Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [43440-43460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42884προσγειωμένος, η, ο προ-σγει-ω-μέ-νος επίθ. 1. (μτφ.) που αντιμετωπίζει τα πράγματα ρεαλιστικά, έχει επαφή με την πραγματικότητα: ~ο: άτομο (πβ. ρεαλιστής. ΑΝΤ. αιθεροβάμων). Βλ. πατάω (γερά) στη γη. 2. που έχει προσγειωθεί: ~ο: αεροπλάνο. 3. (μτφ.) που κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα: ~ες: τιμές. ● επίρρ.: προσγειωμένα: στη σημ 1.
42885προσγειώνωπρο-σγει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {προσγείω-σε, -σει, -θηκα, -θεί, προσγειών-οντας, προσγειω-μένος} 1. κατευθύνω και ακινητοποιώ αεροσκάφος ή άλλο πτητικό μέσο στο έδαφος: Ο κυβερνήτης/πιλότος ~σε το αεροπλάνο με ασφάλεια στον διεθνή αερολιμένα/στην αεροπορική βάση (βλ. τροχοδρομεί). ~θηκε το διαστημικό λεωφορείο/μαχητικό. Πτήσεις τσάρτερ ~θηκαν στο αεροδρόμιο. Πβ. προσεδαφίζω. Βλ. προσ-θαλασσώνω, -σεληνώνω. ΑΝΤ. απογειώνω (1) 2. (μτφ.) κάνω κάποιον να συνειδητοποιήσει μια δεδομένη κατάσταση: ~ουν τις προσδοκίες μας. Η άρνησή της να βγούμε με ~σε (ανώμαλα). Μετά την ήττα η ομάδα ~θηκε απότομα (ΑΝΤ. αεροβατώ, αιθεροβατώ). 3. (μτφ.) μειώνω, συνήθ. την τιμή προϊόντος, ή ρίχνω, πετώ κάτι σε κάποιον: Η εταιρεία ~ει τις τιμές. ~ονται τα κέρδη.|| Δεν δίστασε να ~σει τη μαγκούρα στο κεφάλι του γείτονα. ● Παθ.: προσγειώνομαι: φτάνω από τον αέρα στο έδαφος και κατ' επέκτ. πέφτω κάπου απροσδόκητα: Οι ακροβάτες ~ονται σε προστατευτικά στρώματα. Αλεξιπτωτιστής ~θηκε σε γήπεδο.|| Έχασε την ισορροπία της και ~θηκε στο πάτωμα. Μετεωρίτης ~θηκε στην οροφή σπιτιού. ● ΦΡ.: προσγειώνω κάποιον στην πραγματικότητα: κάνω κάποιον να αποκτήσει συναίσθηση της πραγματικής κατάστασης: ~θηκαν στη σκληρή πραγματικότητα. [< 1, 3: γαλλ. atterrir 2: αγγλ. bring down to earth]
42886προσγείωσηπρο-σγεί-ω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσγειώνω: ~ αεροσκάφους/διαστημικού λεωφορείου (ΑΝΤ. απογείωση). ~ με ελικόπτερο. Διάδρομος/τέλη/φώτα/χώρος ~ης. Ετοιμαζόμαστε για ~. Αγώνες ~ώσεων ακριβείας. Πβ. προσεδάφιση. Βλ. προσ-θαλάσσωση, -σελήνωση.|| (μτφ.) ~ στην πραγματικότητα.|| ~ των τιμών (πβ. μείωση). ● ΣΥΜΠΛ.: ομαλή προσγείωση 1. (για αεροσκάφος, διαστημόπλοιο) που γίνεται αρκετά αργά, ώστε να μην προκληθεί σοβαρή ζημιά. 2. (μτφ.) σταδιακή προσαρμογή σε μια κατάσταση, συμβιβασμός: ~ ~ στην πραγματικότητα. ΑΝΤ. ανώμαλη προσγείωση (1) 3. ΟΙΚΟΝ. οικονομική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ποσοστό ανάπτυξης υψηλό, ώστε να αποφεύγεται η ύφεση, αλλά και χαμηλό, ώστε να αποτρέπει την εμφάνιση αυξημένου πληθωρισμού και επιτοκίων. [< αγγλ. soft landing] , αναγκαστική προσγείωση βλ. αναγκαστικός, ανώμαλη προσγείωση βλ. ανώμαλος, τυφλή προσγείωση βλ. τυφλός [< γαλλ. atterrissage, 1904]
