| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42843 | προρρηθείς | , είσα, έν προρ-ρη-θείς επίθ. (αρχαιοπρ.): που προαναφέρθηκε: ~είσα: επισήμανση.|| (ως ουσ.) Συμφωνώ με τα ~έντα (= προλεχθέντα). [< μτχ. παθ. αορ. του αρχ. ρ. προερῶ· πρβ. προείρω ‘προλέγω’] | |
| 42844 | πρόρρηση | πρόρ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): πρόβλεψη μελλοντικού γεγονότος, προφητεία. [< αρχ. πρόρρησις] | |
| 42845 | προρύθμιση | προ-ρύθ-μι-ση ουσ. (θηλ.) & (σπανιότ.) προρρύθμιση: ρύθμιση εκ των προτέρων: ~ εικόνας/ήχου/θερμοκρασίας/(ραδιοφωνικών) σταθμών. Βλ. προεπιλογή. | |
| 42846 | προς | πρόθ. (+ αιτ.) δηλώνει 1. τόπο, πορεία, κατεύθυνση: ~ το αεροδρόμιο/βουνό/λιμάνι. Δρομολόγια πλοίων από και ~ τα νησιά. Πτήσεις ~ τη Θεσσαλονίκη. Επέκταση του μετρό ~ ... Έτρεχε ~ τη θάλασσα. Ξεκίνησε το ταξίδι του ~ τα δυτικά.|| (+ τα + τοπικό επίρρ.) ~ τα εδώ/εκεί/κάτω/μέσα/μπρος/πάνω/πίσω. ~ τα ανατολικά/βόρεια. Διάταξη από δεξιά ~ τα αριστερά. Διαδρομή ~ τα νότια του νομού. ~ τα πού πάει το λεωφορείο;|| (μτφ.) Ο δρόμος ~ τη σωτηρία. Από τα Αρχαία ~ τα Νέα Ελληνικά. 2. αναφορά ή εναντίωση: ανακοίνωση/έκκληση/καλωσόρισμα/μήνυμα/παράκληση/πρόσκληση ~ τους (= στους) πολίτες. Βοήθεια ~ τις αναπτυσσόμενες χώρες. Αίτηση ~ τη Γραμματεία. Παρεχόμενες υπηρεσίες ~ το κοινό. Απευθύνει πρόταση διαλόγου ~ τους συνδικαλιστές. Κλήσεις ~ κινητά. Συμμόρφωση ~ την οδηγία. Απάντηση ~ τους επικριτές. Χρήσιμες συμβουλές ~ τους οδηγούς. Φιλική ~ (: σε σχέση με) το περιβάλλον/τον χρήστη ηλεκτρονική συσκευή. Εκφράζει την ευγνωμοσύνη του ~ τον ... Απόδοση τιμής ~ τους ... Προσφορά ~ τον άνθρωπο. Διαφοροποιείται ως ~ (: όσον αφορά) τη μεθοδολογία και οργάνωση.|| Βρίσκονται/έρχονται σε αντίθεση ~ (= με) κάποιον/κάτι. Τα πορίσματα σε σύγκριση ~ τα δεδομένα. Αντιμετώπισε σαν ίσος ~ ίσο τον αντίπαλό του. Του ζήτησα μια χάρη σαν άντρας ~ άντρα. 3. (λόγ.) (+ ουσ. χωρ. άρθ.) σκοπό: ~ έγκριση/ενίσχυση/όφελος (όλων). Οικόπεδα ~ (= για) αγορά/πώληση. Κείμενα ~ σχολιασμό. Λογισμικό ~ εγκατάσταση. Δικαίωμα ~ διεκδίκηση. Είδος ~ εξαφάνιση (= που τείνει να εξαφανιστεί). Θέματα ~ έρευνα. Το νομοσχέδιο πρόκειται να κατατεθεί ~ ψήφιση στη Βουλή. 