Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [43420-43440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42850προσαγορεύωπρο-σα-γο-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {προσαγόρευ-σα, -τηκε (λόγ.) -θηκε} (λόγ.): προσφωνώ (κάποιον): Ο Οικουμενικός Πατριάρχης ~εται "Παναγιότατος". [< αρχ. προσαγορεύω]
42851προσάγωπρο-σά-γω ρ. (μτβ.) {αόρ. προσ-ήγαγε, -αγάγει, -ήχθη (μτχ. -αχθείς, -αχθείσα, -αχθέν), -αχθεί, προσάγ-οντας, -όμενος}: ΝΟΜ. φέρνω κάποιον ενώπιον δικαστικής συνήθ. Αρχής: Η Αστυνομία ~ήγαγε στο τμήμα τους υπόπτους για ... Ο φερόμενος ως δράστης ~ήχθη ενώπιον του/στον εισαγγελέα για ανάκριση.|| (κατ' επέκτ.) ~ αποδεικτικά στοιχεία στο δικαστήριο (= προσκομίζω). [< αρχ. προσάγω ‘οδηγώ μπροστά ή ενώπιον’]
42852προσαγωγήπρο-σα-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. παρουσίαση προσώπου ενώπιον δικαστικής συνήθ. Αρχής, για να κριθεί: ~ υπόπτου στον ανακριτή/στην Ασφάλεια. ~ κατηγορουμένου σε δίκη. ~ για εξακρίβωση στοιχείων. 2. ΓΥΜΝ. (σπάν.) κίνηση άκρου με κατεύθυνση προς τον κορμό: ~ του αντίχειρα. ΑΝΤ. απαγωγή (4) 3. (σπάν.-επιστ.) παροχή: ~ θερμότητας/καυσίμων. ● ΣΥΜΠΛ.: βίαιη προσαγωγή: ΝΟΜ. καταναγκαστικό μέτρο που επιβάλλεται βάσει εντάλματος σε πρόσωπο που δεν προσήλθε για κατάθεση, αν και κλήθηκε νόμιμα: ~ ~ του κατηγορουμένου/των μαρτύρων. ~ ~ στο Αστυνομικό Τμήμα. Ένταλμα ~ης ~ής για ανάκριση. [< αρχ. προσαγωγή ‘παρουσίαση, ακρόαση’]
42853προσαγωγός, ός, ό προ-σα-γω-γός επίθ.: ΑΝΑΤ. που έχει πορεία από την περιφέρεια προς το κέντρο: ~ές: (νευρικές) ίνες (: που μεταβιβάζουν πληροφορίες από τα αισθητήρια όργανα στον εγκέφαλο). ~ά: αρτηρίδια (του νεφρού)/ερεθίσματα. Πβ. κεντρομόλος. Βλ. απαγωγός. || ~ διώρυγα. ● Ουσ.: προσαγωγός (ο): καθένας από τους μυς οι οποίοι, όταν συστέλλονται, προκαλούν το πλησίασμα του μηρού προς τη μέση γραμμή του σώματος: βραχύς/μακρός/μέγας ~. Θλάση στον (αριστερό/δεξιό) ~ό. ΑΝΤ. απαγωγός (2) [< γαλλ. (muscle) adducteur] ● ΣΥΜΠΛ.: προσαγωγό νεύρο βλ. νεύρο [< αρχ. προσαγωγός 'ελκυστικός', γαλλ. adducteur]
42854προσάμμωσηπρο-σάμ-μω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. απόθεση άμμου ή λεπτόκοκκων φερτών υλικών, κυρ. σε παραλία ή πυθμένα: τεχνητή/φυσική ~. Μείωση βάθους λιμένα λόγω ~ης.
42855προσάναμμαπρο-σά-ναμ-μα ουσ. (ουδ.): εύφλεκτο μέσο για άναμμα φωτιάς: φυσικό ~ από ξερόκλαδα, πευκοβελόνες. Χρησιμοποιεί εφημερίδες/οινόπνευμα για ~ σόμπας/τζακιού.
