Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [43320-43340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42762προοιωνίζεταιπρο-οι-ω-νί-ζε-ται ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} & προοιωνίζει (λόγ.): προδιαγράφεται μια αρνητική συνήθ. εξέλιξη: ~εται (= προβλέπεται) δυσοίωνο/λαμπρό μέλλον. Οι αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου ~ονται δύσκολο χειμώνα. Μεγάλη πτώση στο χρηματιστήριο ~ει η κίνηση των μετοχών. Πβ. προμηνύω. [< μεσν. προοιωνίζομαι]
42763προολυμπιακός, ή, ό προ-ο-λυ-μπι-α-κός επίθ.: ΑΘΛ. που προηγείται των Ολυμπιακών Αγώνων: ~ή: ομάδα στίβου (: που συγκροτείται πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες)/προετοιμασία/χρονιά. ~ό: τουρνουά. [< γαλλ. préolympique, περ. 1950]
42764προοπτικήπρο-ο-πτι-κή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) η θεώρηση των πραγμάτων σε βάθος χρόνου, η δυνατότητα θετικής ή αρνητικής εξέλιξης, επιτυχίας στο μέλλον: αισιόδοξη/δυναμική/ενταξιακή/ευρωπαϊκή/ιστορική/κοινωνική/νέα/οικολογική/περιβαλλοντική ~. Αίσθηση/αλλαγή ~ής. ~ για την ειρήνη. Δεν υπάρχει ~ να ... Επαγγέλματα/επένδυση με/χωρίς ~. Εξετάζουν την ~ επέκτασης/συγχώνευσης (τραπεζών)/συνεργασίας. Έφυγε με την ~ ότι θα επιστρέψει. Λύσεις/μεταρρύθμιση/σχεδιασμός με ~ δεκαετίας (πβ. ορίζοντας). Πρόταση ~ής. Δημοσιονομικές/δυσοίωνες/επαγγελματικές/ευοίωνες/ζοφερές/θετικές/μελλοντικές/πολιτικές/τεχνολογικές ~ές. ~ές ανάπτυξης/απασχόλησης/καριέρας. Υπάρχουν λαμπρές ~ές. Βελτιώνονται οι ~ές της οικονομίας. Ανοίγονται/διαγράφονται καλές ~ές για ... 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μέθοδος, τεχνική με την οποία αναπαρίστανται, σε επίπεδη επιφάνεια, οι τρεις διαστάσεις αντικειμένου ή χώρου, όπως αυτές φαίνονται από τη συγκεκριμένη απόσταση και θέση του παρατηρητή, και η αντίστοιχη απεικόνιση: ατμοσφαιρική/παράλληλη ~. ~ στη ζωγραφική. ● ΦΡ.: με (την) προοπτική: με στόχο: Το έργο θα ξεκινήσει άμεσα, ~ ~ ολοκλήρωσης/να ολοκληρωθεί σε έναν χρόνο. [< μτγν. επίθ. προοπτικός, γαλλ. perspective]
42765προοπτικός, ή, ό προ-ο-πτι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται ή γίνεται με τη μέθοδο ή τεχνική της προοπτικής: ~ός: χάρτης. ~ή: απεικόνιση/προβολή (: όταν το κέντρο προβολής βρίσκεται σε ορισµένη απόσταση από το αντίστοιχο επίπεδο)/σχεδίαση. ~ή αναπαράσταση αρχαίου ναού. ● Ουσ.: προοπτικό (το): ενν. σχέδιο: ~ εσωτερικού χώρου. Βλ. γραμμικό/ελεύθερο σχέδιο, κάτοψη, όψη. ● επίρρ.: προοπτικά (προφ.): με προοπτική· κυρ. κατ' επέκτ. μελλοντικά, μακροπρόθεσμα: ~ θα δυσκολέψουν τα πράγματα. [< μτγν. προοπτικός 'προορατικός', γαλλ. perspectif]
42766προοπτικότηταπρο-ο-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η ιδιότητα του προοπτικού. Βλ. -ότητα.
42767προορατικός, ή, ό προ-ο-ρα-τι-κός επίθ. (σπάν.-λόγ.): που χαρακτηρίζεται από διορατικότητα, προνοητικότητα: ~ός: ρόλος (επιτροπής). ~ή: προσέγγιση. ~ά: μέτρα. Πβ. προβλεπτ-, προνοητ-ικός.|| (ΘΕΟΛ.) ~ό: χάρισμα (= προφητικό). Πβ. διορατικός. ● επίρρ.: προορατικά [< αρχ. προορατικός]
42768προορατικότηταπρο-ο-ρα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προορατικού. Πβ. προβλεπτικ-, προνοητικ-ότητα. Βλ. -ότητα.
