Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [43280-43300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42723πρόμοπρό-μο επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): σύντομη παρουσίαση, συνήθ. με μορφή τρέιλερ ή σποτ, που προβάλλεται για την προώθηση κυρ. καλλιτεχνικού ή καταναλωτικού προϊόντος: ~ βίντεο/τραγούδι. ~ φωτογραφίες (νέου άλμπουμ). Επίσημο ~ του καναλιού για την καινούργια σειρά. Βλ. ντέμο. [< γαλλ. promo(tion), αγγλ. promo(tional), 1946, ιταλ. ~, 1986]
42724προμοτάρισμαπρο-μο-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): διαφημιστική προώθηση, προβολή προϊόντων. Πβ. λανσάρ-, πλασάρ-ισμα. Βλ. -ισμα. [< αγγλ. promoting]
42725προμοτάρωπρο-μο-τά-ρω ρ. (μτβ.) {προμόταρ-ε κ. προμοτάρ-ισε} (προφ.): προωθώ, διαφημίζω συνήθ. προϊόντα: ~ει το καινούργιο του βιβλίο. Πβ. λανσάρω, πλασάρω. Βλ. -άρω. [< αγγλ. promote]
42726πρόναοςπρό-να-ος ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΙΤ. το πρόσθιο τμήμα αρχαιοελληνικού ή χριστιανικού ναού, το οποίο βρίσκεται πριν από την είσοδό του. Πβ. πρόδομος, νάρθηκας. Βλ. οπισθόδομος, σηκός. [< μτγν. πρόναος]
42727πρόνευσηπρό-νευ-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) προνευστασμός (ο): ΝΑΥΤ. ταλάντωση που γίνεται από τη μια άκρη του πλοίου στην άλλη, σε σχέση με τον κύριο οριζόντιο άξονά του: απλή/διπλή ~. Γωνία/ροπή ~ης. Πβ. σκαμπανέβασμα. Βλ. διατοιχισμός. [< γαλλ. tangage]
42728προνεωτερικός, ή, ό προ-νε-ω-τε-ρι-κός επίθ.: που ανήκει ή αναφέρεται στην εποχή πριν από τη νεωτερικότητα: ~ή: κοινωνία. ΑΝΤ. μετανεωτερικός
42729προνηπιακός, ή, ό προ-νη-πι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στο προνήπιο: ~ός: σταθμός. ~ή: εκπαίδευση/ηλικία. ~ό: τμήμα. Βλ. βρεφονηπιακός, προσχολικός.|| (μτφ.) Βρίσκεται σε ~ό στάδιο. Βλ. βρεφικός.
42730προνήπιοπρο-νή-πι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): βαθμίδα της προσχολικής εκπαίδευσης για παιδιά ηλικίας τεσσάρων ετών· συνεκδ. παιδί που κατατάσσεται σε αυτή τη βαθμίδα: Φέτος πήγε (στο) ~. Εγγραφές/τμήματα ~ίων. Βιβλία/δραστηριότητες για ~α. Βλ. νηπιαγωγείο, παιδικός σταθμός.
42731προνοητικός, ή, ό προ-νο-η-τι-κός επίθ.: που μεριμνά από πριν, προετοιμάζεται κατάλληλα για κάθε ενέργεια ή περίσταση· που λαμβάνει υπόψη ενδεχόμενες, συνήθ. δυσάρεστες ή επικίνδυνες, μελλοντικές καταστάσεις: ~ός: άνθρωπος. Όντας ~, φρόντισε έγκαιρα να κλείσει θέση στο θέατρο.|| (κατ' επέκτ.) ~ός: σχεδιασμός. ~ό: σύστημα. Πβ. προβλεπτ-, προορατ-ικός. ● επίρρ.: προνοητικά [< αρχ. προνοητικός]
42732προνοητικότηταπρο-νο-η-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το γνώρισμα, η ιδιότητα του προνοητικού: Δείχνω ~. Είχε την ~ να πάρει ομπρέλα μαζί του. Πβ. προβλεπτικ-, προορατικ-ότητα. Βλ. -ότητα, περίσκεψη, πρόνοια, σύνεση. ΑΝΤ. απρονοησία
42733πρόνοιαπρό-νοι-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -οίας}: σκέψη, φροντίδα για κάτι μελλοντικό· (ειδικότ.-επίσ.) δημόσια μέριμνα για όσους έχουν ανάγκη: ιατρική ~. ~ για τους άστεγους/τις πολύτεκνες οικογένειες/τους σεισμοπαθείς. Δεν είχε τη στοιχειώδη ~ να … Είχαν την ~ να διαφυλάξουν τον πολιτιστικό πλούτο (πβ. σύνεση). Διεύθυνση/επιμελητής/ιδρύματα/παροχές/πολιτική/πρόγραμμα/Ταμείο/φορείς ~ας. Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και ~ας. Επαγγέλματα/μονάδες/υποδομές ~ας. Οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης και ~ας.|| (στην Κύπρο, στον πληθ., πρόβλεψη:) Βασικές ~ες του νόμου. Βλ. τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: Θεία Πρόνοια & πρόνοια του Θεού: ΘΕΟΛ. η μέριμνα του Θεού για το Σύμπαν και τους ανθρώπους με σκοπό τη σωτηρία τους., κοινωνική πρόνοια: ΠΟΛΙΤ. παροχή από το Κράτος χρημάτων, αγαθών ή υπηρεσιών σε οικονομικά ασθενέστερες ομάδες., κράτος πρόνοιας: το οποίο στηρίζει οικονομικά και κοινωνικά όσους πολίτες έχουν ανάγκη. Βλ. κοινωνική αλληλεγγύη. ΣΥΝ. κοινωνικό κράτος [< γερμ. Wohlfahrtstaat] [< αρχ. πρόνοια]
42734προνοιακός, ή, ό προ-νοι-α-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται στην ή προέρχεται από την πρόνοια: ~ός: οργανισμός/φορέας. ~ή: νομοθεσία/πολιτική/σύνταξη/υποστήριξη. ~ό: βοήθημα/επίδομα/έργο/ίδρυμα/σύστημα. ~ές: δομές/παροχές/υπηρεσίες. ~ά: δικαιώματα/επιδόματα/θέματα/προγράμματα. Ο ~ χαρακτήρας του κράτους.
