Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [43520-43540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42962προσθιοπίσθιος, α, ο προ-σθι-ο-πί-σθι-ος επίθ. (επιστ.): που ξεκινά ή διενεργείται από μπροστά και φτάνει μέχρι πίσω: (ΙΑΤΡ.) ~ος: άξονας (οφθαλμού). ~α: ακτινογραφία/διάμετρος (θώρακα).
36647Πρόσθιος

, α, ο [ὀπίσθιος] ο-πί-σθι-ος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται πίσω: ~ος: άξονας/(ΑΝΑΤ.) λοβός (της υπόφυσης· νευροϋπόφυση)/φωτισμός. ~α: όψη. ~οι: φανοί. ~ες: υποδοχές. Βλ. προσθι~. ΣΥΝ. πισινός ΑΝΤ. εμπρόσθιος, πρόσθιος ● Ουσ.: οπίσθια (τα) {οπισθίων}: πισινά. Πβ. γλουτοί. [< αρχ. ὀπίσθιος]

42963πρόσθιος, α, ο πρό-σθι-ος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται, εκδηλώνεται, σχηματίζεται μπροστά: ~α: είσοδος/κίνηση/όψη (κτιρίου). ~οι: τροχοί (αυτοκινήτου).|| (ΑΝΑΤ.) ~ος: εγκέφαλος/θάλαμος του οφθαλμού (: ο χώρος μεταξύ του κερατοειδούς και του φακού)/λοβός υπόφυσης/(κνημιαίος/οδοντωτός) μυς. ~ος: χιαστός σύνδεσμος (: που συνδέει το μηριαίο οστό με το οστό της κνήμης). ~α: δόντια.|| (ΙΑΤΡ.) ~ο: έμφραγμα του μυοκαρδίου. ~α: ρινορραγία. ΣΥΝ. εμπρόσθιος, μπροστινός ΑΝΤ. οπίσθιος ● Ουσ.: πρόσθιο (το): ΑΘΛ. στιλ κολύμβησης, κατά το οποίο το σώμα είναι σε πρηνή θέση και τα χέρια κινούνται μαζί μέσα στο νερό προς τα εμπρός και κυκλικά προς τα πίσω, με ταυτόχρονο λύγισμα και τέντωμα των ποδιών: ~ ανδρών/γυναικών. Ρεκόρ στα ... μέτρα ~. Βλ. ελεύθερο, κρόουλ, πεταλούδα, ύπτιο. [< αρχ. πρόσθιος]
42964προσιδιάζειπρο-σι-δι-ά-ζει ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): αρμόζει, συμβαδίζει, ταιριάζει: Τέτοια συμπεριφορά δεν ~ στον χαρακτήρα του. Ιδιότητες που ~ουν στον άνθρωπο (: τον χαρακτηρίζουν). Πβ. προσήκει.
42965προσιτός, ή, ό προ-σι-τός επίθ. ΑΝΤ. απρόσιτος 1. (μτφ.) που μπορεί να αποκτηθεί εύκολα, συνήθ. λόγω χαμηλής τιμής, που είναι εύχρηστος, εφικτός, δεν θέτει εμπόδια: ~ός: υπολογιστής. ~ή: πολυτέλεια. ~ό: αυτοκίνητο/κόστος. ~ές: υπηρεσίες/χρεώσεις (σε όλους). Κάνω ~ό. Εξοπλισμός/ταξίδια/φαγητό σε ~ή τιμή (πβ. φτηνός).|| ~ός: στόχος. ~ή: λύση/μέθοδος/τεχνολογία.|| Έγραφε με τρόπο/ύφος ~ό (πβ. κατανοητός. ΑΝΤ. δυσνόητος). 2. που μπορεί κάποιος να τον πλησιάσει με ευκολία: (για τόπο) ~ός: προορισμός (πβ. προσβάσ-, προσπελάσ-ιμος). ~ή: θέση/περιοχή. ~ό: σημείο.|| (για πρόσ.) Ο δάσκαλος ήταν ~ και πρόθυμος να βοηθήσει (πβ. καταδεκτικός, φιλικός). Υπάλληλος ~ στις σχέσεις του με το κοινό. ΑΝΤ. απλησίαστος (1) [< 2: μτγν. προσιτός, γαλλ. accessible]
42966προσιτότηταπρο-σι-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προσιτού: οικονομική ~. ~ των τιμών/υπηρεσιών. Πβ. προσβασιμ-, προσπελασιμ-ότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. accessibilité]
42967πρόσκαιρος, η, ο πρό-σκαι-ρος επίθ.: παροδικός, προσωρινός: ~ες: εγκατάστασεις (βλ. σταθερός).|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~η: βελτίωση/επιδείνωση του καιρού. ~ες: νεφώσεις/χιονοπτώσεις. Βροχές με ~ο χαρακτήρα θα εκδηλωθούν τοπικά.|| ~η: απασχόληση/απώλεια (μνήμης)/δόξα (= εφήμερη)/επιτυχία/παύση (υπαλλήλου)/χαρά. ~ο: κέρδος/φαινόμενο. ~ες: ανάγκες. ~α: μέτρα/οφέλη. ΑΝΤ. διαρκής.|| (ΝΟΜ.) ~η: κάθειρξη (: από πέντε έως είκοσι έτη, βλ. ισόβιος). ΑΝΤ. μόνιμος (1) ● επίρρ.: πρόσκαιρα & (λόγ.) προσκαίρως: άνεμοι βόρειοι έξι μποφόρ και ~ εφτά στο Αιγαίο. [< μτγν. πρόσκαιρος]
42968προσκαλώ

