Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [43500-43520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42942προσήμανσηπρο-σή-μαν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σήμανση εκ των προτέρων: ~ των προς υλοτομία δένδρων από έμπειρους δασολόγους.|| (ΦΙΛΟΛ.) Η ~ ως τεχνική αφήγησης (: ψυχολογική προετοιμασία του αναγνώστη για όσα θα συμβούν). Πβ. προοικονομία. Βλ. προϊδεασμός. [< μτγν. προσήμανσις]
42943προσημειώνωπρο-ση-μει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {προσημείω-σε, -θηκε, -μένος} 1. σημειώνω από πριν, βάζω χαρακτηριστικό σημάδι σε κάτι: ~μένα: χαρτονομίσματα/ψηφοδέλτια. 2. ΝΟΜ. εγγράφω προσημείωση υποθήκης (σε ακίνητο): Η τράπεζα ~σε το οικόπεδο για δική της κάλυψη. 3. (σπάν.) δηλώνω, τονίζω εκ των προτέρων: ~ πιθανές δυσκολίες/επιφυλάξεις. Όπως ήδη ~θηκε ... [< μεσν. προσημειούμαι]
42944προσημείωσηπρο-ση-μεί-ω-ση ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: προσημείωση (υποθήκης): ΝΟΜ. εγγραφή προσωρινής υποθήκης: ~ ~ υπέρ τράπεζας. Άρση/εξάλειψη/έξοδα ~ης. Καταναλωτικά/προσωπικά δάνεια με ~ ακινήτου. [< γαλλ. prénotation hypothécaire] [< πβ. μτγν. προσημείωσις 'πρόγνωση']
42945πρόσημοπρό-ση-μο ουσ. (ουδ.): σύμβολο (+) ή (-) που εμφανίζεται μπροστά από αριθμό ή μέγεθος, για να δηλωθεί αντίστοιχα η ιδιότητα του θετικού ή του αρνητικού: (ΜΑΘ.) ~ γινομένου.|| (ΦΥΣ.) ~ δύναμης/μάζας.|| (ΟΙΚΟΝ.) Με αρνητικό ~ έκλεισαν τα χρηματιστήρια (πβ. πτώση). Οριακά θετικό ~ στην ανάπτυξη της ευρωζώνης (πβ. άνοδος). Σε μικτά ~α κινήθηκαν οι τιμές των μετοχών. Βλ. -σημο. [< αρχ. πρόσσημον, γερμ. Vorzeichen]
42946προσήνειαπρο-σή-νει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προσηνούς. Πβ. ευπροσηγορία, καταδεκτικότητα, συγκατάβαση. [< αρχ. προσήνεια]
42947προσήνεμος, η, ο προ-σή-νε-μος επίθ. (λόγ.): (κυρ. για τόπο) που τον χτυπά ο άνεμος: ~ος: μόλος. ~η: πλευρά πλοίου. ΑΝΤ. απάνεμος, υπήνεμος [< αρχ. προσήνεμος]
42948προσηνής, ής, ές προ-ση-νής επίθ. {προσην-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): (κυρ. για πρόσ.) που χαρακτηρίζεται από καταδεκτικότητα, ευγένεια και φιλικότητα: ~ και μειλίχιος. Πβ. ευπροσήγορος, συγκαταβατικός. Βλ. απρόσιτος. [< αρχ. προσηνής]
42949προσθαλασσώνωπρο-σθα-λασ-σώ-νω ρ. (μτβ.) {προσθαλάσσω-σε, -θηκε, -μένος}: κατεβάζω και ακινητοποιώ πτητικό μέσο μεταφοράς, κυρ. υδροπλάνο, στην επιφάνεια της θάλασσας: Το πυροσβεστικό αεροσκάφος ~θηκε χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Βλ. προσ-γειώνω, -εδαφίζω, -σεληνώνω. [< γαλλ. amerrir, 1912]
42950προσθαλάσσωσηπρο-σθα-λάσ-σω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του προσθαλασσώνω: Το αεροπλάνο/ελικόπτερο πραγματοποίησε αναγκαστική ~. Βλ. προσ-γείωση, -εδάφιση, -σελήνωση. ΑΝΤ. αποθαλάσσωση [< γαλλ. amerrissage, 1912]
42951προσθαφαίρεσηπρο-σθα-φαί-ρε-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσθαφαιρώ: ~έσεις στο ρόστερ της ομάδας.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εφαρμογών/προγραμμάτων. [< μτγν. προσθαφαίρεσις]
