Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [43380-43400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42809πρόπλασμαπρό-πλα-σμα ουσ. (ουδ.): το αρχικό αντικείμενο που διαμορφώνει ο γλύπτης και στο οποίο αποτυπώνει την εικαστική του πρόταση: ~ ανθρώπινου σώματος.|| (κατ' επέκτ.) Αρχιτεκτονικό ~ (πβ. μακέτα, προσχέδιο).|| (μτφ., υπόδειγμα, πρότυπο:) Κοινωνικό ~. Βλ. -πλασμα. [< μτγν. πρόπλασμα]
42810προπλασμόςπρο-πλα-σμός ουσ. (αρσ.): (στη βυζαντινή αγιογραφία) το πρώτο, κατώτερο στρώμα χρώματος, συνήθ. σκούρου, που απλώνεται σε μια επιφάνεια. [< μεσν. προπλασμός]
42811προπληρωμήπρο-πλη-ρω-μή ουσ. (θηλ.): πληρωμή εκ των προτέρων: ~ ασφαλίστρων/επιδόματος/κόστους/ποσού/συνδρομής. Ένταλμα ~ής. Πβ. προεξόφληση, προκαταβολή. Βλ. προέμβασμα. [< γαλλ. paiement d΄avance]
42812προπληρώνωπρο-πλη-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {προπλήρω-σε, -θηκε, -μένος, προπληρών-οντας}: πληρώνω, εξοφλώ από πριν: Το κόστος συμμετοχής στο ταξίδι ~εται. Εισιτήρια/ενοίκια που ~θηκαν. Πβ. προκαταβάλλω. ● Μτχ.: προπληρωμένος , η, ο: ~ος: χρόνος ομιλίας (σε κάρτα κινητού)/σύνδεσης (στο ίντερνετ). ~η: (πιστωτική) κάρτα/κράτηση (σε ξενοδοχείο)/συνδρομή. ~α: έξοδα/ποσά. [< γαλλ. payer d΄avance]
42813προπληρωτέος, α, ο προ-πλη-ρω-τέ-ος επίθ. (σπάν.-λόγ.): που πρέπει να πληρωθεί εκ των προτέρων: ~α: δίδακτρα. Βλ. -τέος.
42814προπόπρο-πό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τυχερό παιχνίδι στο οποίο οι παίκτες κερδίζουν ανάλογα με τον βαθμό επιτυχίας τους στην πρόβλεψη των αποτελεσμάτων σε ποδοσφαιρικούς αγώνες· συνεκδ. δελτίο συμμετοχής στο παιχνίδι: πρακτορεία ~. Κέρδισε στο ~. Βλ. λόττο, ξυστό, σκρατς. [< ακρ. προ(γνωστικά) πο(δοσφαίρου), 1959]
42815πρόποδεςπρό-πο-δες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. πρόποδας}: το χαμηλότερο τμήμα βουνού ή λόφου: Η πόλη/το χωριό απλώνεται/βρίσκεται στους ~ του βουνού/της οροσειράς ... Πβ. παρυφή, ριζοβούνια, υπώρεια. [< μτγν. πρόποδες]
42816προπολεμικός, ή, ό προ-πο-λε-μι-κός επίθ. 1. που υπάρχει ή συμβαίνει πριν από έναν πόλεμο, κυρ. πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο: ~ή: εποχή. ~ό: κτίριο/τραγούδι. ~ά: χρόνια. ΑΝΤ. μεταπολεμικός 2. (μτφ.-συνήθ. ειρων.) πολύ παλιός: τα ~ά έπιπλα της γιαγιάς. Πβ. παμπάλαιος. ● επίρρ.: προπολεμικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αγγλ. prewar]
42817πρόποληπρό-πο-λη ουσ. (θηλ.): ρητινώδης, κολλητική ουσία με πολλές θεραπευτικές ιδιότητες, την οποία συλλέγουν οι μέλισσες από φυτά και, αφού την εμπλουτίσουν με κερί, γύρη και άλλα συστατικά, τη χρησιμοποιούν για τη στεγανοποίηση και απολύμανση της κυψέλης: βάμμα/διάλυμα/εκχύλισμα ~ης. Βλ. βασιλικός πολτός, κηρήθρα. [< μτγν. πρόπολις, αγγλ.-γαλλ. propolis]
42818προπομπόςπρο-πο-μπός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) οτιδήποτε προαναγγέλλει ή προετοιμάζει μια μελλοντική εξέλιξη: ~ της επιτυχίας/της καταστροφής. Το νομοσχέδιο αποτελεί ~ό για τις μεταρρυθμίσεις που θα ακολουθήσουν. Πβ. προάγγελος, πρόδρομος. 2. ΣΤΡΑΤ. στρατιωτικό σώμα, κλιμάκιο που προπορεύεται της κύριας δύναμης. [< αρχ. προπομπός ‘συνοδός, ακόλουθος’]
42819προπόνησηπρο-πό-νη-ση ουσ. (θηλ.): συστηματική προετοιμασία και εκγύμναση κυρ. αθλητών ή ομάδων, με σκοπό τη μέγιστη δυνατή απόδοσή τους σε αγώνα, παιχνίδι: αερόβια/ατομική/διαλειμματική/εντατική/κυκλική/ομαδική/σκληρή ~. ~ κολύμβησης/μπάσκετ/ποδοσφαίρου. ~ με βάρη. ~ αντοχής/δόνησης (: που εφαρμόζεται στο ανθρώπινο σώμα μέσω ελεγχόμενων κραδασμών). Ασκήσεις/πρόγραμμα/ρυθμός/σετ ~ης. Σε ρυθμούς ~ης (= σε προπονητικούς ρυθμούς). Βλ. προθέρμανση, υπερ~. ● ΣΥΜΠΛ.: διαλειμματική προπόνηση: μέθοδος αθλητικής προπόνησης με εναλλακτικό σπριντ και τζόκινγκ: υψηλής έντασης ~ ~. [< αγγλ. interval training, γαλλ. entraînement fractionné] [< γαλλ. entraînement]
42820προπονησιολογίαπρο-πο-νη-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. κλάδος της φυσικής αγωγής με αντικείμενο την προπόνηση: ~ ποδοσφαίρου. Βλ. -λογία.
