Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [43360-43380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42802προπέρσινος, η, ο προ-πέρ-σι-νος επίθ. & προπερσινός, ή, ό : που υπήρξε ή συνέβη πριν από δύο χρόνια: ~ος: χειμώνας. ~η: σεζόν. ~ο: ματς. ~οι: πρωταθλητές. ~α: ρούχα. [< μτγν. προπερυσινός]
42803προπέτασμαπρο-πέ-τα-σμα ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. φυσικό ή τεχνητό κάλυμμα που προστατεύει από τα αντίπαλα πυρά. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: προπέτασμα καπνού & παραπέτασμα καπνού 1. (μτφ.) καθετί που χρησιμοποιείται ή γίνεται για παραπλάνηση, συγκάλυψη ή απόκρυψη στοιχείων. Πβ. προκάλυμμα. 2. πυκνά σύννεφα καπνού. [< γαλλ. rideau de fumée] [< μτγν. προπέτασμα ‘κάλυμμα’]
42804προπέτειαπρο-πέ-τει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): βιαστική και απερίσκεπτη ομίλια, αυθάδεια, θράσος, αναίδεια. [< αρχ. προπέτεια]
42805προπετής, ής, ές προ-πε-τής επίθ. {προπετ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (απαιτ. λεξιλόγ.) & προπέτης: που χαρακτηρίζεται από προπέτεια. Πβ. αυθάδης, θρασύς, προκλητικός. [< αρχ. προπετής]
42806προπηλακίζωπρο-πη-λα-κί-ζω ρ. (μτβ.) {προπηλάκι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, προπηλακίζ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): προσβάλλω, εξυβρίζω κάποιον, συνήθ. σε δημόσιο χώρο: Άγνωστοι ~σαν τον διαιτητή του αγώνα. Ο κατηγορούμενος ~στηκε από συγγενείς του θύματος. Πβ. διαπομπεύω, λοιδορώ, χλευάζω. [< αρχ. προπηλακίζω]
42807προπηλακισμόςπρο-πη-λα-κι-σμός ουσ. (αρσ.) & προπηλάκιση (η) (απαιτ. λεξιλόγ.): δημόσια εξύβριση. Πβ. διασυρμός, λοιδορία, χλευασμός. Βλ. -ισμός. [< αρχ. προπηλακισμός]
42808προπιονικός, ή, ό προ-πι-ο-νι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο προπάνιο: (ΧΗΜ.) ~ός: εστέρας. ~ό: οξύ. ~ά: άλατα. Το ~ό νάτριο και ασβέστιο ως συντηρητικά τροφίμων.|| (ΙΑΤΡ.) Το ~ό βακτηρίδιο της ακμής. ΣΥΝ. προπανικός [< γαλλ. propionique, αγγλ. propionic]
42809πρόπλασμαπρό-πλα-σμα ουσ. (ουδ.): το αρχικό αντικείμενο που διαμορφώνει ο γλύπτης και στο οποίο αποτυπώνει την εικαστική του πρόταση: ~ ανθρώπινου σώματος.|| (κατ' επέκτ.) Αρχιτεκτονικό ~ (πβ. μακέτα, προσχέδιο).|| (μτφ., υπόδειγμα, πρότυπο:) Κοινωνικό ~. Βλ. -πλασμα. [< μτγν. πρόπλασμα]
42810προπλασμόςπρο-πλα-σμός ουσ. (αρσ.): (στη βυζαντινή αγιογραφία) το πρώτο, κατώτερο στρώμα χρώματος, συνήθ. σκούρου, που απλώνεται σε μια επιφάνεια. [< μεσν. προπλασμός]
42811προπληρωμήπρο-πλη-ρω-μή ουσ. (θηλ.): πληρωμή εκ των προτέρων: ~ ασφαλίστρων/επιδόματος/κόστους/ποσού/συνδρομής. Ένταλμα ~ής. Πβ. προεξόφληση, προκαταβολή. Βλ. προέμβασμα. [< γαλλ. paiement d΄avance]
42812προπληρώνωπρο-πλη-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {προπλήρω-σε, -θηκε, -μένος, προπληρών-οντας}: πληρώνω, εξοφλώ από πριν: Το κόστος συμμετοχής στο ταξίδι ~εται. Εισιτήρια/ενοίκια που ~θηκαν. Πβ. προκαταβάλλω. ● Μτχ.: προπληρωμένος , η, ο: ~ος: χρόνος ομιλίας (σε κάρτα κινητού)/σύνδεσης (στο ίντερνετ). ~η: (πιστωτική) κάρτα/κράτηση (σε ξενοδοχείο)/συνδρομή. ~α: έξοδα/ποσά. [< γαλλ. payer d΄avance]
42813προπληρωτέος, α, ο προ-πλη-ρω-τέ-ος επίθ. (σπάν.-λόγ.): που πρέπει να πληρωθεί εκ των προτέρων: ~α: δίδακτρα. Βλ. -τέος.
