Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [43440-43460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42871προσάρτησηπρο-σάρ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ενσωμάτωση, υπαγωγή ξένων εδαφών ή χώρας σε άλλο κράτος. 2. σύνδεση: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δίσκου/συστημάτων αρχείων. [< 1: γαλλ. annexion 2: μτγν. προσάρτησις, αγγλ. attachment]
42872προσαρτώ[προσαρτῶ] προ-σαρ-τώ ρ. (μτβ.) {προσαρτ-άς ... | προσάρτ-ησε, -άται, -ήθηκε, -ώμενος, -ημένος} (λόγ.) 1. (για κράτος) ενσωματώνω εδάφη στην επικράτειά μου. 2. συνδέω ή ενώνω κάτι σε κάτι άλλο: Στην επιστολή ~άται σχετικό έγγραφο/παράρτημα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ημένα: αρχεία (= συνημμένα). Πβ. (επι)συνάπτω. [< 1: γαλλ. annexer 2: αρχ. προσαρτῶ, αγγλ. attach]
42873προσαυξάνωπρο-σαυ-ξά-νω ρ. (μτβ.) {προσαύξ-ησε, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, προσαυξάν-οντας, προσαυξ-ημένος} (επίσ.): αυξάνω περισσότερο: Επίδομα/μισθός/σύνταξη που ~ήθηκε. Αμοιβή/τιμή ~ημένη κατά ... %. [< μτγν. προσαυξάνω]
42874προσαύξησηπρο-σαύ-ξη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): επιπλέον αύξηση ποσού: μισθολογική ~. ~ αποδοχών/φόρου. Βλ. επίδομα. [< μτγν. προσαύξησις]
42875προσαυξητικός, ή, ό προ-σαυ-ξη-τι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με την προσαύξηση: ~ό: κόστος. ● επίρρ.: προσαυξητικά
42876προσβάλλω

προ-σβάλ-λω ρ. (μτβ.) {αόρ. πρόσβαλα (λόγ.) προσέβαλα, προσβάλει, προσβλή-θηκα (λόγ. προσεβλήθη, προσεβλήθησαν), -θεί, προσβλημένος (λόγ.) προσβεβλημένος, προσβαλλ-όμενος, προσβάλλ-οντας} 1. μιλώ, φέρομαι απρεπώς, υβριστικά, υποβιβάζω, θίγω κάποιον ή κάτι: Τον προσέβαλε βάναυσα/δημοσίως. Με πρόσβαλε με τα σχόλιά του (πβ. μειώνω). Δεν ήθελα να σας προσβάλω. Συγγνώμη, αν σε πρόσβαλα. Χωρίς να θέλω να σε προσβάλω, να σου πω ότι ... ~ την αισθητική/τη δημόσια αιδώ/τα (χρηστά) ήθη/τους θεσμούς/το κράτος/τη μνήμη του νεκρού. ~ την αξιοπρέπεια/τα δικαιώματα/την τιμή κάποιου (πβ. ατιμάζω). Η ενέργειά του ~ει κάθε έννοια αξιοκρατίας/επιστημονικής δεοντολογίας. ~εται εύκολα/με το παραμικρό. ~θηκε η υπόληψή μου. Αισθάνομαι/δηλώνω/νιώθω βαθύτατα προσβεβλημένος (πβ. θιγμένος, παρεξηγημένος). 2. βλάπτω, προξενώ φθορά, αλλοίωση· ειδικότ. κάνω έφοδο, επίθεση: Νόσος που ~ει τους άνδρες/τις γυναίκες. Παθογόνοι μικροοργανισμοί ~ουν τα εσπεριδοειδή. ~θηκε από έιτζ/ηπατίτιδα/καρκίνο/λοίμωξη/μηνιγγίτιδα/φυματίωση (= έπαθε, κόλλησε).|| Η πλατίνα δεν ~εται από τα οξέα. Τα μάρμαρα ~ονται από τη ρύπανση και τη διάβρωση. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής ~θηκε από ιό.|| (ΣΤΡΑΤ.) Προσέβαλαν τις θέσεις/τον στόλο του εχθρού (πβ. επιτίθεμαι). Το υποβρύχιο ~θηκε από αεροπλάνα και αντιτορπιλικά. 3. ΝΟΜ. επιχειρώ να αναιρέσω την εγκυρότητα, τη νομιμότητα, το κύρος πράξης, απόφασης: ~ δικαστικά τη διαθήκη/το συμβόλαιο. ~όμενη: απόφαση. [< αρχ. προσβάλλω 1: γαλλ. offenser 2,3: γαλλ. attaquer]

42877πρόσβαση

