Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [43280-43300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42711προμετωπιαίος, α, ο [προμετωπιαῖος] προ-με-τω-πι-αί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που βρίσκεται στο μπροστινό τμήμα του μετώπου: ~ος: λοβός/φλοιός.
42712προμετωπίδαπρο-με-τω-πί-δα ουσ. (θηλ.) 1. σελίδα βιβλίου ή εντύπου (εφημερίδας ή περιοδικού), όπου αναγράφεται ο πλήρης τίτλος του. Βλ. κολοφώνας. 2. (σπάν.-μτφ.) οτιδήποτε κατέχει εξέχουσα θέση, μπαίνει μπροστά σε μια ενέργεια, δράση, προσπάθεια: βάζουν/θέτουν ως ~. Η παιδεία αποτελεί την ~ πολιτισμού και ανάπτυξης κάθε χώρας. Πβ. ασπίδα. [< πβ. μτγν. προμετωπίς ‘κόσμημα του μετώπου (κυρ. για άλογο)’]
42713προμήθειαπρο-μή-θει-α ουσ. (θηλ.) {προμηθειών} 1. εφοδιασμός και (συνήθ. στον πληθ.) τα προϊόντα εφοδιασμού: ~ αγαθών/αναλώσιμων υλικών/ειδών γραφείου/(εργαστηριακού) εξοπλισμού/τροφίμων/υγρών καυσίμων/φυσικού αερίου. Πβ. πορισμός.|| Μάζεψα αρκετές ~ες για το ταξίδι.|| Δημόσιες/κρατικές ~ες (: για την κάλυψη βασικών αναγκών του κράτους). ~ες νοσοκομείων/ξενοδοχείων. Βλ. υδατο~. 2. {κυρ. στον πληθ.} αποθέματα για περιόδους πολέμου ή φυσικών καταστροφών. 3. αμοιβή που λαμβάνει ένας πωλητής ή μεσολαβητής από τη διεκπεραίωση της εργασίας του: ποσοστό από τις πωλήσεις/στο μισθό ως ~. Βλ. μίζα. 4. ΟΙΚΟΝ. ποσό που χρεώνεται από τις τράπεζες σε πελάτη, όταν οι συναλλαγές του αφορούν τρίτο πρόσωπο. [< αρχ. προμήθεια 'διορατικότητα, πρόνοια', γαλλ. provision]
42714προμήθειοπρο-μή-θει-ο ουσ. (ουδ.) {προμηθείου} & προμήθιο: ΧΗΜ. ραδιενεργό μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Pm, Ζ 61) που προέρχεται κυρ. από τη διάσπαση ουρανίου. Βλ. λανθανίδες. [< αγγλ. promethium, 1948 < Προμηθεύς, γαλλ. prométhium, 1953, prométhéum, 1964]
39086προμηθεύομαι

πά-σο ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. -ου} 1. δελτίο (κάρτα) που εξασφαλίζει στον κάτοχό του μειωμένο εισιτήριο ή δωρεάν μετακίνηση με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς ή ελεύθερη είσοδο σε χώρο: (ηλεκτρονικό) φοιτητικό ~ (= φοιτητική ταυτότητα· βλ. τρίπτυχο). Δημοσιογραφικό/ημερήσιο ~. Έκδοση ~. Χορήγηση ~ου σε ανάπηρους/πολύτεκνους. Δικαιούμαι/προμηθεύομαι ~. Δείχνω/επιδεικνύω το ~ μου. 2. διαχωριστικό, χώρισμα: κουζίνα με (ξύλινο) ~ (: για να χωρίζεται από το σαλόνι). 3. {συνήθ. στον πληθ.} απόσταση ανάμεσα σε δύο διαδοχικές σπείρες (π.χ. βίδας). Πβ. βήμα, βόλτες, στροφές. ● ΦΡ.: με το πάσο (του) ... (προφ.): χωρίς βιασύνη: Ξύπνησα ~ ~ μου. Έλα ~ ~ σου (= μη βιαστείς).