4. χρόνο κατά προσέγγιση: ~ το απόγευμα/μεσημέρι/πρωί. ~ το τέλος του αιώνα/της εποχής/της θητείας/της περιόδου/του προγράμματος. ~ τις αρχές του μήνα. 5. (λόγ.) (πριν από αριθμητ.) αξία ή συγκριτική σχέση, αναλογία: Αντικείμενο που τιμάται ~ εκατό ευρώ. Προκαταβολή ίση ~ το 10% της τιμής του προϊόντος.|| Σε κλίμακα ένα ~ χίλια. 6. (συνήθ. ανάμεσα σε ίδιες λέξεις) τρόπο (χωρισμό και διανομή) ή κατάσταση: Ανέφερε έναν ~ έναν τους λόγους για τους οποίους διώκεται. Οδηγίες βήμα ~ βήμα. Απαντά σημείο ~ σημείο στις επικρίσεις.|| ~ μεγάλη μου ανακούφιση/απογοήτευση/έκπληξη/ευχαρίστηση/ικανοποίηση/λύπη/χαρά διαπίστωσα ότι ... ● ΦΡ.: (από) πάππου προς πάππου βλ. πάππος, για μια στιγμή/προς στιγμή(ν) βλ. στιγμή, ένα προς ένα βλ. ένα, επί του παρόντος/προς το παρόν βλ. παρόν, η σιωπή μου προς απάντησή σου βλ. σιωπή, κάνω την ανάγκη μου βλ. ανάγκη, λέξη προς λέξη βλ. λέξη, οδηγίες προς ναυτιλλομένους βλ. ναυτιλλόμενος, παράδειγμα προς αποφυγή/μίμηση βλ. παράδειγμα, πάω/πηγαίνω προς νερού μου βλ. νερό, ποιο το όφελος/(προς) τι το όφελος; βλ. όφελος, προς ανατολάς βλ. ανατολή, προς αποφυγή(ν) βλ. αποφυγή, προς γνώση και συμμόρφωση βλ. γνώση, προς δόξα(ν) βλ. δόξα, προς ενέργεια βλ. ενέργεια, προς Θεού/για το Θεό βλ. θεός, προς όλες τις κατευθύνσεις/διευθύνσεις βλ. διεύθυνση, προς τα (ε)μπρός βλ. εμπρός, προς τα έξω βλ. έξω, προς τέρψη βλ. τέρψη, προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός; βλ. μίσος, προς τι; βλ. τι, προς τιμή(ν) κάποιου βλ. τιμή, προς το καλύτερο βλ. καλύτερος, προς το μέρος (κάποιου) βλ. μέρος, προς τούτο βλ. τούτος, προς τούτοις βλ. τούτος, σε αντιδιαστολή με/προς βλ. αντιδιαστολή, σπιθαμή προς σπιθαμή βλ. σπιθαμή, χιλιοστό (προς) χιλιοστό βλ. χιλιοστό [< αρχ. πρός] | |
| 42847 | προσ- & πρόσ- | η λόγια πρόθεση ως πρόθημα λέξεων για δήλωση 1. κατεύθυνσης μιας κίνησης: πρόσ-πτωση. Προσ-γείωση/~εδάφιση/~θαλάσσωση. 2. ενέργειας, δράσης με αποδέκτη: προσ-φέρω/~φεύγω.|| Προσ-βάλλω. 3. συμμετοχής, σύμπραξης: προσ-χώρηση.|| (μτφ.) Προσ-υπογράφω (πβ. συν-). 4. συμπλήρωσης: προσ-αύξηση/~θήκη. 5. επίτασης: προσ-επικυρώνω. | |
| 42848 | προσαγόμενος | , η, ο προ-σα-γό-με-νος επίθ. (λόγ.) 1. ΝΟΜ. που προσάγεται στη δικαιοσύνη: ~ος: δράστης/κρατούμενος/πολίτης. Μάρτυρας ~ σε δίκη.|| (ως ουσ.) ~oι για ανάκριση. Oι ~οι ενώπιον των αστυνομικών/δικαστικών/εισαγγελικών Αρχών. 2. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που προσκομίζεται: ~η: βεβαίωση. ~ες: αποδείξεις/πληροφορίες. ~α: δικαιολογητικά/έγγραφα. 3. (σπάν.-επιστ.) εισερχόμενος: ~η: θερμότητα. Κατανομή ~ου αέρα. [< μτχ. εν. του ρ. προσάγομαι] | |
