| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3384 | αναρχοκομμουνιστής | [ἀναρχοκομμουνιστής] α-ναρ-χο-κομ-μου-νι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αναρχοκομμουνίστρια} & αναρχοκομουνιστής: οπαδός του αναρχοκομμουνισμού. [< γαλλ. anarchocommuniste, αγγλ. anarchocommunist] | |
| 3385 | άναρχος | , η, ο [ἄναρχος] ά-ναρ-χος επίθ. 1. που δεν ακολουθεί αρχές, κανόνες και ειδικότ. που δεν έχει κυβέρνηση, εξουσία: ~η: αλιεία/δόμηση. ~η ανάπτυξη των προαστιακών περιοχών. Πβ. ανεξέλεγκτος, αυθαίρετος, χαοτικός, χαώδης.|| ~η: κοινωνία. Πβ. ακέφαλος, ακυβέρνητος. 2. ΘΕΟΛ. που δεν έχει αρχή ούτε τέλος, δεν προέρχεται από κάπου, κυρ. για τον Θεό. Πβ. αιώνιος, άχρονος. ● επίρρ.: άναρχα: ~ δομημένες περιοχές. [< αρχ. ἄναρχος] | |
| 3386 | αναρχοσυνδικαλισμός | [ἀναρχοσυνδικαλισμός] α-ναρ-χο-συν-δι-κα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. τάση του συνδικαλισμού που εμπνέεται από τον αναρχισμό. [< γαλλ. anarchosyndicalisme, τέλη 19ου αι., αγγλ. anarcho-syndicalism, 1918] | |
| 3387 | αναρχοσυνδικαλιστής | [ἀναρχοσυνδικαλιστής] α-ναρ-χο-συν-δι-κα-λι-στής ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. συνδικαλιστής που ασπάζεται τον αναρχισμό. [< γαλλ. anarchosyndicaliste] | |
| 3388 | αναρωτιέμαι | [ἀναρωτιέμαι] α-να-ρω-τιέ-μαι ρ. (μτβ.) {αναρωτήθηκα}: ρωτώ τον εαυτό μου, απορώ: ~ πού βρίσκει το κουράγιο να .../τι δουλειά έχω εγώ εδώ/γιατί ήρθαν έτσι τα πράγματα/μήπως ... Έχετε ~ηθεί ποτέ αν ... Πβ. αμφιβάλλω, προβληματίζομαι. ΣΥΝ. διερωτώμαι [< μεσν. αναρωτώ] | |
| 3389 | ανάσα | [ἀνάσα] α-νά-σα ουσ. (θηλ.) 1. ο αέρας που βγαίνει από το στόμα κατά την αναπνοή και γενικότ. η λειτουργία της: αδύναμη/απαλή/βαθιά/βαριά/γλυκιά/ζεστή/κοφτή ~. Ακούω/αφουγκράζομαι την ~ κάποιου. Μυρίζει η ~ του σκόρδο. Κρατάει την ~ του από την αγωνία. Πβ. πνοή.|| (μτφ.) Αγώνας/κούρσα της μιας ~ας (: των 100 μέτρων στον ανοιχτό ή των 60 μέτρων στον κλειστό στίβο). 2. (μτφ.) ξεκούραση, ανακούφιση: (σε τηλεοπτική ή ραδιοφωνική εκπομπή) Μικρή ~ (= ανάπαυλα, διάλειμμα) για διαφημίσεις. Πβ. ανάπαυση, ριλάξ, χαλάρωση.|| Κυκλοφοριακή ~. ~ αισιοδοξίας. ~ ρευστότητας στην αγορά. Πβ. ξαλάφρωμα.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Έργο/μέτρα/νίκη-~. ΣΥΝ. ανακουφιστικός. ● ΣΥΜΠΛ.: καυτή ανάσα 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) για να δηλωθεί αίσθημα πίεσης και επικείμενης απειλής: Νιώθει την ~ ~ του ανταγωνισμού. 