42769προορίζωπρο-ο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {προόρι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, προορίζ-οντας, -όμενος, προορι-σμένος}: αποφασίζω από πριν για την εξέλιξη, την πορεία κάποιου, καθορίζω εκ των προτέρων τον σκοπό μιας δράσης: Τον ~ει για αντικαταστάτη/διάδοχό του. Ο πατέρας του τον ~ζε για δικηγόρο. Προϊόν που ~εται για βιομηχανική χρήση. Ήταν ~σμένος να πετύχει. Ομάδα ~σμένη για τη νίκη. Θέσεις εργασίας ~σμένες για φοιτητές. [< μτγν. προορίζω]
42770προορισμόςπρο-ο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): το τελικό σημείο μιας πορείας: αγαπημένος/ανταγωνιστικός/δημοφιλής/καλοκαιρινός/κορυφαίος/ταξιδιωτικός/τουριστικός ~. Αναζήτηση/εύρεση/τόπος ~ού. ~οί εξωτερικού/εσωτερικού. Πλοίο με ~ό τον Πειραιά. Έφτασε ασφαλής στον ~ό του. Τα νησιά αποτελούν ελκυστικό ~ό για τους τουρίστες.|| (μτφ.) Ο ~ του ανθρώπου (= ο απώτερος σκοπός της ζωής του). Πβ. αποστολή. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. αφετηρία (1) [< πβ. αρχ. προορισμός ‘προκαθορισμός’, γαλλ. destination]
42771προπαγάνδαπρο-πα-γάν-δα ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): συστηματική και κατευθυνόμενη διάδοση ιδεών και πληροφοριών με σκοπό τον επηρεασμό της κοινής γνώμης: θρησκευτική/κομματική/πολιτική/ρατσιστική ~. Άσκηση/μηχανισμοί ~ας. Μηχανή ~ας (= μονταζιέρα). Πβ. γκεμπελισμός. Βλ. αγκιτάτσια, αντι~, δημαγωγία, πλύση εγκεφάλου, προσηλυτισμός, χειραγώγηση. ● ΣΥΜΠΛ.: μαύρη προπαγάνδα: η οποία στηρίζεται στην παραπληροφόρηση, την αλλοίωση και τη διαστρέβλωση στοιχείων της πραγματικότητας. Βλ. αρνητική/μαύρη διαφήμιση. [< γαλλ. propagande]
42772προπαγανδίζωπρο-πα-γαν-δί-ζω ρ. (μτβ.) {προπαγάνδι-σε, -στηκε, προπαγανδίζ-οντας} (αρνητ. συνυποδ.): κάνω προπαγάνδα: ~ μια θέση/θεωρία/ιδέα. ~ει εναντίον/υπέρ μιας παράταξης. [< γαλλ. faire de la propagande]
42773προπαγάνδισηπρο-πα-γάν-δι-ση ουσ. (θηλ.) & προπαγανδισμός (ο): άσκηση προπαγάνδας: ~ απόψεων/ιδεών. [< γαλλ. propagandisme]
42774προπαγανδιστήςπρο-πα-γαν-δι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. προπαγανδίστρια}: πρόσωπο που κάνει προπαγάνδα. Βλ. δημαγωγός. [< γαλλ. propagandiste]
42775προπαγανδιστικός, ή, ό προ-πα-γαν-δι-στι-κός επίθ.: που στοχεύει στην προπαγάνδα: ~ός: λόγος/μηχανισμός. ~ή: αφίσα/δράση/εκστρατεία/επίθεση/πολιτική/τακτική. ~ό: άρθρο/όργανο/περιεχόμενο/υλικό/φυλλάδιο. ● επίρρ.: προπαγανδιστικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. propagandiste]
42776προπαιδείαπρο-παι-δεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παιδεία που λειτουργεί ως υπόβαθρο· βασικές γνώσεις: μουσική ~. Δεν είχε την κατάλληλη ~, για να σπουδάσει οικονομικά. [< αρχ. προπαιδεία ‘προπαρασκευαστική διαδικασία’]
42777προπαίδειαπρο-παί-δει-α ουσ. (θηλ.): πίνακας που χρησιμοποιείται για τη διδασκαλία του πολλαπλασιασμού αριθμών, συνήθ. από το ένα μέχρι και το δέκα: Λέω/μαθαίνω την ~. Βλ. αλφαβήτα, αριθμητική. [< πβ. αρχ. προπαιδεία]
42778προπαίδες[προπαῖδες] προ-παί-δες ουσ. (αρσ.) (οι) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Π): ΑΘΛ. κατηγορία κατάταξης αθλούμενων αγοριών, ηλικίας συνήθ. έντεκα έως δεκατριών ετών, μετά τα τζούνιορ και πριν από τους παμπαίδες. Βλ. Ακαδημία, παγκορασίδες.
42779προπαίδευσηπρο-παί-δευ-ση ουσ. (θηλ.): βασική, προκαταρκτική εκπαίδευση: στρατιωτική ~. [< μτγν. προπαίδευσις]
42780προπαιδευτικός, ή, ό προ-παι-δευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την προπαίδευση: ~ός: κύκλος σπουδών. Πβ. προπαρασκευαστικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή Παθολογική/Χειρουργική Κλινική. ● επίρρ.: προπαιδευτικά
42781προπανικός, ή, ό προ-πα-νι-κός επίθ.: ΧΗΜ. προπιονικός. ~ό: νάτριο/οξύ.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.