Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [43540-43560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42970προσκείμενος, η, ο προ-σκεί-με-νος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που υποστηρίζει κάποιον ή κάτι, που διάκειται ευμενώς απέναντί του: εφημερίδα ~η στην κυβερνητική παράταξη. 2. που βρίσκεται δίπλα σε κάτι, συνεχόμενος, διαδοχικός: περιοχή ~η στα χωρικά ύδατα. Πβ. παρακείμενος. || Πηγή ~μενη (= που βρίσκεται κοντά) στις έρευνες. || (ΓΕΩΜ.) ~ες: γωνίες πλευράς τριγώνου(: που έχουν την κορυφή τους στα άκρα της πλευράς). ● ΦΡ.: φιλικά/φίλα διακείμενος/προσκείμενος βλ. φίλα
42971προσκεκλημένοςβλ. προσκαλώ
45916προσκέφαλοσκα-λιέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. κάθετο τμήμα επίπλου ή οργάνου που διαθέτει εγκοπές, για να υποδέχεται και να στηρίζει τα οριζόντια τμήματα· ειδικότ. αντίστοιχη μεταλλική κατασκευή όπου τοποθετούνται έντυπα, κυρ. εφημερίδες και περιοδικά: ~-βιβλιοθήκη. (ΓΥΜΝ.) Πάγκος κοιλιακών με ~. Ανακλινόμενο προσκέφαλο με ειδική ~. 2. ΝΑΥΤ. σχοινένια σκάλα που χρησιμοποιείται στα πλοία. Βλ. -ιέρα, ανεμόσκαλα.
42972προσκέφαλοπρο-σκέ-φα-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άλου} & προσκεφάλι: μαξιλάρι, κυρ. κρεβατιού, στο οποίο ακουμπά το κεφάλι για στήριξη ή ανάπαυση· κεφαλάρι: ξύλινο/ψηλό ~.|| (κατ' επέκτ., για όχημα) Αποσπώμενο ~ καθίσματος αυτοκινήτου. Ενεργά ~α (: για προστασία του κεφαλιού σε περίπτωση σύγκρουσης). ● ΦΡ.: στο προσκέφαλο/στο προσκεφάλι (μτφ.) για να δηλωθεί 1. η ιδιαίτερη αξία που αποδίδουμε σε κάτι: Κοιμόταν με τη φωτογραφία της ~ ~ό/~ ~ του. Είχε πάντα το εικόνισμα κάτω από το ~ό/κάτω από το προσκεφάλι του. 2. η φροντίδα, το ενδιαφέρον και η περιποίηση προς κάποιον ανήμπορο, ασθενή: Ξαγρύπνησε στο ~ ~ό/~ ~ του. [< μτγν. προσκέφαλον, γαλλ. appuie-tête]
42973προσκήνιοπρο-σκή-νι-ο ουσ. (ουδ.) {προσκηνί-ου} 1. δημοσιότητα, επικαιρότητα, η πρώτη γραμμή δράσης: αθλητικό/πολιτικό/τηλεοπτικό ~. Το ~ της ιστορίας. Ο καλλιτέχνης απουσιάζει/εξαφανίστηκε από το μουσικό ~. Βλ. επίκεντρο, στερέωμα. ΑΝΤ. παρασκήνιο 2. ΑΡΧ. το μπροστινό μέρος της σκηνής του αρχαίου θεάτρου στο οποίο εμφανίζονταν οι ηθοποιοί. ΣΥΝ. λογείο 3. ΑΡΧΙΤ. μέρος της σκηνής του σύγχρονου θεάτρου μπροστά από την αυλαία. ● ΦΡ.: βγαίνει/βρίσκεται/εμφανίζεται/έρχεται στο προσκήνιο: παρουσιάζεται, γίνεται γνωστό, αναδεικνύεται: Το ζήτημα/πρόβλημα ήρθε ~. Πβ. βγαίνει/έρχεται στην επιφάνεια, βλέπει το φως/έρχεται στο φως της δημοσιότητας. [< 2: μτγν. προσκήνιον, γαλλ.-αγγλ. proscenium 1: αγγλ. foreground]
42974πρόσκλησηπρό-σκλη-ση ουσ. (θηλ.) 1. το να καλείται κάποιος να μεταβεί, να παραστεί, να λάβει μέρος κάπου ή να κάνει κάτι· συνεκδ. προσκλητήριο: γενναιόδωρη/γραπτή/ευγενική/προφορική/τηλεφωνική/τιμητική ~. ~ σε/για γεύμα/δείπνο/διάλεξη/ημερίδα/ομιλία/πάρτι/συνάντηση εργασίας (πβ. κάλεσμα). Απευθύνω/αρνούμαι (μια) ~. Αποδοχή ~ης. Πήγε χωρίς ~ (= απρόσκλητος).|| (προφ.-ειρων.) Θέλεις ιδιαίτερη ~, για να έρθεις;|| Ατομική/ομαδική ~. ~ βάπτισης/γάμου. Αποστολή ~ης μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (= ηλεκτρονική ~). Δωρεάν ~ήσεις. ~ήσεις εγκαινίων. Εξασφάλισε/κέρδισε δύο διπλές ~ήσεις για το θέατρο/την παράσταση/την πρεμιέρα/τη συναυλία/το φεστιβάλ. Έχουν εξαντληθεί οι ~ήσεις για τη δεξίωση/το συνέδριο. 