| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42769 | προορίζω | προ-ο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {προόρι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, προορίζ-οντας, -όμενος, προορι-σμένος}: αποφασίζω από πριν για την εξέλιξη, την πορεία κάποιου, καθορίζω εκ των προτέρων τον σκοπό μιας δράσης: Τον ~ει για αντικαταστάτη/διάδοχό του. Ο πατέρας του τον ~ζε για δικηγόρο. Προϊόν που ~εται για βιομηχανική χρήση. Ήταν ~σμένος να πετύχει. Ομάδα ~σμένη για τη νίκη. Θέσεις εργασίας ~σμένες για φοιτητές. [< μτγν. προορίζω] | |
| 42770 | προορισμός | προ-ο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): το τελικό σημείο μιας πορείας: αγαπημένος/ανταγωνιστικός/δημοφιλής/καλοκαιρινός/κορυφαίος/ταξιδιωτικός/τουριστικός ~. Αναζήτηση/εύρεση/τόπος ~ού. ~οί εξωτερικού/εσωτερικού. Πλοίο με ~ό τον Πειραιά. Έφτασε ασφαλής στον ~ό του. Τα νησιά αποτελούν ελκυστικό ~ό για τους τουρίστες.|| (μτφ.) Ο ~ του ανθρώπου (= ο απώτερος σκοπός της ζωής του). Πβ. αποστολή. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. αφετηρία (1) [< πβ. αρχ. προορισμός ‘προκαθορισμός’, γαλλ. destination] | |
| 42771 | προπαγάνδα | προ-πα-γάν-δα ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): συστηματική και κατευθυνόμενη διάδοση ιδεών και πληροφοριών με σκοπό τον επηρεασμό της κοινής γνώμης: θρησκευτική/κομματική/πολιτική/ρατσιστική ~. Άσκηση/μηχανισμοί ~ας. Μηχανή ~ας (= μονταζιέρα). Πβ. γκεμπελισμός. Βλ. αγκιτάτσια, αντι~, δημαγωγία, πλύση εγκεφάλου, προσηλυτισμός, χειραγώγηση. ● ΣΥΜΠΛ.: μαύρη προπαγάνδα: η οποία στηρίζεται στην παραπληροφόρηση, την αλλοίωση και τη διαστρέβλωση στοιχείων της πραγματικότητας. Βλ. αρνητική/μαύρη διαφήμιση. [< γαλλ. propagande] | |
| 42772 | προπαγανδίζω | προ-πα-γαν-δί-ζω ρ. (μτβ.) {προπαγάνδι-σε, -στηκε, προπαγανδίζ-οντας} (αρνητ. συνυποδ.): κάνω προπαγάνδα: ~ μια θέση/θεωρία/ιδέα. ~ει εναντίον/υπέρ μιας παράταξης. [< γαλλ. faire de la propagande] | |
| 42773 | προπαγάνδιση | προ-πα-γάν-δι-ση ουσ. (θηλ.) & προπαγανδισμός (ο): άσκηση προπαγάνδας: ~ απόψεων/ιδεών. [< γαλλ. propagandisme] | |
| 42774 | προπαγανδιστής | προ-πα-γαν-δι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. προπαγανδίστρια}: πρόσωπο που κάνει προπαγάνδα. Βλ. δημαγωγός. [< γαλλ. propagandiste] | |
| 42775 | προπαγανδιστικός | , ή, ό προ-πα-γαν-δι-στι-κός επίθ.: που στοχεύει στην προπαγάνδα: ~ός: λόγος/μηχανισμός. ~ή: αφίσα/δράση/εκστρατεία/επίθεση/πολιτική/τακτική. ~ό: άρθρο/όργανο/περιεχόμενο/υλικό/φυλλάδιο. ● επίρρ.: προπαγανδιστικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. propagandiste] | |
| 42776 | προπαιδεία | προ-παι-δεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παιδεία που λειτουργεί ως υπόβαθρο· βασικές γνώσεις: μουσική ~. Δεν είχε την κατάλληλη ~, για να σπουδάσει οικονομικά. [< αρχ. προπαιδεία ‘προπαρασκευαστική διαδικασία’] | |
