Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [43560-43580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42988προσκρουστήραςπρο-σκρου-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός που ανακόπτει την κίνηση αντικειμένου, πριν προσκρούσει σε σταθερό σημείο: ~ οχήματος/πόρτας. Εξωτερικά του σκάφους τοποθετήθηκε ελαστικός ~. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. heurtoir]
42989προσκρούωπρο-σκρού-ω ρ. (αμτβ.) {προσέκρου-σε, προσκρού-οντας} (+ σε) (λόγ.): (για μεταφορικό μέσο) συγκρούομαι με ένα άλλο (συνήθ. ακίνητο) αντικείμενο, σώμα ή με μία άλλη επιφάνεια κατά την κίνησή μου· μτφ. αντιμετωπίζω εμπόδια, δυσκολίες, ανασταλτικούς παράγοντες δράσης: Πλοίο ~σε σε βράχια/προβλήτα/ύφαλο. Αεροσκάφος ~σε στο έδαφος και συνετρίβη. Μοτοσικλέτα ξέφυγε από την πορεία της και ~σε σε σταθμευμένο όχημα. Πβ. πέφτω, χτυπώ.|| Η προσπάθεια εξεύρεσης λύσης ~ει στην άρνηση της άλλης πλευράς. Πβ. προσκόπτω.προσκρούει: αντιτίθεται σε κάτι: ~ει στη μετριοφροσύνη του. Γεγονός που ~ (= αντιβαίνει, αντίκειται) στην κοινή λογική. Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις ~ουν στη διάταξη .../στη νομοθεσία/στο Σύνταγμα. [< αρχ. προσκρούω]
42990πρόσκτησηπρό-σκτη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): απόκτηση επιπρόσθετων στοιχείων, αγαθών: ~ γνώσεων.|| Ηλεκτρονική/ψηφιακή ~ αρχειακού υλικού/δεδομένων. Τμήμα ~ήσεων (: για βιβλιοθήκη). [< μτγν. πρόσκτησις]
42991προσκτώμαι[προσκτῶμαι] προ-σκτώ-μαι ρ. (μτβ.) {προσκτ-άται ... | προσκτή-θηκε (λόγ. μτχ. προσκτη-θείς, -θείσα, -θέν)} (σπάν.-επίσ.): αποκτώ κάτι επιπρόσθετο: Γνώση που ~άται βιωματικά. Έγγραφα που ~θηκαν από τη βιβλιοθήκη. [< αρχ. προσκτῶμαι]
42992προσκύνημαπρο-σκύ-νη-μα ουσ. (ουδ.) {προσκυνήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ταξίδι ή επίσκεψη προσκυνητή σε ιερό τόπο ή σε μέρος που θεωρείται ιδιαίτερα προσφιλές ή σημαντικό για τον ίδιο· κατ' επέκτ. ο ίδιος ο χώρος, ο ιερός ναός ή το σύμβολο που προσκυνείται: ετήσιο/μονοήμερο/οδοιπορικό ~. ~ στους Αγίους Τόπους (= ιερή αποδημία)/στο μνημείο των ηρώων/στη Μονή/στον τάφο του Αγίου ... Εκδρομή-~. Τόπος ~ατος. Πανελλήνιο ~ στην εικόνα της Παναγίας.|| Πανάγια/χριστιανικά ~ατα. Χιλιάδες πιστοί συνέρρεαν στο ~, για να προσευχηθούν. 2. εκδήλωση ευλάβειας με ασπασμό, υπόκλιση ή/και γονυκλισία μπροστά σε κάτι που είναι ή θεωρείται ιερό και γενικότ. απόδοση τιμής: ευλαβικό ~. ~ των χριστιανών. ~ της εικόνας/του Επιταφίου/του Τιμίου Ξύλου. Το ~ των μάγων.|| Δημόσιο ~ του νεκρού. ΣΥΝ. προσκύνηση 3. {συνήθ. στον εν.} (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) υποταγή, υποδούλωση σε κάποιον ή κάτι: ~ στην εξουσία/στον πλούτο. ● ΣΥΜΠΛ.: λαϊκό προσκύνημα: κοσμοσυρροή κυρ. για απόδοση τιμών: (για επιφανή νεκρό:) Η σορός του ... θα (εκ)τεθεί σε τριήμερο ~ ~. [< 2: μτγν. προσκύνημα]