42856προσανατολίζωπρο-σα-να-το-λί-ζω ρ. (μτβ.) {προσανατόλι-σε, -σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, προσανατολίζ-οντας, -όμενος, προσανατολι-σμένος} ΑΝΤ. αποπροσανατολίζω 1. (μτφ.) υποδεικνύω σε κάποιον ή δίνω σε κάτι ορισμένη κατεύθυνση, καθοδηγώ προς συγκεκριμένες επιλογές: Ο εκπαιδευτικός ~ει τους μαθητές στο θέμα. Η επιχείρηση ~ει τις δραστηριότητές της στο εξωτερικό. ~ομαι σε άλλες λύσεις. Οι δράσεις του κινήματος ~ονται στο περιβάλλον. Η συζήτηση ~στηκε στην εξεύρεση τρόπων προσέγγισης του κοινού. Οι έρευνες της αστυνομίας ~στηκαν σε τρεις υπόπτους. Παιδεία ~σμένη στις ανθρώπινες ανάγκες. 2. τοποθετώ στον χώρο ή στρέφω προς ορισμένη κατεύθυνση με βάση συγκεκριμένες συντεταγμένες· (μεσοπαθ.) ακολουθώ σωστή πορεία, δεν χάνομαι: Χάρτης-σχεδιάγραμμα που ~ει τον ταξιδιώτη. Πβ. κατατοπίζω.|| ~εται γρήγορα/εύκολα. ~στηκαν από τη θέση του ήλιου/με τη βοήθεια πυξίδας. Έχασε τον δρόμο και δεν μπορούσε να ~στεί. Κτίριο/σπίτι ~σμένο στην Ανατολή. [< γαλλ. (s') orienter]
42857προσανατολισμόςπρο-σα-να-το-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) ορισμένη τάση ή επιλογή, κατεύθυνση των ενεργειών, των σκέψεων κάποιου προς συγκεκριμένο στόχο: εκπαιδευτικός/εξαγωγικός/επιχειρηματικός/ερευνητικός/θεωρητικός/ιδεολογικός/κοινωνικός/παιδαγωγικός/πολιτικός ~. Γενικοί/οικονομικοί/στρατηγικοί/σύγχρονοι ~οί. Ο καινούργιος ~ της αγοράς/των τραπεζών. ~ του προγράμματος σπουδών στα νέα επιστημονικά δεδομένα. Αναπτυξιακός ~ της χώρας. Κόμμα με ευρωπαϊκό/προοδευτικό ~ό. Δίνω/ζητώ ~ό (πβ. καθοδήγηση, ΑΝΤ. απο~). ~οί στην απασχόληση/στο Δημόσιο Δίκαιο/στα ΜΜΕ. Καθορισμός ~ών (πβ. κατευθυντήρια γραμμή). || (ΠΑΙΔΑΓ.) Μαθήματα/ομάδες ~ού. Βλ. μαθήματα κατεύθυνσης, -ισμός. 2. τοποθέτηση ως προς κάποιο σταθερό γεωγραφικό σημείο· η ικανότητα ενός ατόμου να τοποθετείται στον χώρο και στον χρόνο: ~ αίθουσας/κεραίας/κτιρίου/σπιτιού. Μπαλκόνι με βορειοανατολικό ~ό/με ~ό προς τα δυτικά. || (ΠΛΗΡΟΦ.) Κατακόρυφος/οριζόντιος ~ κειμένου/σελίδας.|| ~ με τη βοήθεια του χάρτη/χωρίς πυξίδα. Βρίσκω/χάνω τον ~ό μου. Αίσθηση/αλλαγή/απώλεια/ικανότητα ~ού.|| (ΨΥΧΟΛ.) Χωροχρονικός ~. ● ΣΥΜΠΛ.: επαγγελματικός προσανατολισμός 1. παροχή επιστημονικής βοήθειας και στήριξης, ώστε να οδηγηθεί το άτομο στην καλύτερη δυνατή επιλογή επαγγέλματος και ο αντίστοιχος κλάδος της ψυχολογίας: κέντρα/τεστ ~ού ~ού. Βλ. ΕΚΕΠ, συμβουλευτική. 2. & Σχολικός Επαγγελματικός Προσανατολισμός (ακρ. ΣΕΠ): σχολικό μάθημα που έχει ως στόχο να συνειδητοποιήσουν οι μαθητές τις κλίσεις τους, να αναπτύξουν τις δεξιότητές τους και να επιλέξουν τις σπουδές ή/και το επάγγελμα που θα ακολουθήσουν. [< γαλλ. orientation professionnelle] , σεξουαλικός προσανατολισμός & (σπάν.) γενετήσιος: σεξουαλική προτίμηση για άτομα του ίδιου ή του άλλου φύλου. Βλ. αμφιφυλο-, ετεροφυλο-, ομοφυλο-φιλία. [< αγγλ. sexual orientation, 1946] [< γαλλ. orientation]