42887προσγράφωπρο-σγρά-φω ρ. (μτβ.) {προσέγρα-ψε, προσγρά-ψει} (λόγ.): αναγνωρίζω ή αποδίδω κάτι σε κάποιον· συγκαταλέγω: Έχουν ~ψει στον συγγραφέα ένα μεταγενέστερο μυθιστόρημα.|| Το νέο μέτρο ~εται (= προσμετράται) στα θετικά της κυβερνητικής πολιτικής. [< αρχ. προσγράφω, γερμ. zuschreiben]
42888προσδένωπροσ-δέ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {προσέδε-σε (προφ.) πρόσδεσε, προσδέ-θηκε, -θεί, -μένος, (λογιότ.) -δεμένος, προσδέν-οντας} (λόγ.) 1. δένω κάτι σε κάτι άλλο: Το σκάφος ~σε στο λιμάνι. Παρακαλώ ~θείτε στα καθίσματά σας. Βλ. στερεώνω, συνδέω.|| (κατ' επέκτ.) Η οικονομία της χώρας ~εται στις ανάγκες της διεθνούς αγοράς. 2. (μτφ.) καθιστώ κάποιον ή κάτι υποχείριό μου: Χώρα που ~θηκε στο άρμα ξένης δύναμης. Πβ. υποτάσσω. [< 1: αρχ. προσδέω 2: γαλλ. attacher]
42889πρόσδεσηπρόσ-δε-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. δέσιμο: ~ πλοίου/σκάφους στο λιμάνι. Ιμάντες/σύστημα ~ης. Βλ. αγκυροβολία, πρυμνοδέτηση. 2. (σπάν.-μτφ.) εξάρτηση, υποταγή: ιδεολογική/κομματική/συναισθηματική ~. [< 1: μτγν. πρόσδεσις]
42890προσδετήραςπροσ-δε-τή-ρας ουσ. (αρσ.) (σπάν.-λόγ.): ΝΑΥΤ. συρμάτινο σχοινί ή καλώδιο σε πλοίο για την πρόσδεση αντικειμένων. Βλ. -τήρας.
42891προσδίδωπροσ-δί-δω ρ. (μτβ.) {προσέδω-σα, προσδό-θηκε} (λόγ.) & προσδίνω: δίνω ένα επιπλέον, συνήθ. θετικό, χαρακτηριστικό σε κάποιον ή κάτι: ~ει βάρος (= βαραίνει)/ομορφιά (= ομορφαίνει). Τα μπαχαρικά ~ουν γεύση στο φαγητό. Γεγονός που ~ει άλλες διαστάσεις στις συνομιλίες. Η ομιλία του ~σε συγκινητικό τόνο στην εκδήλωση. [< αρχ. προσδίδωμι]
42892προσδιορίζωπροσ-δι-ο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {προσδιόρι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, προσδιορίζ-οντας, -όμενος}: ορίζω κάτι συνήθ. με ακρίβεια, καθορίζω: Μελέτη που ~ει τους βασικούς παράγοντες ... ~στηκε το επίκεντρο του σεισμού/η ταχύτητα του οχήματος/το ύψος της αποζημίωσης. Για τον επόμενο μήνα ~στηκε η δίκη του ... Στο συνέδριο ~στηκαν με σαφήνεια οι στόχοι του κόμματος. ~σμένος: ρόλος/στόχος/χώρος (ΑΝΤ. απροσδιόριστος). ~σμένα: όρια. Πβ. οριοθετώ.|| (ΓΡΑΜΜ., για όρο πρότασης που χαρακτηρίζει, διασαφηνίζει ή συμπληρώνει κάποιον άλλον:) Επίθετο που ~ει ουσιαστικό. [< αρχ. προσδιορίζω]
42893προσδιορίσιμος, η, ο προσ-δι-ο-ρί-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να συγκριθεί: ~ιμοι: στόχοι. Σαφώς ~ιμα όρια.
