| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42864 | προσαρμογή | προ-σαρ-μο-γή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) η διαδικασία μεταβολής, ώστε να επιτευχθεί εναρμόνιση ή εξοικείωση με κάτι καινούργιο ή διαφορετικό: βίαιη/δημοσιονομική/διαρθρωτική/ήπια/οικονομική/ομαλή/πολιτισμική (πβ. προσπολιτισμός) ~. ~ επιτοκίων/κειμένων/όρων (δανείου)/τιμής. ~ στις αλλαγές/στις εξελίξεις/στα διεθνή πρότυπα/στις νέες συνθήκες και τεχνολογίες. Μέτρα/(ΝΟΜ.) πράξη/προσπάθεια/χρόνος ~ής. Αναγκαίες/θεσμικές/οργανωτικές ~ές. ~ λογοτεχνικών έργων για τη μεγάλη οθόνη (βλ. διασκευή). ~ στους νέους κανόνες (πβ. συμμόρφωση).|| Κοινωνική/σχολική/ψυχολογική ~. ~ των μεταναστών στο νέο περιβάλλον. Αδυναμία/διαταραχή/δυσκολίες/ικανότητα/περίοδος ~ής.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~ οργανισμού στη θερμότητα/στην ξηρασία/στο ψύχος (πβ. εγκλιματισμός). ~ οφθαλμού. ~ της όρασης στο σκοτάδι. Άσκηση και μεταβολικές ~ές.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ πληροφοριακού συστήματος. ~ εφαρμογών/(ιστο)σελίδας/λογισμικού. Βλ. ανα~. 2. (σπάν.-λόγ.) σύνδεση αντικειμένου με ένα άλλο, ρύθμιση πράγματος, στοιχείου, ώστε να ταιριάξει με κάτι άλλο: ~ σιγαστήρα στην εξάτμιση (= εφαρμογή). Πβ. συναρμογή. 3. ΒΙΟΛ. διεργασία σταδιακής γενετικής αλλαγής μέσω της οποίας ένας πληθυσμός έμβιων όντων προσαρμόζεται σε ορισμένα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντός του. Βλ. φυσική επιλογή. [< μτγν. προσαρμογή ‘συνένωση’, γαλλ. adaptation] | |
| 42865 | προσαρμόζω | προ-σαρ-μό-ζω ρ. (μτβ.) {προσάρμο-σα, -σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, προσαρμόζ-οντας, -όμενος, προσαρμο-σμένος} 1. (μτφ.) αλλάζω, μεταβάλλω κάτι, ώστε να ταιριάξει, να εναρμονιστεί ή να ευθυγραμμιστεί με κάτι άλλο καινούργιο ή διαφορετικό: ~ το πρόγραμμά/τη στάση/τη συμπεριφορά μου. ~εται γρήγορα στις αλλαγές. Έχει ~στεί στα καινούργια δεδομένα/πρότυπα (πβ. εξοικειώνομαι). ~στηκε πλήρως στον ρόλο του/στη νέα πραγματικότητα. Βλ. ανα~. Το παιδί ~στηκε εύκολα στο σχολικό περιβάλλον. ~σμένη: αναζήτηση/λύση/τιμή. ~σμένο: κείμενο. 2. εφαρμόζω ή ρυθμίζω κάτι, ώστε να ταιριάξει με κάτι άλλο, συνδέω, στερεώνω: Βάση που ~εται σταθερά στο τιμόνι. Προσαρμόστε την οθόνη του υπολογιστή στο ύψος των ματιών σας. ~σμένος: μοχλός αλλαγής ταχυτήτων. ~σμένο: κάθισμα αυτοκινήτου. [< αρχ. προσαρμόζω ‘συνδέω, ταιριάζω, συσχετίζω’, γαλλ. adapter] | |
| 42866 | προσαρμόσιμος | , η, ο προ-σαρ-μό-σι-μος επίθ.: που μπορεί να προσαρμοστεί κάπου με ευκολία: ~η: στήριξη τοίχου. Προγράμματα ~α στις ανάγκες των χρηστών.|| (για πρόσ.) ~ σε δύσκολες καταστάσεις (ΑΝΤ. απροσάρμοστος). Πβ. ευπροσάρμοστος, προσαρμοστικός. [< γαλλ. adaptable] | |
| 42867 | προσαρμοσιμότητα | προ-σαρ-μο-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προσαρμόσιμου: ~ εφαρμογής/υπολογιστή (σε απαιτήσεις). Πβ. προσαρμοστικότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. adaptabilité, 1932] | |
