| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42782 | προπάνιο | προ-πά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. κορεσμένος υδρογονάνθρακας (C3H8)· άχρωμο και εύφλεκτο αέριο που χρησιμοποιείται κυρ. ως καύσιμο. Βλ. αλκάνια, -άνιο. [< γαλλ.-αγγλ. propane] | |
| 42783 | προπανόλη | προ-πα-νό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. διαφανές άχρωμο υγρό (C3H7OH) που χρησιμοποιείται ως διαλυτικό ή αντισηπτικό. Βλ. -όλη. ΣΥΝ. προπυλική αλκοόλη [< αγγλ.-γαλλ. propanol] | |
| 42784 | προπαντός | προ-πα-ντός επίρρ. (λόγ.): κυρίως, κατά κύριο λόγο, πάνω απ' όλα: όμορφο, άνετο και ~ λειτουργικό σπίτι. Η κίνηση είναι ιδιαίτερα αυξημένη, ~ στο κέντρο της πόλης. ~ ψυχραιμία! ΣΥΝ. προπάντων, πρώτα απ' όλα/πρώτα-πρώτα (2), πρωτευόντως, πρωτίστως [< αρχ. φρ. πρὸ παντός] | |
| 42785 | προπάντων | προ-πά-ντων επίρρ. (λόγ.): προπαντός: χαμογελαστός και ~ ευγενικός. Μην απογοητεύεσαι και ~ μη βιάζεσαι. [< πληθ. της φρ. πρὸ παντός] | |
| 42786 | προπάππος & προπάππους | προ-πάπ-πος ουσ. (αρσ.) {προπάππ-ου | προπάππ-οι κ. -ούδες} & προπαππούς: ο πατέρας του παππού ή της γιαγιάς κάποιου· (κατ' επέκτ.-κυρ. στον πληθ.) πρόγονος. Βλ. προγιαγιά. [< αρχ. πρόπαππος] | |
| 42787 | προπαραλήγουσα | προ-πα-ρα-λή-γου-σα ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. η τρίτη από το τέλος συλλαβή μιας λέξης: Τα ουσιαστικά που τονίζονται στην ~ λέγονται προπαροξύτονα. Βλ. νόμος της τρισυλλαβίας. [< μτγν. προπαραλήγουσα] | |
| 42788 | προπαραμονή | προ-πα-ρα-μο-νή ουσ. (θηλ.): μία μέρα πριν από την παραμονή, συνήθ. γιορτής ή επετείου· (στον πληθ.) λίγες μέρες πριν από ένα συμβάν: ~ του γάμου/των εκλογών/της Πρωτοχρονιάς.|| ~ές του αγώνα. [< μεσν. προπαραμονή] | |
| 42789 | προπαρασκευάζω | προ-πα-ρα-σκευ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {προπαρασκεύα-σα, -στηκε (λογιότ.) -σθηκε, -σμένος, προπαρασκευάζ-οντας} (λόγ.): προετοιμάζω: ~ουν το έδαφος για μελλοντικές δράσεις. Οι καθηγητές ~σαν τους μαθητές για τις εξετάσεις (πβ. προγυμνάζω). ● Μτχ.: προπαρασκευασμένος , η, ο: που έχει παρασκευαστεί εκ των προτέρων: ~ο: φαγητό. Έτοιμες, ~ες, κατεψυγμένες τροφές. ~α και βιομηχανοποιημένα τρόφιμα. Τσιμέντο έτοιμο, ~ο.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~η: ιδέα/λύση/συμφωνία. Πβ. προκατασκευασμένος. [< αρχ. προπαρασκευάζω] | |
| 42790 | προπαρασκευαστικός | , ή, ό προ-πα-ρα-σκευ-α-στι-κός επίθ. (λόγ.): που προετοιμάζει κάποιον ή κάτι: ~ός: κύκλος (σπουδών). ~ή: δράση/επιτροπή/περίοδος/συνάντηση/σύνοδος/φάση. ~ό: έργο/έτος/πρόγραμμα/στάδιο/τμήμα/υλικό. ~ές: διαδικασίες/δραστηριότητες/ενέργειες/εξετάσεις/επισκέψεις/εργασίες/μελέτες/(ΝΟΜ.) πράξεις. ~ά: κέντρα/μαθήματα/μέτρα/σεμινάρια. Πβ. προκαταρκτικός, προπαιδευτικός. ● επίρρ.: προπαρασκευαστικά [< μτγν. προπαρασκευαστικός, γαλλ. préparatoire] | |
| 42791 | προπαρασκευή | προ-πα-ρα-σκευ-ή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): προετοιμασία: πολεμική/στρατιωτική ~.|| Ηθική/ψυχολογική ~. [< αρχ. προπαρασκευή] | |
| 42792 | προπαροξύτονος | , η, ο προ-πα-ρο-ξύ-το-νος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που τονίζεται στην προπαραλήγουσα: ~α: ουσιαστικά. [< μτγν. προπαροξύτονος] | |
| 42793 | προπατζής | βλ. προποτζής | |
| 42794 | προπατζίδικο | βλ. προποτζίδικο | |
| 42795 | προπάτορας | προ-πά-το-ρας ουσ. (αρσ.) {προπατόρ-ων} (λόγ.): γενάρχης· (στον πληθ.) πρόγονος: (ΕΚΚΛΗΣ.) οι Άγιοι ~ες (: Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ). Κυριακή των ~ων του Ιησού (βλ. πρωτόπλαστοι). Βλ. -άτορας. [< αρχ. προπάτωρ] | |
| 42796 | προπατορικός | , ή, ό προ-πα-το-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον προπάτορα· κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: προπατορικό αμάρτημα & (σπάν.) προπατορική αμαρτία: (ΕΚΚΛΗΣ.) η παρακοή των πρωτοπλάστων· κατ' επέκτ. σοβαρό σφάλμα, λάθος. [< μτγν. προπατορικός] | |
| 42797 | προπέλα | προ-πέ-λα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα μηχανής που αποτελείται από ειδικά ακτινωτά πτερύγια και τίθεται σε λειτουργία με κινητήρα, δίνοντας ώθηση κυρ. σε πλοία: τραυματισμός από ~ σκάφους. Πβ. έλικας. [< αγγλ. propeller] | |
| 42798 | προπέμπω | προ-πέ-μπω ρ. (μτβ.) {προέπεμψα} (σπάν.-λόγ.): ξεπροβοδίζω. [< αρχ. προπέμπω] | |
| 42799 | προπένιο | προ-πέ-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. προπυλένιο. [< αγγλ. propene, γαλλ. propène, 1932] | |
| 42800 | προπερασμένος | , η, ο προ-πε-ρα-σμέ-νος επίθ.: που προηγείται χρονικά από τον αμέσως προηγούμενο: ο ~ος μήνας. Την ~η εβδομάδα. Πβ. προπροηγούμενος. [< μεσν. προπερασμένος] | |
| 42801 | πρόπερσι | πρό-περ-σι επίρρ. & (σπάν.) προπέρυσι: πριν από δύο χρόνια: ~ το καλοκαίρι επισκέφτηκα το νησί. Οι τιμές είναι υψηλότερες σε σχέση με ~. Μέχρι ~ ίσχυε ο νόμος ... Βλ. αντι~. [< αρχ. προπέρυσι] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