| 42849 | προσαγόρευση | προ-σα-γό-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προσφώνηση: τιμητική ~ (πβ. τίτλος τιμής). ~ ιερωμένου/κληρικού. ~ ευγενείας. [< μτγν. προσαγόρευσις] | |
| 42850 | προσαγορεύω | προ-σα-γο-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {προσαγόρευ-σα, -τηκε (λόγ.) -θηκε} (λόγ.): προσφωνώ (κάποιον): Ο Οικουμενικός Πατριάρχης ~εται "Παναγιότατος". [< αρχ. προσαγορεύω] | |
| 42851 | προσάγω | προ-σά-γω ρ. (μτβ.) {αόρ. προσ-ήγαγε, -αγάγει, -ήχθη (μτχ. -αχθείς, -αχθείσα, -αχθέν), -αχθεί, προσάγ-οντας, -όμενος}: ΝΟΜ. φέρνω κάποιον ενώπιον δικαστικής συνήθ. Αρχής: Η Αστυνομία ~ήγαγε στο τμήμα τους υπόπτους για ... Ο φερόμενος ως δράστης ~ήχθη ενώπιον του/στον εισαγγελέα για ανάκριση.|| (κατ' επέκτ.) ~ αποδεικτικά στοιχεία στο δικαστήριο (= προσκομίζω). [< αρχ. προσάγω ‘οδηγώ μπροστά ή ενώπιον’] | |
| 42852 | προσαγωγή | προ-σα-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. παρουσίαση προσώπου ενώπιον δικαστικής συνήθ. Αρχής, για να κριθεί: ~ υπόπτου στον ανακριτή/στην Ασφάλεια. ~ κατηγορουμένου σε δίκη. ~ για εξακρίβωση στοιχείων. 2. ΓΥΜΝ. (σπάν.) κίνηση άκρου με κατεύθυνση προς τον κορμό: ~ του αντίχειρα. ΑΝΤ. απαγωγή (4) 3. (σπάν.-επιστ.) παροχή: ~ θερμότητας/καυσίμων. ● ΣΥΜΠΛ.: βίαιη προσαγωγή: ΝΟΜ. καταναγκαστικό μέτρο που επιβάλλεται βάσει εντάλματος σε πρόσωπο που δεν προσήλθε για κατάθεση, αν και κλήθηκε νόμιμα: ~ ~ του κατηγορουμένου/των μαρτύρων. ~ ~ στο Αστυνομικό Τμήμα. Ένταλμα ~ης ~ής για ανάκριση. [< αρχ. προσαγωγή ‘παρουσίαση, ακρόαση’] | |
| 42853 | προσαγωγός | , ός, ό προ-σα-γω-γός επίθ.: ΑΝΑΤ. που έχει πορεία από την περιφέρεια προς το κέντρο: ~ές: (νευρικές) ίνες (: που μεταβιβάζουν πληροφορίες από τα αισθητήρια όργανα στον εγκέφαλο). ~ά: αρτηρίδια (του νεφρού)/ερεθίσματα. Πβ. κεντρομόλος. Βλ. απαγωγός. || ~ διώρυγα. ● Ουσ.: προσαγωγός (ο): καθένας από τους μυς οι οποίοι, όταν συστέλλονται, προκαλούν το πλησίασμα του μηρού προς τη μέση γραμμή του σώματος: βραχύς/μακρός/μέγας ~. Θλάση στον (αριστερό/δεξιό) ~ό. ΑΝΤ. απαγωγός (2) [< γαλλ. (muscle) adducteur] ● ΣΥΜΠΛ.: προσαγωγό νεύρο βλ. νεύρο [< αρχ. προσαγωγός 'ελκυστικός', γαλλ. adducteur] | |