| 42777 | προπαίδεια | προ-παί-δει-α ουσ. (θηλ.): πίνακας που χρησιμοποιείται για τη διδασκαλία του πολλαπλασιασμού αριθμών, συνήθ. από το ένα μέχρι και το δέκα: Λέω/μαθαίνω την ~. Βλ. αλφαβήτα, αριθμητική. [< πβ. αρχ. προπαιδεία] | |
| 42778 | προπαίδες | [προπαῖδες] προ-παί-δες ουσ. (αρσ.) (οι) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Π): ΑΘΛ. κατηγορία κατάταξης αθλούμενων αγοριών, ηλικίας συνήθ. έντεκα έως δεκατριών ετών, μετά τα τζούνιορ και πριν από τους παμπαίδες. Βλ. Ακαδημία, παγκορασίδες. | |
| 42779 | προπαίδευση | προ-παί-δευ-ση ουσ. (θηλ.): βασική, προκαταρκτική εκπαίδευση: στρατιωτική ~. [< μτγν. προπαίδευσις] | |
| 42780 | προπαιδευτικός | , ή, ό προ-παι-δευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την προπαίδευση: ~ός: κύκλος σπουδών. Πβ. προπαρασκευαστικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή Παθολογική/Χειρουργική Κλινική. ● επίρρ.: προπαιδευτικά | |
| 42781 | προπανικός | , ή, ό προ-πα-νι-κός επίθ.: ΧΗΜ. προπιονικός. ~ό: νάτριο/οξύ. | |
| 42782 | προπάνιο | προ-πά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. κορεσμένος υδρογονάνθρακας (C3H8)· άχρωμο και εύφλεκτο αέριο που χρησιμοποιείται κυρ. ως καύσιμο. Βλ. αλκάνια, -άνιο. [< γαλλ.-αγγλ. propane] | |
| 42783 | προπανόλη | προ-πα-νό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. διαφανές άχρωμο υγρό (C3H7OH) που χρησιμοποιείται ως διαλυτικό ή αντισηπτικό. Βλ. -όλη. ΣΥΝ. προπυλική αλκοόλη [< αγγλ.-γαλλ. propanol] | |
| 42784 | προπαντός | προ-πα-ντός επίρρ. (λόγ.): κυρίως, κατά κύριο λόγο, πάνω απ' όλα: όμορφο, άνετο και ~ λειτουργικό σπίτι. Η κίνηση είναι ιδιαίτερα αυξημένη, ~ στο κέντρο της πόλης. ~ ψυχραιμία! ΣΥΝ. προπάντων, πρώτα απ' όλα/πρώτα-πρώτα (2), πρωτευόντως, πρωτίστως [< αρχ. φρ. πρὸ παντός] | |
| 42785 | προπάντων | προ-πά-ντων επίρρ. (λόγ.): προπαντός: χαμογελαστός και ~ ευγενικός. Μην απογοητεύεσαι και ~ μη βιάζεσαι. [< πληθ. της φρ. πρὸ παντός] | |
| 42786 | προπάππος & προπάππους | προ-πάπ-πος ουσ. (αρσ.) {προπάππ-ου | προπάππ-οι κ. -ούδες} & προπαππούς: ο πατέρας του παππού ή της γιαγιάς κάποιου· (κατ' επέκτ.-κυρ. στον πληθ.) πρόγονος. Βλ. προγιαγιά. [< αρχ. πρόπαππος] | |
| 42787 | προπαραλήγουσα | προ-πα-ρα-λή-γου-σα ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. η τρίτη από το τέλος συλλαβή μιας λέξης: Τα ουσιαστικά που τονίζονται στην ~ λέγονται προπαροξύτονα. Βλ. νόμος της τρισυλλαβίας. [< μτγν. προπαραλήγουσα] | |
| 42788 | προπαραμονή | προ-πα-ρα-μο-νή ουσ. (θηλ.): μία μέρα πριν από την παραμονή, συνήθ. γιορτής ή επετείου· (στον πληθ.) λίγες μέρες πριν από ένα συμβάν: ~ του γάμου/των εκλογών/της Πρωτοχρονιάς.|| ~ές του αγώνα. [< μεσν. προπαραμονή] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