| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42750 | πρόξενος2 | πρό-ξε-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): (+ γεν., συνήθ. για κάτι αρνητικό) υπαίτιος: ~ ταραχών. Οι μεθυσμένοι οδηγοί γίνονται συχνά ~οι ατυχημάτων. Παθογόνοι οργανισµοί που είναι ~οι µολυσµατικών ασθενειών. Πβ. υπεύθυνος. [< μτγν. πρόξενος ‘αυτός που προκαλεί, προξενεί’] | |
| 42751 | προξενώ | [προξενῶ] προ-ξε-νώ ρ. (μτβ.) {προξεν-είς ... | προξέν-ησα, -είται, -ήθηκε, -ώντας}: αποτελώ την αιτία ή την αφορμή για κάτι, συνήθ. δυσάρεστο, οδηγώ σε ορισμένο αποτέλεσμα: ~ άγχος/ευχαρίστηση (πβ. χαροποιώ)/λύπη/πανικό/πόνο/συγκίνηση. Ανησυχία/απορία/εντύπωση ~εί (το γεγονός) ότι ... Δεν μου ~εί έκπληξη η στάση του. Άγνωστοι ~ησαν μεγάλες υλικές ζημιές σε καταστήματα. Σοβαρές καταστροφές ~ήθηκαν από τον σεισμό. ΣΥΝ. επιφέρει, προκαλώ (1) [< αρχ. προξενῶ] | |
| 42752 | προοδευτικάριος | προ-ο-δευ-τι-κά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) (ειρων.-νεαν. αργκό): προοδευτικός. | |
| 42753 | προοδευτικός | , ή, ό προ-ο-δευ-τι-κός επίθ. 1. που αποσκοπεί, συντελεί στην πρόοδο ή (για πρόσ.) που πιστεύει σε αυτή: ~ός: λόγος. ~ή: δράση/κίνηση/λύση. ~ό: βιβλίο/πνεύμα/πρόγραμμα. ~ές: αντιλήψεις/αρχές/θέσεις/ιδέες/προτάσεις. Σε ~ή κατεύθυνση. Πβ. πρωτοποριακός, ριζοσπαστικός. Βλ. ψευτο~.|| (ΠΟΛΙΤ.) ~ή: εφημερίδα/κυβέρνηση/παράταξη. ~ό: κίνημα/κόμμα. ~ές: δυνάμεις. Πβ. φιλοπρόοδος.|| (για πρόσ.) Είναι ~ στις απόψεις του. (ως ουσ.) Ήττα/νίκη των ~ών. ΑΝΤ. αντιδραστικός (1), οπισθοδρομικός, συντηρητικός (1) 2. βαθμιαίος, σταδιακός: ~ός: εκσυγχρονισμός. ~ή: αύξηση/μείωση (της φορολογίας). Βλ. αλματώδης.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: σάρωση. ● επίρρ.: προοδευτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μεσν. προοδευτικός, 1: γαλλ. progressiste 2: γαλλ. progressif] | |
| 42754 | προοδευτικότητα | προ-ο-δευ-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. πίστη στην πρόοδο και επιδίωξή της: η ~ των ιδεών της/του κόμματος. Διακρίνεται για την ~ά του. Πβ. προοδευτ-, ριζοσπαστ-ισμός. ΑΝΤ. αντιδραστικότητα (1), συντηρητισμός 2. σταδιακή εξέλιξη, βαθμιαία αύξηση: κλιμακωτή ~. ~ της δυσκολίας/του φόρου. Η αρχή της ~ας στην άσκηση. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. progressivité] | |
| 42755 | προοδευτισμός | προ-ο-δευ-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): ευνοϊκή αντιμετώπιση της εξέλιξης, κυρ. σε ό,τι αφορά πολιτικά και κοινωνικά θέματα. Πβ. προοδευτικότητα. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. συντηρητισμός [< γαλλ. progressisme] | |
| 42756 | προοδεύω | προ-ο-δεύ-ω ρ. (αμτβ.) {προόδευ-σα, -μένος, προοδεύ-οντας}: παρουσιάζω πρόοδο, εξελίσσομαι: ~ει η επιστήμη/ο μαθητής/η τεχνολογία. Κοινωνία/χώρα που ~ει. Πβ. προκόβω, προχωρώ, τραβάω μπροστά. [< μτγν. προοδεύω 'προηγούμαι', γαλλ. progresser] | |