2. κλήση από το κράτος, τη δικαιοσύνη ή γενικότ. από επίσημο φορέα για συγκεκριμένο σκοπό· συνεκδ. το αντίστοιχο έγγραφο: ~ εκδήλωσης ενδιαφέροντος/συνεργασίας/υποβολής προτάσεων. ~ συμμετοχής σε διαγωνισμό/ερευνητικό έργο/σεμινάριο/συνδιάσκεψη. Ανακοίνωση/δημοσίευση/δικαιούχοι/κωδικός/περίληψη/προκήρυξη/τροποποίηση ~ης. Αναδρομικές/ανοιχτές/ειδικές/τρέχουσες ~ήσεις. Αρχείο ~ήσεων. ~ των τακτικών μελών στην ετήσια γενική συνέλευση. Πρόγραμμα ~ης οχημάτων για τεχνικό έλεγχο από ΚΤΕΟ.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ στρατευσίμων.|| (ΝΟΜ.) Κοινοποιείται εξώδικη ~ για πληρωμή των οφειλομένων. [< 1: αρχ. πρόσκλησις, γαλλ. invitation, appel]
42975προσκλητήριοπρο-σκλη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. κάρτα, έντυπο ή ηλεκτρονικό σημείωμα πρόσκλησης: ~ βάπτισης/γάμου. Βλ. -τήριο. 2. κάλεσμα των στρατιωτών να συνταχθούν, ώστε να ελεγχθεί η παρουσία τους και να γίνουν οι σχετικές υπηρεσιακές διαπιστώσεις· κατ' επέκτ. κάθε έκκληση για συμμετοχή σε κοινό αγώνα ή προσπάθεια: (ΣΤΡΑΤ.) Σημαίνει ~. Απουσίαζε από το βραδινό/πρωινό ~. Βλ. εγερ-, σιωπη-τήριο.|| (μτφ.) Αγωνιστικό/γενικό/εθνικό ~. ~ αγάπης/δράσης/ενότητας/μάχης/συσπείρωσης/συστράτευσης. Απευθύνω ~ σε κάποιον. Ανταποκρίθηκε/έδωσε το "παρών" στο ~. ● ΣΥΜΠΛ.: προσκλητήριο νεκρών/πεσόντων: ανάγνωση καταλόγου με τα ονόματα όσων σκοτώθηκαν στο πεδίο της μάχης ή θυσιάστηκαν για ιερό σκοπό, προς απόδοση τιμής: Κατάθεση στεφάνων, ~ ~ και τήρηση ενός λεπτού σιγής. [< 1: γαλλ. billet d'invitation 2: γαλλ. appel]
42976προσκλητήριος, α/ος, ο προ-σκλη-τή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που προσκαλεί: ~α: επιστολή. ~ες κάρτες γάμων και βαπτίσεων. Βλ. -τήριος. [< μεσν. προσκλητήριος]
42977προσκόλλησηπρο-σκόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) έντονη, συνήθ. συναισθηματική, εξάρτηση από κάποιον ή κάτι· υπερβολική προσήλωση, εμμονή: ~ βρέφους στη μητέρα. Παιδιά με ασφαλή ~ στο γονεϊκό πρότυπο.|| Στείρα/στενή/τυφλή ~ στην παράδοση/στο παρελθόν/σε στερεότυπα.|| Είναι (άνθρωπος) της ~ήσεως (βλ. κολαούζος, κολλιτσίδα). Πβ. κόλλημα. 2. ένωση: (ΒΙΟΛ.) μόρια ~ης. [< μτγν. προσκόλλησις ‘συγκόλληση’]
42978Προσκόλληση [προσκολλῶ] προ-σκολ-λώ ρ. (μτβ.) (σπάν.-λόγ.): ενώνω, κολλώ ένα σώμα με ένα άλλο. ● Παθ.: προσκολλώμαι {-άσαι (-άται, -ώνται), -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} & (σπάν.-προφ.) προσκολλιέμαι 1. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) δημιουργώ σχέση αφοσίωσης και παθητικής εξάρτησης από κάποιον· προσηλώνομαι σε κάτι: Έχει ~ηθεί στους γονείς του.|| ~ημένος σε παλιές αξίες/στο παρελθόν/σε υλικά αγαθά. 2. κολλώ πάνω σε κάτι άλλο: (ΙΑΤΡ.) Μικρόβια που ~ώνται στα δόντια.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ιοί που ~ώνται σε αρχεία δεδομένων. [< αρχ. προσκολλῶ]
58788Προσκολλω
42979προσκομιδήπρο-σκο-μι-δή ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. προετοιμασία των Τιμίων Δώρων για την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας· συνεκδ. ο χώρος προετοιμασίας τους, συνήθ. η κόγχη ή η μικρή τράπεζα στο ιερό ορθόδοξου ναού: η ακολουθία/ευχή της ~ής. ΣΥΝ. πρόθεση (4) 2. (σπάν.-επίσ.) προσκόμιση: ~ δικαιολογητικών/πιστοποιητικού. [< μτγν. προσκομιδή]
