| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42900 | πρόσδοση | πρόσ-δο-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-επίσ.): το να προσδίδεται ένα γνώρισμα ή μια ιδιότητα σε κάποιον ή κάτι: ~ τίτλου (σε πρόσωπο). ~ πατρωνύμου.|| (κατ' επέκτ.) ~ θερμότητας (στον χώρο). [< μτγν. πρόσδοσις 'προσθήκη'] | |
| 42901 | προσεγγίζω | προ-σεγ-γί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {προσέγγι-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, προσεγγίζ-οντας} 1. επιδιώκω την ανάπτυξη σχέσεων με κάποιο πρόσωπο, συνήθ. με συγκεκριμένο σκοπό· πλησιάζω: ~σαν τις δύο πλευρές, ώστε να βρεθεί λύση. Τον ~σαν, για να σκηνοθετήσει την ταινία. Οι επιχειρήσεις που ~στηκαν, ανταποκρίθηκαν θετικά.|| Το πλοίο ~σε το λιμάνι (ΑΝΤ. απομακρύνομαι). Πβ. ζυγώνω, σιμώνω. 2. (μτφ.) εξετάζω, μελετώ, πραγματεύομαι κάτι: ~ τα γεγονότα/το έργο κάποιου/το πρόβλημα/την υπόθεση (πβ. αντιμετωπίζω). Το θέμα ~στηκε σφαιρικά. ● προσεγγίζει: είναι σχεδόν, αγγίζει, φτάνει: ~ την αλήθεια/τα όρια της ανοησίας/την τελειότητα. Η αποδοτικότητα των κεφαλαίων ~ το 10%. Το έλλειμμα ~σε τα ... εκατομμύρια ευρώ. [< 1: μτγν. προσεγγίζω, γαλλ. rapprocher 2: αγγλ. approach] | |
| 42902 | προσέγγιση | προ-σέγ-γι-ση ουσ. (θηλ.) 1. πλησίασμα και κατ' επέκτ. συμφωνία, σύγκλιση: ~ του πλοίου στο λιμάνι. Δυνατότητα/οδηγίες/ταχύτητα ~ης. Λόγω του πλήθους, η ~ στην είσοδο του καταστήματος ήταν αδύνατη. Πβ. ζύγωμα, πρόσβαση, προσπέλαση.|| (μτφ.) ~ πελατών. Εξατομικευμένη ~ των μαθητών.|| ~ συνεργασίας. ~ των απόψεων/νομοθεσιών. Απόπειρα/βήμα/κλίμα/προσπάθεια/σχέδιο/τρόπος ~ης. Δεν μπορεί να υπάρξει ~ μεταξύ των δύο χωρών. Βλ. επανα~. 2. εξέταση, μελέτη, θεώρηση: αναλυτική/βιωματική/γλωσσική/δημιουργική/δημοσιογραφική/διδακτική/διεπιστημονική/επικοινωνιακή/θεολογική/κοινωνιολογική/κριτική/οικολογική/παιδαγωγική/πολιτική/πολιτιστική/πολυπαραγοντική/πρακτική/συγκριτική/σφαιρική/τεχνική/φιλοσοφική/ψυχολογική ~. Διαπολιτισμικές/εικαστικές/εναλλακτικές/ερμηνευτικές/θεωρητικές/καινοτόμες/μεθοδολογικές/πειραματικές/συστημικές ~ίσεις. Διαγνωστική και θεραπευτική ~ μιας ασθένειας (πβ. αντιμετώπιση). Επιστημολογική/ιστορική ~ του θέματος. Τεχνολογική ~ στο πρόβλημα της ρύπανσης. Επιχειρεί μια πρώτη ~ της ιστορίας της εκπαίδευσης. Σύγχρονες ~ίσεις στη διδασκαλία της γλώσσας.|| (ΜΑΘ.) Θεωρία ~ίσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: διαθεματική προσέγγιση βλ. διαθεματικός, ολιστική προσέγγιση βλ. ολιστικός ● ΦΡ.: κατά προσέγγιση: περίπου, με μικρή απόκλιση: ~ ~ εκτιμήσεις. Υπολογίστε την απόσταση ~ ~. Το βάρος του φορτίου ανέρχεται ~ ~ στα ογδόντα κιλά. Βλ. κατ' εκτίμηση. ΑΝΤ. με μεγάλη ακρίβεια [< 1: μτγν. προσέγγισις, γαλλ. approximation, rapprochement 2: αγγλ. approach] | |
| 42903 | προσεγγίσιμος | , η, ο προ-σεγ-γί-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί κάποιος να τον πλησιάσει, φτάσει, προσεγγίσει: περιοχή δύσκολα ~η. Πβ. προσβάσιμος.|| (για πρόσ.) Είναι άνθρωπος εύκολα ~.|| (μτφ.) ~ο: θέμα (πβ. βατός, κατανοήσιμος). [< γαλλ. approchable] | |