42952προσθαφαιρώ[προσθαφαιρῶ] προ-σθα-φαι-ρώ ρ. (μτβ.) {προσθαφαιρ-είς ... | προσθαφαίρ-εσα, -είται, -έθηκε, -ούμενος, -ώντας}: κάνω πρόσθεση και αφαίρεση αριθμών, ποσών ή στοιχείων, αντικειμένων: Το σύστημα αερόσακου μπορεί να ~είται στο αυτοκίνητο. ~ούμενο: λουρί τσάντας (πβ. αποσπώμενος). [< μτγν. προσθαφαιρῶ]
42953πρόσθεσηπρό-σθε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΘ. βασική αριθμητική πράξη με την οποία υπολογίζεται το άθροισμα στοιχείων, κυρ. αριθμών, ποσών, μεγεθών (σύμβ. το +, «συν»): Κάνω ~ (= προσθέτω). Βλ. διαίρεση, πολλαπλασιασμός, προσθαφαίρεση. ΑΝΤ. αφαίρεση (2) 2. προσθήκη, συμπληρωματική καταχώριση: ~ βάρους/προϊόντος (στο καλάθι αγορών).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ θέματος στα αγαπημένα (: φάκελος προγράμματος περιήγησης στο διαδίκτυο). 3. ΙΑΤΡ. τεχνητό μέσο που υποκαθιστά σωματικό μέλος (άκρο, δόντι, καρδιακή βαλβίδα): οδοντικές ~έσεις. ΣΥΝ. πρόθεση (3) [< αρχ. πρόσθεσις 3: αγγλ. prosthesis]
42954προσθετέος, α, ο προ-σθε-τέ-ος επίθ. (λόγ.): κυρ. στο ● Ουσ.: προσθετέος (ο): ΜΑΘ. ο αριθμός που προστίθεται σε έναν άλλο κατά την πρόσθεση. Βλ. -τέος. ΑΝΤ. αφαιρετέος [< αρχ. προσθετέον]
42955προσθετικήπρο-σθε-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επιστημονικός κλάδος που έχει ως αντικείμενο την παραγωγή και τοποθέτηση τεχνητών υποκατάστατων οργάνων ή ιστών του ανθρώπινου σώματος, με σκοπό τη λειτουργική και αισθητική υποκατάσταση του ελλείποντος οργάνου ή ιστού: ακίνητη (: για σταθερές οδοντικές προσθέσεις, εκμαγεία, γέφυρες, στεφάνες)/κινητή/οδοντική ~. ~ μαλλιών/νυχιών/στήθους (με σιλικόνη). Βλ. βιοϋλικά, εμφύτευμα.
42956προσθετικός, ή, ό προ-σθε-τι-κός επίθ. 1. που προσθέτει, που δρα αθροιστικά: ~ός: παράγοντας.|| ~ές: ιδιότητες (διαλυμάτων). 2. ΙΑΤΡ. που συντελεί στην υποκατάσταση προβληματικού σωματικού μέλους: ~ή: αποκατάσταση (με εμφυτεύματα)/μεταλλική βαλβίδα (καρδιάς). ~ό: πόδι/χέρι. ~ές: εργασίες.|| ~ή: οδοντιατρική/χειρουργική. ● Ουσ.: προσθετικό (το): πρόσθετη, συμπληρωματική ύλη, ουσία: ~ά τροφίμων (= πρόσθετα, βλ. συντηρητικά). ● επίρρ.: προσθετικά ● ΣΥΜΠΛ.: προσθετικά χρώματα βλ. χρώμα [< μτγν. προσθετικός, γαλλ. pro(s)thétique, αγγλ. prosthetic]
42957προσθετικότηταπρο-σθε-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προσθετικού· (ΟΙΚΟΝ.) θεμελιώδης αρχή των διαρθρωτικών ταμείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις πρέπει να προστίθενται στις εθνικές ενισχύσεις και όχι να υποκαθιστούν τις δημόσιες διαρθρωτικές δαπάνες του κράτους-μέλους. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. additionality, 1972]
42958πρόσθετος, η, ο πρό-σθε-τος επίθ. 1. που προστίθεται σε κάτι που προϋπάρχει ή προβλέπεται, επιπρόσθετος, επιπλέον: ~ος: έλεγχος/εξοπλισμός/κίνδυνος/λόγος/παράγοντας/στόχος/χώρος. ~η: αμοιβή (πβ. μπόνους)/ασφάλεια/βοήθεια/εισφορά/επιβάρυνση/εργασία/κατηγορία/μνήμη (υπολογιστών)/στήριξη. ~ο: εξάρτημα/κόστος/κριτήριο/οικονομικό βάρος/προσόν/(διδακτικό/ηλεκτρονικό) υλικό. ~οι: δασμοί. ~ες: ανάγκες/δαπάνες/παροχές/χρεώσεις. ~α: έξοδα/κονδύλια/προγράμματα/προνόμια/στοιχεία/τέλη. Επιβλήθηκε ~ φόρος. ~ο πρωτόκολλο της συμφωνίας συνεργασίας. ~οι πόροι χρηματοδότησης. Θα ληφθούν ~α μέτρα (πβ. συμπληρωματικός). Πβ. προστιθέμενος. 