| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42999 | προσκυρώνω | προ-σκυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {προσκύρω-σε, -θηκε} 1. ΝΟΜ. (για δημόσια Αρχή) κάνω προσκύρωση: Η πολεοδομία ~σε τμήμα οικοπέδου στην ιδιοκτησία του ... 2. (επίσ.) επικυρώνω: Η βουλευτική έδρα ~θηκε στο κόμμα ... κατά τη δεύτερη κατανομή. [< 2: μτγν. προσκυρῶ] | |
| 43000 | προσκύρωση | προ-σκύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. μεταβίβαση της κυριότητας ενός πράγματος από έναν δικαιούχο σε άλλον με δικαστική απόφαση· ειδικότ. προσάρτηση οικοπέδου, που δεν μπορεί να οικοδομηθεί, σε γειτονικό ακίνητο: ~ δημοτικής έκτασης. 2. (επίσ.) επικύρωση: ~ των (βουλευτικών) εδρών. [< 2: μτγν. προσκύρωσις] | |
| 1748 | Προσλαβάνουσες | [ἄκουσμα] ά-κου-σμα ουσ. (ουδ.) {ακούσμ-ατος | -ατα, -άτων}: ό,τι ακούει κάποιος (κυρ. από μουσική), σπανιότ. ακρόαση: γλυκό ~. Αγαπημένα/δημοτικά/έθνικ/εμπορικά/έντεχνα/ηλεκτρονικά/λαϊκά/λάτιν/ρεμπέτικα/ροκ/σύγχρονα ~ατα. Ποια ήταν τα πρώτα σας ~ατα (βλ. επιρροές, προσλαμβάνουσες παραστάσεις); Πβ. ακρόαμα.|| ~ μουσικής/φωνής. ● ΦΡ.: στο/με το άκουσμα (+ γεν.): μόλις ακούστηκε κάτι: ~ ~ της είδησης το συγκεντρωμένο πλήθος ξέσπασε σε ζητωκραυγές. ~ ~ (= με την ανακοίνωση) της απόφασης ο κατηγορούμενος πάγωσε. Και μόνο στο ~ του ονόματός του … [< αρχ. ἄκουσμα] | |
| 43001 | προσλαλιά | προ-σλα-λιά ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προσφώνηση μικρής διάρκειας, επίσημος χαιρετισμός: ~ του δημάρχου στην εκδήλωση. [< μτγν. προσλαλία ‘συζήτηση, ομιλία’] | |
| 43002 | προσλαμβάνω | προ-σλαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {προσέλαβε, προσλάβει, προσλήφ-θηκε (λόγ.) προσελήφ-θη, μτχ. προσληφ-θείς, -θείσα, -έν), -θεί, προσλαμβαν-όμενος, προσλαμβάν-οντας} 1. παίρνω κάποιον στην υπηρεσία μου, του αναθέτω έναντι μισθού ή αμοιβής ορισμένη εργασία: ~ γραμματέα/εργάτες/ερευνητές/(έκτακτο/τακτικό) προσωπικό/τεχνίτες/υπαλλήλους. Τον προσέλαβε στις επιχειρήσεις του ως σύμβουλο. Τον προσέλαβαν, για να σκηνοθετήσει την παράσταση. Εταιρεία ενδιαφέρεται/επιθυμεί/ζητά να προσλάβει μηχανικό. ~εται με σύμβαση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου/με σχέση ιδιωτικού δικαίου. ~θη στη θέση του διευθυντή. ~θηκαν ως αναπληρωτές εκπαιδευτικοί. Έχουν ~θεί για την κάλυψη εποχικών αναγκών. Οι ~θέντες μέσω ΑΣΕΠ. Βλ. επανα~, διορίζω. ΑΝΤ. απολύω (1) 2. αποκτώ συνήθ. νέα ή πρόσθετη μορφή, χαρακτηριστικό, ιδιότητα, στοιχείο: Το περιστατικό προσέλαβε μεγάλη δημοσιότητα. Η λέξη έχει προσλάβει διαφορετικό νόημα.|| Με την κατάλληλη διατροφή ~εται (: απορροφάται, αφομοιώνεται) από τον οργανισμό ικανή ποσότητα βιταμινών. 3. αντιλαμβάνομαι, ερμηνεύω, εκλαμβάνω κάτι με συγκεκριμένο τρόπο: ~ει την πραγματικότητα με εντελώς διαφορετικό τρόπο από εμένα. ● ΣΥΜΠΛ.: προσλαμβάνουσες παραστάσεις: ΨΥΧΟΛ. αυτές που έχουν καταγραφεί στη συνείδηση και συμβάλλουν στην αφομοίωση άλλων παρόμοιων: Έχει ~ ~, άμεση αντίληψη. ● ΦΡ.: παίρνει/λαμβάνει/προσλαμβάνει διαστάσεις βλ. διάσταση [< 1: αρχ. προσλαμβάνω 2: γαλλ. acquérir] | |
