Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [43380-43400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42822προπονητήςπρο-πο-νη-τής ουσ. (αρσ.) , προπονήτρια (η): ειδικός που προπονεί, προετοιμάζει κυρ. αθλητές, ομάδες: έμπειρος/επαγγελματίας/κορυφαίος ~. ~ βόλεϊ/κολύμβησης/μπάσκετ/ποδοσφαίρου. Βοηθός ~ή.|| ~ της εξέδρας (: πρόσωπο χωρίς επίσημη θέση σε ομάδα, που εκφέρει άποψη και κάνει συνήθ. αβασάνιστη κριτική για τον τρόπο του παιχνιδιού). ΣΥΝ. κόουτς, τεχνική ηγεσία ● ΣΥΜΠΛ.: ομοσπονδιακός προπονητής/τεχνικός βλ. ομοσπονδιακός [< γαλλ. entraîneur]
42823προπονητικήπρο-πο-νη-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. επιστημονικός κλάδος με αντικείμενο τις μεθόδους προπόνησης των αθλητών· συνεκδ. το επάγγελμα ή η εργασία ενός επαγγελματία προπονητή: ~ ποδοσφαίρου. [< γερμ. Τrainingslehre]
42824προπονητικός, ή, ό προ-πο-νη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την προπόνηση ή τον προπονητή: ~ός: αγώνας/εξοπλισμός/στόχος/σχεδιασμός. ~ή: καριέρα/μέθοδος/ομάδα/υποστήριξη. ~ό: κέντρο/πρόγραμμα/σεμινάριο/τιμ. ~ές: εγκαταστάσεις/μονάδες/συμβουλές. ~ά: βοηθήματα. Σε ~ούς ρυθμούς.
42825προπονητολογίαπρο-πο-νη-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): διαρκής και επίμονη συζήτηση για προπονητές που ενδέχεται να προσληφθούν σε μια αθλητική ομάδα. Βλ. -λογία.
42826προπονώ[προπονῶ] προ-πο-νώ ρ. (μτβ.) {προπον-είς ..., -ώντας | προπόν-ησε, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: προετοιμάζω συστηματικά με κατάλληλες ασκήσεις και μεθόδους έναν αθλητή ή μια ομάδα με σκοπό τη βελτίωση της επίδοσης και την επιτυχία, τη νίκη σε αθλητικούς αγώνες: ~εί την Εθνική μπάσκετ/ποδοσφαίρου. Οι παίκτες ~ήθηκαν κανονικά/σκληρά. [< μτγν. προπονῶ, γαλλ. entraîner]
42828προπορεύομαιπρο-πο-ρεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {προπορεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -όμενος}: βρίσκομαι ή κινούμαι μπροστά από άλλους· προηγούμαι: Ο δρομέας ~όταν στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής. ~όμενο: αυτοκίνητο/όχημα.|| (μτφ.) ~εται στις δημοσκοπήσεις. Ομάδες που ~ονται στον βαθμολογικό πίνακα. Κράτη που ~ονται σε δείκτες οικονομικής ανάπτυξης. [< μτγν. προπορεύομαι]
42829πρόποσηπρό-πο-ση ουσ. (θηλ.): ευχή, λόγος στην υγεία ή προς τιμή προσώπου, που εκφωνεί κάποιος, κατά τη διάρκεια γεύματος ή γιορτής, υψώνοντας το ποτήρι του και πίνοντας λίγο ποτό: Κάνω (μια) ~. [< αρχ. πρόποσις]
42830προποτζήςπρο-πο-τζής ουσ. (αρσ.) (προφ.): ιδιοκτήτης προποτζίδικου. Βλ. -τζής.
42831προποτζίδικοπρο-πο-τζί-δι-κο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) προποτζήδικο (προφ.): πρακτορείο προπό και άλλων τυχερών παιχνιδιών του ΟΠΑΠ: το ~ της γειτονιάς. Βλ. -τζίδικο.
