πι-αί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που βρίσκεται στο μπροστινό τμήμα του μετώπου: ~ος: λοβός/φλοιός.
42712προμετωπίδαπρο-με-τω-πί-δα ουσ. (θηλ.) 1. σελίδα βιβλίου ή εντύπου (εφημερίδας ή περιοδικού), όπου αναγράφεται ο πλήρης τίτλος του. Βλ. κολοφώνας. 2. (σπάν.-μτφ.) οτιδήποτε κατέχει εξέχουσα θέση, μπαίνει μπροστά σε μια ενέργεια, δράση, προσπάθεια: βάζουν/θέτουν ως ~. Η παιδεία αποτελεί την ~ πολιτισμού και ανάπτυξης κάθε χώρας. Πβ. ασπίδα. [< πβ. μτγν. προμετωπίς ‘κόσμημα του μετώπου (κυρ. για άλογο)’]
42713προμήθειαπρο-μή-θει-α ουσ. (θηλ.) {προμηθειών} 1. εφοδιασμός και (συνήθ. στον πληθ.) τα προϊόντα εφοδιασμού: ~ αγαθών/αναλώσιμων υλικών/ειδών γραφείου/(εργαστηριακού) εξοπλισμού/τροφίμων/υγρών καυσίμων/φυσικού αερίου. Πβ. πορισμός.|| Μάζεψα αρκετές ~ες για το ταξίδι.|| Δημόσιες/κρατικές ~ες (: για την κάλυψη βασικών αναγκών του κράτους). ~ες νοσοκομείων/ξενοδοχείων. Βλ. υδατο~. 2. {κυρ. στον πληθ.} αποθέματα για περιόδους πολέμου ή φυσικών καταστροφών. 3. αμοιβή που λαμβάνει ένας πωλητής ή μεσολαβητής από τη διεκπεραίωση της εργασίας του: ποσοστό από τις πωλήσεις/στο μισθό ως ~. Βλ. μίζα. 4. ΟΙΚΟΝ. ποσό που χρεώνεται από τις τράπεζες σε πελάτη, όταν οι συναλλαγές του αφορούν τρίτο πρόσωπο. [< αρχ. προμήθεια 'διορατικότητα, πρόνοια', γαλλ. provision]
42714προμήθειοπρο-μή-θει-ο ουσ. (ουδ.) {προμηθείου} & προμήθιο: ΧΗΜ. ραδιενεργό μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Pm, Ζ 61) που προέρχεται κυρ. από τη διάσπαση ουρανίου. Βλ. λανθανίδες. [< αγγλ. promethium, 1948 < Προμηθεύς, γαλλ. prométhium, 1953, prométhéum, 1964]
42715προμηθευτής, προμηθεύτριαπρο-μη-θευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο ή συνήθ. εταιρεία που παρέχει προϊόντα ή/και υπηρεσίες: αποκλειστικός ~. Εναλλακτικοί ~ές. ~ αγαθών/ανταλλακτικών/ηλεκτρικής ενέργειας/πρώτων υλών/τροφίμων/υγείας. Πβ. εφοδιαστής, τροφοδότης.|| ~ ίντερνετ/λογισμικού. Πβ. πάροχος.|| (ως επίθ.) Συμφωνητικό ενοικίασης με την ~τρια εταιρεία. [< μεσν. προμηθευτής, γαλλ. pourvoyeur, αγγλ. provider]
42716προμηθευτικός, ή, ό προ-μη-θευ-τι-κός επίθ.: που προμηθεύει αγαθά ή/και παρέχει υπηρεσίες: ~ός: οργανισμός. ~ή: εταιρεία. ~ές και εισαγωγικές επιχειρήσεις. ~ και καταναλωτικός συνεταιρισμός. [< μεσν. προμηθευτικός]
42717προμηθεύωπρο-μη-θεύ-ω ρ. (μτβ.) {προμήθευ-σε, -σει, -τηκα (λογιότ.) -θηκα, -τεί (λογιότ.) -θεί, προμηθεύ-οντας, -όμενος, -μένος} (λόγ.): παρέχω κυρ. προϊόντα ή υπηρεσίες και γενικότ. δίνω, προσφέρω: Εταιρεία που ~ει καύσιμα. Προμήθευε ναρκωτικά/όπλα σε ... Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ~ονται (= παίρνουν) τα έντυπα των αιτήσεων από ... Η χώρα ~τηκε πυροσβεστικά αεροσκάφη και ελικόπτερα. Μια ισορροπημένη διατροφή ~ει τον οργανισμό με τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά. Πβ. εφοδιάζω, τροφοδοτώ. Βλ. χορηγώ. [< μτγν. προμηθεύομαι 'προνοώ', γαλλ. pourvoir]
42718προμήκης, ης, ες προ-μή-κης επίθ. ουδ. πρόμηκες {προμήκ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που έχει μεγάλο μήκος, επιμήκης· κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: προμήκης μυελός: ΑΝΑΤ. το κατώτερο τμήμα του εγκεφάλου, το οποίο μαζί με τη γέφυρα συνδέουν τον εγκέφαλο με τον νωτιαίο μυελό. [< αρχ. προμήκης, νεολατ. medulla oblongata]
42719προμηνύειπρο-μη-νύ-ει ρ. (μτβ.) {προμήνυ-σε, προμηνύ-εται} & (λαϊκό) προμηνάει & προμηνά: αποτελεί προμήνυμα: Οι διαπραγματεύσεις/οι συζητήσεις ~ουν αλλαγές/εξελίξεις/συγκρούσεις. Πίστευε ότι τα όνειρα ~ουν μελλοντικά γεγονότα. Τίποτα δεν προμήνυε ότι θα ξεσπάσει νέα κρίση. Πβ. προοιωνίζεται.|| (μεσοπαθ., συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) ~εται θύελλα (αντιδράσεων)/καταιγίδα/καταστροφή/πόλεμος (= αναμένεται, επίκειται, προβλέπεται). ΣΥΝ. προαγγέλλει [< αρχ. προμηνύω]
42720προμήνυμαπρο-μή-νυ-μα ουσ. (ουδ.): ένδειξη μελλοντικής κατάστασης ή γεγονότος· προαίσθημα: ~ (πολιτικών) αλλαγών (πβ. πρόκριμα)/επιτυχίας/νίκης. ~ κινδύνου/συμφοράς. Αν δείτε στ' όνειρό σας ..., είναι ~ χαράς. Πβ. οιωνός, πρελούδιο, προοίμιο. Βλ. προειδοποίηση. ΣΥΝ. προάγγελμα [< μτγν. προμήνυμα, γαλλ. présage]
42721πρόμιγμαπρό-μιγ-μα ουσ. (ουδ.) {προμίγμ-ατα} & πρόμειγμα: ειδικό σκεύασμα, συνήθ. με πρόσθετα συμπληρώματα ζωοτροφής, που αναμειγνύεται με άλλες τροφές προτού δοθεί για κατανάλωση: φαρμακούχα ~ατα. [< αγγλ. premix, 1957]
42722προμινωικός, ή, ό προ-μι-νω-ι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που αναφέρεται στην εποχή που προηγείται της μινωικής περιόδου στην Κρήτη: ~ός: πολιτισμός. ~ά: χρόνια.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.