42814προπόπρο-πό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τυχερό παιχνίδι στο οποίο οι παίκτες κερδίζουν ανάλογα με τον βαθμό επιτυχίας τους στην πρόβλεψη των αποτελεσμάτων σε ποδοσφαιρικούς αγώνες· συνεκδ. δελτίο συμμετοχής στο παιχνίδι: πρακτορεία ~. Κέρδισε στο ~. Βλ. λόττο, ξυστό, σκρατς. [< ακρ. προ(γνωστικά) πο(δοσφαίρου), 1959]
42815πρόποδεςπρό-πο-δες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. πρόποδας}: το χαμηλότερο τμήμα βουνού ή λόφου: Η πόλη/το χωριό απλώνεται/βρίσκεται στους ~ του βουνού/της οροσειράς ... Πβ. παρυφή, ριζοβούνια, υπώρεια. [< μτγν. πρόποδες]
42816προπολεμικός, ή, ό προ-πο-λε-μι-κός επίθ. 1. που υπάρχει ή συμβαίνει πριν από έναν πόλεμο, κυρ. πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο: ~ή: εποχή. ~ό: κτίριο/τραγούδι. ~ά: χρόνια. ΑΝΤ. μεταπολεμικός 2. (μτφ.-συνήθ. ειρων.) πολύ παλιός: τα ~ά έπιπλα της γιαγιάς. Πβ. παμπάλαιος. ● επίρρ.: προπολεμικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αγγλ. prewar]
42817πρόποληπρό-πο-λη ουσ. (θηλ.): ρητινώδης, κολλητική ουσία με πολλές θεραπευτικές ιδιότητες, την οποία συλλέγουν οι μέλισσες από φυτά και, αφού την εμπλουτίσουν με κερί, γύρη και άλλα συστατικά, τη χρησιμοποιούν για τη στεγανοποίηση και απολύμανση της κυψέλης: βάμμα/διάλυμα/εκχύλισμα ~ης. Βλ. βασιλικός πολτός, κηρήθρα. [< μτγν. πρόπολις, αγγλ.-γαλλ. propolis]
42818προπομπόςπρο-πο-μπός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) οτιδήποτε προαναγγέλλει ή προετοιμάζει μια μελλοντική εξέλιξη: ~ της επιτυχίας/της καταστροφής. Το νομοσχέδιο αποτελεί ~ό για τις μεταρρυθμίσεις που θα ακολουθήσουν. Πβ. προάγγελος, πρόδρομος. 2. ΣΤΡΑΤ. στρατιωτικό σώμα, κλιμάκιο που προπορεύεται της κύριας δύναμης. [< αρχ. προπομπός ‘συνοδός, ακόλουθος’]
42819προπόνησηπρο-πό-νη-ση ουσ. (θηλ.): συστηματική προετοιμασία και εκγύμναση κυρ. αθλητών ή ομάδων, με σκοπό τη μέγιστη δυνατή απόδοσή τους σε αγώνα, παιχνίδι: αερόβια/ατομική/διαλειμματική/εντατική/κυκλική/ομαδική/σκληρή ~. ~ κολύμβησης/μπάσκετ/ποδοσφαίρου. ~ με βάρη. ~ αντοχής/δόνησης (: που εφαρμόζεται στο ανθρώπινο σώμα μέσω ελεγχόμενων κραδασμών). Ασκήσεις/πρόγραμμα/ρυθμός/σετ ~ης. Σε ρυθμούς ~ης (= σε προπονητικούς ρυθμούς). Βλ. προθέρμανση, υπερ~. ● ΣΥΜΠΛ.: διαλειμματική προπόνηση: μέθοδος αθλητικής προπόνησης με εναλλακτικό σπριντ και τζόκινγκ: υψηλής έντασης ~ ~. [< αγγλ. interval training, γαλλ. entraînement fractionné] [< γαλλ. entraînement]
42820προπονησιολογίαπρο-πο-νη-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. κλάδος της φυσικής αγωγής με αντικείμενο την προπόνηση: ~ ποδοσφαίρου. Βλ. -λογία.
42821προπονητήριοπρο-πο-νη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): κτίριο ή αίθουσα όπου γίνεται προπόνηση: κλειστό/ολυμπιακό ~. ~ άρσης βαρών/στίβου. Βλ. γυμναστήριο, -τήριο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.