42858προσανατολιστικός, ή, ό προ-σα-να-το-λι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που στοχεύει στον προσανατολισμό: ~ός: ρόλος. ~ή: συζήτηση. [< αγγλ. orientational, 1952]
42860προσάπτωπρο-σά-πτω ρ. (μτβ.) {προσ-ήψε, -άψει, -ήφθη, προσάπτ-οντας} (λόγ.): καταλογίζω, επιρρίπτω ευθύνες, θεωρώ κάποιον υπεύθυνο για κάτι μεμπτό: Ο ανακριτής ~ει κατηγορίες σε πέντε υπόπτους. Λάθος χειρισμούς στην οικονομία ~ει στην κυβέρνηση η αντιπολίτευση. Δεν έχω τίποτα να του ~άψω. Ποτέ δεν προέβη σε αντιεξουσιαστικές ενέργειες, όπως του ~ήφθη. [< αρχ. προσάπτω]
42861προσαράζωπρο-σα-ρά-ζω ρ. (αμτβ.) {προσάρα-ξε, -ξει, προσαράζ-οντας}: (για πλοίο) προσκρούω ή/και ακινητοποιούμαι στα ρηχά ή πάνω σε βράχια: Το σκάφος ~ξε σε βραχονησίδα/στα ανοιχτά του κόλπου. Πβ. εξοκέλλω. [< μτγν. προσαράσσω]
42862προσάραξηπρο-σά-ρα-ξη ουσ. (θηλ.): πρόσκρουση πλοίου στα ρηχά ή σε βράχο: ~ αλιευτικού σε ξέρα. Πβ. κάθισμα. [< μτγν. προσάραξις]
42863προσαρμογέαςπρο-σαρ-μο-γέ-ας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που επιτρέπει τη σύνδεση συσκευών με ανόμοιες υποδοχές ή με διαφορετική ισχύ ρεύματος: ασύρματος/τερματικός ~. ~ διακομιστή/δικτύου/ήχου/τροφοδοσίας/φορτιστή. ΣΥΝ. αντάπτορας [< αγγλ. adapter, 1907, γαλλ. adaptateur, 1948]
42864προσαρμογήπρο-σαρ-μο-γή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) η διαδικασία μεταβολής, ώστε να επιτευχθεί εναρμόνιση ή εξοικείωση με κάτι καινούργιο ή διαφορετικό: βίαιη/δημοσιονομική/διαρθρωτική/ήπια/οικονομική/ομαλή/πολιτισμική (πβ. προσπολιτισμός) ~. ~ επιτοκίων/κειμένων/όρων (δανείου)/τιμής. ~ στις αλλαγές/στις εξελίξεις/στα διεθνή πρότυπα/στις νέες συνθήκες και τεχνολογίες. Μέτρα/(ΝΟΜ.) πράξη/προσπάθεια/χρόνος ~ής. Αναγκαίες/θεσμικές/οργανωτικές ~ές. ~ λογοτεχνικών έργων για τη μεγάλη οθόνη (βλ. διασκευή). ~ στους νέους κανόνες (πβ. συμμόρφωση).|| Κοινωνική/σχολική/ψυχολογική ~. ~ των μεταναστών στο νέο περιβάλλον. Αδυναμία/διαταραχή/δυσκολίες/ικανότητα/περίοδος ~ής.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~ οργανισμού στη θερμότητα/στην ξηρασία/στο ψύχος (πβ. εγκλιματισμός). ~ οφθαλμού. ~ της όρασης στο σκοτάδι. Άσκηση και μεταβολικές ~ές.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ πληροφοριακού συστήματος. ~ εφαρμογών/(ιστο)σελίδας/λογισμικού. Βλ. ανα~. 2. (σπάν.-λόγ.) σύνδεση αντικειμένου με ένα άλλο, ρύθμιση πράγματος, στοιχείου, ώστε να ταιριάξει με κάτι άλλο: ~ σιγαστήρα στην εξάτμιση (= εφαρμογή). Πβ. συναρμογή. 3. ΒΙΟΛ. διεργασία σταδιακής γενετικής αλλαγής μέσω της οποίας ένας πληθυσμός έμβιων όντων προσαρμόζεται σε ορισμένα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντός του. Βλ. φυσική επιλογή. [< μτγν. προσαρμογή ‘συνένωση’, γαλλ. adaptation]