| 42757 | πρόοδος | πρό-ο-δος ουσ. (θηλ.) {προόδ-ου} 1. σταδιακή εξέλιξη προς το καλύτερο, βαθμιαία βελτίωση· γενικότ. ανάπτυξη: επαγγελματική/επιστημονική/κοινωνική/ουσιαστική/πνευματική/πολιτική/σημαντική/σταθερή/συνεχής/τεχνολογική/ψηφιακή ~. Η ~ των εργασιών/του έργου/του προγράμματος. ~ της γενετικής/της πληροφορικής/της τεχνολογίας/της χώρας (πβ. προκοπή). ~ στην ιατρική. Αναφορά/δελτίο/έκθεση/παρακολούθηση/πορεία/ρυθμός/στοιχεία ~ου. Άλμα ~ου. Επιτεύχθηκε/σημειώθηκε ~ στην αντιμετώπιση της νόσου. Έχει συντελεστεί αλματώδης/θεαματική ~ σε όλους τους τομείς. ~ στις διαπραγματεύσεις/σχέσεις των δύο χωρών. Έχουν γίνει μεγάλα βήματα ~ου στην οικονομία. Έχει κάνει μεγάλη ~ο. Πραγματική ~ θα υπάρξει μόνο αν συνεργαστούν όλοι. Νέα ~ στην εξωσωματική γονιμοποίηση. || Βαθμός ετήσιας ~ου μαθητή. 2. (στην τριτοβάθμια εκπαίδευση) εξέταση σε ένα μέρος της ύλης πριν από την εξεταστική περίοδο: ~ στην οργανική χημεία. Αποτελέσματα/τεστ ~ου. ~οι μαθημάτων. ● ΣΥΜΠΛ.: αριθμητική πρόοδος: ΜΑΘ. ακολουθία αριθμών στην οποία κάθε όρος προκύπτει από τον προηγούμενό του με πρόσθεση του ίδιου σταθερού αριθμού: διαδοχικοί όροι ~ής ~ου. [< γαλλ. progression arithmétique] , γεωμετρική πρόοδος: ΜΑΘ. ακολουθία αριθμών στην οποία κάθε όρος προκύπτει από τον προηγούμενό του με πολλαπλασιασμό επί τον ίδιο σταθερό αριθμό: αύξουσα/φθίνουσα ~ ~. [< γαλλ. progression géométrique] , απαλλακτική εργασία/πρόοδος βλ. απαλλακτικός, έλεγχος (της) προόδου βλ. έλεγχος ● ΦΡ.: καλή πρόοδο!: ευχή κυρ. σε μαθητή, για να πάει καλά στις σπουδές του: Σας εύχομαι καλή σχολική χρονιά και ~ ~!, με γεωμετρική πρόοδο & με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου (μτφ.): με γρήγορους, ταχύτατους ρυθμούς: Τα κρούσματα της νόσου αυξάνονται ~ ~. Ο πληθυσμός της Γης αυξάνεται ~ ~. [< 1: μτγν. πρόοδος, γαλλ. progrès, αγγλ. progress] | |
| 42758 | προοικονομία | προ-οι-κο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΛ. ύπαρξη στοιχείων σε λογοτεχνικό έργο που προετοιμάζουν τον αναγνώστη ή τον θεατή για την μετέπειτα εξέλιξη, συνήθ. κατά τρόπο υπαινικτικό: ~ του θανάτου του ήρωα/της τραγικής κατάληξης. ~ στο δράμα/στην τραγωδία. Πβ. προσήμανση. Βλ. προϊδεασμός, πρόληψη. [< μτγν. προοικονομία ‘εισαγωγική πρόταση’] | |
| 42759 | προοικονομώ | [προοικονομῶ] προ-οι-κο-νο-μώ ρ. (μτβ.) {προοικονομ-είς ... | προοικονόμ-ησα, -είται, -ήθηκε, συνήθ. στον ενεστ.}: ΦΙΛΟΛ. προετοιμάζω, συνήθ. τον αναγνώστη ή τον θεατή, για αυτό που θα ακολουθήσει στη συνέχεια: Η άφιξη του ήρωα ~είται στους στίχους ... Βλ. προϊδεάζω. [< μτγν. προοικονομῶ ‘διευθετώ εκ των προτέρων’] | |
| 42941 | προοικονομώ | προ-ση-μαί-νω ρ. (μτβ.) {προσήμαν-ε} (σπάν.-λόγ.): τοποθετώ διακριτικά σημάδια από πριν· δηλώνω, φανερώνω εκ των προτέρων: Δασικοί υπάλληλοι ~ουν ποια δέντρα θα κοπούν.|| (ΦΙΛΟΛ.) Οι τελευταίοι στίχοι του ποιήματος ~ουν τον θάνατο του ήρωα (πβ. προοικονομώ). [< αρχ. προσημαίνω] | |
| 42760 | προοιμιακός | , ή, ό προ-οι-μι-α-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται σε προοίμιο, εισαγωγικός, εναρκτήριος: (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ός: ψαλμός. ~ή: προσευχή. ~οί: ύμνοι.|| (σπάν.) ~ές: παρατηρήσεις. Πβ. προλογικός. ● επίρρ.: προοιμιακά [< μτγν. προοιμιακός] | |
| 42761 | προοίμιο | προ-οί-μι-ο ουσ. (ουδ.) {προοιμί-ου} 1. εισαγωγική ενότητα κειμένου: ~ της έκθεσης/του κανονισμού/του Συντάγματος. Πβ. πρόλογος. ΑΝΤ. επίλογος (1) 2. (μτφ.) προμήνυμα: Η σύλληψή τους αποτέλεσε το ~ σφοδρών συγκρούσεων. ΣΥΝ. πρελούδιο (2) ● ΦΡ.: εκ προοιμίου (λόγ.): εκ των προτέρων, εξαρχής, από πριν: ~ ~ γνωστό/δεδομένο. ~ ~ χαμένη υπόθεση. Σας ευχαριστώ ~ ~ για την πρόταση. [< αρχ. προοίμιον] | |