| 42868 | προσαρμοστικός | , ή, ό προ-σαρ-μο-στι-κός επίθ.: που συντελεί στην προσαρμογή ή προσαρμόζεται εύκολα: ~ή: ικανότητα/συμπεριφορά. ~ό: περιβάλλον. ~ά: (εκπαιδευτικά/μαθησιακά) συστήματα.|| ~ός: φωτισμός (οχήματος). ~οί: μηχανισμοί (ζώων, φυτών).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: έλεγχος (: που προσαρμόζεται σε μεταβαλλόμενες παραμέτρους και λειτουργεί σε πραγματικό χρόνο).|| (για πρόσ.) ~ός: άνθρωπος. Πβ. ευέλικτος, ευπροσάρμοστος, προσαρμόσιμος. ΑΝΤ. απροσάρμοστος, δυσπροσάρμοστος [< γαλλ. adaptable, αγγλ. adaptive] | |
| 42869 | προσαρμοστικότητα | προ-σαρ-μο-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προσαρμοστικού: ~ επιχειρήσεων στις νέες συνθήκες αγοράς. ~ στο εργασιακό περιβάλλον. Πβ. προσαρμοσιμότητα. | |
| 42870 | προσάρτημα | προ-σάρ-τη-μα ουσ. (ουδ.): οτιδήποτε προστίθεται σε κάτι άλλο: ~ ισολογισμού/σύμβασης/συμβολαίου. Βλ. παράρτημα. [< μτγν. προσάρτημα] | |
| 42871 | προσάρτηση | προ-σάρ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ενσωμάτωση, υπαγωγή ξένων εδαφών ή χώρας σε άλλο κράτος. 2. σύνδεση: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δίσκου/συστημάτων αρχείων. [< 1: γαλλ. annexion 2: μτγν. προσάρτησις, αγγλ. attachment] | |
| 42872 | προσαρτώ | [προσαρτῶ] προ-σαρ-τώ ρ. (μτβ.) {προσαρτ-άς ... | προσάρτ-ησε, -άται, -ήθηκε, -ώμενος, -ημένος} (λόγ.) 1. (για κράτος) ενσωματώνω εδάφη στην επικράτειά μου. 2. συνδέω ή ενώνω κάτι σε κάτι άλλο: Στην επιστολή ~άται σχετικό έγγραφο/παράρτημα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ημένα: αρχεία (= συνημμένα). Πβ. (επι)συνάπτω. [< 1: γαλλ. annexer 2: αρχ. προσαρτῶ, αγγλ. attach] | |
| 42873 | προσαυξάνω | προ-σαυ-ξά-νω ρ. (μτβ.) {προσαύξ-ησε, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, προσαυξάν-οντας, προσαυξ-ημένος} (επίσ.): αυξάνω περισσότερο: Επίδομα/μισθός/σύνταξη που ~ήθηκε. Αμοιβή/τιμή ~ημένη κατά ... %. [< μτγν. προσαυξάνω] | |
| 42874 | προσαύξηση | προ-σαύ-ξη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): επιπλέον αύξηση ποσού: μισθολογική ~. ~ αποδοχών/φόρου. Βλ. επίδομα. [< μτγν. προσαύξησις] | |
| 42875 | προσαυξητικός | , ή, ό προ-σαυ-ξη-τι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με την προσαύξηση: ~ό: κόστος. ● επίρρ.: προσαυξητικά | |
| 42876 | προσβάλλω | προ-σβάλ-λω ρ. (μτβ.) {αόρ. πρόσβαλα (λόγ.) προσέβαλα, προσβάλει, προσβλή-θηκα (λόγ. προσεβλήθη, προσεβλήθησαν), -θεί, προσβλημένος (λόγ.) προσβεβλημένος, προσβαλλ-όμενος, προσβάλλ-οντας} 1. μιλώ, φέρομαι απρεπώς, υβριστικά, υποβιβάζω, θίγω κάποιον ή κάτι: Τον προσέβαλε βάναυσα/δημοσίως. Με πρόσβαλε με τα σχόλιά του (πβ. μειώνω). Δεν ήθελα να σας προσβάλω. Συγγνώμη, αν σε πρόσβαλα. Χωρίς να θέλω να σε προσβάλω, να σου πω ότι ... ~ την αισθητική/τη δημόσια αιδώ/τα (χρηστά) ήθη/τους θεσμούς/το κράτος/τη μνήμη του νεκρού. ~ την αξιοπρέπεια/τα δικαιώματα/την τιμή κάποιου (πβ. ατιμάζω). Η ενέργειά του ~ει κάθε έννοια αξιοκρατίας/επιστημονικής δεοντολογίας. ~εται εύκολα/με το παραμικρό. ~θηκε η υπόληψή μου. Αισθάνομαι/δηλώνω/νιώθω βαθύτατα προσβεβλημένος (πβ. θιγμένος, παρεξηγημένος). 