| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42830 | προποτζής | προ-πο-τζής ουσ. (αρσ.) (προφ.): ιδιοκτήτης προποτζίδικου. Βλ. -τζής. | |
| 42831 | προποτζίδικο | προ-πο-τζί-δι-κο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) προποτζήδικο (προφ.): πρακτορείο προπό και άλλων τυχερών παιχνιδιών του ΟΠΑΠ: το ~ της γειτονιάς. Βλ. -τζίδικο. | |
| 42832 | προπροηγούμενος | , η, ο προ-προ-η-γού-με-νος επίθ. (προφ.): που βρίσκεται πριν από τον αμέσως προηγούμενο: την ~η εβδομάδα. Πβ. προπερασμένος. | |
| 42833 | προπτυχιακός | , ή, ό προ-πτυ-χι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τις σπουδές ή την περίοδο πριν από την απόκτηση του βασικού πτυχίου: ~ή: διδασκαλία/εκπαίδευση/εργασία/έρευνα. ~ό: μάθημα/πρόγραμμα/τμήμα. Βλ. μεταπτυχιακός. ● Ουσ.: προπτυχιακά (τα): ο προπτυχιακός κύκλος σπουδών., προπτυχιακοί (οι): ενν. φοιτητές: υποτροφίες για ~ούς. ● επίρρ.: προπτυχιακά [< αγγλ. undergraduate] | |
| 42834 | πρόπτωση | πρό-πτω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μετακίνηση οργάνου του σώματος ή τμήματός του από τη φυσιολογική του θέση, εξαιτίας μυϊκής χαλάρωσης: ~ του κόλπου/της μήτρας. ~ της μιτροειδούς βαλβίδας/του ορθού. Βλ. -πτωση. [< μτγν. πρόπτωσις] | |
| 42835 | προπτωτικός | , ή, ό προ-πτω-τι-κός επίθ.: ΘΕΟΛ. που αναφέρεται στην περίοδο πριν από την πτώση των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο: ~ός: άνθρωπος/κόσμος. ~ή: κατάσταση. ΑΝΤ. μεταπτωτικός (1) [< μτγν. προπτωτικός 'που βγάζει εύκολα συμπεράσματα'] | |
| 42836 | προπύλαια | προ-πύ-λαι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. προπύλαιο} (κ. με κεφαλ. το αρχικό Π): ΑΡΧΙΤ. διαμορφωμένη είσοδος για ναούς, δημόσια κτίρια: τα ~ της Ακρόπολης. Συγκέντρωση στα ~ του πανεπιστημίου (Αθηνών). Πβ. πρόπυλο. [< αρχ. προπύλαια] | |
| 42837 | προπυλένιο | προ-πυ-λέ-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άχρωμο, άοσμο και εξαιρετικά εύφλεκτο αέριο (σύμβ. C3H6). Βλ. νεοπρέν, πολυ~. ΣΥΝ. προπένιο [< αγγλ. propylene, γαλλ. propylène, 1932] | |
| 42838 | προπυλικός | , ή, ό προ-πυ-λι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: προπυλική αλκοόλη: ΧΗΜ. προπανόλη. [< αγγλ. propylic alcohol, γαλλ. alcool propylique] | |
| 42839 | πρόπυλο | πρό-πυ-λο ουσ. (ουδ.) {προπύλ-ου}: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. στεγασμένος χώρος πριν από την κύρια είσοδο ναού ή οικοδομικού συγκροτήματος. Πβ. προπύλαια. Βλ. πρόστυλος. [< αρχ. πρόπυλον] | |
| 42840 | προπύργιο | προ-πύρ-γι-ο ουσ. (ουδ.) {προπυργί-ου}: οχυρό και κατ' επέκτ. οτιδήποτε λειτουργεί προστατευτικά: ~ ανταρτών/(επαναστατικών) δυνάμεων. Πβ. προμαχώνας.|| ~ της δημοκρατίας/ορθοδοξίας. [< μτγν. προπύργιον] | |