[προσκαλῶ] προ-σκα-λώ ρ. (μτβ.) {προσκαλ-είς ... | προσκάλ-εσα, -έσω, -είται, προσκλή-θηκε ((λόγ.) προσεκλήθη, μτχ. προσκλη-θείς, -θείσα, -θέν), προσκαλ-ώντας, -ούμενος, προσκεκλη-μένος}: καλώ κάποιον να έρθει κάπου ή να παρευρεθεί σε εκδήλωση· ζητώ από κάποιον να συνεργαστεί, να αναλάβει δράση, να πάρει μέρος σε μια διαδικασία: ~εσε τους φίλους του σε γεύμα/στο πάρτι/στο σπίτι του. ~θηκε στον γάμο/στα εγκαίνια/στην πρεμιέρα.|| Με ιδιαίτερη χαρά σας ~ να τιμήσετε με την παρουσία σας την ημερίδα. Οι εκδόσεις ... σάς ~ούν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου.|| Τον ~εσε στην εκπομπή της (πβ. φιλοξενώ). ~ όσους ενδιαφέρονται να συνδράμουν σε αυτή την προσπάθεια. ~ούνται όλα τα μέλη του συλλόγου στην ετήσια συνέλευση. ~θηκε να διδάξει/δώσει διάλεξη. ~μένοι: ομιλητές.|| (ως ουσ.) Επίσημοι/υψηλοί ~μένοι. Αγαπητοί/αξιότιμοι ~μένοι (= καλεσμένοι), σας καλωσορίζουμε στο συνέδριο. [< αρχ. προσκαλῶ]

42969πρόσκειμαιπρό-σκει-μαι ρ. (αμτβ.) {πρόσκει-σαι, -ται, -μεθα, -σθε, -νται, μτχ. προσκεί-μενος· μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): συμφωνώ με τις απόψεις, την πολιτική κυρ. ιδεολογία κάποιου, έχω φιλικές διαθέσεις απέναντί του, τον υποστηρίζω: Διοίκηση/οργάνωση/σωματείο που ~ται στο κόμμα. Υποψήφιοι που ~νται ιδεολογικά στην προοδευτική/συντηρητική παράταξη. [< αρχ. πρόσκειμαι ‘είμαι κοντά, συνδέομαι’]
42970προσκείμενος, η, ο προ-σκεί-με-νος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που υποστηρίζει κάποιον ή κάτι, που διάκειται ευμενώς απέναντί του: εφημερίδα ~η στην κυβερνητική παράταξη. 2. που βρίσκεται δίπλα σε κάτι, συνεχόμενος, διαδοχικός: περιοχή ~η στα χωρικά ύδατα. Πβ. παρακείμενος. || Πηγή ~μενη (= που βρίσκεται κοντά) στις έρευνες. || (ΓΕΩΜ.) ~ες: γωνίες πλευράς τριγώνου(: που έχουν την κορυφή τους στα άκρα της πλευράς). ● ΦΡ.: φιλικά/φίλα διακείμενος/προσκείμενος βλ. φίλα
42971προσκεκλημένοςβλ. προσκαλώ
45916προσκέφαλο

σκα-λιέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. κάθετο τμήμα επίπλου ή οργάνου που διαθέτει εγκοπές, για να υποδέχεται και να στηρίζει τα οριζόντια τμήματα· ειδικότ. αντίστοιχη μεταλλική κατασκευή όπου τοποθετούνται έντυπα, κυρ. εφημερίδες και περιοδικά: ~-βιβλιοθήκη. (ΓΥΜΝ.) Πάγκος κοιλιακών με ~. Ανακλινόμενο προσκέφαλο με ειδική ~. 2. ΝΑΥΤ. σχοινένια σκάλα που χρησιμοποιείται στα πλοία. Βλ. -ιέρα, ανεμόσκαλα.

