Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [43300-43320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42730προνήπιοπρο-νή-πι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): βαθμίδα της προσχολικής εκπαίδευσης για παιδιά ηλικίας τεσσάρων ετών· συνεκδ. παιδί που κατατάσσεται σε αυτή τη βαθμίδα: Φέτος πήγε (στο) ~. Εγγραφές/τμήματα ~ίων. Βιβλία/δραστηριότητες για ~α. Βλ. νηπιαγωγείο, παιδικός σταθμός.
42731προνοητικός, ή, ό προ-νο-η-τι-κός επίθ.: που μεριμνά από πριν, προετοιμάζεται κατάλληλα για κάθε ενέργεια ή περίσταση· που λαμβάνει υπόψη ενδεχόμενες, συνήθ. δυσάρεστες ή επικίνδυνες, μελλοντικές καταστάσεις: ~ός: άνθρωπος. Όντας ~, φρόντισε έγκαιρα να κλείσει θέση στο θέατρο.|| (κατ' επέκτ.) ~ός: σχεδιασμός. ~ό: σύστημα. Πβ. προβλεπτ-, προορατ-ικός. ● επίρρ.: προνοητικά [< αρχ. προνοητικός]
42732προνοητικότηταπρο-νο-η-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το γνώρισμα, η ιδιότητα του προνοητικού: Δείχνω ~. Είχε την ~ να πάρει ομπρέλα μαζί του. Πβ. προβλεπτικ-, προορατικ-ότητα. Βλ. -ότητα, περίσκεψη, πρόνοια, σύνεση. ΑΝΤ. απρονοησία
42733πρόνοιαπρό-νοι-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -οίας}: σκέψη, φροντίδα για κάτι μελλοντικό· (ειδικότ.-επίσ.) δημόσια μέριμνα για όσους έχουν ανάγκη: ιατρική ~. ~ για τους άστεγους/τις πολύτεκνες οικογένειες/τους σεισμοπαθείς. Δεν είχε τη στοιχειώδη ~ να … Είχαν την ~ να διαφυλάξουν τον πολιτιστικό πλούτο (πβ. σύνεση). Διεύθυνση/επιμελητής/ιδρύματα/παροχές/πολιτική/πρόγραμμα/Ταμείο/φορείς ~ας. Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και ~ας. Επαγγέλματα/μονάδες/υποδομές ~ας. Οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης και ~ας.|| (στην Κύπρο, στον πληθ., πρόβλεψη:) Βασικές ~ες του νόμου. Βλ. τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: Θεία Πρόνοια & πρόνοια του Θεού: ΘΕΟΛ. η μέριμνα του Θεού για το Σύμπαν και τους ανθρώπους με σκοπό τη σωτηρία τους., κοινωνική πρόνοια: ΠΟΛΙΤ. παροχή από το Κράτος χρημάτων, αγαθών ή υπηρεσιών σε οικονομικά ασθενέστερες ομάδες., κράτος πρόνοιας: το οποίο στηρίζει οικονομικά και κοινωνικά όσους πολίτες έχουν ανάγκη. Βλ. κοινωνική αλληλεγγύη. ΣΥΝ. κοινωνικό κράτος [< γερμ. Wohlfahrtstaat] [< αρχ. πρόνοια]
42734προνοιακός, ή, ό προ-νοι-α-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται στην ή προέρχεται από την πρόνοια: ~ός: οργανισμός/φορέας. ~ή: νομοθεσία/πολιτική/σύνταξη/υποστήριξη. ~ό: βοήθημα/επίδομα/έργο/ίδρυμα/σύστημα. ~ές: δομές/παροχές/υπηρεσίες. ~ά: δικαιώματα/επιδόματα/θέματα/προγράμματα. Ο ~ χαρακτήρας του κράτους.
42735προνομίαπρο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): αποκλειστικό προνόμιο: Ο ανασχηματισμός αποτελεί ~ του πρωθυπουργού. [< μτγν. προνομία]
42736προνομιακός, ή, ό προ-νο-μι-α-κός επίθ. (λόγ.): που αποτελεί προνόμιο ή πλεονέκτημα: ~ός: εταίρος/λογαριασμός/συνομιλητής/τομέας/(τουριστικός) προορισμός/χώρος (πβ. αβανταδόρικος). ~ή: αντιμετώπιση/θέση/κάρτα (μέλους)/μεταχείριση/περιοχή/πληροφόρηση/πρόσβαση/συνεργασία/σχέση/τιμή/τιμολόγηση/χρηματοδότηση. ~ό: επιτόκιο/καθεστώς/οικόπεδο/(οικονομικό) πακέτο/πεδίο ανάπτυξης/πρόγραμμα/σημείο. ~οί: όροι (δανείου). ~ές: χρεώσεις. Πβ. ευνοϊκός, πλεονεκτικός, προνομιούχος. ● επίρρ.: προνομιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. privilégié]
42737προνόμιο

προ-νό-μι-ο ουσ. (ουδ.) {προνομί-ου}: δικαίωμα ή πλεονέκτημα που παρέχεται σε κάποιον ή σε λίγους, συνήθ. από Αρχή ή εξουσία: αποκλειστικό/δικαστικό/ειδικό/μοναδικό/σπάνιο/φυσικό ~. Βουλευτικά/υλικά/φορολογικά ~α. Κάρτα/πρόγραμμα ~ων. Έχει το ~ να συνεργάζεται με όποιον θέλει. Η ενασχόληση με ... ήταν αποκλειστικά αντρικό/γυναικείο ~. Η μόρφωση είναι ~ όλων.|| (ειρων.) Χώρα που έχει το θλιβερό ~ να είναι πρώτη (= έχει το προβάδισμα) στα τροχαία ατυχήματα. [< μτγν. προνόμιον]