|| (ειρων., ως έκφρ. δυσαρέσκειας:) Περπατά ~ ~ του (: νωχελικά). Ήρθε ~ ~ του (: αργά, καθυστερημένα, χωρίς άγχος). ΑΝΤ. γρήγορα (2), πάω πάσο & πάσο (προφ.) 1. (μτφ.) σταματώ να ασχολούμαι με ένα θέμα, υποχωρώ: Αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε ~ ~. 2. (σε χαρτοπαίγνιο) δεν συμμετέχω σε έναν γύρο: -Θα συνεχίσετε ή θα πάτε ~; -Πάσο! Βλ. ταπί1. [< μεσν. πάσο 'πέρασμα' 1: αγγλ. pass 2: γαλλ. passe-plat, 1936, 3: ιταλ. passo]

42715προμηθευτής, προμηθεύτριαπρο-μη-θευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο ή συνήθ. εταιρεία που παρέχει προϊόντα ή/και υπηρεσίες: αποκλειστικός ~. Εναλλακτικοί ~ές. ~ αγαθών/ανταλλακτικών/ηλεκτρικής ενέργειας/πρώτων υλών/τροφίμων/υγείας. Πβ. εφοδιαστής, τροφοδότης.|| ~ ίντερνετ/λογισμικού. Πβ. πάροχος.|| (ως επίθ.) Συμφωνητικό ενοικίασης με την ~τρια εταιρεία. [< μεσν. προμηθευτής, γαλλ. pourvoyeur, αγγλ. provider]
42716προμηθευτικός, ή, ό προ-μη-θευ-τι-κός επίθ.: που προμηθεύει αγαθά ή/και παρέχει υπηρεσίες: ~ός: οργανισμός. ~ή: εταιρεία. ~ές και εισαγωγικές επιχειρήσεις. ~ και καταναλωτικός συνεταιρισμός. [< μεσν. προμηθευτικός]
42717προμηθεύωπρο-μη-θεύ-ω ρ. (μτβ.) {προμήθευ-σε, -σει, -τηκα (λογιότ.) -θηκα, -τεί (λογιότ.) -θεί, προμηθεύ-οντας, -όμενος, -μένος} (λόγ.): παρέχω κυρ. προϊόντα ή υπηρεσίες και γενικότ. δίνω, προσφέρω: Εταιρεία που ~ει καύσιμα. Προμήθευε ναρκωτικά/όπλα σε ... Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ~ονται (= παίρνουν) τα έντυπα των αιτήσεων από ... Η χώρα ~τηκε πυροσβεστικά αεροσκάφη και ελικόπτερα. Μια ισορροπημένη διατροφή ~ει τον οργανισμό με τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά. Πβ. εφοδιάζω, τροφοδοτώ. Βλ. χορηγώ. [< μτγν. προμηθεύομαι 'προνοώ', γαλλ. pourvoir]
42718προμήκης, ης, ες προ-μή-κης επίθ. ουδ. πρόμηκες {προμήκ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που έχει μεγάλο μήκος, επιμήκης· κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: προμήκης μυελός: ΑΝΑΤ. το κατώτερο τμήμα του εγκεφάλου, το οποίο μαζί με τη γέφυρα συνδέουν τον εγκέφαλο με τον νωτιαίο μυελό. [< αρχ. προμήκης, νεολατ. medulla oblongata]
42719προμηνύειπρο-μη-νύ-ει ρ. (μτβ.) {προμήνυ-σε, προμηνύ-εται} & (λαϊκό) προμηνάει & προμηνά: αποτελεί προμήνυμα: Οι διαπραγματεύσεις/οι συζητήσεις ~ουν αλλαγές/εξελίξεις/συγκρούσεις. Πίστευε ότι τα όνειρα ~ουν μελλοντικά γεγονότα. Τίποτα δεν προμήνυε ότι θα ξεσπάσει νέα κρίση. Πβ. προοιωνίζεται.|| (μεσοπαθ., συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) ~εται θύελλα (αντιδράσεων)/καταιγίδα/καταστροφή/πόλεμος (= αναμένεται, επίκειται, προβλέπεται). ΣΥΝ. προαγγέλλει [< αρχ. προμηνύω]