2. ένδειξη ερωτικής ή σεξουαλικής διάθεσης., ανάσα δροσιάς βλ. δροσιά ● ΦΡ.: δίνω (μια) ανάσα (ζωής) (μτφ.): προσφέρω σημαντική βοήθεια., κόβει την ανάσα: (μτφ.) προκαλεί έντονα συναισθήματα, αφήνει (κάποιον) άναυδο: ερμηνεία/θέα/ομορφιά/τοπίο που ~ ~., με κομμένη (την) ανάσα (μτφ.): με μεγάλη αγωνία: Μένω/μιλώ ~ ~. [< γαλλ. à bout de souffle] , μια ανάσα από/πριν από (μτφ.): λίγο πριν., παίρνω (μια) ανάσα & παίρνω μια αναπνοή 1. (συνήθ. με άρνηση) (μτφ.) σταματώ κάτι που κάνω με εντατικούς ρυθμούς, για να ξεκουραστώ ή απαλλάσσομαι από έγνοιες, ανακουφίζομαι: Δεν έχω πάρει ~ από το πρωί. Πβ. αναπαύομαι, ξαλαφρώνω, ξανασαίνω, ξεκουράζομαι. 2. εισπνέω: Πάρε βαθιές ~ες. ΣΥΝ. αναπνέω (1) ΑΝΤ. εκπνέω, χωρίς ανάσα (μτφ.): χωρίς διάλειμμα, παύση: Δούλευαν ~ ~, για να εξασφαλίσουν το μεροκάματο. Πβ. απνευστί, μονορούφι., μου κόβεται/μου πιάνεται η αναπνοή/η ανάσα βλ. αναπνοή [< ανασαίνω, υποχωρητικός σχηματισμός] | |
| 3390 | ανασαίνω | [ἀνασαίνω] α-να-σαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ανάσ-ανα, ανασ-άνω, ανασαίν-οντας} 1. αναπνέω και ειδικότ. εισπνέω: ~ βαριά (= βαρι~). Δυσκολεύομαι να ~άνω. Βγήκα έξω ν' ~άνω λιγάκι καθαρό αέρα/οξυγόνο. Βλ. κοντ~, ξαν~. ΑΝΤ. εκπνέω.|| (μτφ.) Μέσα σε αυτή τη σχέση δεν μπορούσα ν' ~άνω, κάτι με έπνιγε. 2. (κατ' επέκτ.) ζω, υπάρχω: ~ει ακόμα (= είναι ζωντανός)! ΣΥΝ. αναπνέω (2) ΑΝΤ. πεθαίνω (1) 3. (μτφ.) ξεκουράζομαι, ξαποσταίνω: Αυτόν τον καιρό δεν προλαβαίνω ούτε ν' ~άνω (= να πάρω ανάσα). 4. (μτφ.) ανακουφίζομαι, ξαλαφρώνω: Ουφ! ~ανα! ~ανε με ανακούφιση. Οι υποχρεώσεις/τα χρέη δεν τον αφήνουν να ~άνει. ΣΥΝ. αναπνέω (3), ξανασαίνω [< μεσν. ανασαίνω, γαλλ. respirer] | |
| 3391 | ανασαλεύω | [ἀνασαλεύω] α-να-σα-λεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ανασάλευ-ε, ανασάλε-ψε} (λογοτ.) 1. κινούμαι ελαφρά: Τα φύλλα ~αν με το αεράκι. Πβ. αναδεύομαι, κουνιέμαι, σαλεύω. 2. ανακινώ: Ο άνεμος ~ε τα μαλλιά της. Πβ. ανακατεύω. [< μτγν. ἀνασαλεύω] | |
| 3392 | ανασασμός | [ἀνασασμός] α-να-σα-σμός ουσ. (αρσ.) (λογοτ.) 1. ανάσα. 2. (μτφ.) ξεκούραση, ανάπαυση: Έπινε/δούλευε χωρίς ~ό (= ανάπαυλα, σταματημό). 3. (μτφ.) ανακούφιση. Πβ. αγαλλίαση, ξαλάφρωμα. [< μεσν. ανασασμός] | |
| 3393 | ανασήκωμα | [ἀνασήκωμα] α-να-σή-κω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασηκώνω: ~ του κεφαλιού. | |
| 3394 | ανασηκώνω | [ἀνασηκώνω] α-να-ση-κώ-νω ρ. (μτβ.) {ανασήκω-σα, -σει, -θηκα, -θεί, -μένος, ανασηκών-οντας}: σηκώνω ελαφρά: ~ την πλάτη του καθίσματος (ΣΥΝ. ανεβάζω). ~σε τα φρύδια (ειρωνικά/ερωτηματικά)/το βλέμμα του στον ουρανό. ~μένος: γιακάς. ~μένη: μύτη. ~μένα: μανίκια (= γυρισμένα). ● Παθ.: ανασηκώνομαι: ανακάθομαι: ~θηκε στα μαξιλάρια/στο στρώμα του. Έκανε να ~θεί, αλλά ένιωσε αδυναμία και ξαναξάπλωσε. ● ΦΡ.: (ανα)σηκώνει τους ώμους/τις πλάτες (του) βλ. σηκώνω [< μεσν. ανασηκώνω] | |
