| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42789 | προπαρασκευάζω | προ-πα-ρα-σκευ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {προπαρασκεύα-σα, -στηκε (λογιότ.) -σθηκε, -σμένος, προπαρασκευάζ-οντας} (λόγ.): προετοιμάζω: ~ουν το έδαφος για μελλοντικές δράσεις. Οι καθηγητές ~σαν τους μαθητές για τις εξετάσεις (πβ. προγυμνάζω). ● Μτχ.: προπαρασκευασμένος , η, ο: που έχει παρασκευαστεί εκ των προτέρων: ~ο: φαγητό. Έτοιμες, ~ες, κατεψυγμένες τροφές. ~α και βιομηχανοποιημένα τρόφιμα. Τσιμέντο έτοιμο, ~ο.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~η: ιδέα/λύση/συμφωνία. Πβ. προκατασκευασμένος. [< αρχ. προπαρασκευάζω] | |
| 42790 | προπαρασκευαστικός | , ή, ό προ-πα-ρα-σκευ-α-στι-κός επίθ. (λόγ.): που προετοιμάζει κάποιον ή κάτι: ~ός: κύκλος (σπουδών). ~ή: δράση/επιτροπή/περίοδος/συνάντηση/σύνοδος/φάση. ~ό: έργο/έτος/πρόγραμμα/στάδιο/τμήμα/υλικό. ~ές: διαδικασίες/δραστηριότητες/ενέργειες/εξετάσεις/επισκέψεις/εργασίες/μελέτες/(ΝΟΜ.) πράξεις. ~ά: κέντρα/μαθήματα/μέτρα/σεμινάρια. Πβ. προκαταρκτικός, προπαιδευτικός. ● επίρρ.: προπαρασκευαστικά [< μτγν. προπαρασκευαστικός, γαλλ. préparatoire] | |
| 42791 | προπαρασκευή | προ-πα-ρα-σκευ-ή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): προετοιμασία: πολεμική/στρατιωτική ~.|| Ηθική/ψυχολογική ~. [< αρχ. προπαρασκευή] | |
| 42792 | προπαροξύτονος | , η, ο προ-πα-ρο-ξύ-το-νος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που τονίζεται στην προπαραλήγουσα: ~α: ουσιαστικά. [< μτγν. προπαροξύτονος] | |
| 42793 | προπατζής | βλ. προποτζής | |
| 42794 | προπατζίδικο | βλ. προποτζίδικο | |
| 42795 | προπάτορας | προ-πά-το-ρας ουσ. (αρσ.) {προπατόρ-ων} (λόγ.): γενάρχης· (στον πληθ.) πρόγονος: (ΕΚΚΛΗΣ.) οι Άγιοι ~ες (: Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ). Κυριακή των ~ων του Ιησού (βλ. πρωτόπλαστοι). Βλ. -άτορας. [< αρχ. προπάτωρ] | |
| 42796 | προπατορικός | , ή, ό προ-πα-το-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον προπάτορα· κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: προπατορικό αμάρτημα & (σπάν.) προπατορική αμαρτία: (ΕΚΚΛΗΣ.) η παρακοή των πρωτοπλάστων· κατ' επέκτ. σοβαρό σφάλμα, λάθος. [< μτγν. προπατορικός] | |
| 42797 | προπέλα | προ-πέ-λα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα μηχανής που αποτελείται από ειδικά ακτινωτά πτερύγια και τίθεται σε λειτουργία με κινητήρα, δίνοντας ώθηση κυρ. σε πλοία: τραυματισμός από ~ σκάφους. Πβ. έλικας. [< αγγλ. propeller] | |
| 42798 | προπέμπω | προ-πέ-μπω ρ. (μτβ.) {προέπεμψα} (σπάν.-λόγ.): ξεπροβοδίζω. [< αρχ. προπέμπω] | |
| 42799 | προπένιο | προ-πέ-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. προπυλένιο. [< αγγλ. propene, γαλλ. propène, 1932] | |
| 42800 | προπερασμένος | , η, ο προ-πε-ρα-σμέ-νος επίθ.: που προηγείται χρονικά από τον αμέσως προηγούμενο: ο ~ος μήνας. Την ~η εβδομάδα. Πβ. προπροηγούμενος. [< μεσν. προπερασμένος] | |
| 42801 | πρόπερσι | πρό-περ-σι επίρρ. & (σπάν.) προπέρυσι: πριν από δύο χρόνια: ~ το καλοκαίρι επισκέφτηκα το νησί. Οι τιμές είναι υψηλότερες σε σχέση με ~. Μέχρι ~ ίσχυε ο νόμος ... Βλ. αντι~. [< αρχ. προπέρυσι] | |
| 42802 | προπέρσινος | , η, ο προ-πέρ-σι-νος επίθ. & προπερσινός, ή, ό : που υπήρξε ή συνέβη πριν από δύο χρόνια: ~ος: χειμώνας. ~η: σεζόν. ~ο: ματς. ~οι: πρωταθλητές. ~α: ρούχα. [< μτγν. προπερυσινός] | |
| 42803 | προπέτασμα | προ-πέ-τα-σμα ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. φυσικό ή τεχνητό κάλυμμα που προστατεύει από τα αντίπαλα πυρά. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: προπέτασμα καπνού & παραπέτασμα καπνού 1. (μτφ.) καθετί που χρησιμοποιείται ή γίνεται για παραπλάνηση, συγκάλυψη ή απόκρυψη στοιχείων. Πβ. προκάλυμμα. 2. πυκνά σύννεφα καπνού. [< γαλλ. rideau de fumée] [< μτγν. προπέτασμα ‘κάλυμμα’] | |
| 42804 | προπέτεια | προ-πέ-τει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): βιαστική και απερίσκεπτη ομίλια, αυθάδεια, θράσος, αναίδεια. [< αρχ. προπέτεια] | |
| 42805 | προπετής | , ής, ές προ-πε-τής επίθ. {προπετ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (απαιτ. λεξιλόγ.) & προπέτης: που χαρακτηρίζεται από προπέτεια. Πβ. αυθάδης, θρασύς, προκλητικός. [< αρχ. προπετής] | |
| 42806 | προπηλακίζω | προ-πη-λα-κί-ζω ρ. (μτβ.) {προπηλάκι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, προπηλακίζ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): προσβάλλω, εξυβρίζω κάποιον, συνήθ. σε δημόσιο χώρο: Άγνωστοι ~σαν τον διαιτητή του αγώνα. Ο κατηγορούμενος ~στηκε από συγγενείς του θύματος. Πβ. διαπομπεύω, λοιδορώ, χλευάζω. [< αρχ. προπηλακίζω] | |
| 42807 | προπηλακισμός | προ-πη-λα-κι-σμός ουσ. (αρσ.) & προπηλάκιση (η) (απαιτ. λεξιλόγ.): δημόσια εξύβριση. Πβ. διασυρμός, λοιδορία, χλευασμός. Βλ. -ισμός. [< αρχ. προπηλακισμός] | |
| 42808 | προπιονικός | , ή, ό προ-πι-ο-νι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο προπάνιο: (ΧΗΜ.) ~ός: εστέρας. ~ό: οξύ. ~ά: άλατα. Το ~ό νάτριο και ασβέστιο ως συντηρητικά τροφίμων.|| (ΙΑΤΡ.) Το ~ό βακτηρίδιο της ακμής. ΣΥΝ. προπανικός [< γαλλ. propionique, αγγλ. propionic] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