| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42928 | προσεχώς | [προσεχῶς] προ-σε-χώς επίρρ. (λόγ.): σύντομα, στο εγγύς μέλλον: Πληροφορία που θα ανακοινωθεί ~. Εκλογές ~.|| (ως ουσ., για κινηματογραφικές ταινίες που πρόκειται να προβληθούν) Τα ~ της εβδομάδας. Σκηνές από τα ~ (: συνήθ. πριν από την προβολή μιας ταινίας· πβ. τρέιλερ). ● βλ. προσεχής [< μτγν. προσεχῶς] | |
| 42929 | προσηγορία | προ-ση-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): ονομασία, ιδιότητα που αποδίδεται σε κάποιον ή κάτι. Πβ. προσωνυμία. [< αρχ. προσηγορία ‘προσφώνηση’] | |
| 42930 | προσηγορικός | , ή, ό προ-ση-γο-ρι-κός επίθ.: κυρ. στο ● Ουσ.: προσηγορικό (το): ΓΡΑΜΜ. ουσιαστικό που δηλώνει σύνολο ομοειδών προσώπων, ζώων ή πραγμάτων ( άνθρωπος, σκύλος, σπίτι) ή αφηρημένες έννοιες (ελευθερία). ΣΥΝ. κοινό όνομα (2) ΑΝΤ. κύριο όνομα [< μτγν. προσηγορικός] | |
| 15707 | Προσηγορώ | , η, ο [ἐλλόγιμος] ελ-λό-γι-μος επίθ. {συνήθ. υπερθ. ελλογιμ-ότατος (λόγ.) -ώτατος} (λόγ.): τιμητική προσαγόρευση διαπρεπούς λογίου, κυρ. πανεπιστημιακού, ακαδημαϊκού: ~ότατε κ. καθηγητά. [< μτγν. ἐλλόγιμος ‘υπολογίσιμος, διαπρεπής’] | |
| 42931 | προσήκει | προ-σή-κει ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (αρχαιοπρ.): θεωρείται σωστό, κατάλληλο για μια περίσταση, ταιριάζει: Στο ερώτημα του δικαστηρίου ~ η απάντηση ότι ... Πβ. αρμόζει, πρέπει, προσιδιάζει. [< αρχ. προσήκω] | |
| 42932 | προσηκόντως | προ-ση-κό-ντως επίρρ. (αρχαιοπρ.): όπως αρμόζει, με τον σωστό τρόπο: Κατέθεσε εγκαίρως και ~ όλα τα δικαιολογητικά. Πβ. δεόντως. [< αρχ. προσηκόντως] | |
| 42933 | προσήκων | , ουσα, ον προ-σή-κων επίθ. {προσήκ-οντος (θηλ. -ουσας (λογιότ.) -ούσης) | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): αρμόζων, πρέπων, ενδεδειγμένος, κατάλληλος: ~ων: έλεγχος/σεβασμός. ~ουσα: διαγωγή. Το θέμα θα εξεταστεί με την ~ουσα προσοχή/σοβαρότητα. Η εταιρεία λαμβάνει κάθε ~ον μέτρο.|| (συνήθ. στο τέλος επιστολής) Με την ~ουσα τιμή. ΣΥΝ. δέων [< αρχ. προσήκων] | |
| 42934 | προσήλιος | , α, ο προ-σή-λι-ος επίθ. (λόγ.): που φωτίζεται από το ηλιακό φως: ~ο: διαμέρισμα. Πβ. ευήλιος. ΑΝΤ. ανήλιος [< αρχ. προσήλιος] | |
| 42936 | προσηλυτισμός | προ-ση-λυ-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & προσηλύτιση (η) (αρνητ. συνυποδ.): πίεση σε βαθμό καταναγκασμού που ασκείται σε κάποιον, προκειμένου να μεταβάλει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις και να προσχωρήσει σε άλλο δόγμα· γενικότ. προσπάθεια επηρεασμού και αλλαγής της ιδεολογίας, του συστήματος αξιών κάποιου: ~ σε αιρέσεις/παραθρησκευτικές οργανώσεις. Βλ. -ισμός, προπαγάνδα. [< γαλλ. prosélytisme, αγγλ. proselytism] | |
| 42937 | προσηλυτιστικός | , ή, ό προ-ση-λυ-τι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον προσηλυτισμό ή στοχεύει σε αυτόν: ~ός: χαρακτήρας (διδασκαλίας). ~ή: δραστηριότητα. ~ό: έργο. ~ές: μέθοδοι. | |
| 42938 | προσήλυτος | , η, ο προ-σή-λυ-τος επίθ./ουσ. (λόγ.): που έχει προσχωρήσει σε άλλο δόγμα, θρήσκευμα μέσω προσηλυτισμού. [< μτγν. προσήλυτος ‘μετανάστης, ξένος’, γαλλ. prosélyte, αγγλ. proselyte] | |
