| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42920 | προσέτι | προ-σέ-τι επίρρ. (αρχαιοπρ.): επιπλέον, επιπρόσθετα, εκτός από όσα αναφέρθηκαν πριν. [< αρχ. προσέτι] | |
| 42921 | προσευχή | προ-σευ-χή ουσ. (θηλ.): παράκληση στον Θεό ή σε Αγίους, κυρ. για να ζητηθεί χάρη ή για να αποδοθούν ευχαριστίες· το αντίστοιχο κείμενο: θερμή/καρδιακή/(ΘΕΟΛ.) νοερή/ομαδική ~. ~ μετανοίας. Τόποι ~ής. Κάνω την ~ μου. Πρωινή ~ του σχολείου. Οι ~ές μας εισακούστηκαν. Πβ. δέηση. Βλ. συμ~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ του Πάσχα.|| (μτφ.) Κάνε την ~ σου (= ευχήσου) να προλάβουμε! ● Υποκ.: προσευχούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αρχιερατική προσευχή βλ. αρχιερατικός, Κυριακή προσευχή βλ. κυριακός [< μτγν. προσευχή] | |
| 42922 | προσευχητάριο | προ-σευ-χη-τά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & προσευχητάρι: ΕΚΚΛΗΣ. βιβλίο που περιέχει προσευχές. Βλ. ευχολόγιο. | |
| 42923 | προσευχητικός | , ή, ό προ-σευ-χη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με προσευχή: ~ή: διάθεση. | |
| 42924 | προσεύχομαι | προ-σεύ-χο-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προσευχ-ήθηκα, -ηθεί, -όμενος}: κάνω προσευχή: ~εται γονατιστός μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. ~ήθηκε για βοήθεια/για το παιδί της. ~ήθηκαν στον Θεό να πάνε όλα καλά. Πβ. δέομαι. Βλ. συμ~.|| (μτφ.) Προσευχήσου (= ευχήσου) να με πάρουν στη δουλειά. [< αρχ. προσεύχομαι] | |
| 42925 | προσεχής | , ής, ές προ-σε-χής επίθ. {προσεχ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που βρίσκεται αμέσως μετά σε χρονική ακολουθία, που αναμένεται ή έχει προγραμματιστεί σε κοντινή χρονική απόσταση από το παρόν: ~ής: εβδομάδα/περίοδος. Κατά το ~ές σχολικό έτος.|| ~ής: διάλεξη/συνάντηση/συνεδρίαση. ~ές: συμβούλιο. ~είς: εκδηλώσεις/εκλογές. ~ή: γεγονότα. Στο ~ές μέλλον. Θα γίνουν αλλαγές το ~ές διάστημα. Το πρόγραμμα θα ανακοινωθεί εντός των ~ών ημερών. Πβ. επικείμενος, επόμενος. ● βλ. προσεχώς [< αρχ. προσεχής] | |
| 42926 | προσεχτικός | , ή, ό βλ. προσεκτικός | |
| 42927 | προσέχω | προ-σέ-χω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πρόσε-ξα, -ξει, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -χτεί (λόγ.) -χθεί, προσέχ-οντας, προσε-γμένος} 1. είμαι προσεκτικός, συγκεντρωμένος σε αυτό που κάνω, συχνά για να προστατέψω τον εαυτό μου ή κάποιον άλλον από ενδεχόμενο κίνδυνο, και γενικότ. ενεργώ συνετά· ελέγχω συστηματικά κάποιον ή κάτι: ~ στο μάθημα/στην οδήγηση/στην τάξη. Δεν ~ουν και δημιουργούν προβλήματα. Αν πρόσεχες, θα το είχες καταλάβει. ~ξε πώς μιλάς/φέρεσαι. Προσέξτε μην αρρωστήσετε/κρυώσετε/πέσετε. Πρόσεξε μήπως παρασυρθείς (πβ. φυλάγομαι). ~ τις επιλογές/τα λόγια/τη συμπεριφορά/τους τρόπους/το ύφος μου. ~ει το κάθε του βήμα. Οι επισκέπτες πρέπει να ~ουν για την ασφάλειά τους. Να είσαι καλά και να ~εις! Πρόσεξέ τον, είναι απατεώνας.