| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42909 | προσεισμικός | , ή, ό προ-σει-σμι-κός επίθ.: ΓΕΩΦ. που σχετίζεται με προσεισμό: ~ός: έλεγχος κτιρίων. ~ή: δόνηση/δραστηριότητα/ενίσχυση (κατασκευών). Βλ. αντισεισμικός. ΑΝΤ. μετασεισμικός ● επίρρ.: προσεισμικά | |
| 42910 | προσεισμός | προ-σει-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΦ. σεισμική δόνηση που προηγείται χρονικά του κυρίως σεισμού και είναι μικρότερου μεγέθους. ΑΝΤ. μετασεισμός [< αγγλ. foreshock, 1902] | |
| 42911 | προσεκτικός | , ή, ό προ-σε-κτι-κός επίθ. & (προφ.) προσεχτικός 1. που ενεργεί με προσοχή: ~ός: οδηγός. Είναι ιδιαίτερα ~ στις δηλώσεις του. Να είσαι πιο ~ή στις κινήσεις σου (πβ. συνετός, φρόνιμος). ΑΝΤ. απρόσεκτος (1), άτσαλος 2. που γίνεται με προσοχή, συγκέντρωση: ~ός: έλεγχος/προγραµµατισµός/σχεδιασμός/χειρισμός. ~ή: ανάγνωση/εξέταση/έρευνα/ματιά/μελέτη (βλ. ενδελεχής)/παρατήρηση/χρήση. ~ό: πλύσιμο. ~ές: αγορές. ~ά: βήματα. Πβ. εμπεριστατωμένος, επιμελής, επιστάμενος. ● επίρρ.: προσεκτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. προσεκτικός] | |
| 42912 | προσέλευση | προ-σέ-λευ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ερχομός, άφιξη, παρουσία κάποιου σε έναν χώρο: αθρόα/μαζική/μεγάλη η ~ των πολιτών στις κάλπες. Εντυπωσιακή η ~ του κοινού στην παρουσίαση του βιβλίου ... Ώρα ~ης υποψηφίων στις εξετάσεις. ~ μάρτυρα σε δικαστήριο. ● ΣΥΜΠΛ.: πέρας προσέλευσης βλ. πέρας [< μτγν. προσέλευσις] | |
| 42913 | προσέλκυση | προ-σέλ-κυ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του προσελκύω: κίνητρα για την ~ εθελοντών/(νέων) επιστημόνων σε ερευνητικά προγράμματα. Με την εμφάνισή του πέτυχε την ~ του ενδιαφέροντος/της προσοχής των παρευρισκομένων. Μορφές εναλλακτικού τουρισμού επιτρέπουν την ~ καινούργιων επισκεπτών. Ο δήμος πέτυχε την ~ του κοινού/των πολιτών σε μια σειρά πολιτιστικών εκδηλώσεων.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ επενδύσεων/καταθέσεων/κεφαλαίων/χρηματοδοτήσεων. Στρατηγικές ~ης ξένων επιχειρήσεων. Βλ. προσεταιρισμός. | |
| 42914 | προσελκύω | προ-σελ-κύ-ω ρ. (μτβ.) {προσέλκυ-σε (λόγ.) προσείλκυ-σε, (συχνά εσφαλμ. προσήλκυσε), προσελκύ-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -οντας}: φέρνω, τραβώ προς το μέρος μου και κατ' επέκτ. γοητεύω, δελεάζω, μαγεύω: Νησί που ~ει (= συγκεντρώνει) κάθε χρόνο χιλιάδες τουρίστες. Η έκθεση ~σε το ενδιαφέρον/την προσοχή πολλών επισκεπτών. Επιχειρεί να ~σει περισσότερους ψηφοφόρους. Βλ. προσεταιρίζομαι.|| Νέα οικονομικά μέτρα ~ουν ξένες επενδύσεις στη χώρα.|| ~ει (= κερδίζει, μαγνητίζει) με την ομορφιά της όλα τα βλέμματα. [< αρχ. προσέλκω ‘τραβώ, σέρνω’, γαλλ. attirer] | |
| 42915 | προσεπικαλώ | [προσεπικαλῶ] προ-σε-πι-κα-λώ ρ. (μτβ.) {προσεπικαλ-εί | προσεπικαλ-είται}: ΝΟΜ. προβαίνω σε προσεπίκληση: Κάθε διάδικος μπορεί να ~εί τρίτο πρόσωπο να προσέλθει στη δίκη. [< πβ. μτγν. προσεπικαλῶ ‘συγκαλώ επιπλέον’, γαλλ. mettre en cause] | |
