| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42979 | προσκομιδή | προ-σκο-μι-δή ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. προετοιμασία των Τιμίων Δώρων για την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας· συνεκδ. ο χώρος προετοιμασίας τους, συνήθ. η κόγχη ή η μικρή τράπεζα στο ιερό ορθόδοξου ναού: η ακολουθία/ευχή της ~ής. ΣΥΝ. πρόθεση (4) 2. (σπάν.-επίσ.) προσκόμιση: ~ δικαιολογητικών/πιστοποιητικού. [< μτγν. προσκομιδή] | |
| 42980 | προσκομίζω | προ-σκο-μί-ζω ρ. (μτβ.) {προσκόμι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, προσκομίζ-οντας, -όμενος} (επίσ.) 1. εμφανίζω ή/και καταθέτω έγγραφο σε αρμόδια υπηρεσία ή Αρχή· αναφέρω, παραθέτω κάτι, συνήθ. για ενίσχυση, τεκμηρίωση άποψης: ~όμενα: έγγραφα. Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να ~ουν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά/βεβαίωση προϋπηρεσίας/πιστοποιητικό σπουδών/υπεύθυνη δήλωση. Το μισθωτήριο ~εται στην εφορία.|| Ο δικηγόρος ~σε νέα στοιχεία για την υπόθεση στο δικαστήριο. 2. φέρνω κάτι κάπου· ειδικότ. μεταφέρω ασθενή σε νοσοκομείο ή ιατρείο: Δείγμα της επικίνδυνης ουσίας ~στηκε στο εργαστήριο. Τα εμπορεύματα έχουν ~στεί στο τελωνείο. ~ζουν: οφέλη.|| Βαριά τραυματισμένος ~στηκε (= διακομίστηκε) στην κλινική. [< αρχ. προσκομίζω] | |
| 42981 | προσκόμιση | προ-σκό-μι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια του προσκομίζω: ~ απόδειξης (αγοράς)/βεβαίωσης/δικαιολογητικών/πιστοποιητικού (σπουδών). Απαραίτητη η ~ ταυτότητας για ...|| ~ αποδεικτικών στοιχείων στο δικαστήριο. ΣΥΝ. προσκομιδή (2) [< μτγν. προσκόμισις] | |
| 42982 | πρόσκομμα | πρό-σκομ-μα ουσ. (ουδ.) {προσκόμμ-ατα} (απαιτ. λεξιλόγ.): εμπόδιο, φραγμός, δυσκολία: νομικά/πολιτικά ~ατα. Θέτει/παρεμβάλλει συνεχώς ~ατα στη διεξαγωγή του έργου. Πβ. κώλυμα. [< μτγν. πρόσκομμα] | |
| 42983 | προσκοπικός | , ή, ό προ-σκο-πι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον πρόσκοπο ή τον προσκοπισμό: ~ός: σύνδεσμος. ~ή: εκδρομή/ομάδα/στολή/συγκέντρωση (πβ. τζάμπορι)/ταυτότητα. ~ό: έμβλημα/πνεύμα. ~ά: παιχνίδια/τραγούδια. Βλ. ναυτο~. ● επίρρ.: προσκοπικά [< γαλλ. scout, 1910] | |
| 42984 | προσκοπισμός | προ-σκο-πι-σμός ουσ. (αρσ.): διεθνής, εθελοντική, μη κυβερνητική κίνηση που απευθύνεται σε νέους, με σκοπό τη σωματική, κοινωνική, ηθική και πνευματική διαπαιδαγώγησή τους, συνήθ. μέσα από την οργάνωση δραστηριοτήτων στην ύπαιθρο. Βλ. -ισμός, οδηγισμός. [< γαλλ. scoutisme, 1913] | |
| 42985 | πρόσκοπος | πρό-σκο-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {προσκόπ-ου | σπανιότ. θηλ. προσκοπίνα}: (για παιδί ή έφηβο) μέλος του κινήματος του προσκοπισμού: εφορία/κατασκήνωση/σύστημα ~ων. Σώμα Ελλήνων Προσκόπων (ακρ. ΣΕΠ). Βλ. αερο~, λυκόπουλο, ναυτο~, οδηγός. ● Υποκ.: προσκοπάκι (το) [< πβ. αρχ. πρόσκοπος 'προορατικός', αγγλ. Boy Scout, 1908, γαλλ. boy-scout, 1910, Girl Scout, 1919] | |