2. βλάπτω, προξενώ φθορά, αλλοίωση· ειδικότ. κάνω έφοδο, επίθεση: Νόσος που ~ει τους άνδρες/τις γυναίκες. Παθογόνοι μικροοργανισμοί ~ουν τα εσπεριδοειδή. ~θηκε από έιτζ/ηπατίτιδα/καρκίνο/λοίμωξη/μηνιγγίτιδα/φυματίωση (= έπαθε, κόλλησε).|| Η πλατίνα δεν ~εται από τα οξέα. Τα μάρμαρα ~ονται από τη ρύπανση και τη διάβρωση. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής ~θηκε από ιό.|| (ΣΤΡΑΤ.) Προσέβαλαν τις θέσεις/τον στόλο του εχθρού (πβ. επιτίθεμαι). Το υποβρύχιο ~θηκε από αεροπλάνα και αντιτορπιλικά. 3. ΝΟΜ. επιχειρώ να αναιρέσω την εγκυρότητα, τη νομιμότητα, το κύρος πράξης, απόφασης: ~ δικαστικά τη διαθήκη/το συμβόλαιο. ~όμενη: απόφαση. [< αρχ. προσβάλλω 1: γαλλ. offenser 2,3: γαλλ. attaquer] | |
| 42877 | πρόσβαση | πρό-σβα-ση ουσ. (θηλ.) 1. προσέγγιση ενός μέρους και το σημείο, η δίοδος από την οποία μπορεί κάποιος να το πλησιάσει: δημόσια ~. Εμποδίζω/επιτρέπω την ~. Η ~ στο λιμάνι/νησί είναι αδύνατη. Απρόσκοπτη/εύκολη ~ ατόμων με ειδικές ανάγκες σε χώρους ψυχαγωγίας. Οδηγίες/πληροφορίες ~ης. Οδικές ~άσεις από και προς το αεροδρόμιο. 2. δυνατότητα εισόδου, χρήσης, προσπέλασης: (ΠΛΗΡΟΦ.-ΔΙΑΔΙΚΤ.) απεριόριστη/ασύρματη/ασφαλής/δοκιμαστική/δωρεάν/ενσύρματη/ευρυζωνική ~. ~ στο διαδίκτυο/στην κοινωνία της πληροφορίας. ~ σε βάσεις δεδομένων/ηλεκτρονικά περιοδικά/συστήματα λογισμικού. ~ μέσω του παγκόσμιου ιστού. Διακοπή/δίκτυο/εταιρείες παροχής/όροι/πύλη/σημείο/υπηρεσίες/χρόνος ~ης. ~άσεις σε επιλεγμένες ιστοσελίδες (= επισκέψεις).|| Ανοιχτή/αποκλειστική/καθολική ~. ~ στη γνώση/στο θέμα. ~ σε αποτελέσματα έρευνας/επιστημονικές δημοσιεύσεις. Δυνατότητα ~ης. Δικαίωμα ~ης στην απασχόληση. Βαθμός/βεβαίωση ~ης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. 3. {συνήθ. στον πληθ.} σχέσεις, γνωριμίες με υψηλά ιστάμενα πρόσωπα που παρέχουν διευκολύνσεις: κοινωνικές/πολιτικές ~άσεις. Είχε κάποιες ~άσεις στο Υπουργείο. Δεν διαθέτει ~άσεις στον δήμο. ● ΣΥΜΠΛ.: έλεγχος πρόσβασης βλ. έλεγχος, ελεύθερη πρόσβαση βλ. ελεύθερος, κωδικός πρόσβασης βλ. κωδικός, οδός πρόσβασης/προσπέλασης βλ. οδός, φυσική πρόσβαση βλ. φυσικός [< 1: αρχ. πρόσβασις, γαλλ. accès, αγγλ. access] | |
| 42878 | προσβάσιμος | , η, ο προ-σβά-σι-μος επίθ. (λόγ.): που επιτρέπει την πρόσβαση: ~ος: τουρισμός/χώρος. ~η: μορφή βιβλίου. ~η: πηγή πληροφοριών. ~ο: υλικό. Εύκολα ~ο νησί. Πβ. προσεγγίσ-, προσπελάσ-ιμος.|| Επιστημονικές δημοσιεύσεις δωρεάν/ελεύθερα ~ες στο διαδίκτυο/σε όλους. Ο δικτυακός τόπος είναι προσωρινά μη ~. Η υπηρεσία είναι ~η από την ιστοσελίδα ... [< μτγν. προσβάσιμος, γαλλ.-αγγλ. accessible] | |
