Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [4320-4340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3376αναρτώ[ἀναρτῶ] α-ναρ-τώ ρ. (μτβ.) {αναρτ-άς ... | ανάρτ-ησα, -άται, -ώνται, -ήθηκε, -ημένος (λόγ.) ανηρτημένος} (επίσ.): (συνήθ. για γραπτή κοινοποίηση, αφίσα ή πανό) κρεμώ· κατ' επέκτ. ανακοινώνω: ~ήθηκαν στα λύκεια οι βαθμολογίες των μαθητών.|| (για καταχωρήσεις στο διαδίκτυο) Οι οικονομικές καταστάσεις έχουν ~ηθεί στην ιστοσελίδα της εταιρείας. ● βλ. αναρτημένος [< αρχ. ἀναρτῶ]
3377ανάρχας[ἀνάρχας] α-νάρ-χας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ανάρχα} (νεαν. αργκό): αναρχικός· κατ' επέκτ. πρόσωπο ανυπόταχτο: Το παίζει ~.
3378αναρχείται[ἀναρχεῖται] α-ναρ-χεί-ται ρ. (αμτβ.) {συνηθέστ. σε ενεστ. κ. παρατ.}: δεν ακολουθεί οριοθετημένους κανόνες, αρχές: Το σύμπαν/η φύση δεν ~, αλλά υπάγεται σε προαιώνιους, φυσικούς νόμους. Κυρ. στη ● Μτχ.: αναρχούμενος , η, ο: που βρίσκεται σε κατάσταση αναρχίας, αποδιοργανωμένος: ~η: κοινωνία. ~ο: κράτος (: χωρίς κεντρική εξουσία). Πβ. ακυβέρνητος, άναρχος.
3379αναρχία[ἀναρχία] α-ναρ-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. απουσία νόμων, κανόνων, τάξης και κατ' επέκτ. ομαλής λειτουργίας: κράτος ελευθερίας, όχι ~ας.|| Επικρατεί γενική/κοινωνική/οικονομική/πολεοδομική/πολιτική/χωροταξική ~. ~ στην αγορά. Αυθαιρεσία και ~ (πβ. ασυδοσία). Κλίμα βίας και ~ας. Περίοδος ~ας και κοινωνικής αποσταθεροποίησης. Πβ. ακυβερνησία, αλαλούμ, αταξία, κομφούζιο, χάος. Βλ. ανομία, -αρχία. 2. ΠΟΛΙΤ. αναρχισμός. [< αρχ. ἀναρχία, γαλλ. anarchie, αγγλ. anarchy, γερμ. Anarchie]
3380αναρχικός, η, ο [ἀναρχικός] α-ναρ-χι-κός επίθ. 1. ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον αναρχισμό: ~ή: θεωρία/ιδεολογία/ομάδα/οργάνωση. ~ό: κίνημα. ~ές: ιδέες. Άτομα του ~ού χώρου. Πβ. αντιεξουσιαστικός. Βλ. φιλο~. 2. που δεν υπακούει σε νόμους και κανόνες: ~ές: ενέργειες/προκλήσεις. ● Ουσ.: αναρχικός (ο), (σπάν.) αναρχική/-ιά (η): αυτός που ασπάζεται τον αναρχισμό και στρέφεται συνήθ. με βίαιο τρόπο εναντίον του κράτους. Πβ. ανάρχας. [< γαλλ. anarchiste, αγγλ. anarchist] ● επίρρ.: αναρχικά [< γαλλ. anarchique, γερμ. anarchisch]
3381αναρχισμός[ἀναρχισμός] α-ναρ-χι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. κοινωνικοπολιτική θεωρία που απορρίπτει κάθε μορφή εξουσίας και επιζητεί την κατάργηση του κράτους· συνεκδ. το αντίστοιχο κίνημα. Πβ. αναρχία. Βλ. καπιταλισμός, κομμουνισμός. [< γαλλ. anarchisme, αγγλ. anarchism]
3382αναρχοαυτόνομος, η, ο [ἀναρχοαυτόνομος] α-ναρ-χο-αυ-τό-νο-μος επίθ.: που δεν εντάσσεται σε οργανωμένα πολιτικά σχήματα ή ομάδες. Πβ. ανάρχας. ● επίρρ.: αναρχοαυτόνομα