| 42986 | προσκόπτω | προ-σκό-πτω ρ. (αμτβ.) {προσέκο-ψε, προσκό-ψει} (+ σε, απαιτ. λεξιλόγ.): συναντώ κάτι που δυσκολεύει, εμποδίζει την πορεία μου, αντιμετωπίζω δυσχέρειες στην επίτευξη στόχου: Οι συνομιλίες ~ουν στην αδιαλλαξία των δύο πλευρών. Πβ. προσκρούω, σκαλώνω, σκοντάφτω. [< αρχ. προσκόπτω] | |
| 42987 | πρόσκρουση | πρό-σκρου-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σύγκρουση κινούμενου αντικειμένου με κάτι ακίνητο: μοιραία/σφοδρή ~ αεροσκάφους στο έδαφος. ~ πλοίου σε προβλήτα. ~ αστεροειδούς σε πλανήτη. Δοκιμές ~ης αυτοκινήτου (= κρας τεστ). [< μτγν. πρόσκρουσις] | |
| 42988 | προσκρουστήρας | προ-σκρου-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός που ανακόπτει την κίνηση αντικειμένου, πριν προσκρούσει σε σταθερό σημείο: ~ οχήματος/πόρτας. Εξωτερικά του σκάφους τοποθετήθηκε ελαστικός ~. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. heurtoir] | |
| 42989 | προσκρούω | προ-σκρού-ω ρ. (αμτβ.) {προσέκρου-σε, προσκρού-οντας} (+ σε) (λόγ.): (για μεταφορικό μέσο) συγκρούομαι με ένα άλλο (συνήθ. ακίνητο) αντικείμενο, σώμα ή με μία άλλη επιφάνεια κατά την κίνησή μου· μτφ. αντιμετωπίζω εμπόδια, δυσκολίες, ανασταλτικούς παράγοντες δράσης: Πλοίο ~σε σε βράχια/προβλήτα/ύφαλο. Αεροσκάφος ~σε στο έδαφος και συνετρίβη. Μοτοσικλέτα ξέφυγε από την πορεία της και ~σε σε σταθμευμένο όχημα. Πβ. πέφτω, χτυπώ.|| Η προσπάθεια εξεύρεσης λύσης ~ει στην άρνηση της άλλης πλευράς. Πβ. προσκόπτω. ● προσκρούει: αντιτίθεται σε κάτι: ~ει στη μετριοφροσύνη του. Γεγονός που ~ (= αντιβαίνει, αντίκειται) στην κοινή λογική. Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις ~ουν στη διάταξη .../στη νομοθεσία/στο Σύνταγμα. [< αρχ. προσκρούω] | |
| 42990 | πρόσκτηση | πρό-σκτη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): απόκτηση επιπρόσθετων στοιχείων, αγαθών: ~ γνώσεων.|| Ηλεκτρονική/ψηφιακή ~ αρχειακού υλικού/δεδομένων. Τμήμα ~ήσεων (: για βιβλιοθήκη). [< μτγν. πρόσκτησις] | |
| 42991 | προσκτώμαι | [προσκτῶμαι] προ-σκτώ-μαι ρ. (μτβ.) {προσκτ-άται ... | προσκτή-θηκε (λόγ. μτχ. προσκτη-θείς, -θείσα, -θέν)} (σπάν.-επίσ.): αποκτώ κάτι επιπρόσθετο: Γνώση που ~άται βιωματικά. Έγγραφα που ~θηκαν από τη βιβλιοθήκη. [< αρχ. προσκτῶμαι] | |
| 42992 | προσκύνημα | προ-σκύ-νη-μα ουσ. (ουδ.) {προσκυνήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ταξίδι ή επίσκεψη προσκυνητή σε ιερό τόπο ή σε μέρος που θεωρείται ιδιαίτερα προσφιλές ή σημαντικό για τον ίδιο· κατ' επέκτ. ο ίδιος ο χώρος, ο ιερός ναός ή το σύμβολο που προσκυνείται: ετήσιο/μονοήμερο/οδοιπορικό ~. ~ στους Αγίους Τόπους (= ιερή αποδημία)/στο μνημείο των ηρώων/στη Μονή/στον τάφο του Αγίου ... Εκδρομή-~. Τόπος ~ατος. Πανελλήνιο ~ στην εικόνα της Παναγίας.|| Πανάγια/χριστιανικά ~ατα. Χιλιάδες πιστοί συνέρρεαν στο ~, για να προσευχηθούν. 2. εκδήλωση ευλάβειας με ασπασμό, υπόκλιση ή/και γονυκλισία μπροστά σε κάτι που είναι ή θεωρείται ιερό και γενικότ. απόδοση τιμής: ευλαβικό ~. ~ των χριστιανών. ~ της εικόνας/του Επιταφίου/του Τιμίου Ξύλου. Το ~ των μάγων.