42735προνομίαπρο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): αποκλειστικό προνόμιο: Ο ανασχηματισμός αποτελεί ~ του πρωθυπουργού. [< μτγν. προνομία]
42736προνομιακός, ή, ό προ-νο-μι-α-κός επίθ. (λόγ.): που αποτελεί προνόμιο ή πλεονέκτημα: ~ός: εταίρος/λογαριασμός/συνομιλητής/τομέας/(τουριστικός) προορισμός/χώρος (πβ. αβανταδόρικος). ~ή: αντιμετώπιση/θέση/κάρτα (μέλους)/μεταχείριση/περιοχή/πληροφόρηση/πρόσβαση/συνεργασία/σχέση/τιμή/τιμολόγηση/χρηματοδότηση. ~ό: επιτόκιο/καθεστώς/οικόπεδο/(οικονομικό) πακέτο/πεδίο ανάπτυξης/πρόγραμμα/σημείο. ~οί: όροι (δανείου). ~ές: χρεώσεις. Πβ. ευνοϊκός, πλεονεκτικός, προνομιούχος. ● επίρρ.: προνομιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. privilégié]
42737προνόμιο

προ-νό-μι-ο ουσ. (ουδ.) {προνομί-ου}: δικαίωμα ή πλεονέκτημα που παρέχεται σε κάποιον ή σε λίγους, συνήθ. από Αρχή ή εξουσία: αποκλειστικό/δικαστικό/ειδικό/μοναδικό/σπάνιο/φυσικό ~. Βουλευτικά/υλικά/φορολογικά ~α. Κάρτα/πρόγραμμα ~ων. Έχει το ~ να συνεργάζεται με όποιον θέλει. Η ενασχόληση με ... ήταν αποκλειστικά αντρικό/γυναικείο ~. Η μόρφωση είναι ~ όλων.|| (ειρων.) Χώρα που έχει το θλιβερό ~ να είναι πρώτη (= έχει το προβάδισμα) στα τροχαία ατυχήματα. [< μτγν. προνόμιον]

42738προνομιούχος, ος/α, ο [προνομιοῦχος] προ-νο-μι-ού-χος επίθ. (λόγ.): που έχει προνόμια ή βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση: ~ος: ιδιοκτήτης/λογαριασμός/τόπος. ~ος/α: περιοχή. ~ο: μέλος/οικόπεδο (= προνομιακό)/περιβάλλον. ~ες: κοινωνικές τάξεις/ομάδες.|| (ως ουσ.) Οι ~οι και οι μη ~οι. Βλ. -ούχος1. ● ΣΥΜΠΛ.: προνομιούχος μετοχή βλ. μετοχή [< γαλλ. privilégié]
42739προνοσοκομειακός, ή, ό προ-νο-σο-κο-μει-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που έχει σχέση με την παροχή ιατρικών υπηρεσιών πριν από τη μεταφορά ασθενούς στο νοσοκομείο: ~ή: αντιμετώπιση/ιατρική/περίθαλψη/φροντίδα. [< αγγλ. prehospital]
42740προνουντσιαμέντοπρο-νου-ντσι-α-μέ-ντο ουσ. (ουδ.) & προνουτσιαμέντο: ΠΟΛΙΤ. στρατιωτικό κίνημα ανατροπής του πολιτικού καθεστώτος· κατ' επέκτ. εσωκομματική αντίδραση προς τον αρχηγό ή την επίσημη γραμμή του κόμματος και γενικότ. εκβιαστική έκφραση αιτήματος. Βλ. πραξικόπημα. [< ισπ. pronunciamiento, αγγλ. pronunciamento]
42741προνοώ[προνοῶ] προ-νο-ώ ρ. (αμτβ.) {προνο-είς ..., -ώντας | προνό-ησα, -ήσει} (λόγ.): φροντίζω, μεριμνώ από πριν: Ευτυχώς (που) ~ησα και πήρα μαζί μου μια ζακέτα. Δεν ~ησαν έγκαιρα να ...|| (στην Κύπρο) Άρθρο/νόμος που ~εί (= προβλέπει) για ... [< αρχ. προνοῶ]
42742προνύμφηπρο-νύμ-φη ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. (κυρ. για έντομα) ενδιάμεση μορφή κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης μεταξύ του σταδίου της εκκόλαψης και της μεταμόρφωσής τους σε νύμφη. Βλ. κάμπια. [< γαλλ. larve]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.