| 42904 | προσεγγιστικός | , ή, ό προ-σεγ-γι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην προσέγγιση, που γίνεται κατά προσέγγιση: ~ός: (ΜΑΘ.) αλγόριθμος/δείκτης/υπολογισμός. ~ή: εκτίμηση/λύση/μέθοδος/σχέση/τιμή. ● επίρρ.: προσεγγιστικά: Μια σελίδα κειµένου περιέχει ~ ... χαρακτήρες (πβ. κατά προσέγγιση, περίπου). [< γαλλ. approximatif] | |
| 42905 | προσεγμένος | , η, ο προ-σεγ-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει γίνει προσεκτικά και με επιμέλεια: ~ος: σχεδιασμός/χώρος. ~η: γλώσσα/διακόσμηση/διατροφή/δουλειά/έκδοση/εμφάνιση (= περιποιημένη)/κατασκευή. ~ο: μενού/ντύσιμο/περιβάλλον. ~ες: κινήσεις/λεπτομέρειες. ~α: κείμενα. Πβ. φροντισμένος. ΣΥΝ. επιμελημένος ● επίρρ.: προσεγμένα ● βλ. προσέχω | |
| 42906 | προσεδαφίζω | προ-σε-δα-φί-ζω ρ. (μτβ.) {προσεδάφι-σε, προσεδαφί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος· συνήθ. μεσοπαθ.}: προσγειώνω συνήθ. διαστημικό όχημα: Το διαστημόπλοιο ~στηκε με επιτυχία στη Σελήνη (= προσσεληνώθηκε). [< πβ. μτγν. προσεδαφίζω ‘κατεδαφίζω’, γαλλ. atterrir] | |
| 42907 | προσεδάφιση | προ-σε-δά-φι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του προσεδαφίζω. Πβ. προσ-γείωση, -σελήνωση. Βλ. προσθαλάσσωση. [< γαλλ. atterrissage, 1904] | |
| 42908 | πρόσεδρος | , η/ος, ο πρό-σε-δρος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πρόσεδρο μέλος (επίσ.): αντεπιστέλλον ή μη τακτικό μέλος επιστημονικού, πνευματικού ιδρύματος ή εταιρείας. [< αρχ. πρόσεδρος ‘που κάθεται δίπλα’] | |
| 42909 | προσεισμικός | , ή, ό προ-σει-σμι-κός επίθ.: ΓΕΩΦ. που σχετίζεται με προσεισμό: ~ός: έλεγχος κτιρίων. ~ή: δόνηση/δραστηριότητα/ενίσχυση (κατασκευών). Βλ. αντισεισμικός. ΑΝΤ. μετασεισμικός ● επίρρ.: προσεισμικά | |
| 42910 | προσεισμός | προ-σει-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΦ. σεισμική δόνηση που προηγείται χρονικά του κυρίως σεισμού και είναι μικρότερου μεγέθους. ΑΝΤ. μετασεισμός [< αγγλ. foreshock, 1902] | |
| 42911 | προσεκτικός | , ή, ό προ-σε-κτι-κός επίθ. & (προφ.) προσεχτικός 1. που ενεργεί με προσοχή: ~ός: οδηγός. Είναι ιδιαίτερα ~ στις δηλώσεις του. Να είσαι πιο ~ή στις κινήσεις σου (πβ. συνετός, φρόνιμος). ΑΝΤ. απρόσεκτος (1), άτσαλος 2. που γίνεται με προσοχή, συγκέντρωση: ~ός: έλεγχος/προγραµµατισµός/σχεδιασμός/χειρισμός. ~ή: ανάγνωση/εξέταση/έρευνα/ματιά/μελέτη (βλ. ενδελεχής)/παρατήρηση/χρήση. ~ό: πλύσιμο. ~ές: αγορές. ~ά: βήματα. Πβ. εμπεριστατωμένος, επιμελής, επιστάμενος. ● επίρρ.: προσεκτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. προσεκτικός] | |
| 42912 | προσέλευση | προ-σέ-λευ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ερχομός, άφιξη, παρουσία κάποιου σε έναν χώρο: αθρόα/μαζική/μεγάλη η ~ των πολιτών στις κάλπες. Εντυπωσιακή η ~ του κοινού στην παρουσίαση του βιβλίου ... Ώρα ~ης υποψηφίων στις εξετάσεις. ~ μάρτυρα σε δικαστήριο. ● ΣΥΜΠΛ.: πέρας προσέλευσης βλ. πέρας [< μτγν. προσέλευσις] | |
