Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [43340-43360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42769προορίζωπρο-ο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {προόρι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, προορίζ-οντας, -όμενος, προορι-σμένος}: αποφασίζω από πριν για την εξέλιξη, την πορεία κάποιου, καθορίζω εκ των προτέρων τον σκοπό μιας δράσης: Τον ~ει για αντικαταστάτη/διάδοχό του. Ο πατέρας του τον ~ζε για δικηγόρο. Προϊόν που ~εται για βιομηχανική χρήση. Ήταν ~σμένος να πετύχει. Ομάδα ~σμένη για τη νίκη. Θέσεις εργασίας ~σμένες για φοιτητές. [< μτγν. προορίζω]
42770προορισμόςπρο-ο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): το τελικό σημείο μιας πορείας: αγαπημένος/ανταγωνιστικός/δημοφιλής/καλοκαιρινός/κορυφαίος/ταξιδιωτικός/τουριστικός ~. Αναζήτηση/εύρεση/τόπος ~ού. ~οί εξωτερικού/εσωτερικού. Πλοίο με ~ό τον Πειραιά. Έφτασε ασφαλής στον ~ό του. Τα νησιά αποτελούν ελκυστικό ~ό για τους τουρίστες.|| (μτφ.) Ο ~ του ανθρώπου (= ο απώτερος σκοπός της ζωής του). Πβ. αποστολή. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. αφετηρία (1) [< πβ. αρχ. προορισμός ‘προκαθορισμός’, γαλλ. destination]
42771προπαγάνδαπρο-πα-γάν-δα ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): συστηματική και κατευθυνόμενη διάδοση ιδεών και πληροφοριών με σκοπό τον επηρεασμό της κοινής γνώμης: θρησκευτική/κομματική/πολιτική/ρατσιστική ~. Άσκηση/μηχανισμοί ~ας. Μηχανή ~ας (= μονταζιέρα). Πβ. γκεμπελισμός. Βλ. αγκιτάτσια, αντι~, δημαγωγία, πλύση εγκεφάλου, προσηλυτισμός, χειραγώγηση. ● ΣΥΜΠΛ.: μαύρη προπαγάνδα: η οποία στηρίζεται στην παραπληροφόρηση, την αλλοίωση και τη διαστρέβλωση στοιχείων της πραγματικότητας. Βλ. αρνητική/μαύρη διαφήμιση. [< γαλλ. propagande]
42772προπαγανδίζωπρο-πα-γαν-δί-ζω ρ. (μτβ.) {προπαγάνδι-σε, -στηκε, προπαγανδίζ-οντας} (αρνητ. συνυποδ.): κάνω προπαγάνδα: ~ μια θέση/θεωρία/ιδέα. ~ει εναντίον/υπέρ μιας παράταξης. [< γαλλ. faire de la propagande]
42773προπαγάνδισηπρο-πα-γάν-δι-ση ουσ. (θηλ.) & προπαγανδισμός (ο): άσκηση προπαγάνδας: ~ απόψεων/ιδεών. [< γαλλ. propagandisme]
42774προπαγανδιστήςπρο-πα-γαν-δι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. προπαγανδίστρια}: πρόσωπο που κάνει προπαγάνδα. Βλ. δημαγωγός. [< γαλλ. propagandiste]
42775προπαγανδιστικός, ή, ό προ-πα-γαν-δι-στι-κός επίθ.: που στοχεύει στην προπαγάνδα: ~ός: λόγος/μηχανισμός. ~ή: αφίσα/δράση/εκστρατεία/επίθεση/πολιτική/τακτική. ~ό: άρθρο/όργανο/περιεχόμενο/υλικό/φυλλάδιο. ● επίρρ.: προπαγανδιστικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. propagandiste]
42776προπαιδείαπρο-παι-δεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παιδεία που λειτουργεί ως υπόβαθρο· βασικές γνώσεις: μουσική ~. Δεν είχε την κατάλληλη ~, για να σπουδάσει οικονομικά. [< αρχ. προπαιδεία ‘προπαρασκευαστική διαδικασία’]
42777προπαίδειαπρο-παί-δει-α ουσ. (θηλ.): πίνακας που χρησιμοποιείται για τη διδασκαλία του πολλαπλασιασμού αριθμών, συνήθ. από το ένα μέχρι και το δέκα: Λέω/μαθαίνω την ~. Βλ. αλφαβήτα, αριθμητική. [< πβ. αρχ. προπαιδεία]
42778προπαίδες[προπαῖδες] προ-παί-δες ουσ. (αρσ.) (οι) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Π): ΑΘΛ. κατηγορία κατάταξης αθλούμενων αγοριών, ηλικίας συνήθ. έντεκα έως δεκατριών ετών, μετά τα τζούνιορ και πριν από τους παμπαίδες. Βλ. Ακαδημία, παγκορασίδες.