| 43004 | προσληπτικός | , ή, ό προ-σλη-πτι-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ. που αναφέρεται στην πρόσληψη: ~ή: ικανότητα (μαθητών). Βλ. αφομοιωτικός. [< μτγν. προσληπτικός 'που λαμβάνει επιπλέον'] | |
| 43005 | πρόσληψη | πρό-σλη-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ένταξη κάποιου στο προσωπικό υπηρεσίας, εταιρείας, ανάθεση ορισμένης εργασίας έναντι μισθού ή αμοιβής: αξιοκρατική/παράνομη ~. ~ ανέργων/διδασκόντων/στελεχών/συμβούλων/υπαλλήλων/ωρομισθίων. ~ στη βιομηχανία/στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα/στην τοπική αυτοδιοίκηση (πβ. διορισμός)/σε τράπεζα. ~ με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. (Αν)αγγελία/διαδικασία/ημερομηνία/όροι/φορέας ~ης. Αίτηση/συνέντευξη ~ης. Προκήρυξη (γραπτού διαγωνισμού) για την ~ εκπαιδευτικού/επιστημονικού/μόνιμου προσωπικού. Ζητούνται άτομα για άμεση ~. ~ήψεις μερικής απασχόλησης. ~ήψεις μέσω ΑΣΕΠ/του διαδικτύου. Πολιτική ~ήψεων. Έγκριση/επιτροπή/νομοθεσία/οδηγός/πάγωμα (= διακοπή)/προγραμματισμός/σύστημα ~ήψεων. Ανακοινώθηκαν ~ήψεις για την πλήρωση θέσεων. ΑΝΤ. απόλυση (1). Βλ. επανα~. 2. (επιστ.) λήψη, απόκτηση: ~ ασβεστίου/θερμίδων/λίπους/νερού/οξυγόνου/πρωτεϊνών/σιδήρου/τροφής/φυτικών ινών. Αύξηση/μείωση της ~ης αλατιού. Ημερήσιες ανάγκες ~ης βιταμινών.|| ~ βάρους. 3. {χωρ. πληθ.} ο τρόπος με τον οποίο κατανοείται, ερμηνεύεται και αποτιμάται καλλιτεχνικό συνήθ. δημιούργημα, έννοια, ιδέα, ιδεολογία από αναγνώστες, θεατές ή/και ακροατές σε δεδομένη χρονική περίοδο: η ~ της αρχαιότητας.|| (ΛΟΓΟΤ.) Θεωρίες ~ης (βλ. αναγνωστικές θεωρίες). 4. ΨΥΧΟΛ. {χωρ. πληθ.} καταγραφή και αφομοίωση από τη συνείδηση νέων παραστάσεων ή πληροφοριών μέσω άλλων παρόμοιων: ~ γνώσης. Ικανότητα ~ης (= προσληπτική ικανότητα). ● ΣΥΜΠΛ.: ενδεικτική ημερήσια πρόσληψη βλ. ενδεικτικός [< 1,4: μτγν. πρόσληψις 2: αρχ. ~ 3: γερμ. Rezeption] | |
| 43006 | πρόσμειξη & πρόσμιξη | πρό-σμει-ξη ουσ. (θηλ.): ανάμειξη, συνδυασμός επιμέρους στοιχείων· συνεκδ. κάθε ουσία που προστίθεται σε κάποιο αντικείμενο, σώμα ή προϊόν, αλλοιώνοντας τη σύστασή του: χάλυβες με ~ χρωμίου.|| Τοξικές ~ίξεις. Καθαρό ασήμι χωρίς ~είξεις νικελίου. Μέγιστες τιμές ανοχής για τις ~είξεις στο κρασί/στο νερό/σε τρόφιμα (πβ. πρόσθετα (τροφίμων)).|| (κατ' επέκτ.) Μουσικές ~ίξεις. [< μτγν. πρόσμ(ε)ιξις 'επίθεση', αγγλ. admixture] | |
| 43007 | προσμένω | προ-σμέ-νω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (συνήθ. λογοτ.): περιμένω με ελπίδα, υπομονετικά κάτι ή κάποιον: ~ει με λαχτάρα τα παιδιά της από το εξωτερικό. ~ουν το (= ελπίζουν στο) θαύμα. Πβ. αναμένω, προσδοκώ. [< αρχ. προσμένω] | |
| 43008 | προσμέτρηση | προ-σμέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσμετρώ, συνυπολογισμός: ~ μορίων/προϋπηρεσίας/στρατιωτικής θητείας (στη συνταξιοδότηση)/χρόνου ασφάλισης/ψήφων. Πβ. συναρίθμηση. Βλ. -μέτρηση. | |