| 42854 | προσάμμωση | προ-σάμ-μω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. απόθεση άμμου ή λεπτόκοκκων φερτών υλικών, κυρ. σε παραλία ή πυθμένα: τεχνητή/φυσική ~. Μείωση βάθους λιμένα λόγω ~ης. | |
| 42855 | προσάναμμα | προ-σά-ναμ-μα ουσ. (ουδ.): εύφλεκτο μέσο για άναμμα φωτιάς: φυσικό ~ από ξερόκλαδα, πευκοβελόνες. Χρησιμοποιεί εφημερίδες/οινόπνευμα για ~ σόμπας/τζακιού. | |
| 42856 | προσανατολίζω | προ-σα-να-το-λί-ζω ρ. (μτβ.) {προσανατόλι-σε, -σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, προσανατολίζ-οντας, -όμενος, προσανατολι-σμένος} ΑΝΤ. αποπροσανατολίζω 1. (μτφ.) υποδεικνύω σε κάποιον ή δίνω σε κάτι ορισμένη κατεύθυνση, καθοδηγώ προς συγκεκριμένες επιλογές: Ο εκπαιδευτικός ~ει τους μαθητές στο θέμα. Η επιχείρηση ~ει τις δραστηριότητές της στο εξωτερικό. ~ομαι σε άλλες λύσεις. Οι δράσεις του κινήματος ~ονται στο περιβάλλον. Η συζήτηση ~στηκε στην εξεύρεση τρόπων προσέγγισης του κοινού. Οι έρευνες της αστυνομίας ~στηκαν σε τρεις υπόπτους. Παιδεία ~σμένη στις ανθρώπινες ανάγκες. 2. τοποθετώ στον χώρο ή στρέφω προς ορισμένη κατεύθυνση με βάση συγκεκριμένες συντεταγμένες· (μεσοπαθ.) ακολουθώ σωστή πορεία, δεν χάνομαι: Χάρτης-σχεδιάγραμμα που ~ει τον ταξιδιώτη. Πβ. κατατοπίζω.|| ~εται γρήγορα/εύκολα. ~στηκαν από τη θέση του ήλιου/με τη βοήθεια πυξίδας. Έχασε τον δρόμο και δεν μπορούσε να ~στεί. Κτίριο/σπίτι ~σμένο στην Ανατολή. [< γαλλ. (s') orienter] | |
| 42857 | προσανατολισμός | προ-σα-να-το-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) ορισμένη τάση ή επιλογή, κατεύθυνση των ενεργειών, των σκέψεων κάποιου προς συγκεκριμένο στόχο: εκπαιδευτικός/εξαγωγικός/επιχειρηματικός/ερευνητικός/θεωρητικός/ιδεολογικός/κοινωνικός/παιδαγωγικός/πολιτικός ~. Γενικοί/οικονομικοί/στρατηγικοί/σύγχρονοι ~οί. Ο καινούργιος ~ της αγοράς/των τραπεζών. ~ του προγράμματος σπουδών στα νέα επιστημονικά δεδομένα. Αναπτυξιακός ~ της χώρας. Κόμμα με ευρωπαϊκό/προοδευτικό ~ό. Δίνω/ζητώ ~ό (πβ. καθοδήγηση, ΑΝΤ. απο~). ~οί στην απασχόληση/στο Δημόσιο Δίκαιο/στα ΜΜΕ. Καθορισμός ~ών (πβ. κατευθυντήρια γραμμή). || (ΠΑΙΔΑΓ.) Μαθήματα/ομάδες ~ού. Βλ. μαθήματα κατεύθυνσης, -ισμός. 2. τοποθέτηση ως προς κάποιο σταθερό γεωγραφικό σημείο· η ικανότητα ενός ατόμου να τοποθετείται στον χώρο και στον χρόνο: ~ αίθουσας/κεραίας/κτιρίου/σπιτιού. Μπαλκόνι με βορειοανατολικό ~ό/με ~ό προς τα δυτικά. || (ΠΛΗΡΟΦ.) Κατακόρυφος/οριζόντιος ~ κειμένου/σελίδας.