|| ~ το βάρος/τη διατροφή/την εμφάνισή/την ενδυμασία/τα έξοδά/τη σιλουέτα/την υγεία μου. ~ την ποιότητα/τις τιμές των προϊόντων. ~ει τις αποσκευές/το μαγαζί/το σπίτι/το φαγητό/τη φωτιά. Πρόσεχε τα παιδιά. Πβ. επιτηρώ. 2. παρατηρώ, στρέφω τον νου, την προσοχή μου σε κάποιον ή κάτι, διακρίνω, αντιλαμβάνομαι: Το πρώτο πράγμα που ~ σε έναν άνθρωπο είναι ... Πρέπει να ~ει κανείς τα λόγια του. Δεν ~εις αυτά που σου λέω. ~ει και την παραμικρή λεπτομέρεια. Συγγνώμη, δεν σε ~ξα (= δεν σε είδα). Ήταν στενοχωρημένη, δεν το ~ξες; ~ξα ότι φορούσε ένα καφέ μπλουζάκι. Έχω ~ξει ορισμένα ορθογραφικά λάθη. 3. ασχολούμαι με, εκδηλώνω το ενδιαφέρον, την αγάπη ή την εκτίμησή μου σε κάποιον ή κάτι, συνειδητοποιώ την αξία του: Πρόσεχαν τους ασθενείς/τους ηλικιωμένους/τα μωρά (πβ. περιποιούμαι, φροντίζω). Τι πρέπει να κάνω, για να με ~ξει; Δεν ~χθηκε όσο θα έπρεπε/του άξιζε. ● ΦΡ.: (για) πρόσεξε/κοίταξε καλά! (προφ.): ως επιτίμηση, προειδοποίηση, απειλή, για να επαναφέρουμε κάποιον στην τάξη: ~ ~! Πώς μου μιλάς έτσι;, ας πρόσεχε(ς)! (προφ.): για κάποιον που έκανε κάτι απερίσκεπτα ή χωρίς προετοιμασία και για το οποίο είναι αποκλειστικά υπεύθυνος: Πήγες σε αυτό το μέρος χωρίς να ρωτήσεις; ~ ~ες! Πβ. καλά να (τα) πάθεις!, πρόσεχε (προστ.): ως προειδοποίηση ή απειλή: ~! Θα πνιγείς! ~, αυτοκίνητο! ~, θα το μετανιώσεις! ~! Δεν θα τα πάμε καθόλου καλά., (πρόσεχε/έχε κάποιον/κάτι) σαν τα μάτια σου βλ. μάτι ● βλ. προσεγμένος [< αρχ. προσέχω] | |
| 42928 | προσεχώς | [προσεχῶς] προ-σε-χώς επίρρ. (λόγ.): σύντομα, στο εγγύς μέλλον: Πληροφορία που θα ανακοινωθεί ~. Εκλογές ~.|| (ως ουσ., για κινηματογραφικές ταινίες που πρόκειται να προβληθούν) Τα ~ της εβδομάδας. Σκηνές από τα ~ (: συνήθ. πριν από την προβολή μιας ταινίας· πβ. τρέιλερ). ● βλ. προσεχής [< μτγν. προσεχῶς] | |
| 42929 | προσηγορία | προ-ση-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): ονομασία, ιδιότητα που αποδίδεται σε κάποιον ή κάτι. Πβ. προσωνυμία. [< αρχ. προσηγορία ‘προσφώνηση’] | |
| 42930 | προσηγορικός | , ή, ό προ-ση-γο-ρι-κός επίθ.: κυρ. στο ● Ουσ.: προσηγορικό (το): ΓΡΑΜΜ. ουσιαστικό που δηλώνει σύνολο ομοειδών προσώπων, ζώων ή πραγμάτων ( άνθρωπος, σκύλος, σπίτι) ή αφηρημένες έννοιες (ελευθερία). ΣΥΝ. κοινό όνομα (2) ΑΝΤ. κύριο όνομα [< μτγν. προσηγορικός] | |
| 42931 | προσήκει | προ-σή-κει ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (αρχαιοπρ.): θεωρείται σωστό, κατάλληλο για μια περίσταση, ταιριάζει: Στο ερώτημα του δικαστηρίου ~ η απάντηση ότι ... Πβ. αρμόζει, πρέπει, προσιδιάζει. [< αρχ. προσήκω] | |