|| Δημόσιο ~ του νεκρού. ΣΥΝ. προσκύνηση 3. {συνήθ. στον εν.} (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) υποταγή, υποδούλωση σε κάποιον ή κάτι: ~ στην εξουσία/στον πλούτο. ● ΣΥΜΠΛ.: λαϊκό προσκύνημα: κοσμοσυρροή κυρ. για απόδοση τιμών: (για επιφανή νεκρό:) Η σορός του ... θα (εκ)τεθεί σε τριήμερο ~ ~. [< 2: μτγν. προσκύνημα] | |
| 42993 | προσκυνηματικός | , ή, ό προ-σκυ-νη-μα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με το προσκύνημα: ~ός: ναός (βλ. ενοριακός)/τόπος/τουρισμός. ~ή: εκδρομή/επίσκεψη. ~ό: κέντρο/ταξίδι (= ιερή αποδημία). ● επίρρ.: προσκυνηματικά | |
| 42994 | προσκύνηση | προ-σκύ-νη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προσκύνημα: τιμητική ~. ~ εικόνων/ιερών λειψάνων. Η ~ των μάγων. Βλ. σταυρο~. [< αρχ. προσκύνησις ‘λατρεία, τιμή’] | |
| 42995 | προσκυνητάρι | προ-σκυ-νη-τά-ρι ουσ. (ουδ.) {-ιού (λόγ.) -ίου} & προσκυνητάριο ΕΚΚΛΗΣ. 1. έπιπλο στο οποίο τοποθετείται το Ευαγγέλιο ή ιερή εικόνα· μικρό κτίσμα ή έδρανο που προορίζεται για προσκύνηση και προσευχή: μαρμάρινο/ξυλόγλυπτο/πέτρινο ~. ~ περιφοράς. ~ της Αγίας/του Αγίου ... Βλ. εικονοστάσι. 2. (κυρ. στον τ. προσκυνητάριο) βιβλίο με περιγραφές ιερών προσκυνημάτων: ~ του Αγίου Όρους/των Αγίων Τόπων. Εικονογραφημένα ~ια που απεικονίζουν χριστιανικά μνημεία. [< μεσν. προσκυνητάριον] | |
| 42996 | προσκυνητήριο | προ-σκυ-νη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): χώρος προσκύνησης, προσευχής. Βλ. -τήριο. [< μτγν. προσκυνητήριον] | |
| 42997 | προσκυνητής | προ-σκυ-νη-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. προσκυνήτρια}: πρόσωπο που επισκέπτεται ιερό χώρο, για να εκφράσει τη θρησκευτική του πίστη: ~ του Αγίου Όρους. Χιλιάδες ~ές συρρέουν το Πάσχα στα Ιεροσόλυμα. [< μτγν. προσκυνητής ‘αυτός που λατρεύει, τιμά’] | |
| 42998 | προσκυνώ | [προσκυνῶ] προ-σκυ-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {προσκυν-είς κ. -άς ... | προσκύν-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} & (προφ.) προσκυνάω 1. εκδηλώνω ευλάβεια, λατρεία ή σεβασμό με ασπασμό, γονυκλισία ή/και υπόκλιση και γενικότ. τιμώ κάποιον ή κάτι: ~ τη(ν) (θαυματουργή) εικόνα/τον Επιτάφιο/το ιερό λείψανο/τον Πανάγιο Τάφο/τον Σταυρό. ~ τη χάρη της Παναγίας. ~ τη σημαία. ~ούσαν τα αγάλματα/είδωλα (πβ. λατρεύω). ~ούν τη σορό του εκλιπόντος. Γνώρισε κάθε δόξα, ~ήθηκε όπως ένα είδωλο. 2. επισκέπτομαι ιερό τόπο ή ναό: ~ησε στο Άγιο Όρος/στους Αγίους Τόπους/στο μοναστήρι. ~ησε τα πάτρια εδάφη/τα χώματα των προγόνων της. 3. (μτφ.) υποτάσσομαι σε κάποιον ή κάτι, σκύβω το κεφάλι ή συμπεριφέρομαι δουλοπρεπώς: ~ησαν τον κατακτητή. Είχαν ~ήσει τους δικτάτορες/μονάρχες.|| Οι ~ημένοι (= πουλημένοι, συμβιβασμένοι) του συστήματος. [< 1: αρχ. προσκυνῶ ‘λατρεύω, τιμώ’ 2: μεσν. σημ.] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