| 3395 | ανασκάβω | βλ. ανασκάπτω | |
| 3396 | ανασκάλεμα | [ἀνασκάλεμα] α-να-σκά-λε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασκαλεύω: (μτφ.) ~ της μνήμης. | |
| 3397 | ανασκαλεύω | [ἀνασκαλεύω] α-να-σκα-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {ανασκάλ-εψα | -εύτηκε} 1. (μτφ.) ανακινώ, αναμοχλεύω· ερευνώ: Μην ~εις παλιές έχθρες/το παρελθόν!|| ~ει την ιστορία. Πβ. ξεσκαλίζω. 2. σκαλίζω ελαφρά, επιφανειακά: ~ το χώμα. ~εψε τη φωτιά με τη μασιά. [< μτγν. ἀνασκαλεύω] | |
| 3398 | ανασκάπτω | [ἀνασκάπτω] α-να-σκά-πτω ρ. (μτβ.) {ανέσκα-ψε (σπανιότ. ανάσκα-ψε), ανασκά-φηκε κ. -φτηκε (λόγ.) -φθηκε, -φεί κ. -φτεί (λόγ.) -φθεί, ανασκαμμένος (λόγ.) ανεσκαμμένος} & (προφ.) ανασκάβω & (λογοτ.) ανασκάφτω 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. κάνω ανασκαφή: ~ψαν έναν ναό/ένα ταφικό συγκρότημα. Ανασκαμμένος οικισμός. H περιοχή δεν έχει ~φεί συστηματικά.|| (μτφ.) ~ τα αρχεία/το ιστορικό παρελθόν (πβ. ανα-διφώ, -σκαλεύω). 2. (λόγ.) καταστρέφω ολοσχερώς, γκρεμίζω. ΣΥΝ. κατεδαφίζω (1), ξεθεμελιώνω (2) 3. (σπάν.-λόγ.) σκάβω βαθιά. [< αρχ. ἀνασκάπτω] | |
| 3399 | ανασκαφέας | [ἀνασκαφέας] α-να-σκα-φέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ανασκαφ-είς, -έων}: αρχαιολόγος που διενεργεί ανασκαφή. [< γερμ. Ausgräber] | |
| 3400 | ανασκαφή | [ἀνασκαφή] α-να-σκα-φή ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. σύνολο εργασιών που διενεργούνται και εποπτεύονται ιδ. από αρχαιολόγους και περιλαμβάνουν κυρ. αφαίρεση στρωμάτων εδάφους για ανεύρεση αρχαιοτήτων ή σπανιότ. απολιθωμάτων, οστράκων· συνεκδ. το σχετικό επιστημονικό πρόγραμμα ή ο αντίστοιχος χώρος: δοκιμαστική/συστηματική/σωστική ~. Λαθραία/παράνομη ~ (= λαθρ~). Αρχαιολογικές ~ές. Η ~ έφερε στο φως έναν (νεολιθικό) οικισμό.|| Παλαιοντολογικές ~ές. ● ΦΡ.: κάνει ανασκαφές (μτφ.) 1. (προφ.) ψάχνει επίμονα. 2. (αργκό) σκαλίζει τη μύτη του. [< μτγν. ἀνασκαφή ‘σκάψιμο’, γερμ. Ausgrabung] | |
| 3401 | ανασκαφικός | , ή, ό [ἀνασκαφικός] α-να-σκα-φι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με τις ανασκαφές: ~ός: τομέας. ~ή: έρευνα/ομάδα/τεκμηρίωση. ~ές: εργασίες. ~ά: ευρήματα. Αρχαιολογικές σχολές με σημαντικό ~ό έργο. ● επίρρ.: ανασκαφικά | |
| 3402 | ανασκάφτω | βλ. ανασκάπτω | |
| 3403 | ανάσκελα | [ἀνάσκελα] α-νά-σκε-λα επίρρ.: με την πλάτη προς τα κάτω: Γυρίζω/κοιμάμαι/ξαπλώνω ~. Πβ. ύπτια. ΑΝΤ. μπρούμυτα ● ΦΡ.: τ' ανάσκελα & τ' ανάσκελο (λαϊκό): ανάσκελα: Γύρισε/έπεσε ~ ~. [< μεσν. ανάσκελα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