42993προσκυνηματικός, ή, ό προ-σκυ-νη-μα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με το προσκύνημα: ~ός: ναός (βλ. ενοριακός)/τόπος/τουρισμός. ~ή: εκδρομή/επίσκεψη. ~ό: κέντρο/ταξίδι (= ιερή αποδημία). ● επίρρ.: προσκυνηματικά
42994προσκύνησηπρο-σκύ-νη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προσκύνημα: τιμητική ~. ~ εικόνων/ιερών λειψάνων. Η ~ των μάγων. Βλ. σταυρο~. [< αρχ. προσκύνησις ‘λατρεία, τιμή’]
42995προσκυνητάριπρο-σκυ-νη-τά-ρι ουσ. (ουδ.) {-ιού (λόγ.) -ίου} & προσκυνητάριο ΕΚΚΛΗΣ. 1. έπιπλο στο οποίο τοποθετείται το Ευαγγέλιο ή ιερή εικόνα· μικρό κτίσμα ή έδρανο που προορίζεται για προσκύνηση και προσευχή: μαρμάρινο/ξυλόγλυπτο/πέτρινο ~. ~ περιφοράς. ~ της Αγίας/του Αγίου ... Βλ. εικονοστάσι. 2. (κυρ. στον τ. προσκυνητάριο) βιβλίο με περιγραφές ιερών προσκυνημάτων: ~ του Αγίου Όρους/των Αγίων Τόπων. Εικονογραφημένα ~ια που απεικονίζουν χριστιανικά μνημεία. [< μεσν. προσκυνητάριον]
42996προσκυνητήριοπρο-σκυ-νη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): χώρος προσκύνησης, προσευχής. Βλ. -τήριο. [< μτγν. προσκυνητήριον]
42997προσκυνητήςπρο-σκυ-νη-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. προσκυνήτρια}: πρόσωπο που επισκέπτεται ιερό χώρο, για να εκφράσει τη θρησκευτική του πίστη: ~ του Αγίου Όρους. Χιλιάδες ~ές συρρέουν το Πάσχα στα Ιεροσόλυμα. [< μτγν. προσκυνητής ‘αυτός που λατρεύει, τιμά’]
42998προσκυνώ[προσκυνῶ] προ-σκυ-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {προσκυν-είς κ. -άς ... | προσκύν-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} & (προφ.) προσκυνάω 1. εκδηλώνω ευλάβεια, λατρεία ή σεβασμό με ασπασμό, γονυκλισία ή/και υπόκλιση και γενικότ. τιμώ κάποιον ή κάτι: ~ τη(ν) (θαυματουργή) εικόνα/τον Επιτάφιο/το ιερό λείψανο/τον Πανάγιο Τάφο/τον Σταυρό. ~ τη χάρη της Παναγίας. ~ τη σημαία. ~ούσαν τα αγάλματα/είδωλα (πβ. λατρεύω). ~ούν τη σορό του εκλιπόντος. Γνώρισε κάθε δόξα, ~ήθηκε όπως ένα είδωλο. 2. επισκέπτομαι ιερό τόπο ή ναό: ~ησε στο Άγιο Όρος/στους Αγίους Τόπους/στο μοναστήρι. ~ησε τα πάτρια εδάφη/τα χώματα των προγόνων της. 3. (μτφ.) υποτάσσομαι σε κάποιον ή κάτι, σκύβω το κεφάλι ή συμπεριφέρομαι δουλοπρεπώς: ~ησαν τον κατακτητή. Είχαν ~ήσει τους δικτάτορες/μονάρχες.|| Οι ~ημένοι (= πουλημένοι, συμβιβασμένοι) του συστήματος. [< 1: αρχ. προσκυνῶ ‘λατρεύω, τιμώ’ 2: μεσν. σημ.]