42894προσδιορισμόςπροσ-δι-ο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. καθορισμός: γεωγραφικός/λογιστικός ~. ~ του βάρους/του εισοδήματος/της ηλικίας/της θέσης/του κόστους. Αντικειμενικός ~ αξίας ακινήτου. Πβ. ορισμός. Βλ. αυτο~, επανα~, -ισμός. 2. ΓΡΑΜΜ. όρος μιας πρότασης που συμπληρώνει την έννοια άλλων όρων της: εμπρόθετος ~ (: που εκφέρεται με πρόθεση). ● ΣΥΜΠΛ.: επιθετικός προσδιορισμός βλ. επιθετικός, επιρρηματικός προσδιορισμός βλ. επιρρηματικός, ετερόπτωτος προσδιορισμός βλ. ετερόπτωτος, κατηγορηματικός προσδιορισμός βλ. κατηγορηματικός, ομοιόπτωτος προσδιορισμός βλ. ομοιόπτωτος, ονοματικός προσδιορισμός βλ. ονοματικός [< μτγν. προσδιορισμός, γαλλ. détermination, déterminatif]
42895προσδιοριστήςπροσ-δι-ο-ρι-στής ουσ. (αρσ.): προσδιοριστικός παράγοντας: ~ές της υγείας (π.χ. η διατροφή, το κοινωνικό περιβάλλον του ατόμου). [< αγγλ. determinant]
42896προσδιοριστικός, ή, ό προσ-δι-ο-ρι-στι-κός επίθ.: που προσδιορίζει, καθορίζει: ~οί: παράγοντες (της εθνικής ταυτότητας). ~ά: στοιχεία.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ή: πρόταση (βλ. ονοματικός). Γενική ~ή (π.χ. συλλογή γραμματοσήμων). [< μεσν. προσδιοριστικός, γαλλ. déterminant]
42897προσδοκίαπροσ-δο-κί-α ουσ. (θηλ.) {προσδοκιών}: προσμονή για κάτι που θέλουμε να συμβεί, θετική εκτίμηση, αισιόδοξη πρόβλεψη μελλοντικής κατάστασης· συνεκδ. καθετί που αποτελεί αντικείμενο επιθυμίας: ~ αλλαγής. ~ για μείωση των επιτοκίων. Μεγαλύτερη ~ ζωής (= το προσδόκιμο ζωής). Η συμμετοχή των πολιτών στις κάλπες ξεπέρασε κάθε ~. Η ανάπτυξη είναι ανώτερη/κατώτερη των ~ών. Διακρατική συνεργασία με την ~ να ... Διαψευσμένες/μεγάλες/μειωμένες/υπέρμετρες/υψηλές/χαμηλές ~ες. Διάψευση/επιβεβαίωση ~ών. Η παράσταση αποδείχθηκε αντάξια/κατώτερη των ~ών του κοινού. ● ΦΡ.: παρά (πάσαν) προσδοκία(ν) (λόγ.): αντίθετα με ό,τι περιμένει κάποιος., πάνω/πέρα από κάθε προσδοκία & πέραν κάθε προσδοκίας: για κάτι που ξεπερνά κάθε αισιόδοξη πρόβλεψη· απροσδόκητα, αναπάντεχα: Σημειώνει επιτυχία ~ ~. Ετοιμάζουν ένα οπτικό υπερθέαμα ~ ~. Η ανταπόκριση του κοινού ήταν άμεση και ~ ~. Πβ. πέρα από κάθε φαντασία. [< αρχ. προσδοκία]
7396προσδοκιες