42779προπαίδευσηπρο-παί-δευ-ση ουσ. (θηλ.): βασική, προκαταρκτική εκπαίδευση: στρατιωτική ~. [< μτγν. προπαίδευσις]
42780προπαιδευτικός, ή, ό προ-παι-δευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την προπαίδευση: ~ός: κύκλος σπουδών. Πβ. προπαρασκευαστικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή Παθολογική/Χειρουργική Κλινική. ● επίρρ.: προπαιδευτικά
42781προπανικός, ή, ό προ-πα-νι-κός επίθ.: ΧΗΜ. προπιονικός. ~ό: νάτριο/οξύ.
42782προπάνιοπρο-πά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. κορεσμένος υδρογονάνθρακας (C3H8)· άχρωμο και εύφλεκτο αέριο που χρησιμοποιείται κυρ. ως καύσιμο. Βλ. αλκάνια, -άνιο. [< γαλλ.-αγγλ. propane]
42783προπανόληπρο-πα-νό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. διαφανές άχρωμο υγρό (C3H7OH) που χρησιμοποιείται ως διαλυτικό ή αντισηπτικό. Βλ. -όλη. ΣΥΝ. προπυλική αλκοόλη [< αγγλ.-γαλλ. propanol]
42784προπαντόςπρο-πα-ντός επίρρ. (λόγ.): κυρίως, κατά κύριο λόγο, πάνω απ' όλα: όμορφο, άνετο και ~ λειτουργικό σπίτι. Η κίνηση είναι ιδιαίτερα αυξημένη, ~ στο κέντρο της πόλης. ~ ψυχραιμία! ΣΥΝ. προπάντων, πρώτα απ' όλα/πρώτα-πρώτα (2), πρωτευόντως, πρωτίστως [< αρχ. φρ. πρὸ παντός]
42785προπάντωνπρο-πά-ντων επίρρ. (λόγ.): προπαντός: χαμογελαστός και ~ ευγενικός. Μην απογοητεύεσαι και ~ μη βιάζεσαι. [< πληθ. της φρ. πρὸ παντός]
42786προπάππος & προπάππουςπρο-πάπ-πος ουσ. (αρσ.) {προπάππ-ου | προπάππ-οι κ. -ούδες} & προπαππούς: ο πατέρας του παππού ή της γιαγιάς κάποιου· (κατ' επέκτ.-κυρ. στον πληθ.) πρόγονος. Βλ. προγιαγιά. [< αρχ. πρόπαππος]
42787προπαραλήγουσαπρο-πα-ρα-λή-γου-σα ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. η τρίτη από το τέλος συλλαβή μιας λέξης: Τα ουσιαστικά που τονίζονται στην ~ λέγονται προπαροξύτονα. Βλ. νόμος της τρισυλλαβίας. [< μτγν. προπαραλήγουσα]
42788προπαραμονήπρο-πα-ρα-μο-νή ουσ. (θηλ.): μία μέρα πριν από την παραμονή, συνήθ. γιορτής ή επετείου· (στον πληθ.) λίγες μέρες πριν από ένα συμβάν: ~ του γάμου/των εκλογών/της Πρωτοχρονιάς.|| ~ές του αγώνα. [< μεσν. προπαραμονή]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.