42832προπροηγούμενος, η, ο προ-προ-η-γού-με-νος επίθ. (προφ.): που βρίσκεται πριν από τον αμέσως προηγούμενο: την ~η εβδομάδα. Πβ. προπερασμένος.
42833προπτυχιακός, ή, ό προ-πτυ-χι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τις σπουδές ή την περίοδο πριν από την απόκτηση του βασικού πτυχίου: ~ή: διδασκαλία/εκπαίδευση/εργασία/έρευνα. ~ό: μάθημα/πρόγραμμα/τμήμα. Βλ. μεταπτυχιακός. ● Ουσ.: προπτυχιακά (τα): ο προπτυχιακός κύκλος σπουδών., προπτυχιακοί (οι): ενν. φοιτητές: υποτροφίες για ~ούς. ● επίρρ.: προπτυχιακά [< αγγλ. undergraduate]
42834πρόπτωσηπρό-πτω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μετακίνηση οργάνου του σώματος ή τμήματός του από τη φυσιολογική του θέση, εξαιτίας μυϊκής χαλάρωσης: ~ του κόλπου/της μήτρας. ~ της μιτροειδούς βαλβίδας/του ορθού. Βλ. -πτωση. [< μτγν. πρόπτωσις]
42835προπτωτικός, ή, ό προ-πτω-τι-κός επίθ.: ΘΕΟΛ. που αναφέρεται στην περίοδο πριν από την πτώση των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο: ~ός: άνθρωπος/κόσμος. ~ή: κατάσταση. ΑΝΤ. μεταπτωτικός (1) [< μτγν. προπτωτικός 'που βγάζει εύκολα συμπεράσματα']
42836προπύλαιαπρο-πύ-λαι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. προπύλαιο} (κ. με κεφαλ. το αρχικό Π): ΑΡΧΙΤ. διαμορφωμένη είσοδος για ναούς, δημόσια κτίρια: τα ~ της Ακρόπολης. Συγκέντρωση στα ~ του πανεπιστημίου (Αθηνών). Πβ. πρόπυλο. [< αρχ. προπύλαια]
42837προπυλένιοπρο-πυ-λέ-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άχρωμο, άοσμο και εξαιρετικά εύφλεκτο αέριο (σύμβ. C3H6). Βλ. νεοπρέν, πολυ~. ΣΥΝ. προπένιο [< αγγλ. propylene, γαλλ. propylène, 1932]
42838προπυλικός, ή, ό προ-πυ-λι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: προπυλική αλκοόλη: ΧΗΜ. προπανόλη. [< αγγλ. propylic alcohol, γαλλ. alcool propylique]
42839πρόπυλοπρό-πυ-λο ουσ. (ουδ.) {προπύλ-ου}: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. στεγασμένος χώρος πριν από την κύρια είσοδο ναού ή οικοδομικού συγκροτήματος. Πβ. προπύλαια. Βλ. πρόστυλος. [< αρχ. πρόπυλον]
42840προπύργιοπρο-πύρ-γι-ο ουσ. (ουδ.) {προπυργί-ου}: οχυρό και κατ' επέκτ. οτιδήποτε λειτουργεί προστατευτικά: ~ ανταρτών/(επαναστατικών) δυνάμεων. Πβ. προμαχώνας.|| ~ της δημοκρατίας/ορθοδοξίας. [< μτγν. προπύργιον]
42841προπώλησηπρο-πώ-λη-ση ουσ. (θηλ.): εκ των προτέρων πώληση: ~ εισιτηρίων. Βλ. προκράτηση. [< γαλλ. vente par avance]
42842προπωλώ[προπωλῶ] προ-πω-λώ ρ. (μτβ.) {προπωλ-εί, -ώντας | προπώλ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: πουλώ κάτι από πριν: Εισιτήρια ~ούνται στα εκδοτήρια/στο ταμείο του θεάτρου. [< αρχ. προπωλῶ ‘μεσιτεύω σε κάποια πώληση’, γαλλ. vendre par avance]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.