| 42841 | προπώληση | προ-πώ-λη-ση ουσ. (θηλ.): εκ των προτέρων πώληση: ~ εισιτηρίων. Βλ. προκράτηση. [< γαλλ. vente par avance] | |
| 42842 | προπωλώ | [προπωλῶ] προ-πω-λώ ρ. (μτβ.) {προπωλ-εί, -ώντας | προπώλ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: πουλώ κάτι από πριν: Εισιτήρια ~ούνται στα εκδοτήρια/στο ταμείο του θεάτρου. [< αρχ. προπωλῶ ‘μεσιτεύω σε κάποια πώληση’, γαλλ. vendre par avance] | |
| 42843 | προρρηθείς | , είσα, έν προρ-ρη-θείς επίθ. (αρχαιοπρ.): που προαναφέρθηκε: ~είσα: επισήμανση.|| (ως ουσ.) Συμφωνώ με τα ~έντα (= προλεχθέντα). [< μτχ. παθ. αορ. του αρχ. ρ. προερῶ· πρβ. προείρω ‘προλέγω’] | |
| 42844 | πρόρρηση | πρόρ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): πρόβλεψη μελλοντικού γεγονότος, προφητεία. [< αρχ. πρόρρησις] | |
| 42845 | προρύθμιση | προ-ρύθ-μι-ση ουσ. (θηλ.) & (σπανιότ.) προρρύθμιση: ρύθμιση εκ των προτέρων: ~ εικόνας/ήχου/θερμοκρασίας/(ραδιοφωνικών) σταθμών. Βλ. προεπιλογή. | |
| 42846 | προς | πρόθ. (+ αιτ.) δηλώνει 1. τόπο, πορεία, κατεύθυνση: ~ το αεροδρόμιο/βουνό/λιμάνι. Δρομολόγια πλοίων από και ~ τα νησιά. Πτήσεις ~ τη Θεσσαλονίκη. Επέκταση του μετρό ~ ... Έτρεχε ~ τη θάλασσα. Ξεκίνησε το ταξίδι του ~ τα δυτικά.|| (+ τα + τοπικό επίρρ.) ~ τα εδώ/εκεί/κάτω/μέσα/μπρος/πάνω/πίσω. ~ τα ανατολικά/βόρεια. Διάταξη από δεξιά ~ τα αριστερά. Διαδρομή ~ τα νότια του νομού. ~ τα πού πάει το λεωφορείο;|| (μτφ.) Ο δρόμος ~ τη σωτηρία. Από τα Αρχαία ~ τα Νέα Ελληνικά. 2. αναφορά ή εναντίωση: ανακοίνωση/έκκληση/καλωσόρισμα/μήνυμα/παράκληση/πρόσκληση ~ τους (= στους) πολίτες. Βοήθεια ~ τις αναπτυσσόμενες χώρες. Αίτηση ~ τη Γραμματεία. Παρεχόμενες υπηρεσίες ~ το κοινό. Απευθύνει πρόταση διαλόγου ~ τους συνδικαλιστές. Κλήσεις ~ κινητά. Συμμόρφωση ~ την οδηγία. Απάντηση ~ τους επικριτές. Χρήσιμες συμβουλές ~ τους οδηγούς. Φιλική ~ (: σε σχέση με) το περιβάλλον/τον χρήστη ηλεκτρονική συσκευή. Εκφράζει την ευγνωμοσύνη του ~ τον ... Απόδοση τιμής ~ τους ... Προσφορά ~ τον άνθρωπο. Διαφοροποιείται ως ~ (: όσον αφορά) τη μεθοδολογία και οργάνωση.|| Βρίσκονται/έρχονται σε αντίθεση ~ (= με) κάποιον/κάτι. Τα πορίσματα σε σύγκριση ~ τα δεδομένα. Αντιμετώπισε σαν ίσος ~ ίσο τον αντίπαλό του. Του ζήτησα μια χάρη σαν άντρας ~ άντρα. 3. (λόγ.) (+ ουσ. χωρ. άρθ.) σκοπό: ~ έγκριση/ενίσχυση/όφελος (όλων). Οικόπεδα ~ (= για) αγορά/πώληση. Κείμενα ~ σχολιασμό. Λογισμικό ~ εγκατάσταση. Δικαίωμα ~ διεκδίκηση. Είδος ~ εξαφάνιση (= που τείνει να εξαφανιστεί). Θέματα ~ έρευνα. Το νομοσχέδιο πρόκειται να κατατεθεί ~ ψήφιση στη Βουλή. 