| 42916 | προσεπίκληση | προ-σε-πί-κλη-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. δικαστική πράξη με την οποία ένα τρίτο πρόσωπο καλείται να παρέμβει σε εκκρεμή δίκη: ~ δικονομικού εγγυητή/ομοδίκων. ~ σε αναγκαστική παρέμβαση. [< γαλλ. mise en cause] | |
| 42917 | προσέρχομαι | προ-σέρ-χο-μαι ρ. (αμτβ.) {προσ-ήλθε, -έλθει, προσερχ-όμενος} (επίσ.): έρχομαι, παρουσιάζομαι κάπου λόγω υποχρέωσης ή για να συμμετάσχω σε μια εκδήλωση ή διαδικασία: Οι υποψήφιοι πρέπει να ~ονται στο εξεταστικό κέντρο μισή ώρα νωρίτερα. Στις κάλπες ~ονται σήμερα οι πολίτες. Οι αρμόδιοι φορείς δεν θα ~έλθουν σε διάλογο. Ο μάρτυρας δεν ~ήλθε στο δικαστήριο. Περισσότερα από ... άτομα ~ήλθαν για εμβολιασμό στα νοσοκομεία της χώρας. Ο πρωθυπουργός ~όμενος στη Σύνοδο Κορυφής δήλωσε ότι ... ΑΝΤ. απέρχομαι ● ΦΡ.: όσοι πιστοί προσέλθετε (από τη Θεία Λειτουργία): (ως πρόσκληση ή προτροπή για συμμετοχή σε κάτι) όποιος θέλει ας έρθει: ~ ~. Η είσοδος είναι ελεύθερη. [< αρχ. προσέρχομαι] | |
| 42918 | προσεταιρίζομαι | προ-σε-ται-ρί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {προσεταιρί-στηκε (λόγ.) -σθηκε} (απαιτ. λεξιλόγ.): παίρνω κάποιον με το μέρος μου: Κόμμα που ~εται ανεξάρτητο βουλευτή. Βλ. προσελκύω. [< αρχ. προσεταιρίζομαι] | |
| 42919 | προσεταιρισμός | προ-σε-ται-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): εξασφάλιση της αποδοχής, της σύμφωνης γνώμης, της ευνοϊκής στάσης κάποιου: ~ ψηφοφόρων. Προσπάθεια ~ού της κοινής γνώμης στο θέμα ... Βλ. -ισμός, προσέλκυση. | |
| 42920 | προσέτι | προ-σέ-τι επίρρ. (αρχαιοπρ.): επιπλέον, επιπρόσθετα, εκτός από όσα αναφέρθηκαν πριν. [< αρχ. προσέτι] | |
| 42921 | προσευχή | προ-σευ-χή ουσ. (θηλ.): παράκληση στον Θεό ή σε Αγίους, κυρ. για να ζητηθεί χάρη ή για να αποδοθούν ευχαριστίες· το αντίστοιχο κείμενο: θερμή/καρδιακή/(ΘΕΟΛ.) νοερή/ομαδική ~. ~ μετανοίας. Τόποι ~ής. Κάνω την ~ μου. Πρωινή ~ του σχολείου. Οι ~ές μας εισακούστηκαν. Πβ. δέηση. Βλ. συμ~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ του Πάσχα.|| (μτφ.) Κάνε την ~ σου (= ευχήσου) να προλάβουμε! ● Υποκ.: προσευχούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αρχιερατική προσευχή βλ. αρχιερατικός, Κυριακή προσευχή βλ. κυριακός [< μτγν. προσευχή] | |
| 42922 | προσευχητάριο | προ-σευ-χη-τά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & προσευχητάρι: ΕΚΚΛΗΣ. βιβλίο που περιέχει προσευχές. Βλ. ευχολόγιο. | |
| 42923 | προσευχητικός | , ή, ό προ-σευ-χη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με προσευχή: ~ή: διάθεση. | |
| 42924 | προσεύχομαι | προ-σεύ-χο-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προσευχ-ήθηκα, -ηθεί, -όμενος}: κάνω προσευχή: ~εται γονατιστός μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. ~ήθηκε για βοήθεια/για το παιδί της. ~ήθηκαν στον Θεό να πάνε όλα καλά. Πβ. δέομαι. Βλ. συμ~.|| (μτφ.) Προσευχήσου (= ευχήσου) να με πάρουν στη δουλειά. [< αρχ. προσεύχομαι] | |