| 42939 | προσηλώνω | προ-ση-λώ-νω ρ. (μτβ.) {προσήλω-σε, -θηκε, -μένος, προσηλών-οντας}: κατευθύνω σε συγκεκριμένο σημείο το βλέμμα μου, εστιάζω, επικεντρώνω το ενδιαφέρον μου σε κάτι: ~σε την προσοχή της πάνω του. ● Παθ.: προσηλώνομαι: αφοσιώνομαι συνήθ. ολοκληρωτικά σε κάτι: ~θηκε στην καριέρα του. Παρέμεινε ~μένος στις αρχές του μέχρι τέλους. Κίνημα σταθερά ~μένο στους στόχους του. Πβ. δίνομαι. [< μτγν. προσηλῶ ] | |
| 42940 | προσήλωση | προ-σή-λω-ση ουσ. (θηλ.): προσοχή, εστίαση, επικέντρωση· (κυρ. μτφ.) απόλυτη αφοσίωση: αταλάντευτη/αυστηρή/σταθερή ~. ~ του βλέμματος/της σκέψης. Πβ. απορρόφηση, συγκέντρωση.|| Θρησκευτική/τυφλή/φανατική ~ σε δόγμα (πβ. προσκόλληση). ~ στην καριέρα/στο χρήμα. Απαιτείται ~ στον στόχο (= στοχο~)/στις αρχές και τα ιδανικά μας. Πβ. δόσιμο. [< μτγν. προσήλωσις 'κάρφωμα'] | |
| 42942 | προσήμανση | προ-σή-μαν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σήμανση εκ των προτέρων: ~ των προς υλοτομία δένδρων από έμπειρους δασολόγους.|| (ΦΙΛΟΛ.) Η ~ ως τεχνική αφήγησης (: ψυχολογική προετοιμασία του αναγνώστη για όσα θα συμβούν). Πβ. προοικονομία. Βλ. προϊδεασμός. [< μτγν. προσήμανσις] | |
| 42943 | προσημειώνω | προ-ση-μει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {προσημείω-σε, -θηκε, -μένος} 1. σημειώνω από πριν, βάζω χαρακτηριστικό σημάδι σε κάτι: ~μένα: χαρτονομίσματα/ψηφοδέλτια. 2. ΝΟΜ. εγγράφω προσημείωση υποθήκης (σε ακίνητο): Η τράπεζα ~σε το οικόπεδο για δική της κάλυψη. 3. (σπάν.) δηλώνω, τονίζω εκ των προτέρων: ~ πιθανές δυσκολίες/επιφυλάξεις. Όπως ήδη ~θηκε ... [< μεσν. προσημειούμαι] | |
| 42944 | προσημείωση | προ-ση-μεί-ω-ση ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: προσημείωση (υποθήκης): ΝΟΜ. εγγραφή προσωρινής υποθήκης: ~ ~ υπέρ τράπεζας. Άρση/εξάλειψη/έξοδα ~ης. Καταναλωτικά/προσωπικά δάνεια με ~ ακινήτου. [< γαλλ. prénotation hypothécaire] [< πβ. μτγν. προσημείωσις 'πρόγνωση'] | |
| 42945 | πρόσημο | πρό-ση-μο ουσ. (ουδ.): σύμβολο (+) ή (-) που εμφανίζεται μπροστά από αριθμό ή μέγεθος, για να δηλωθεί αντίστοιχα η ιδιότητα του θετικού ή του αρνητικού: (ΜΑΘ.) ~ γινομένου.|| (ΦΥΣ.) ~ δύναμης/μάζας.|| (ΟΙΚΟΝ.) Με αρνητικό ~ έκλεισαν τα χρηματιστήρια (πβ. πτώση). Οριακά θετικό ~ στην ανάπτυξη της ευρωζώνης (πβ. άνοδος). Σε μικτά ~α κινήθηκαν οι τιμές των μετοχών. Βλ. -σημο. [< αρχ. πρόσσημον, γερμ. Vorzeichen] | |
| 42946 | προσήνεια | προ-σή-νει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προσηνούς. Πβ. ευπροσηγορία, καταδεκτικότητα, συγκατάβαση. [< αρχ. προσήνεια] | |
| 42947 | προσήνεμος | , η, ο προ-σή-νε-μος επίθ. (λόγ.): (κυρ. για τόπο) που τον χτυπά ο άνεμος: ~ος: μόλος. ~η: πλευρά πλοίου. ΑΝΤ. απάνεμος, υπήνεμος [< αρχ. προσήνεμος] | |
| 42948 | προσηνής | , ής, ές προ-ση-νής επίθ. {προσην-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): (κυρ. για πρόσ.) που χαρακτηρίζεται από καταδεκτικότητα, ευγένεια και φιλικότητα: ~ και μειλίχιος. Πβ. ευπροσήγορος, συγκαταβατικός. Βλ. απρόσιτος. [< αρχ. προσηνής] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