| 42932 | προσηκόντως | προ-ση-κό-ντως επίρρ. (αρχαιοπρ.): όπως αρμόζει, με τον σωστό τρόπο: Κατέθεσε εγκαίρως και ~ όλα τα δικαιολογητικά. Πβ. δεόντως. [< αρχ. προσηκόντως] | |
| 42933 | προσήκων | , ουσα, ον προ-σή-κων επίθ. {προσήκ-οντος (θηλ. -ουσας (λογιότ.) -ούσης) | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): αρμόζων, πρέπων, ενδεδειγμένος, κατάλληλος: ~ων: έλεγχος/σεβασμός. ~ουσα: διαγωγή. Το θέμα θα εξεταστεί με την ~ουσα προσοχή/σοβαρότητα. Η εταιρεία λαμβάνει κάθε ~ον μέτρο.|| (συνήθ. στο τέλος επιστολής) Με την ~ουσα τιμή. ΣΥΝ. δέων [< αρχ. προσήκων] | |
| 42934 | προσήλιος | , α, ο προ-σή-λι-ος επίθ. (λόγ.): που φωτίζεται από το ηλιακό φως: ~ο: διαμέρισμα. Πβ. ευήλιος. ΑΝΤ. ανήλιος [< αρχ. προσήλιος] | |
| 42936 | προσηλυτισμός | προ-ση-λυ-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & προσηλύτιση (η) (αρνητ. συνυποδ.): πίεση σε βαθμό καταναγκασμού που ασκείται σε κάποιον, προκειμένου να μεταβάλει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις και να προσχωρήσει σε άλλο δόγμα· γενικότ. προσπάθεια επηρεασμού και αλλαγής της ιδεολογίας, του συστήματος αξιών κάποιου: ~ σε αιρέσεις/παραθρησκευτικές οργανώσεις. Βλ. -ισμός, προπαγάνδα. [< γαλλ. prosélytisme, αγγλ. proselytism] | |
| 42937 | προσηλυτιστικός | , ή, ό προ-ση-λυ-τι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον προσηλυτισμό ή στοχεύει σε αυτόν: ~ός: χαρακτήρας (διδασκαλίας). ~ή: δραστηριότητα. ~ό: έργο. ~ές: μέθοδοι. | |
| 42938 | προσήλυτος | , η, ο προ-σή-λυ-τος επίθ./ουσ. (λόγ.): που έχει προσχωρήσει σε άλλο δόγμα, θρήσκευμα μέσω προσηλυτισμού. [< μτγν. προσήλυτος ‘μετανάστης, ξένος’, γαλλ. prosélyte, αγγλ. proselyte] | |
| 42939 | προσηλώνω | προ-ση-λώ-νω ρ. (μτβ.) {προσήλω-σε, -θηκε, -μένος, προσηλών-οντας}: κατευθύνω σε συγκεκριμένο σημείο το βλέμμα μου, εστιάζω, επικεντρώνω το ενδιαφέρον μου σε κάτι: ~σε την προσοχή της πάνω του. ● Παθ.: προσηλώνομαι: αφοσιώνομαι συνήθ. ολοκληρωτικά σε κάτι: ~θηκε στην καριέρα του. Παρέμεινε ~μένος στις αρχές του μέχρι τέλους. Κίνημα σταθερά ~μένο στους στόχους του. Πβ. δίνομαι. [< μτγν. προσηλῶ ] | |
| 42940 | προσήλωση | προ-σή-λω-ση ουσ. (θηλ.): προσοχή, εστίαση, επικέντρωση· (κυρ. μτφ.) απόλυτη αφοσίωση: αταλάντευτη/αυστηρή/σταθερή ~. ~ του βλέμματος/της σκέψης. Πβ. απορρόφηση, συγκέντρωση.|| Θρησκευτική/τυφλή/φανατική ~ σε δόγμα (πβ. προσκόλληση). ~ στην καριέρα/στο χρήμα. Απαιτείται ~ στον στόχο (= στοχο~)/στις αρχές και τα ιδανικά μας. Πβ. δόσιμο. [< μτγν. προσήλωσις 'κάρφωμα'] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