, η, ο [ἀσύμβατος] α-σύμ-βα-τος επίθ. 1. (λόγ.) που δεν είναι συμβατός, δεν μπορεί να συνυπάρξει ή να λειτουργήσει παράλληλα με κάποιον άλλο: ~οι: κόσμοι/όροι. ~ες: έννοιες (πβ αντικρουόμενες). ~α: υλικά (: που δεν δένουν μεταξύ τους). Οι δρόμοι τους είναι ~οι. Προσδοκίες ~ες με την πραγματικότητα (= εξωπραγματικές). Οι πράξεις του είναι ~ες με τα (: αντιτίθενται στα) λόγια του. Συμφωνία ασύμβατη με/προς το διεθνές δίκαιο.|| (ως ουσ.) Το ~ο παρελθόντος και παρόντος. 2. ΙΑΤΡ. που δεν γίνεται δεκτός από τον οργανισμό: ~η: μετάγγιση/ομάδα αίματος.|| Μεταμοσχεύσεις από ~ο δότη. 3. ΠΛΗΡΟΦ. (για ηλεκτρονικό σύστημα ή συσκευή) που δεν μπορεί να λειτουργήσει σε συνεργασία ή να ανταλλάξει πληροφορίες με άλλο. ΑΝΤ. συμβατός (2) ● επίρρ.: ασύμβατα ● ΣΥΜΠΛ.: ασύμβατες ευθείες: ΜΑΘ. που δεν βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο και δεν έχουν κανένα κοινό σημείο και για τον λόγο αυτό δεν μπορούν να είναι παράλληλες ούτε να τέμνονται. [< αρχ. ἀσύμβατος ‘που δεν συμβιβάζεται’, αγγλ.-γαλλ. incompatible]

42898προσδόκιμος, η, ο προσ-δό-κι-μος επίθ. (λόγ.): που προσδοκάται· κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: το προσδόκιμο ζωής/επιβίωσης & προσδόκιμο όριο ζωής & προσδοκώμενος/προσδόκιμος χρόνος ζωής (επιστ.): η αναμενόμενη μέση διάρκεια ζωής μιας ευρύτερης ομάδας ανθρώπων: ~ ~ των ανδρών/γυναικών. Το κάπνισμα μειώνει ~ ~. [< αγγλ. life expectancy] [< αρχ. προσδόκιμος]
42899προσδοκώ[προσδοκῶ] προσ-δο-κώ ρ. (μτβ.) {προσδοκ-άς ..., -ώντας | προσδοκ-άται, -ώμενος} (λόγ.): περιμένω να γίνει κάτι που επιθυμώ, θεωρώ πολύ πιθανό να συμβεί κάτι: Οι καταστηματάρχες ~ούν αύξηση των πωλήσεών τους. Με τα νέα μέτρα ~άται η εξυγίανση της εταιρείας. Από την είσπραξη των φόρων ~ώνται έσοδα ύψους ... ευρώ. ~ώμενη: απόδοση. ~ώμενο: κέρδος/όφελος. ~ώμενα: αποτελέσματα. Πβ. ανα-, προσ-μένω.|| (ΓΡΑΜΜ., ως ουσ.) Υποθετικός λόγος που δηλώνει το ~ώμενο. ΑΝΤ. απεύχομαι ● ΣΥΜΠΛ.: το προσδόκιμο ζωής/επιβίωσης βλ. προσδόκιμος [< αρχ. προσδοκῶ]
42900πρόσδοσηπρόσ-δο-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-επίσ.): το να προσδίδεται ένα γνώρισμα ή μια ιδιότητα σε κάποιον ή κάτι: ~ τίτλου (σε πρόσωπο). ~ πατρωνύμου.|| (κατ' επέκτ.) ~ θερμότητας (στον χώρο). [< μτγν. πρόσδοσις 'προσθήκη']