πρό-σβα-ση ουσ. (θηλ.) 1. προσέγγιση ενός μέρους και το σημείο, η δίοδος από την οποία μπορεί κάποιος να το πλησιάσει: δημόσια ~. Εμποδίζω/επιτρέπω την ~. Η ~ στο λιμάνι/νησί είναι αδύνατη. Απρόσκοπτη/εύκολη ~ ατόμων με ειδικές ανάγκες σε χώρους ψυχαγωγίας. Οδηγίες/πληροφορίες ~ης. Οδικές ~άσεις από και προς το αεροδρόμιο. 2. δυνατότητα εισόδου, χρήσης, προσπέλασης: (ΠΛΗΡΟΦ.-ΔΙΑΔΙΚΤ.) απεριόριστη/ασύρματη/ασφαλής/δοκιμαστική/δωρεάν/ενσύρματη/ευρυζωνική ~. ~ στο διαδίκτυο/στην κοινωνία της πληροφορίας. ~ σε βάσεις δεδομένων/ηλεκτρονικά περιοδικά/συστήματα λογισμικού. ~ μέσω του παγκόσμιου ιστού. Διακοπή/δίκτυο/εταιρείες παροχής/όροι/πύλη/σημείο/υπηρεσίες/χρόνος ~ης. ~άσεις σε επιλεγμένες ιστοσελίδες (= επισκέψεις).|| Ανοιχτή/αποκλειστική/καθολική ~. ~ στη γνώση/στο θέμα. ~ σε αποτελέσματα έρευνας/επιστημονικές δημοσιεύσεις. Δυνατότητα ~ης. Δικαίωμα ~ης στην απασχόληση. Βαθμός/βεβαίωση ~ης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. 3. {συνήθ. στον πληθ.} σχέσεις, γνωριμίες με υψηλά ιστάμενα πρόσωπα που παρέχουν διευκολύνσεις: κοινωνικές/πολιτικές ~άσεις. Είχε κάποιες ~άσεις στο Υπουργείο. Δεν διαθέτει ~άσεις στον δήμο. ● ΣΥΜΠΛ.: έλεγχος πρόσβασης βλ. έλεγχος, ελεύθερη πρόσβαση βλ. ελεύθερος, κωδικός πρόσβασης βλ. κωδικός, οδός πρόσβασης/προσπέλασης βλ. οδός, φυσική πρόσβαση βλ. φυσικός [< 1: αρχ. πρόσβασις, γαλλ. accès, αγγλ. access]

42878προσβάσιμος, η, ο προ-σβά-σι-μος επίθ. (λόγ.): που επιτρέπει την πρόσβαση: ~ος: τουρισμός/χώρος. ~η: μορφή βιβλίου. ~η: πηγή πληροφοριών. ~ο: υλικό. Εύκολα ~ο νησί. Πβ. προσεγγίσ-, προσπελάσ-ιμος.|| Επιστημονικές δημοσιεύσεις δωρεάν/ελεύθερα ~ες στο διαδίκτυο/σε όλους. Ο δικτυακός τόπος είναι προσωρινά μη ~. Η υπηρεσία είναι ~η από την ιστοσελίδα ... [< μτγν. προσβάσιμος, γαλλ.-αγγλ. accessible]
42879προσβασιμότητα

προ-σβα-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δυνατότητα πρόσβασης: ηλεκτρονική/ψηφιακή ~/~ στο διαδίκτυο. Δήλωση/μενού ~ας. ~ υπηρεσιών από άτομα με αναπηρίες. Πβ. προσπελασιμότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. accessibilité, αγγλ. accessibility]

42880προσβλέπωπρο-σβλέ-πω ρ. (μτβ.) {προσέβλεψα} (+ σε) (λόγ.): στρέφω τις ελπίδες, προσδοκίες μου κάπου, κάνω αισιόδοξη πρόβλεψη: ~ στη βοήθειά σου. ~ με χαρά στη συνεργασία μας. Εταιρεία που ~ει στην αύξηση των κερδών της. Η χώρα ~ει σε σύσφιγξη των σχέσεών της με τα γειτονικά κράτη. Πβ. αποβλέπω, αποσκοπώ, ευελπιστώ. [< αρχ. προσβλέπω]
42881προσβλητικός, ή, ό προ-σβλη-τι-κός επίθ.: που προσβάλλει ή υποβιβάζει: ~ός: τρόπος/χαρακτηρισμός. ~ή: ενέργεια/κριτική/στάση/συμπεριφορά. ~ό: δημοσίευμα/περιεχόμενο/υλικό. ~ές: δηλώσεις/εκφράσεις/λέξεις. ~ά: λόγια/μηνύματα/σχόλια. Πβ. απαξιωτ-, εξευτελιστ-, μειωτ-, ταπεινωτ-ικός.|| (για πρόσ.) Μη γίνεσαι ~ απέναντί μου. ● επίρρ.: προσβλητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. προσβλητικός 'που βάλλει εναντίον', γαλλ. offensif]
42882προσβλητικότηταπρο-σβλη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προσβλητικού. Βλ. -ότητα.