42738προνομιούχος, ος/α, ο [προνομιοῦχος] προ-νο-μι-ού-χος επίθ. (λόγ.): που έχει προνόμια ή βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση: ~ος: ιδιοκτήτης/λογαριασμός/τόπος. ~ος/α: περιοχή. ~ο: μέλος/οικόπεδο (= προνομιακό)/περιβάλλον. ~ες: κοινωνικές τάξεις/ομάδες.|| (ως ουσ.) Οι ~οι και οι μη ~οι. Βλ. -ούχος1. ● ΣΥΜΠΛ.: προνομιούχος μετοχή βλ. μετοχή [< γαλλ. privilégié]
42739προνοσοκομειακός, ή, ό προ-νο-σο-κο-μει-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που έχει σχέση με την παροχή ιατρικών υπηρεσιών πριν από τη μεταφορά ασθενούς στο νοσοκομείο: ~ή: αντιμετώπιση/ιατρική/περίθαλψη/φροντίδα. [< αγγλ. prehospital]
42740προνουντσιαμέντοπρο-νου-ντσι-α-μέ-ντο ουσ. (ουδ.) & προνουτσιαμέντο: ΠΟΛΙΤ. στρατιωτικό κίνημα ανατροπής του πολιτικού καθεστώτος· κατ' επέκτ. εσωκομματική αντίδραση προς τον αρχηγό ή την επίσημη γραμμή του κόμματος και γενικότ. εκβιαστική έκφραση αιτήματος. Βλ. πραξικόπημα. [< ισπ. pronunciamiento, αγγλ. pronunciamento]
42741προνοώ[προνοῶ] προ-νο-ώ ρ. (αμτβ.) {προνο-είς ..., -ώντας | προνό-ησα, -ήσει} (λόγ.): φροντίζω, μεριμνώ από πριν: Ευτυχώς (που) ~ησα και πήρα μαζί μου μια ζακέτα. Δεν ~ησαν έγκαιρα να ...|| (στην Κύπρο) Άρθρο/νόμος που ~εί (= προβλέπει) για ... [< αρχ. προνοῶ]
42742προνύμφηπρο-νύμ-φη ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. (κυρ. για έντομα) ενδιάμεση μορφή κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης μεταξύ του σταδίου της εκκόλαψης και της μεταμόρφωσής τους σε νύμφη. Βλ. κάμπια. [< γαλλ. larve]
42743προνυμφικός, ή, ό προ-νυμ-φι-κός επίθ.: ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με την προνύμφη: ~ή: μορφή. Έντομο που βρίσκεται σε ~ό στάδιο. [< γαλλ. larvaire]
42744προξενείο[προξενεῖο] προ-ξε-νεί-ο ουσ. (ουδ.): κτίριο της προξενικής Αρχής και συνεκδ. η σχετική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών: γενικό/επίτιμο/πολιτιστικό ~. Έκδοση διαβατηρίων από το ~. Βλ. πρεσβεία, υπο~. [< γαλλ. consulat]
42745προξενεύωπρο-ξε-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {προξένε-ψα}: κάνω προξενιό: Του ~ψαν την ... [< αρχ. προξενεύω]
42746προξενητής, προξενήτραπρο-ξε-νη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που αναλαμβάνει να φέρει σε επαφή έναν άνδρα και μια γυναίκα, με σκοπό τη σύναψη γάμου μεταξύ τους. [< μτγν. προξενητής ‘μεσολαβητής’, προξενήτρια, μεσν. προξενήτρα]
42747προξενικός, ή, ό προ-ξε-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το προξενείο ή τον πρόξενο: ~ός: λιμενάρχης/υπάλληλος. ~ή: Αρχή/εγκύκλιος/θεώρηση (εγγράφου)/προστασία/συνδρομή/συνεργασία/υπηρεσία. ~ό: γραφείο/δίκαιο/σώμα. ~ές: υποθέσεις. ~ά: θέματα. ● ΣΥΜΠΛ.: προξενική σύμβαση: που συνάπτεται μεταξύ δύο κρατών, κυρ. για τον καθορισμό της διαδικασίας ίδρυσης προξενείων και διορισμού των προξένων, καθώς και για τον προσδιορισμό των καθηκόντων τους., προξενικός πράκτορας βλ. πράκτορας [< μτγν. προξενικός, γαλλ. consulaire ]
42748προξενιόπρο-ξε-νιό ουσ. (ουδ.): συνοικέσιο: Κάνει ~ (= προξενεύει). Πβ. παντρολογήματα.
42749πρόξενος1πρό-ξε-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {προξέν-ου}: επίσημος εκπρόσωπος κράτους σε ξένη χώρα, με σκοπό κυρ. την προστασία και προώθηση των συμφερόντων του κράτους αποστολής και των υπηκόων του: γενικός/επίτιμος ~. Βλ. διπλωμάτης, πρέσβης, υπο~. [< αρχ. πρόξενος ‘προστάτης’, γαλλ. consul]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.