42821προπονητήριοπρο-πο-νη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): κτίριο ή αίθουσα όπου γίνεται προπόνηση: κλειστό/ολυμπιακό ~. ~ άρσης βαρών/στίβου. Βλ. γυμναστήριο, -τήριο.
42822προπονητήςπρο-πο-νη-τής ουσ. (αρσ.) , προπονήτρια (η): ειδικός που προπονεί, προετοιμάζει κυρ. αθλητές, ομάδες: έμπειρος/επαγγελματίας/κορυφαίος ~. ~ βόλεϊ/κολύμβησης/μπάσκετ/ποδοσφαίρου. Βοηθός ~ή.|| ~ της εξέδρας (: πρόσωπο χωρίς επίσημη θέση σε ομάδα, που εκφέρει άποψη και κάνει συνήθ. αβασάνιστη κριτική για τον τρόπο του παιχνιδιού). ΣΥΝ. κόουτς, τεχνική ηγεσία ● ΣΥΜΠΛ.: ομοσπονδιακός προπονητής/τεχνικός βλ. ομοσπονδιακός [< γαλλ. entraîneur]
42823προπονητικήπρο-πο-νη-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. επιστημονικός κλάδος με αντικείμενο τις μεθόδους προπόνησης των αθλητών· συνεκδ. το επάγγελμα ή η εργασία ενός επαγγελματία προπονητή: ~ ποδοσφαίρου. [< γερμ. Τrainingslehre]
42824προπονητικός, ή, ό προ-πο-νη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την προπόνηση ή τον προπονητή: ~ός: αγώνας/εξοπλισμός/στόχος/σχεδιασμός. ~ή: καριέρα/μέθοδος/ομάδα/υποστήριξη. ~ό: κέντρο/πρόγραμμα/σεμινάριο/τιμ. ~ές: εγκαταστάσεις/μονάδες/συμβουλές. ~ά: βοηθήματα. Σε ~ούς ρυθμούς.
42825προπονητολογίαπρο-πο-νη-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): διαρκής και επίμονη συζήτηση για προπονητές που ενδέχεται να προσληφθούν σε μια αθλητική ομάδα. Βλ. -λογία.
42826προπονώ[προπονῶ] προ-πο-νώ ρ. (μτβ.) {προπον-είς ..., -ώντας | προπόν-ησε, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: προετοιμάζω συστηματικά με κατάλληλες ασκήσεις και μεθόδους έναν αθλητή ή μια ομάδα με σκοπό τη βελτίωση της επίδοσης και την επιτυχία, τη νίκη σε αθλητικούς αγώνες: ~εί την Εθνική μπάσκετ/ποδοσφαίρου. Οι παίκτες ~ήθηκαν κανονικά/σκληρά. [< μτγν. προπονῶ, γαλλ. entraîner]
42828προπορεύομαιπρο-πο-ρεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {προπορεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -όμενος}: βρίσκομαι ή κινούμαι μπροστά από άλλους· προηγούμαι: Ο δρομέας ~όταν στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής. ~όμενο: αυτοκίνητο/όχημα.|| (μτφ.) ~εται στις δημοσκοπήσεις. Ομάδες που ~ονται στον βαθμολογικό πίνακα. Κράτη που ~ονται σε δείκτες οικονομικής ανάπτυξης. [< μτγν. προπορεύομαι]
42829πρόποσηπρό-πο-ση ουσ. (θηλ.): ευχή, λόγος στην υγεία ή προς τιμή προσώπου, που εκφωνεί κάποιος, κατά τη διάρκεια γεύματος ή γιορτής, υψώνοντας το ποτήρι του και πίνοντας λίγο ποτό: Κάνω (μια) ~. [< αρχ. πρόποσις]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.