| 42762 | προοιωνίζεται | προ-οι-ω-νί-ζε-ται ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} & προοιωνίζει (λόγ.): προδιαγράφεται μια αρνητική συνήθ. εξέλιξη: ~εται (= προβλέπεται) δυσοίωνο/λαμπρό μέλλον. Οι αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου ~ονται δύσκολο χειμώνα. Μεγάλη πτώση στο χρηματιστήριο ~ει η κίνηση των μετοχών. Πβ. προμηνύω. [< μεσν. προοιωνίζομαι] | |
| 42763 | προολυμπιακός | , ή, ό προ-ο-λυ-μπι-α-κός επίθ.: ΑΘΛ. που προηγείται των Ολυμπιακών Αγώνων: ~ή: ομάδα στίβου (: που συγκροτείται πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες)/προετοιμασία/χρονιά. ~ό: τουρνουά. [< γαλλ. préolympique, περ. 1950] | |
| 42764 | προοπτική | προ-ο-πτι-κή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) η θεώρηση των πραγμάτων σε βάθος χρόνου, η δυνατότητα θετικής ή αρνητικής εξέλιξης, επιτυχίας στο μέλλον: αισιόδοξη/δυναμική/ενταξιακή/ευρωπαϊκή/ιστορική/κοινωνική/νέα/οικολογική/περιβαλλοντική ~. Αίσθηση/αλλαγή ~ής. ~ για την ειρήνη. Δεν υπάρχει ~ να ... Επαγγέλματα/επένδυση με/χωρίς ~. Εξετάζουν την ~ επέκτασης/συγχώνευσης (τραπεζών)/συνεργασίας. Έφυγε με την ~ ότι θα επιστρέψει. Λύσεις/μεταρρύθμιση/σχεδιασμός με ~ δεκαετίας (πβ. ορίζοντας). Πρόταση ~ής. Δημοσιονομικές/δυσοίωνες/επαγγελματικές/ευοίωνες/ζοφερές/θετικές/μελλοντικές/πολιτικές/τεχνολογικές ~ές. ~ές ανάπτυξης/απασχόλησης/καριέρας. Υπάρχουν λαμπρές ~ές. Βελτιώνονται οι ~ές της οικονομίας. Ανοίγονται/διαγράφονται καλές ~ές για ... 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μέθοδος, τεχνική με την οποία αναπαρίστανται, σε επίπεδη επιφάνεια, οι τρεις διαστάσεις αντικειμένου ή χώρου, όπως αυτές φαίνονται από τη συγκεκριμένη απόσταση και θέση του παρατηρητή, και η αντίστοιχη απεικόνιση: ατμοσφαιρική/παράλληλη ~. ~ στη ζωγραφική. ● ΦΡ.: με (την) προοπτική: με στόχο: Το έργο θα ξεκινήσει άμεσα, ~ ~ ολοκλήρωσης/να ολοκληρωθεί σε έναν χρόνο. [< μτγν. επίθ. προοπτικός, γαλλ. perspective] | |
| 42765 | προοπτικός | , ή, ό προ-ο-πτι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται ή γίνεται με τη μέθοδο ή τεχνική της προοπτικής: ~ός: χάρτης. ~ή: απεικόνιση/προβολή (: όταν το κέντρο προβολής βρίσκεται σε ορισµένη απόσταση από το αντίστοιχο επίπεδο)/σχεδίαση. ~ή αναπαράσταση αρχαίου ναού. ● Ουσ.: προοπτικό (το): ενν. σχέδιο: ~ εσωτερικού χώρου. Βλ. γραμμικό/ελεύθερο σχέδιο, κάτοψη, όψη. ● επίρρ.: προοπτικά (προφ.): με προοπτική· κυρ. κατ' επέκτ. μελλοντικά, μακροπρόθεσμα: ~ θα δυσκολέψουν τα πράγματα. [< μτγν. προοπτικός 'προορατικός', γαλλ. perspectif] | |
| 42766 | προοπτικότητα | προ-ο-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η ιδιότητα του προοπτικού. Βλ. -ότητα. | |
| 42767 | προορατικός | , ή, ό προ-ο-ρα-τι-κός επίθ. (σπάν.-λόγ.): που χαρακτηρίζεται από διορατικότητα, προνοητικότητα: ~ός: ρόλος (επιτροπής). ~ή: προσέγγιση. ~ά: μέτρα. Πβ. προβλεπτ-, προνοητ-ικός.|| (ΘΕΟΛ.) ~ό: χάρισμα (= προφητικό). Πβ. διορατικός. ● επίρρ.: προορατικά [< αρχ. προορατικός] | |
| 42768 | προορατικότητα | προ-ο-ρα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προορατικού. Πβ. προβλεπτικ-, προνοητικ-ότητα. Βλ. -ότητα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