| 43009 | προσμετρώ | [προσμετρῶ] προ-σμε-τρώ ρ. (μτβ.) {προσμετρ-άς ... | προσμέτρ-ησα, -άται κ. -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας}: συμπεριλαμβάνω κάποιο στοιχείο σε μέτρηση, εκτίμηση, αξιολόγηση, συνυπολογίζω: Η επίδοση στη γραπτή εξέταση ~άται κατά ...% στη συνολική βαθμολογία. Στα αρνητικά/θετικά του ~άται (= συγκαταλέγεται) το γεγονός ότι ... Η προϋπηρεσία της ~ήθηκε στη χορήγηση σύνταξης. Πβ. συναριθμώ. Βλ. -μετρώ. [< αρχ. προσμετρῶ] | |
| 43010 | προσμονή | προ-σμο-νή ουσ. (θηλ.) (συνήθ. λογοτ.): αναμονή με έντονη προσδοκία, επιθυμία: ~ νίκης/των Χριστουγέννων. [< μτγν. προσμονή] | |
| 43011 | προσνήωση | προσ-νή-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΑΕΡΟΝ. προσγείωση αεροσκάφους ή ελικοπτέρου, συνήθ. σε αεροπλανοφόρο. ΑΝΤ. απονήωση | |
| 43012 | προσοδοθηρία | προ-σο-δο-θη-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. προσπάθεια κυρ. επιχειρήσεων ή επαγγελματικών ενώσεων να επηρεάσουν την κρατική πολιτική προς ίδιον όφελος, συνήθ. για τη διατήρηση των προνομίων τους, συχνά σε βάρος του υπόλοιπου πληθυσμού. Βλ. -θηρία. | |
| 43013 | πρόσοδος | πρό-σο-δος ουσ. (θηλ.) {προσόδ-ου | -ων, -ους} (λόγ.): εισόδημα που αποκτάται από την εκμετάλλευση γης και γενικότ. οικονομικοί πόροι, έσοδα: έγγειος ~. Ακαθάριστη/ετήσια/ισόβια ~ από παραγωγή ... [< αρχ. πρόσοδος] | |
| 43014 | προσοδοφόρος | , α/ος, ο προ-σο-δο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που αποφέρει (μεγάλο) οικονομικό κέρδος, κερδοφόρος: ~α: αγορά/επένδυση/επιχείρηση. ~ο: επάγγελμα. ~ες: δραστηριότητες. Πβ. επικερδής.|| (μτφ.) ~ο: έδαφος (= γόνιμο, παραγωγικό). Βλ. -φόρος. | |
| 43015 | προσοικειώνομαι | προ-σοι-κει-ώ-νο-μαι ρ. (μτβ.) {προσοικειω-θεί} (σπάν.-λόγ.): κάνω κάτι οικείο σε μένα, εντάσσω κάτι λειτουργικά στο δικό μου πεδίο γνώσης, ενδιαφερόντων· εξοικειώνομαι: Ο άνθρωπος διαμέσου των αισθήσεων ~εται τον κόσμο στον οποίο ζει. Στην αρχαία Αθήνα οι πολίτες είχαν ενεργητικά ~θεί τις αρχές της δημοκρατίας. [< μτγν. προσοικειῶ ‘κατευθύνομαι, ρέπω’] | |
| 43016 | προσοικείωση | προ-σοι-κεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): εξοικείωση. [< μτγν. προσοικείωσις ‘έλξη προς’] | |
| 43018 | προσομοίωμα | προ-σο-μοί-ω-μα ουσ. (ουδ.) (επιστ.): αναπαράσταση σε μικρογραφία, μοντέλο: (ΑΡΧΙΤ.) χωρικό ~ (: κτιρίου). Μαθηματικά/υπολογιστικά ~ώματα (: σε υπολογιστή· πβ. προσομοίωση).|| (ΧΗΜ.) ~ώματα ατόμων/μορίων. Πβ. μακέτα, μινιατούρα. | |
| 43017 | προσομοιώνω | προ-σο-μοι-ά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προσομοίασε} (λόγ.) 1. παρουσιάζω ομοιότητα, κοινά στοιχεία με κάποιον ή κάτι: Κατάσταση που ~ει με εκείνη του παρελθόντος. Βλ. παρομοιάζω. 2. προσομοιώνω. [< μτγν. προσομοιάζω ‘άπεικονίζω’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