| 42913 | προσέλκυση | προ-σέλ-κυ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του προσελκύω: κίνητρα για την ~ εθελοντών/(νέων) επιστημόνων σε ερευνητικά προγράμματα. Με την εμφάνισή του πέτυχε την ~ του ενδιαφέροντος/της προσοχής των παρευρισκομένων. Μορφές εναλλακτικού τουρισμού επιτρέπουν την ~ καινούργιων επισκεπτών. Ο δήμος πέτυχε την ~ του κοινού/των πολιτών σε μια σειρά πολιτιστικών εκδηλώσεων.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ επενδύσεων/καταθέσεων/κεφαλαίων/χρηματοδοτήσεων. Στρατηγικές ~ης ξένων επιχειρήσεων. Βλ. προσεταιρισμός. | |
| 42914 | προσελκύω | προ-σελ-κύ-ω ρ. (μτβ.) {προσέλκυ-σε (λόγ.) προσείλκυ-σε, (συχνά εσφαλμ. προσήλκυσε), προσελκύ-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -οντας}: φέρνω, τραβώ προς το μέρος μου και κατ' επέκτ. γοητεύω, δελεάζω, μαγεύω: Νησί που ~ει (= συγκεντρώνει) κάθε χρόνο χιλιάδες τουρίστες. Η έκθεση ~σε το ενδιαφέρον/την προσοχή πολλών επισκεπτών. Επιχειρεί να ~σει περισσότερους ψηφοφόρους. Βλ. προσεταιρίζομαι.|| Νέα οικονομικά μέτρα ~ουν ξένες επενδύσεις στη χώρα.|| ~ει (= κερδίζει, μαγνητίζει) με την ομορφιά της όλα τα βλέμματα. [< αρχ. προσέλκω ‘τραβώ, σέρνω’, γαλλ. attirer] | |
| 42915 | προσεπικαλώ | [προσεπικαλῶ] προ-σε-πι-κα-λώ ρ. (μτβ.) {προσεπικαλ-εί | προσεπικαλ-είται}: ΝΟΜ. προβαίνω σε προσεπίκληση: Κάθε διάδικος μπορεί να ~εί τρίτο πρόσωπο να προσέλθει στη δίκη. [< πβ. μτγν. προσεπικαλῶ ‘συγκαλώ επιπλέον’, γαλλ. mettre en cause] | |
| 42916 | προσεπίκληση | προ-σε-πί-κλη-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. δικαστική πράξη με την οποία ένα τρίτο πρόσωπο καλείται να παρέμβει σε εκκρεμή δίκη: ~ δικονομικού εγγυητή/ομοδίκων. ~ σε αναγκαστική παρέμβαση. [< γαλλ. mise en cause] | |
| 42917 | προσέρχομαι | προ-σέρ-χο-μαι ρ. (αμτβ.) {προσ-ήλθε, -έλθει, προσερχ-όμενος} (επίσ.): έρχομαι, παρουσιάζομαι κάπου λόγω υποχρέωσης ή για να συμμετάσχω σε μια εκδήλωση ή διαδικασία: Οι υποψήφιοι πρέπει να ~ονται στο εξεταστικό κέντρο μισή ώρα νωρίτερα. Στις κάλπες ~ονται σήμερα οι πολίτες. Οι αρμόδιοι φορείς δεν θα ~έλθουν σε διάλογο. Ο μάρτυρας δεν ~ήλθε στο δικαστήριο. Περισσότερα από ... άτομα ~ήλθαν για εμβολιασμό στα νοσοκομεία της χώρας. Ο πρωθυπουργός ~όμενος στη Σύνοδο Κορυφής δήλωσε ότι ... ΑΝΤ. απέρχομαι ● ΦΡ.: όσοι πιστοί προσέλθετε (από τη Θεία Λειτουργία): (ως πρόσκληση ή προτροπή για συμμετοχή σε κάτι) όποιος θέλει ας έρθει: ~ ~. Η είσοδος είναι ελεύθερη. [< αρχ. προσέρχομαι] | |
| 42918 | προσεταιρίζομαι | προ-σε-ται-ρί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {προσεταιρί-στηκε (λόγ.) -σθηκε} (απαιτ. λεξιλόγ.): παίρνω κάποιον με το μέρος μου: Κόμμα που ~εται ανεξάρτητο βουλευτή. Βλ. προσελκύω. [< αρχ. προσεταιρίζομαι] | |
| 42919 | προσεταιρισμός | προ-σε-ται-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): εξασφάλιση της αποδοχής, της σύμφωνης γνώμης, της ευνοϊκής στάσης κάποιου: ~ ψηφοφόρων. Προσπάθεια ~ού της κοινής γνώμης στο θέμα ... Βλ. -ισμός, προσέλκυση. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