2. (συνήθ. για μέλος του ανθρώπινου σώματος) που έχει τοποθετηθεί για να αντικαταστήσει κάτι που λείπει: ~α: δόντια/μαλλιά. Πβ. προσθετικός, τεχνητός. ● Ουσ.: πρόσθετα (τα): οτιδήποτε προστίθεται σε ένα προϊόν, για να του προσδώσει επιθυμητές ιδιότητες: ενισχυτικά ~. ~ κονιαμάτων/σκυροδέματος. ~ για ορυκτέλαια. ● επίρρ.: πρόσθετα & (λόγ.) προσθέτως ● ΣΥΜΠΛ.: πρόσθετα (τροφίμων) & πρόσθετες ύλες τροφίμων/διατροφικά πρόσθετα: ΧΗΜ. φυσικές ή συνθετικές ουσίες (συντηρητικά, ομογενοποιητές, σταθεροποιητές, αντιοξειδωτικά, γλυκαντικά, χρωστικές ουσίες) που προστίθενται σε τρόφιμα, για να τα συντηρήσουν ή/και να βελτιώσουν τις ιδιότητές τους: εγκεκριμένα/επιτρεπόμενα ~ ~. Βλ. αριθμοί/κωδικοί Ε. [< αγγλ. additives, 1950, γαλλ. additifs alimentaires, 1986] , Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη (ακρ. ΠΔΣ): πρόγραμμα ενισχυτικής διδασκαλίας που απευθύνεται στους μαθητές των Λυκείων: δωρεάν ~ ~. Μαθήματα/τμήματα ~ης ~ής ~ης. [< 1: αρχ. πρόσθετος, αγγλ. additive]
42959προσθέτωπρο-σθέ-τω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πρόσθε-σα (λόγ.) προσέθεσα, προσθέ-σει, προστίθε-ται (προφ.) προσθέτ-εται, προστέ-θηκε (λόγ.) προσετέ-θη, προστε-θεί, προστιθέ-μενος, προσθέτ-οντας} 1. ενώνω κάτι με κάτι άλλο, βάζω, τοποθετώ ή προσφέρω κάτι επιπλέον, ώστε να μεγαλώσω, να συμπληρώσω, να επεκτείνω κάτι: ~ αλάτι/πιπέρι στο φαγητό (πβ. ρίχνω). Κόσμημα/ρούχο που ~ει (= προσδίδει) γοητεία/ομορφιά σε μια γυναίκα. ~σε το άρθρο/την ιστοσελίδα στα αγαπημένα του. ~σαν μια ακόμη διεθνή επιτυχία/νίκη στο ενεργητικό τους. Στην τελευταία παράγραφο ~ται η ακόλουθη φράση. Νέα προϊόντα ~νται διαρκώς στον κατάλογο. Στο διάλυμα ~θηκε υδροχλωρικό οξύ. Δύο νέοι υπάλληλοι ~θηκαν στο δυναμικό της εταιρείας. Θα ~θεί ένα επιπλέον πεδίο στη βάση δεδομένων. Πρέπει να ~θούν και άλλα ονόματα στον κατάλογο. ΑΝΤ. αφαιρώ (1) 2. λέω, αναφέρω, ισχυρίζομαι κάτι επιπλέον, συμπληρώνω: Στη συνέχεια, ~ει ότι ... ~σε πως το θέμα θα συζητηθεί. Η ενημέρωση, ~σε, είναι δουλειά των δημοσιογράφων. Αξίζει/πρέπει να ~θεί ότι ... 3. ΜΑΘ. κάνω, εκτελώ την πράξη της πρόσθεσης, αθροίζω: ~σε τους τρεις αριθμούς και διαίρεσε το άθροισμά τους διά πέντε. Στις εισφορές ~θηκαν οι τόκοι. Βλ. διαιρώ, πολλαπλασιάζω. ΑΝΤ. αφαιρώ (3) ● βλ. προστιθέμενος [< αρχ. προστίθημι]
42960προσθήκηπρο-σθή-κη ουσ. (θηλ.): συμπληρωματική, εκ των υστέρων τοποθέτηση· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) καθετί που προστίθεται σε κάτι, συμπλήρωμα: ~ βάρους. ~ αίθουσας σε κτίριο (βλ. επέκταση).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ιστοσελίδας στα αγαπημένα (: επιλογή αποθήκευσης συγκεκριμένου δικτυακού τόπου σε ειδικό φάκελο του μενού). ~ νέας καταχώρισης σε σάιτ. ~ εικόνας σε κείμενο. ~ ονομάτων σε ηλεκτρονική λίστα. Πβ. πρόσθεση.|| Αναθεωρημένη έκδοση με ~ες. Προτάθηκαν ~ες στο άρθρο ... του νόμου ... [< αρχ. προσθήκη]
42961προσθιοκίνητος, η, ο προ-σθι-ο-κί-νη-τος επίθ. (λόγ.): (για όχημα) μπροστοκίνητος. ΑΝΤ. πισωκίνητος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.