3383αναρχοκομμουνισμός[ἀναρχοκομμουνισμός] α-ναρ-χο-κομ-μου-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & αναρχοκομουνισμός: ΠΟΛΙΤ. ιδεολογία που συνδυάζει τις αρχές του αναρχισμού και του κομμουνισμού. [< γαλλ. anarchocommunisme]
3384αναρχοκομμουνιστής[ἀναρχοκομμουνιστής] α-ναρ-χο-κομ-μου-νι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αναρχοκομμουνίστρια} & αναρχοκομουνιστής: οπαδός του αναρχοκομμουνισμού. [< γαλλ. anarchocommuniste, αγγλ. anarchocommunist]
3385άναρχος, η, ο [ἄναρχος] ά-ναρ-χος επίθ. 1. που δεν ακολουθεί αρχές, κανόνες και ειδικότ. που δεν έχει κυβέρνηση, εξουσία: ~η: αλιεία/δόμηση. ~η ανάπτυξη των προαστιακών περιοχών. Πβ. ανεξέλεγκτος, αυθαίρετος, χαοτικός, χαώδης.|| ~η: κοινωνία. Πβ. ακέφαλος, ακυβέρνητος. 2. ΘΕΟΛ. που δεν έχει αρχή ούτε τέλος, δεν προέρχεται από κάπου, κυρ. για τον Θεό. Πβ. αιώνιος, άχρονος. ● επίρρ.: άναρχα: ~ δομημένες περιοχές. [< αρχ. ἄναρχος]
3386αναρχοσυνδικαλισμός[ἀναρχοσυνδικαλισμός] α-ναρ-χο-συν-δι-κα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. τάση του συνδικαλισμού που εμπνέεται από τον αναρχισμό. [< γαλλ. anarchosyndicalisme, τέλη 19ου αι., αγγλ. anarcho-syndicalism, 1918]
3387αναρχοσυνδικαλιστής[ἀναρχοσυνδικαλιστής] α-ναρ-χο-συν-δι-κα-λι-στής ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. συνδικαλιστής που ασπάζεται τον αναρχισμό. [< γαλλ. anarchosyndicaliste]
3388αναρωτιέμαι[ἀναρωτιέμαι] α-να-ρω-τιέ-μαι ρ. (μτβ.) {αναρωτήθηκα}: ρωτώ τον εαυτό μου, απορώ: ~ πού βρίσκει το κουράγιο να .../τι δουλειά έχω εγώ εδώ/γιατί ήρθαν έτσι τα πράγματα/μήπως ... Έχετε ~ηθεί ποτέ αν ... Πβ. αμφιβάλλω, προβληματίζομαι. ΣΥΝ. διερωτώμαι [< μεσν. αναρωτώ]
3389ανάσα[ἀνάσα] α-νά-σα ουσ. (θηλ.) 1. ο αέρας που βγαίνει από το στόμα κατά την αναπνοή και γενικότ. η λειτουργία της: αδύναμη/απαλή/βαθιά/βαριά/γλυκιά/ζεστή/κοφτή ~. Ακούω/αφουγκράζομαι την ~ κάποιου. Μυρίζει η ~ του σκόρδο. Κρατάει την ~ του από την αγωνία. Πβ. πνοή.|| (μτφ.) Αγώνας/κούρσα της μιας ~ας (: των 100 μέτρων στον ανοιχτό ή των 60 μέτρων στον κλειστό στίβο). 2. (μτφ.) ξεκούραση, ανακούφιση: (σε τηλεοπτική ή ραδιοφωνική εκπομπή) Μικρή ~ (= ανάπαυλα, διάλειμμα) για διαφημίσεις. Πβ. ανάπαυση, ριλάξ, χαλάρωση.|| Κυκλοφοριακή ~. ~ αισιοδοξίας. ~ ρευστότητας στην αγορά. Πβ. ξαλάφρωμα.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Έργο/μέτρα/νίκη-~. ΣΥΝ. ανακουφιστικός. ● ΣΥΜΠΛ.: καυτή ανάσα 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) για να δηλωθεί αίσθημα πίεσης και επικείμενης απειλής: Νιώθει την ~ ~ του ανταγωνισμού. 