42972προσκέφαλοπρο-σκέ-φα-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άλου} & προσκεφάλι: μαξιλάρι, κυρ. κρεβατιού, στο οποίο ακουμπά το κεφάλι για στήριξη ή ανάπαυση· κεφαλάρι: ξύλινο/ψηλό ~.|| (κατ' επέκτ., για όχημα) Αποσπώμενο ~ καθίσματος αυτοκινήτου. Ενεργά ~α (: για προστασία του κεφαλιού σε περίπτωση σύγκρουσης). ● ΦΡ.: στο προσκέφαλο/στο προσκεφάλι (μτφ.) για να δηλωθεί 1. η ιδιαίτερη αξία που αποδίδουμε σε κάτι: Κοιμόταν με τη φωτογραφία της ~ ~ό/~ ~ του. Είχε πάντα το εικόνισμα κάτω από το ~ό/κάτω από το προσκεφάλι του. 2. η φροντίδα, το ενδιαφέρον και η περιποίηση προς κάποιον ανήμπορο, ασθενή: Ξαγρύπνησε στο ~ ~ό/~ ~ του. [< μτγν. προσκέφαλον, γαλλ. appuie-tête]
42973προσκήνιοπρο-σκή-νι-ο ουσ. (ουδ.) {προσκηνί-ου} 1. δημοσιότητα, επικαιρότητα, η πρώτη γραμμή δράσης: αθλητικό/πολιτικό/τηλεοπτικό ~. Το ~ της ιστορίας. Ο καλλιτέχνης απουσιάζει/εξαφανίστηκε από το μουσικό ~. Βλ. επίκεντρο, στερέωμα. ΑΝΤ. παρασκήνιο 2. ΑΡΧ. το μπροστινό μέρος της σκηνής του αρχαίου θεάτρου στο οποίο εμφανίζονταν οι ηθοποιοί. ΣΥΝ. λογείο 3. ΑΡΧΙΤ. μέρος της σκηνής του σύγχρονου θεάτρου μπροστά από την αυλαία. ● ΦΡ.: βγαίνει/βρίσκεται/εμφανίζεται/έρχεται στο προσκήνιο: παρουσιάζεται, γίνεται γνωστό, αναδεικνύεται: Το ζήτημα/πρόβλημα ήρθε ~. Πβ. βγαίνει/έρχεται στην επιφάνεια, βλέπει το φως/έρχεται στο φως της δημοσιότητας. [< 2: μτγν. προσκήνιον, γαλλ.-αγγλ. proscenium 1: αγγλ. foreground]
42974πρόσκληση

πρό-σκλη-ση ουσ. (θηλ.) 1. το να καλείται κάποιος να μεταβεί, να παραστεί, να λάβει μέρος κάπου ή να κάνει κάτι· συνεκδ. προσκλητήριο: γενναιόδωρη/γραπτή/ευγενική/προφορική/τηλεφωνική/τιμητική ~. ~ σε/για γεύμα/δείπνο/διάλεξη/ημερίδα/ομιλία/πάρτι/συνάντηση εργασίας (πβ. κάλεσμα). Απευθύνω/αρνούμαι (μια) ~. Αποδοχή ~ης. Πήγε χωρίς ~ (= απρόσκλητος).|| (προφ.-ειρων.) Θέλεις ιδιαίτερη ~, για να έρθεις;|| Ατομική/ομαδική ~. ~ βάπτισης/γάμου. Αποστολή ~ης μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (= ηλεκτρονική ~). Δωρεάν ~ήσεις. ~ήσεις εγκαινίων. Εξασφάλισε/κέρδισε δύο διπλές ~ήσεις για το θέατρο/την παράσταση/την πρεμιέρα/τη συναυλία/το φεστιβάλ. Έχουν εξαντληθεί οι ~ήσεις για τη δεξίωση/το συνέδριο. 2. κλήση από το κράτος, τη δικαιοσύνη ή γενικότ. από επίσημο φορέα για συγκεκριμένο σκοπό· συνεκδ. το αντίστοιχο έγγραφο: ~ εκδήλωσης ενδιαφέροντος/συνεργασίας/υποβολής προτάσεων. ~ συμμετοχής σε διαγωνισμό/ερευνητικό έργο/σεμινάριο/συνδιάσκεψη. Ανακοίνωση/δημοσίευση/δικαιούχοι/κωδικός/περίληψη/προκήρυξη/τροποποίηση ~ης. Αναδρομικές/ανοιχτές/ειδικές/τρέχουσες ~ήσεις. Αρχείο ~ήσεων. ~ των τακτικών μελών στην ετήσια γενική συνέλευση. Πρόγραμμα ~ης οχημάτων για τεχνικό έλεγχο από ΚΤΕΟ.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ στρατευσίμων.|| (ΝΟΜ.) Κοινοποιείται εξώδικη ~ για πληρωμή των οφειλομένων. [< 1: αρχ. πρόσκλησις, γαλλ. invitation, appel]