42999προσκυρώνωπρο-σκυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {προσκύρω-σε, -θηκε} 1. ΝΟΜ. (για δημόσια Αρχή) κάνω προσκύρωση: Η πολεοδομία ~σε τμήμα οικοπέδου στην ιδιοκτησία του ... 2. (επίσ.) επικυρώνω: Η βουλευτική έδρα ~θηκε στο κόμμα ... κατά τη δεύτερη κατανομή. [< 2: μτγν. προσκυρῶ]
43000προσκύρωσηπρο-σκύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. μεταβίβαση της κυριότητας ενός πράγματος από έναν δικαιούχο σε άλλον με δικαστική απόφαση· ειδικότ. προσάρτηση οικοπέδου, που δεν μπορεί να οικοδομηθεί, σε γειτονικό ακίνητο: ~ δημοτικής έκτασης. 2. (επίσ.) επικύρωση: ~ των (βουλευτικών) εδρών. [< 2: μτγν. προσκύρωσις]
1748Προσλαβάνουσες[ἄκουσμα] ά-κου-σμα ουσ. (ουδ.) {ακούσμ-ατος | -ατα, -άτων}: ό,τι ακούει κάποιος (κυρ. από μουσική), σπανιότ. ακρόαση: γλυκό ~. Αγαπημένα/δημοτικά/έθνικ/εμπορικά/έντεχνα/ηλεκτρονικά/λαϊκά/λάτιν/ρεμπέτικα/ροκ/σύγχρονα ~ατα. Ποια ήταν τα πρώτα σας ~ατα (βλ. επιρροές, προσλαμβάνουσες παραστάσεις); Πβ. ακρόαμα.|| ~ μουσικής/φωνής. ● ΦΡ.: στο/με το άκουσμα (+ γεν.): μόλις ακούστηκε κάτι: ~ ~ της είδησης το συγκεντρωμένο πλήθος ξέσπασε σε ζητωκραυγές. ~ ~ (= με την ανακοίνωση) της απόφασης ο κατηγορούμενος πάγωσε. Και μόνο στο ~ του ονόματός του … [< αρχ. ἄκουσμα]
43001προσλαλιάπρο-σλα-λιά ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προσφώνηση μικρής διάρκειας, επίσημος χαιρετισμός: ~ του δημάρχου στην εκδήλωση. [< μτγν. προσλαλία ‘συζήτηση, ομιλία’]
43002προσλαμβάνωπρο-σλαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {προσέλαβε, προσλάβει, προσλήφ-θηκε (λόγ.) προσελήφ-θη, μτχ. προσληφ-θείς, -θείσα, -έν), -θεί, προσλαμβαν-όμενος, προσλαμβάν-οντας} 1. παίρνω κάποιον στην υπηρεσία μου, του αναθέτω έναντι μισθού ή αμοιβής ορισμένη εργασία: ~ γραμματέα/εργάτες/ερευνητές/(έκτακτο/τακτικό) προσωπικό/τεχνίτες/υπαλλήλους. Τον προσέλαβε στις επιχειρήσεις του ως σύμβουλο. Τον προσέλαβαν, για να σκηνοθετήσει την παράσταση. Εταιρεία ενδιαφέρεται/επιθυμεί/ζητά να προσλάβει μηχανικό. ~εται με σύμβαση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου/με σχέση ιδιωτικού δικαίου. ~θη στη θέση του διευθυντή. ~θηκαν ως αναπληρωτές εκπαιδευτικοί. Έχουν ~θεί για την κάλυψη εποχικών αναγκών. Οι ~θέντες μέσω ΑΣΕΠ. Βλ. επανα~, διορίζω. ΑΝΤ. απολύω (1) 2. αποκτώ συνήθ. νέα ή πρόσθετη μορφή, χαρακτηριστικό, ιδιότητα, στοιχείο: Το περιστατικό προσέλαβε μεγάλη δημοσιότητα. Η λέξη έχει προσλάβει διαφορετικό νόημα.|| Με την κατάλληλη διατροφή ~εται (: απορροφάται, αφομοιώνεται) από τον οργανισμό ικανή ποσότητα βιταμινών. 3. αντιλαμβάνομαι, ερμηνεύω, εκλαμβάνω κάτι με συγκεκριμένο τρόπο: ~ει την πραγματικότητα με εντελώς διαφορετικό τρόπο από εμένα. ● ΣΥΜΠΛ.: προσλαμβάνουσες παραστάσεις: ΨΥΧΟΛ. αυτές που έχουν καταγραφεί στη συνείδηση και συμβάλλουν στην αφομοίωση άλλων παρόμοιων: Έχει ~ ~, άμεση αντίληψη. ● ΦΡ.: παίρνει/λαμβάνει/προσλαμβάνει διαστάσεις βλ. διάσταση [< 1: αρχ. προσλαμβάνω 2: γαλλ. acquérir]