| 42925 | προσεχής | , ής, ές προ-σε-χής επίθ. {προσεχ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που βρίσκεται αμέσως μετά σε χρονική ακολουθία, που αναμένεται ή έχει προγραμματιστεί σε κοντινή χρονική απόσταση από το παρόν: ~ής: εβδομάδα/περίοδος. Κατά το ~ές σχολικό έτος.|| ~ής: διάλεξη/συνάντηση/συνεδρίαση. ~ές: συμβούλιο. ~είς: εκδηλώσεις/εκλογές. ~ή: γεγονότα. Στο ~ές μέλλον. Θα γίνουν αλλαγές το ~ές διάστημα. Το πρόγραμμα θα ανακοινωθεί εντός των ~ών ημερών. Πβ. επικείμενος, επόμενος. ● βλ. προσεχώς [< αρχ. προσεχής] | |
| 42926 | προσεχτικός | , ή, ό βλ. προσεκτικός | |
| 42927 | προσέχω | προ-σέ-χω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πρόσε-ξα, -ξει, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -χτεί (λόγ.) -χθεί, προσέχ-οντας, προσε-γμένος} 1. είμαι προσεκτικός, συγκεντρωμένος σε αυτό που κάνω, συχνά για να προστατέψω τον εαυτό μου ή κάποιον άλλον από ενδεχόμενο κίνδυνο, και γενικότ. ενεργώ συνετά· ελέγχω συστηματικά κάποιον ή κάτι: ~ στο μάθημα/στην οδήγηση/στην τάξη. Δεν ~ουν και δημιουργούν προβλήματα. Αν πρόσεχες, θα το είχες καταλάβει. ~ξε πώς μιλάς/φέρεσαι. Προσέξτε μην αρρωστήσετε/κρυώσετε/πέσετε. Πρόσεξε μήπως παρασυρθείς (πβ. φυλάγομαι). ~ τις επιλογές/τα λόγια/τη συμπεριφορά/τους τρόπους/το ύφος μου. ~ει το κάθε του βήμα. Οι επισκέπτες πρέπει να ~ουν για την ασφάλειά τους. Να είσαι καλά και να ~εις! Πρόσεξέ τον, είναι απατεώνας.|| ~ το βάρος/τη διατροφή/την εμφάνισή/την ενδυμασία/τα έξοδά/τη σιλουέτα/την υγεία μου. ~ την ποιότητα/τις τιμές των προϊόντων. ~ει τις αποσκευές/το μαγαζί/το σπίτι/το φαγητό/τη φωτιά. Πρόσεχε τα παιδιά. Πβ. επιτηρώ. 2. παρατηρώ, στρέφω τον νου, την προσοχή μου σε κάποιον ή κάτι, διακρίνω, αντιλαμβάνομαι: Το πρώτο πράγμα που ~ σε έναν άνθρωπο είναι ... Πρέπει να ~ει κανείς τα λόγια του. Δεν ~εις αυτά που σου λέω. ~ει και την παραμικρή λεπτομέρεια. Συγγνώμη, δεν σε ~ξα (= δεν σε είδα). Ήταν στενοχωρημένη, δεν το ~ξες; ~ξα ότι φορούσε ένα καφέ μπλουζάκι. Έχω ~ξει ορισμένα ορθογραφικά λάθη. 3. ασχολούμαι με, εκδηλώνω το ενδιαφέρον, την αγάπη ή την εκτίμησή μου σε κάποιον ή κάτι, συνειδητοποιώ την αξία του: Πρόσεχαν τους ασθενείς/τους ηλικιωμένους/τα μωρά (πβ. περιποιούμαι, φροντίζω). Τι πρέπει να κάνω, για να με ~ξει; Δεν ~χθηκε όσο θα έπρεπε/του άξιζε. ● ΦΡ.: (για) πρόσεξε/κοίταξε καλά! (προφ.): ως επιτίμηση, προειδοποίηση, απειλή, για να επαναφέρουμε κάποιον στην τάξη: ~ ~! Πώς μου μιλάς έτσι;, ας πρόσεχε(ς)! (προφ.): για κάποιον που έκανε κάτι απερίσκεπτα ή χωρίς προετοιμασία και για το οποίο είναι αποκλειστικά υπεύθυνος: Πήγες σε αυτό το μέρος χωρίς να ρωτήσεις; ~ ~ες! Πβ. καλά να (τα) πάθεις!, πρόσεχε (προστ.): ως προειδοποίηση ή απειλή: ~! Θα πνιγείς! ~, αυτοκίνητο! ~, θα το μετανιώσεις! ~! Δεν θα τα πάμε καθόλου καλά., (πρόσεχε/έχε κάποιον/κάτι) σαν τα μάτια σου βλ. μάτι ● βλ. προσεγμένος [< αρχ. προσέχω] | |
| 42928 | προσεχώς | [προσεχῶς] προ-σε-χώς επίρρ. (λόγ.): σύντομα, στο εγγύς μέλλον: Πληροφορία που θα ανακοινωθεί ~. Εκλογές ~.|| (ως ουσ., για κινηματογραφικές ταινίες που πρόκειται να προβληθούν) Τα ~ της εβδομάδας. Σκηνές από τα ~ (: συνήθ. πριν από την προβολή μιας ταινίας· πβ. τρέιλερ). ● βλ. προσεχής [< μτγν. προσεχῶς] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