42883προσβολήπρο-σβο-λή ουσ. (θηλ.) 1. απρεπής, υβριστική ενέργεια ή συμπεριφορά απέναντι σε κάποιον ή κάτι: ~ της (ανθρώπινης/γενετήσιας) αξιοπρέπειας/των δικαιωμάτων/του θρησκευτικού συναισθήματος/της ιδιωτικής ζωής/της μνήμης/της νοημοσύνης/της προσωπικότητας/της τιμής κάποιου. ~ των συμφερόντων τους. ~ εναντίον/σε βάρος κάποιου. ~ του έθνους/της δημοκρατίας/(ΝΟΜ.) της δημοσίας αιδούς/του διεθνούς δικαίου/του πολιτεύματος/της σημαίας/συμβόλου/του Συντάγματος/των χρηστών ηθών. ~ μνημείου/νεκρού. ~ κατά της ζωής/της σωματικής ακεραιότητας. Κάτι αποτελεί/θεωρείται/συνιστά μέγιστη ~. Μήνυση για ~ και δυσφήμιση. Είναι ~ να επιστρέφεις ένα δώρο. Ανέχομαι/καταπίνω/συγχωρώ/υφίσταμαι τις ~ές. 2. βλάβη, φθορά, αλλοίωση και ειδικότ. έφοδος, επίθεση εναντίον στόχου: (ΙΑΤΡ.) ~ του αναπνευστικού/των αρθρώσεων/των μυών/του κεντρικού νευρικού συστήματος. ~ από γρίπη/μικρόβιο/μύκητες. Άμεση ~ των εγκεφαλικών κυττάρων. ~ οργάνων από την υπέρταση. ~ές πανικού (= κρίσεις).|| ~ των καλλιεργειών από περονόσπορο. ~ του υπολογιστή από ιούς. Ενδεχόμενο/κίνδυνος/κρούσματα/συμπτώματα ~ής. Ανθεκτικότητα σε χημικές ~ές.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ εναέριου χώρου. 3. ΝΟΜ. προσπάθεια αναίρεσης της εγκυρότητας, της νομιμότητας, του κύρους πράξης, απόφασης, συμφωνίας: ~ διαθήκης/πατρότητας/πνευματικής ιδιοκτησίας. Αγωγή ~ής. Άρση της ~ής. ● ΣΥΜΠΛ.: καρδιακή προσβολή βλ. καρδιακός [< αρχ. προσβολή, γαλλ. attaque, offense]
42884προσγειωμένος, η, ο προ-σγει-ω-μέ-νος επίθ. 1. (μτφ.) που αντιμετωπίζει τα πράγματα ρεαλιστικά, έχει επαφή με την πραγματικότητα: ~ο: άτομο (πβ. ρεαλιστής. ΑΝΤ. αιθεροβάμων). Βλ. πατάω (γερά) στη γη. 2. που έχει προσγειωθεί: ~ο: αεροπλάνο. 3. (μτφ.) που κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα: ~ες: τιμές. ● επίρρ.: προσγειωμένα: στη σημ 1.