| 42879 | προσβασιμότητα | προ-σβα-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δυνατότητα πρόσβασης: ηλεκτρονική/ψηφιακή ~/~ στο διαδίκτυο. Δήλωση/μενού ~ας. ~ υπηρεσιών από άτομα με αναπηρίες. Πβ. προσπελασιμότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. accessibilité, αγγλ. accessibility] | |
| 42880 | προσβλέπω | προ-σβλέ-πω ρ. (μτβ.) {προσέβλεψα} (+ σε) (λόγ.): στρέφω τις ελπίδες, προσδοκίες μου κάπου, κάνω αισιόδοξη πρόβλεψη: ~ στη βοήθειά σου. ~ με χαρά στη συνεργασία μας. Εταιρεία που ~ει στην αύξηση των κερδών της. Η χώρα ~ει σε σύσφιγξη των σχέσεών της με τα γειτονικά κράτη. Πβ. αποβλέπω, αποσκοπώ, ευελπιστώ. [< αρχ. προσβλέπω] | |
| 42881 | προσβλητικός | , ή, ό προ-σβλη-τι-κός επίθ.: που προσβάλλει ή υποβιβάζει: ~ός: τρόπος/χαρακτηρισμός. ~ή: ενέργεια/κριτική/στάση/συμπεριφορά. ~ό: δημοσίευμα/περιεχόμενο/υλικό. ~ές: δηλώσεις/εκφράσεις/λέξεις. ~ά: λόγια/μηνύματα/σχόλια. Πβ. απαξιωτ-, εξευτελιστ-, μειωτ-, ταπεινωτ-ικός.|| (για πρόσ.) Μη γίνεσαι ~ απέναντί μου. ● επίρρ.: προσβλητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. προσβλητικός 'που βάλλει εναντίον', γαλλ. offensif] | |
| 42882 | προσβλητικότητα | προ-σβλη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προσβλητικού. Βλ. -ότητα. | |
| 42883 | προσβολή | προ-σβο-λή ουσ. (θηλ.) 1. απρεπής, υβριστική ενέργεια ή συμπεριφορά απέναντι σε κάποιον ή κάτι: ~ της (ανθρώπινης/γενετήσιας) αξιοπρέπειας/των δικαιωμάτων/του θρησκευτικού συναισθήματος/της ιδιωτικής ζωής/της μνήμης/της νοημοσύνης/της προσωπικότητας/της τιμής κάποιου. ~ των συμφερόντων τους. ~ εναντίον/σε βάρος κάποιου. ~ του έθνους/της δημοκρατίας/(ΝΟΜ.) της δημοσίας αιδούς/του διεθνούς δικαίου/του πολιτεύματος/της σημαίας/συμβόλου/του Συντάγματος/των χρηστών ηθών. ~ μνημείου/νεκρού. ~ κατά της ζωής/της σωματικής ακεραιότητας. Κάτι αποτελεί/θεωρείται/συνιστά μέγιστη ~. Μήνυση για ~ και δυσφήμιση. Είναι ~ να επιστρέφεις ένα δώρο. Ανέχομαι/καταπίνω/συγχωρώ/υφίσταμαι τις ~ές. 2. βλάβη, φθορά, αλλοίωση και ειδικότ. έφοδος, επίθεση εναντίον στόχου: (ΙΑΤΡ.) ~ του αναπνευστικού/των αρθρώσεων/των μυών/του κεντρικού νευρικού συστήματος. ~ από γρίπη/μικρόβιο/μύκητες. Άμεση ~ των εγκεφαλικών κυττάρων. ~ οργάνων από την υπέρταση. ~ές πανικού (= κρίσεις).|| ~ των καλλιεργειών από περονόσπορο. ~ του υπολογιστή από ιούς. Ενδεχόμενο/κίνδυνος/κρούσματα/συμπτώματα ~ής. Ανθεκτικότητα σε χημικές ~ές.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ εναέριου χώρου. 3. ΝΟΜ. προσπάθεια αναίρεσης της εγκυρότητας, της νομιμότητας, του κύρους πράξης, απόφασης, συμφωνίας: ~ διαθήκης/πατρότητας/πνευματικής ιδιοκτησίας. Αγωγή ~ής. Άρση της ~ής. ● ΣΥΜΠΛ.: καρδιακή προσβολή βλ. καρδιακός [< αρχ. προσβολή, γαλλ. attaque, offense] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