42901προσεγγίζωπρο-σεγ-γί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {προσέγγι-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, προσεγγίζ-οντας} 1. επιδιώκω την ανάπτυξη σχέσεων με κάποιο πρόσωπο, συνήθ. με συγκεκριμένο σκοπό· πλησιάζω: ~σαν τις δύο πλευρές, ώστε να βρεθεί λύση. Τον ~σαν, για να σκηνοθετήσει την ταινία. Οι επιχειρήσεις που ~στηκαν, ανταποκρίθηκαν θετικά.|| Το πλοίο ~σε το λιμάνι (ΑΝΤ. απομακρύνομαι). Πβ. ζυγώνω, σιμώνω. 2. (μτφ.) εξετάζω, μελετώ, πραγματεύομαι κάτι: ~ τα γεγονότα/το έργο κάποιου/το πρόβλημα/την υπόθεση (πβ. αντιμετωπίζω). Το θέμα ~στηκε σφαιρικά.προσεγγίζει: είναι σχεδόν, αγγίζει, φτάνει: ~ την αλήθεια/τα όρια της ανοησίας/την τελειότητα. Η αποδοτικότητα των κεφαλαίων ~ το 10%. Το έλλειμμα ~σε τα ... εκατομμύρια ευρώ. [< 1: μτγν. προσεγγίζω, γαλλ. rapprocher 2: αγγλ. approach]
42902προσέγγισηπρο-σέγ-γι-ση ουσ. (θηλ.) 1. πλησίασμα και κατ' επέκτ. συμφωνία, σύγκλιση: ~ του πλοίου στο λιμάνι. Δυνατότητα/οδηγίες/ταχύτητα ~ης. Λόγω του πλήθους, η ~ στην είσοδο του καταστήματος ήταν αδύνατη. Πβ. ζύγωμα, πρόσβαση, προσπέλαση.|| (μτφ.) ~ πελατών. Εξατομικευμένη ~ των μαθητών.|| ~ συνεργασίας. ~ των απόψεων/νομοθεσιών. Απόπειρα/βήμα/κλίμα/προσπάθεια/σχέδιο/τρόπος ~ης. Δεν μπορεί να υπάρξει ~ μεταξύ των δύο χωρών. Βλ. επανα~. 2. εξέταση, μελέτη, θεώρηση: αναλυτική/βιωματική/γλωσσική/δημιουργική/δημοσιογραφική/διδακτική/διεπιστημονική/επικοινωνιακή/θεολογική/κοινωνιολογική/κριτική/οικολογική/παιδαγωγική/πολιτική/πολιτιστική/πολυπαραγοντική/πρακτική/συγκριτική/σφαιρική/τεχνική/φιλοσοφική/ψυχολογική ~. Διαπολιτισμικές/εικαστικές/εναλλακτικές/ερμηνευτικές/θεωρητικές/καινοτόμες/μεθοδολογικές/πειραματικές/συστημικές ~ίσεις. Διαγνωστική και θεραπευτική ~ μιας ασθένειας (πβ. αντιμετώπιση). Επιστημολογική/ιστορική ~ του θέματος. Τεχνολογική ~ στο πρόβλημα της ρύπανσης. Επιχειρεί μια πρώτη ~ της ιστορίας της εκπαίδευσης. Σύγχρονες ~ίσεις στη διδασκαλία της γλώσσας.|| (ΜΑΘ.) Θεωρία ~ίσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: διαθεματική προσέγγιση βλ. διαθεματικός, ολιστική προσέγγιση βλ. ολιστικός ● ΦΡ.: κατά προσέγγιση: περίπου, με μικρή απόκλιση: ~ ~ εκτιμήσεις. Υπολογίστε την απόσταση ~ ~. Το βάρος του φορτίου ανέρχεται ~ ~ στα ογδόντα κιλά. Βλ. κατ' εκτίμηση. ΑΝΤ. με μεγάλη ακρίβεια [< 1: μτγν. προσέγγισις, γαλλ. approximation, rapprochement 2: αγγλ. approach]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.