42885προσγειώνωπρο-σγει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {προσγείω-σε, -σει, -θηκα, -θεί, προσγειών-οντας, προσγειω-μένος} 1. κατευθύνω και ακινητοποιώ αεροσκάφος ή άλλο πτητικό μέσο στο έδαφος: Ο κυβερνήτης/πιλότος ~σε το αεροπλάνο με ασφάλεια στον διεθνή αερολιμένα/στην αεροπορική βάση (βλ. τροχοδρομεί). ~θηκε το διαστημικό λεωφορείο/μαχητικό. Πτήσεις τσάρτερ ~θηκαν στο αεροδρόμιο. Πβ. προσεδαφίζω. Βλ. προσ-θαλασσώνω, -σεληνώνω. ΑΝΤ. απογειώνω (1) 2. (μτφ.) κάνω κάποιον να συνειδητοποιήσει μια δεδομένη κατάσταση: ~ουν τις προσδοκίες μας. Η άρνησή της να βγούμε με ~σε (ανώμαλα). Μετά την ήττα η ομάδα ~θηκε απότομα (ΑΝΤ. αεροβατώ, αιθεροβατώ). 3. (μτφ.) μειώνω, συνήθ. την τιμή προϊόντος, ή ρίχνω, πετώ κάτι σε κάποιον: Η εταιρεία ~ει τις τιμές. ~ονται τα κέρδη.|| Δεν δίστασε να ~σει τη μαγκούρα στο κεφάλι του γείτονα. ● Παθ.: προσγειώνομαι: φτάνω από τον αέρα στο έδαφος και κατ' επέκτ. πέφτω κάπου απροσδόκητα: Οι ακροβάτες ~ονται σε προστατευτικά στρώματα. Αλεξιπτωτιστής ~θηκε σε γήπεδο.|| Έχασε την ισορροπία της και ~θηκε στο πάτωμα. Μετεωρίτης ~θηκε στην οροφή σπιτιού. ● ΦΡ.: προσγειώνω κάποιον στην πραγματικότητα: κάνω κάποιον να αποκτήσει συναίσθηση της πραγματικής κατάστασης: ~θηκαν στη σκληρή πραγματικότητα. [< 1, 3: γαλλ. atterrir 2: αγγλ. bring down to earth]
42886προσγείωσηπρο-σγεί-ω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσγειώνω: ~ αεροσκάφους/διαστημικού λεωφορείου (ΑΝΤ. απογείωση). ~ με ελικόπτερο. Διάδρομος/τέλη/φώτα/χώρος ~ης. Ετοιμαζόμαστε για ~. Αγώνες ~ώσεων ακριβείας. Πβ. προσεδάφιση. Βλ. προσ-θαλάσσωση, -σελήνωση.|| (μτφ.) ~ στην πραγματικότητα.|| ~ των τιμών (πβ. μείωση). ● ΣΥΜΠΛ.: ομαλή προσγείωση 1. (για αεροσκάφος, διαστημόπλοιο) που γίνεται αρκετά αργά, ώστε να μην προκληθεί σοβαρή ζημιά. 2. (μτφ.) σταδιακή προσαρμογή σε μια κατάσταση, συμβιβασμός: ~ ~ στην πραγματικότητα. ΑΝΤ. ανώμαλη προσγείωση (1) 3. ΟΙΚΟΝ. οικονομική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ποσοστό ανάπτυξης υψηλό, ώστε να αποφεύγεται η ύφεση, αλλά και χαμηλό, ώστε να αποτρέπει την εμφάνιση αυξημένου πληθωρισμού και επιτοκίων. [< αγγλ. soft landing] , αναγκαστική προσγείωση βλ. αναγκαστικός, ανώμαλη προσγείωση βλ. ανώμαλος, τυφλή προσγείωση βλ. τυφλός [< γαλλ. atterrissage, 1904]
42887προσγράφωπρο-σγρά-φω ρ. (μτβ.) {προσέγρα-ψε, προσγρά-ψει} (λόγ.): αναγνωρίζω ή αποδίδω κάτι σε κάποιον· συγκαταλέγω: Έχουν ~ψει στον συγγραφέα ένα μεταγενέστερο μυθιστόρημα.|| Το νέο μέτρο ~εται (= προσμετράται) στα θετικά της κυβερνητικής πολιτικής. [< αρχ. προσγράφω, γερμ. zuschreiben]
42888προσδένωπροσ-δέ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {προσέδε-σε (προφ.) πρόσδεσε, προσδέ-θηκε, -θεί, -μένος, (λογιότ.) -δεμένος, προσδέν-οντας} (λόγ.) 1. δένω κάτι σε κάτι άλλο: Το σκάφος ~σε στο λιμάνι. Παρακαλώ ~θείτε στα καθίσματά σας. Βλ. στερεώνω, συνδέω.|| (κατ' επέκτ.) Η οικονομία της χώρας ~εται στις ανάγκες της διεθνούς αγοράς. 2. (μτφ.) καθιστώ κάποιον ή κάτι υποχείριό μου: Χώρα που ~θηκε στο άρμα ξένης δύναμης. Πβ. υποτάσσω. [< 1: αρχ. προσδέω 2: γαλλ. attacher]
42889πρόσδεσηπρόσ-δε-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. δέσιμο: ~ πλοίου/σκάφους στο λιμάνι. Ιμάντες/σύστημα ~ης. Βλ. αγκυροβολία, πρυμνοδέτηση. 2. (σπάν.-μτφ.) εξάρτηση, υποταγή: ιδεολογική/κομματική/συναισθηματική ~. [< 1: μτγν. πρόσδεσις]
42890προσδετήραςπροσ-δε-τή-ρας ουσ. (αρσ.) (σπάν.-λόγ.): ΝΑΥΤ. συρμάτινο σχοινί ή καλώδιο σε πλοίο για την πρόσδεση αντικειμένων. Βλ. -τήρας.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.