2. ένδειξη ερωτικής ή σεξουαλικής διάθεσης., ανάσα δροσιάς βλ. δροσιά ● ΦΡ.: δίνω (μια) ανάσα (ζωής) (μτφ.): προσφέρω σημαντική βοήθεια., κόβει την ανάσα: (μτφ.) προκαλεί έντονα συναισθήματα, αφήνει (κάποιον) άναυδο: ερμηνεία/θέα/ομορφιά/τοπίο που ~ ~., με κομμένη (την) ανάσα (μτφ.): με μεγάλη αγωνία: Μένω/μιλώ ~ ~. [< γαλλ. à bout de souffle] , μια ανάσα από/πριν από (μτφ.): λίγο πριν., παίρνω (μια) ανάσα & παίρνω μια αναπνοή 1. (συνήθ. με άρνηση) (μτφ.) σταματώ κάτι που κάνω με εντατικούς ρυθμούς, για να ξεκουραστώ ή απαλλάσσομαι από έγνοιες, ανακουφίζομαι: Δεν έχω πάρει ~ από το πρωί. Πβ. αναπαύομαι, ξαλαφρώνω, ξανασαίνω, ξεκουράζομαι. 2. εισπνέω: Πάρε βαθιές ~ες. ΣΥΝ. αναπνέω (1) ΑΝΤ. εκπνέω, χωρίς ανάσα (μτφ.): χωρίς διάλειμμα, παύση: Δούλευαν ~ ~, για να εξασφαλίσουν το μεροκάματο. Πβ. απνευστί, μονορούφι., μου κόβεται/μου πιάνεται η αναπνοή/η ανάσα βλ. αναπνοή [< ανασαίνω, υποχωρητικός σχηματισμός]
3390ανασαίνω[ἀνασαίνω] α-να-σαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ανάσ-ανα, ανασ-άνω, ανασαίν-οντας} 1. αναπνέω και ειδικότ. εισπνέω: ~ βαριά (= βαρι~). Δυσκολεύομαι να ~άνω. Βγήκα έξω ν' ~άνω λιγάκι καθαρό αέρα/οξυγόνο. Βλ. κοντ~, ξαν~. ΑΝΤ. εκπνέω.|| (μτφ.) Μέσα σε αυτή τη σχέση δεν μπορούσα ν' ~άνω, κάτι με έπνιγε. 2. (κατ' επέκτ.) ζω, υπάρχω: ~ει ακόμα (= είναι ζωντανός)! ΣΥΝ. αναπνέω (2) ΑΝΤ. πεθαίνω (1) 3. (μτφ.) ξεκουράζομαι, ξαποσταίνω: Αυτόν τον καιρό δεν προλαβαίνω ούτε ν' ~άνω (= να πάρω ανάσα). 4. (μτφ.) ανακουφίζομαι, ξαλαφρώνω: Ουφ! ~ανα! ~ανε με ανακούφιση. Οι υποχρεώσεις/τα χρέη δεν τον αφήνουν να ~άνει. ΣΥΝ. αναπνέω (3), ξανασαίνω [< μεσν. ανασαίνω, γαλλ. respirer]
3391ανασαλεύω[ἀνασαλεύω] α-να-σα-λεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ανασάλευ-ε, ανασάλε-ψε} (λογοτ.) 1. κινούμαι ελαφρά: Τα φύλλα ~αν με το αεράκι. Πβ. αναδεύομαι, κουνιέμαι, σαλεύω. 2. ανακινώ: Ο άνεμος ~ε τα μαλλιά της. Πβ. ανακατεύω. [< μτγν. ἀνασαλεύω]
3392ανασασμός[ἀνασασμός] α-να-σα-σμός ουσ. (αρσ.) (λογοτ.) 1. ανάσα. 2. (μτφ.) ξεκούραση, ανάπαυση: Έπινε/δούλευε χωρίς ~ό (= ανάπαυλα, σταματημό). 3. (μτφ.) ανακούφιση. Πβ. αγαλλίαση, ξαλάφρωμα. [< μεσν. ανασασμός]
3393ανασήκωμα[ἀνασήκωμα] α-να-σή-κω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασηκώνω: ~ του κεφαλιού.
3394ανασηκώνω[ἀνασηκώνω] α-να-ση-κώ-νω ρ. (μτβ.) {ανασήκω-σα, -σει, -θηκα, -θεί, -μένος, ανασηκών-οντας}: σηκώνω ελαφρά: ~ την πλάτη του καθίσματος (ΣΥΝ. ανεβάζω). ~σε τα φρύδια (ειρωνικά/ερωτηματικά)/το βλέμμα του στον ουρανό. ~μένος: γιακάς. ~μένη: μύτη. ~μένα: μανίκια (= γυρισμένα). ● Παθ.: ανασηκώνομαι: ανακάθομαι: ~θηκε στα μαξιλάρια/στο στρώμα του. Έκανε να ~θεί, αλλά ένιωσε αδυναμία και ξαναξάπλωσε. ● ΦΡ.: (ανα)σηκώνει τους ώμους/τις πλάτες (του) βλ. σηκώνω [< μεσν. ανασηκώνω]
3395ανασκάβωβλ. ανασκάπτω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.