42720προμήνυμαπρο-μή-νυ-μα ουσ. (ουδ.): ένδειξη μελλοντικής κατάστασης ή γεγονότος· προαίσθημα: ~ (πολιτικών) αλλαγών (πβ. πρόκριμα)/επιτυχίας/νίκης. ~ κινδύνου/συμφοράς. Αν δείτε στ' όνειρό σας ..., είναι ~ χαράς. Πβ. οιωνός, πρελούδιο, προοίμιο. Βλ. προειδοποίηση. ΣΥΝ. προάγγελμα [< μτγν. προμήνυμα, γαλλ. présage]
42721πρόμιγμαπρό-μιγ-μα ουσ. (ουδ.) {προμίγμ-ατα} & πρόμειγμα: ειδικό σκεύασμα, συνήθ. με πρόσθετα συμπληρώματα ζωοτροφής, που αναμειγνύεται με άλλες τροφές προτού δοθεί για κατανάλωση: φαρμακούχα ~ατα. [< αγγλ. premix, 1957]
42722προμινωικός, ή, ό προ-μι-νω-ι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που αναφέρεται στην εποχή που προηγείται της μινωικής περιόδου στην Κρήτη: ~ός: πολιτισμός. ~ά: χρόνια.
42723πρόμοπρό-μο επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): σύντομη παρουσίαση, συνήθ. με μορφή τρέιλερ ή σποτ, που προβάλλεται για την προώθηση κυρ. καλλιτεχνικού ή καταναλωτικού προϊόντος: ~ βίντεο/τραγούδι. ~ φωτογραφίες (νέου άλμπουμ). Επίσημο ~ του καναλιού για την καινούργια σειρά. Βλ. ντέμο. [< γαλλ. promo(tion), αγγλ. promo(tional), 1946, ιταλ. ~, 1986]
42724προμοτάρισμαπρο-μο-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): διαφημιστική προώθηση, προβολή προϊόντων. Πβ. λανσάρ-, πλασάρ-ισμα. Βλ. -ισμα. [< αγγλ. promoting]
42725προμοτάρωπρο-μο-τά-ρω ρ. (μτβ.) {προμόταρ-ε κ. προμοτάρ-ισε} (προφ.): προωθώ, διαφημίζω συνήθ. προϊόντα: ~ει το καινούργιο του βιβλίο. Πβ. λανσάρω, πλασάρω. Βλ. -άρω. [< αγγλ. promote]
42726πρόναοςπρό-να-ος ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΙΤ. το πρόσθιο τμήμα αρχαιοελληνικού ή χριστιανικού ναού, το οποίο βρίσκεται πριν από την είσοδό του. Πβ. πρόδομος, νάρθηκας. Βλ. οπισθόδομος, σηκός. [< μτγν. πρόναος]
42727πρόνευσηπρό-νευ-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) προνευστασμός (ο): ΝΑΥΤ. ταλάντωση που γίνεται από τη μια άκρη του πλοίου στην άλλη, σε σχέση με τον κύριο οριζόντιο άξονά του: απλή/διπλή ~. Γωνία/ροπή ~ης. Πβ. σκαμπανέβασμα. Βλ. διατοιχισμός. [< γαλλ. tangage]
42728προνεωτερικός, ή, ό προ-νε-ω-τε-ρι-κός επίθ.: που ανήκει ή αναφέρεται στην εποχή πριν από τη νεωτερικότητα: ~ή: κοινωνία. ΑΝΤ. μετανεωτερικός
42729προνηπιακός, ή, ό προ-νη-πι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στο προνήπιο: ~ός: σταθμός. ~ή: εκπαίδευση/ηλικία. ~ό: τμήμα. Βλ. βρεφονηπιακός, προσχολικός.|| (μτφ.) Βρίσκεται σε ~ό στάδιο. Βλ. βρεφικός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.