|| ~ με τη βοήθεια του χάρτη/χωρίς πυξίδα. Βρίσκω/χάνω τον ~ό μου. Αίσθηση/αλλαγή/απώλεια/ικανότητα ~ού.|| (ΨΥΧΟΛ.) Χωροχρονικός ~. ● ΣΥΜΠΛ.: επαγγελματικός προσανατολισμός 1. παροχή επιστημονικής βοήθειας και στήριξης, ώστε να οδηγηθεί το άτομο στην καλύτερη δυνατή επιλογή επαγγέλματος και ο αντίστοιχος κλάδος της ψυχολογίας: κέντρα/τεστ ~ού ~ού. Βλ. ΕΚΕΠ, συμβουλευτική. 2. & Σχολικός Επαγγελματικός Προσανατολισμός (ακρ. ΣΕΠ): σχολικό μάθημα που έχει ως στόχο να συνειδητοποιήσουν οι μαθητές τις κλίσεις τους, να αναπτύξουν τις δεξιότητές τους και να επιλέξουν τις σπουδές ή/και το επάγγελμα που θα ακολουθήσουν. [< γαλλ. orientation professionnelle] , σεξουαλικός προσανατολισμός & (σπάν.) γενετήσιος: σεξουαλική προτίμηση για άτομα του ίδιου ή του άλλου φύλου. Βλ. αμφιφυλο-, ετεροφυλο-, ομοφυλο-φιλία. [< αγγλ. sexual orientation, 1946] [< γαλλ. orientation] | |
| 42858 | προσανατολιστικός | , ή, ό προ-σα-να-το-λι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που στοχεύει στον προσανατολισμό: ~ός: ρόλος. ~ή: συζήτηση. [< αγγλ. orientational, 1952] | |
| 42860 | προσάπτω | προ-σά-πτω ρ. (μτβ.) {προσ-ήψε, -άψει, -ήφθη, προσάπτ-οντας} (λόγ.): καταλογίζω, επιρρίπτω ευθύνες, θεωρώ κάποιον υπεύθυνο για κάτι μεμπτό: Ο ανακριτής ~ει κατηγορίες σε πέντε υπόπτους. Λάθος χειρισμούς στην οικονομία ~ει στην κυβέρνηση η αντιπολίτευση. Δεν έχω τίποτα να του ~άψω. Ποτέ δεν προέβη σε αντιεξουσιαστικές ενέργειες, όπως του ~ήφθη. [< αρχ. προσάπτω] | |
| 42861 | προσαράζω | προ-σα-ρά-ζω ρ. (αμτβ.) {προσάρα-ξε, -ξει, προσαράζ-οντας}: (για πλοίο) προσκρούω ή/και ακινητοποιούμαι στα ρηχά ή πάνω σε βράχια: Το σκάφος ~ξε σε βραχονησίδα/στα ανοιχτά του κόλπου. Πβ. εξοκέλλω. [< μτγν. προσαράσσω] | |
| 42862 | προσάραξη | προ-σά-ρα-ξη ουσ. (θηλ.): πρόσκρουση πλοίου στα ρηχά ή σε βράχο: ~ αλιευτικού σε ξέρα. Πβ. κάθισμα. [< μτγν. προσάραξις] | |
| 42863 | προσαρμογέας | προ-σαρ-μο-γέ-ας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που επιτρέπει τη σύνδεση συσκευών με ανόμοιες υποδοχές ή με διαφορετική ισχύ ρεύματος: ασύρματος/τερματικός ~. ~ διακομιστή/δικτύου/ήχου/τροφοδοσίας/φορτιστή. ΣΥΝ. αντάπτορας [< αγγλ. adapter, 1907, γαλλ. adaptateur, 1948] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