43004προσληπτικός, ή, ό προ-σλη-πτι-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ. που αναφέρεται στην πρόσληψη: ~ή: ικανότητα (μαθητών). Βλ. αφομοιωτικός. [< μτγν. προσληπτικός 'που λαμβάνει επιπλέον']
43005πρόσληψηπρό-σλη-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ένταξη κάποιου στο προσωπικό υπηρεσίας, εταιρείας, ανάθεση ορισμένης εργασίας έναντι μισθού ή αμοιβής: αξιοκρατική/παράνομη ~. ~ ανέργων/διδασκόντων/στελεχών/συμβούλων/υπαλλήλων/ωρομισθίων. ~ στη βιομηχανία/στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα/στην τοπική αυτοδιοίκηση (πβ. διορισμός)/σε τράπεζα. ~ με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. (Αν)αγγελία/διαδικασία/ημερομηνία/όροι/φορέας ~ης. Αίτηση/συνέντευξη ~ης. Προκήρυξη (γραπτού διαγωνισμού) για την ~ εκπαιδευτικού/επιστημονικού/μόνιμου προσωπικού. Ζητούνται άτομα για άμεση ~. ~ήψεις μερικής απασχόλησης. ~ήψεις μέσω ΑΣΕΠ/του διαδικτύου. Πολιτική ~ήψεων. Έγκριση/επιτροπή/νομοθεσία/οδηγός/πάγωμα (= διακοπή)/προγραμματισμός/σύστημα ~ήψεων. Ανακοινώθηκαν ~ήψεις για την πλήρωση θέσεων. ΑΝΤ. απόλυση (1). Βλ. επανα~. 2. (επιστ.) λήψη, απόκτηση: ~ ασβεστίου/θερμίδων/λίπους/νερού/οξυγόνου/πρωτεϊνών/σιδήρου/τροφής/φυτικών ινών. Αύξηση/μείωση της ~ης αλατιού. Ημερήσιες ανάγκες ~ης βιταμινών.|| ~ βάρους. 3. {χωρ. πληθ.} ο τρόπος με τον οποίο κατανοείται, ερμηνεύεται και αποτιμάται καλλιτεχνικό συνήθ. δημιούργημα, έννοια, ιδέα, ιδεολογία από αναγνώστες, θεατές ή/και ακροατές σε δεδομένη χρονική περίοδο: η ~ της αρχαιότητας.|| (ΛΟΓΟΤ.) Θεωρίες ~ης (βλ. αναγνωστικές θεωρίες). 4. ΨΥΧΟΛ. {χωρ. πληθ.} καταγραφή και αφομοίωση από τη συνείδηση νέων παραστάσεων ή πληροφοριών μέσω άλλων παρόμοιων: ~ γνώσης. Ικανότητα ~ης (= προσληπτική ικανότητα). ● ΣΥΜΠΛ.: ενδεικτική ημερήσια πρόσληψη βλ. ενδεικτικός [< 1,4: μτγν. πρόσληψις 2: αρχ. ~ 3: γερμ. Rezeption]
43006πρόσμειξη & πρόσμιξηπρό-σμει-ξη ουσ. (θηλ.): ανάμειξη, συνδυασμός επιμέρους στοιχείων· συνεκδ. κάθε ουσία που προστίθεται σε κάποιο αντικείμενο, σώμα ή προϊόν, αλλοιώνοντας τη σύστασή του: χάλυβες με ~ χρωμίου.|| Τοξικές ~ίξεις. Καθαρό ασήμι χωρίς ~είξεις νικελίου. Μέγιστες τιμές ανοχής για τις ~είξεις στο κρασί/στο νερό/σε τρόφιμα (πβ. πρόσθετα (τροφίμων)).|| (κατ' επέκτ.) Μουσικές ~ίξεις. [< μτγν. πρόσμ(ε)ιξις 'επίθεση', αγγλ. admixture]
43007προσμένωπρο-σμέ-νω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (συνήθ. λογοτ.): περιμένω με ελπίδα, υπομονετικά κάτι ή κάποιον: ~ει με λαχτάρα τα παιδιά της από το εξωτερικό. ~ουν το (= ελπίζουν στο) θαύμα. Πβ. αναμένω, προσδοκώ. [< αρχ. προσμένω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.