42975προσκλητήριοπρο-σκλη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. κάρτα, έντυπο ή ηλεκτρονικό σημείωμα πρόσκλησης: ~ βάπτισης/γάμου. Βλ. -τήριο. 2. κάλεσμα των στρατιωτών να συνταχθούν, ώστε να ελεγχθεί η παρουσία τους και να γίνουν οι σχετικές υπηρεσιακές διαπιστώσεις· κατ' επέκτ. κάθε έκκληση για συμμετοχή σε κοινό αγώνα ή προσπάθεια: (ΣΤΡΑΤ.) Σημαίνει ~. Απουσίαζε από το βραδινό/πρωινό ~. Βλ. εγερ-, σιωπη-τήριο.|| (μτφ.) Αγωνιστικό/γενικό/εθνικό ~. ~ αγάπης/δράσης/ενότητας/μάχης/συσπείρωσης/συστράτευσης. Απευθύνω ~ σε κάποιον. Ανταποκρίθηκε/έδωσε το "παρών" στο ~. ● ΣΥΜΠΛ.: προσκλητήριο νεκρών/πεσόντων: ανάγνωση καταλόγου με τα ονόματα όσων σκοτώθηκαν στο πεδίο της μάχης ή θυσιάστηκαν για ιερό σκοπό, προς απόδοση τιμής: Κατάθεση στεφάνων, ~ ~ και τήρηση ενός λεπτού σιγής. [< 1: γαλλ. billet d'invitation 2: γαλλ. appel]
42976προσκλητήριος, α/ος, ο προ-σκλη-τή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που προσκαλεί: ~α: επιστολή. ~ες κάρτες γάμων και βαπτίσεων. Βλ. -τήριος. [< μεσν. προσκλητήριος]
42977προσκόλλησηπρο-σκόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) έντονη, συνήθ. συναισθηματική, εξάρτηση από κάποιον ή κάτι· υπερβολική προσήλωση, εμμονή: ~ βρέφους στη μητέρα. Παιδιά με ασφαλή ~ στο γονεϊκό πρότυπο.|| Στείρα/στενή/τυφλή ~ στην παράδοση/στο παρελθόν/σε στερεότυπα.|| Είναι (άνθρωπος) της ~ήσεως (βλ. κολαούζος, κολλιτσίδα). Πβ. κόλλημα. 2. ένωση: (ΒΙΟΛ.) μόρια ~ης. [< μτγν. προσκόλλησις ‘συγκόλληση’]
42978Προσκόλληση

[προσκολλῶ] προ-σκολ-λώ ρ. (μτβ.) (σπάν.-λόγ.): ενώνω, κολλώ ένα σώμα με ένα άλλο. ● Παθ.: προσκολλώμαι {-άσαι (-άται, -ώνται), -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} & (σπάν.-προφ.) προσκολλιέμαι 1. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) δημιουργώ σχέση αφοσίωσης και παθητικής εξάρτησης από κάποιον· προσηλώνομαι σε κάτι: Έχει ~ηθεί στους γονείς του.|| ~ημένος σε παλιές αξίες/στο παρελθόν/σε υλικά αγαθά. 2. κολλώ πάνω σε κάτι άλλο: (ΙΑΤΡ.) Μικρόβια που ~ώνται στα δόντια.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ιοί που ~ώνται σε αρχεία δεδομένων. [< αρχ. προσκολλῶ]

58788Προσκολλω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.