42980προσκομίζωπρο-σκο-μί-ζω ρ. (μτβ.) {προσκόμι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, προσκομίζ-οντας, -όμενος} (επίσ.) 1. εμφανίζω ή/και καταθέτω έγγραφο σε αρμόδια υπηρεσία ή Αρχή· αναφέρω, παραθέτω κάτι, συνήθ. για ενίσχυση, τεκμηρίωση άποψης: ~όμενα: έγγραφα. Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να ~ουν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά/βεβαίωση προϋπηρεσίας/πιστοποιητικό σπουδών/υπεύθυνη δήλωση. Το μισθωτήριο ~εται στην εφορία.|| Ο δικηγόρος ~σε νέα στοιχεία για την υπόθεση στο δικαστήριο. 2. φέρνω κάτι κάπου· ειδικότ. μεταφέρω ασθενή σε νοσοκομείο ή ιατρείο: Δείγμα της επικίνδυνης ουσίας ~στηκε στο εργαστήριο. Τα εμπορεύματα έχουν ~στεί στο τελωνείο. ~ζουν: οφέλη.|| Βαριά τραυματισμένος ~στηκε (= διακομίστηκε) στην κλινική. [< αρχ. προσκομίζω]
42981προσκόμισηπρο-σκό-μι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια του προσκομίζω: ~ απόδειξης (αγοράς)/βεβαίωσης/δικαιολογητικών/πιστοποιητικού (σπουδών). Απαραίτητη η ~ ταυτότητας για ...|| ~ αποδεικτικών στοιχείων στο δικαστήριο. ΣΥΝ. προσκομιδή (2) [< μτγν. προσκόμισις]
42982πρόσκομμαπρό-σκομ-μα ουσ. (ουδ.) {προσκόμμ-ατα} (απαιτ. λεξιλόγ.): εμπόδιο, φραγμός, δυσκολία: νομικά/πολιτικά ~ατα. Θέτει/παρεμβάλλει συνεχώς ~ατα στη διεξαγωγή του έργου. Πβ. κώλυμα. [< μτγν. πρόσκομμα]
42983προσκοπικός, ή, ό προ-σκο-πι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον πρόσκοπο ή τον προσκοπισμό: ~ός: σύνδεσμος. ~ή: εκδρομή/ομάδα/στολή/συγκέντρωση (πβ. τζάμπορι)/ταυτότητα. ~ό: έμβλημα/πνεύμα. ~ά: παιχνίδια/τραγούδια. Βλ. ναυτο~. ● επίρρ.: προσκοπικά [< γαλλ. scout, 1910]
42984προσκοπισμόςπρο-σκο-πι-σμός ουσ. (αρσ.): διεθνής, εθελοντική, μη κυβερνητική κίνηση που απευθύνεται σε νέους, με σκοπό τη σωματική, κοινωνική, ηθική και πνευματική διαπαιδαγώγησή τους, συνήθ. μέσα από την οργάνωση δραστηριοτήτων στην ύπαιθρο. Βλ. -ισμός, οδηγισμός. [< γαλλ. scoutisme, 1913]
42985πρόσκοποςπρό-σκο-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {προσκόπ-ου | σπανιότ. θηλ. προσκοπίνα}: (για παιδί ή έφηβο) μέλος του κινήματος του προσκοπισμού: εφορία/κατασκήνωση/σύστημα ~ων. Σώμα Ελλήνων Προσκόπων (ακρ. ΣΕΠ). Βλ. αερο~, λυκόπουλο, ναυτο~, οδηγός. ● Υποκ.: προσκοπάκι (το) [< πβ. αρχ. πρόσκοπος 'προορατικός', αγγλ. Boy Scout, 1908, γαλλ. boy-scout, 1910, Girl Scout, 1919]
42986προσκόπτωπρο-σκό-πτω ρ. (αμτβ.) {προσέκο-ψε, προσκό-ψει} (+ σε, απαιτ. λεξιλόγ.): συναντώ κάτι που δυσκολεύει, εμποδίζει την πορεία μου, αντιμετωπίζω δυσχέρειες στην επίτευξη στόχου: Οι συνομιλίες ~ουν στην αδιαλλαξία των δύο πλευρών. Πβ. προσκρούω, σκαλώνω, σκοντάφτω. [< αρχ. προσκόπτω]
42987πρόσκρουσηπρό-σκρου-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σύγκρουση κινούμενου αντικειμένου με κάτι ακίνητο: μοιραία/σφοδρή ~ αεροσκάφους στο έδαφος. ~ πλοίου σε προβλήτα. ~ αστεροειδούς σε πλανήτη. Δοκιμές ~ης αυτοκινήτου (= κρας τεστ). [< μτγν. πρόσκρουσις]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.