4. χρόνο κατά προσέγγιση: ~ το απόγευμα/μεσημέρι/πρωί. ~ το τέλος του αιώνα/της εποχής/της θητείας/της περιόδου/του προγράμματος. ~ τις αρχές του μήνα. 5. (λόγ.) (πριν από αριθμητ.) αξία ή συγκριτική σχέση, αναλογία: Αντικείμενο που τιμάται ~ εκατό ευρώ. Προκαταβολή ίση ~ το 10% της τιμής του προϊόντος.|| Σε κλίμακα ένα ~ χίλια. 6. (συνήθ. ανάμεσα σε ίδιες λέξεις) τρόπο (χωρισμό και διανομή) ή κατάσταση: Ανέφερε έναν ~ έναν τους λόγους για τους οποίους διώκεται. Οδηγίες βήμα ~ βήμα. Απαντά σημείο ~ σημείο στις επικρίσεις.|| ~ μεγάλη μου ανακούφιση/απογοήτευση/έκπληξη/ευχαρίστηση/ικανοποίηση/λύπη/χαρά διαπίστωσα ότι ... ● ΦΡ.: (από) πάππου προς πάππου βλ. πάππος, για μια στιγμή/προς στιγμή(ν) βλ. στιγμή, ένα προς ένα βλ. ένα, επί του παρόντος/προς το παρόν βλ. παρόν, η σιωπή μου προς απάντησή σου βλ. σιωπή, κάνω την ανάγκη μου βλ. ανάγκη, λέξη προς λέξη βλ. λέξη, οδηγίες προς ναυτιλλομένους βλ. ναυτιλλόμενος, παράδειγμα προς αποφυγή/μίμηση βλ. παράδειγμα, πάω/πηγαίνω προς νερού μου βλ. νερό, ποιο το όφελος/(προς) τι το όφελος; βλ. όφελος, προς ανατολάς βλ. ανατολή, προς αποφυγή(ν) βλ. αποφυγή, προς γνώση και συμμόρφωση βλ. γνώση, προς δόξα(ν) βλ. δόξα, προς ενέργεια βλ. ενέργεια, προς Θεού/για το Θεό βλ. θεός, προς όλες τις κατευθύνσεις/διευθύνσεις βλ. διεύθυνση, προς τα (ε)μπρός βλ. εμπρός, προς τα έξω βλ. έξω, προς τέρψη βλ. τέρψη, προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός; βλ. μίσος, προς τι; βλ. τι, προς τιμή(ν) κάποιου βλ. τιμή, προς το καλύτερο βλ. καλύτερος, προς το μέρος (κάποιου) βλ. μέρος, προς τούτο βλ. τούτος, προς τούτοις βλ. τούτος, σε αντιδιαστολή με/προς βλ. αντιδιαστολή, σπιθαμή προς σπιθαμή βλ. σπιθαμή, χιλιοστό (προς) χιλιοστό βλ. χιλιοστό [< αρχ. πρός] | |
| 42847 | προσ- & πρόσ- | η λόγια πρόθεση ως πρόθημα λέξεων για δήλωση 1. κατεύθυνσης μιας κίνησης: πρόσ-πτωση. Προσ-γείωση/~εδάφιση/~θαλάσσωση. 2. ενέργειας, δράσης με αποδέκτη: προσ-φέρω/~φεύγω.|| Προσ-βάλλω. 3. συμμετοχής, σύμπραξης: προσ-χώρηση.|| (μτφ.) Προσ-υπογράφω (πβ. συν-). 4. συμπλήρωσης: προσ-αύξηση/~θήκη. 5. επίτασης: προσ-επικυρώνω. | |
| 42848 | προσαγόμενος | , η, ο προ-σα-γό-με-νος επίθ. (λόγ.) 1. ΝΟΜ. που προσάγεται στη δικαιοσύνη: ~ος: δράστης/κρατούμενος/πολίτης. Μάρτυρας ~ σε δίκη.|| (ως ουσ.) ~oι για ανάκριση. Oι ~οι ενώπιον των αστυνομικών/δικαστικών/εισαγγελικών Αρχών. 2. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που προσκομίζεται: ~η: βεβαίωση. ~ες: αποδείξεις/πληροφορίες. ~α: δικαιολογητικά/έγγραφα. 3. (σπάν.-επιστ.) εισερχόμενος: ~η: θερμότητα. Κατανομή ~ου αέρα. [< μτχ. εν. του ρ. προσάγομαι] | |
| 42849 | προσαγόρευση | προ-σα-γό-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προσφώνηση: τιμητική ~ (πβ. τίτλος τιμής). ~ ιερωμένου/κληρικού. ~ ευγενείας. [< μτγν. προσαγόρευσις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