42865προσαρμόζωπρο-σαρ-μό-ζω ρ. (μτβ.) {προσάρμο-σα, -σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, προσαρμόζ-οντας, -όμενος, προσαρμο-σμένος} 1. (μτφ.) αλλάζω, μεταβάλλω κάτι, ώστε να ταιριάξει, να εναρμονιστεί ή να ευθυγραμμιστεί με κάτι άλλο καινούργιο ή διαφορετικό: ~ το πρόγραμμά/τη στάση/τη συμπεριφορά μου. ~εται γρήγορα στις αλλαγές. Έχει ~στεί στα καινούργια δεδομένα/πρότυπα (πβ. εξοικειώνομαι). ~στηκε πλήρως στον ρόλο του/στη νέα πραγματικότητα. Βλ. ανα~. Το παιδί ~στηκε εύκολα στο σχολικό περιβάλλον. ~σμένη: αναζήτηση/λύση/τιμή. ~σμένο: κείμενο. 2. εφαρμόζω ή ρυθμίζω κάτι, ώστε να ταιριάξει με κάτι άλλο, συνδέω, στερεώνω: Βάση που ~εται σταθερά στο τιμόνι. Προσαρμόστε την οθόνη του υπολογιστή στο ύψος των ματιών σας. ~σμένος: μοχλός αλλαγής ταχυτήτων. ~σμένο: κάθισμα αυτοκινήτου. [< αρχ. προσαρμόζω ‘συνδέω, ταιριάζω, συσχετίζω’, γαλλ. adapter]
42866προσαρμόσιμος, η, ο προ-σαρ-μό-σι-μος επίθ.: που μπορεί να προσαρμοστεί κάπου με ευκολία: ~η: στήριξη τοίχου. Προγράμματα ~α στις ανάγκες των χρηστών.|| (για πρόσ.) ~ σε δύσκολες καταστάσεις (ΑΝΤ. απροσάρμοστος). Πβ. ευπροσάρμοστος, προσαρμοστικός. [< γαλλ. adaptable]
42867προσαρμοσιμότηταπρο-σαρ-μο-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προσαρμόσιμου: ~ εφαρμογής/υπολογιστή (σε απαιτήσεις). Πβ. προσαρμοστικότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. adaptabilité, 1932]
42868προσαρμοστικός, ή, ό προ-σαρ-μο-στι-κός επίθ.: που συντελεί στην προσαρμογή ή προσαρμόζεται εύκολα: ~ή: ικανότητα/συμπεριφορά. ~ό: περιβάλλον. ~ά: (εκπαιδευτικά/μαθησιακά) συστήματα.|| ~ός: φωτισμός (οχήματος). ~οί: μηχανισμοί (ζώων, φυτών).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: έλεγχος (: που προσαρμόζεται σε μεταβαλλόμενες παραμέτρους και λειτουργεί σε πραγματικό χρόνο).|| (για πρόσ.) ~ός: άνθρωπος. Πβ. ευέλικτος, ευπροσάρμοστος, προσαρμόσιμος. ΑΝΤ. απροσάρμοστος, δυσπροσάρμοστος [< γαλλ. adaptable, αγγλ. adaptive]
42869προσαρμοστικότηταπρο-σαρ-μο-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προσαρμοστικού: ~ επιχειρήσεων στις νέες συνθήκες αγοράς. ~ στο εργασιακό περιβάλλον. Πβ. προσαρμοσιμότητα.
42870προσάρτημαπρο-σάρ-τη-μα ουσ. (ουδ.): οτιδήποτε προστίθεται σε κάτι άλλο: ~ ισολογισμού/σύμβασης/συμβολαίου. Βλ. παράρτημα. [< μτγν. προσάρτημα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.