| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3396 | ανασκάλεμα | [ἀνασκάλεμα] α-να-σκά-λε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασκαλεύω: (μτφ.) ~ της μνήμης. | |
| 3397 | ανασκαλεύω | [ἀνασκαλεύω] α-να-σκα-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {ανασκάλ-εψα | -εύτηκε} 1. (μτφ.) ανακινώ, αναμοχλεύω· ερευνώ: Μην ~εις παλιές έχθρες/το παρελθόν!|| ~ει την ιστορία. Πβ. ξεσκαλίζω. 2. σκαλίζω ελαφρά, επιφανειακά: ~ το χώμα. ~εψε τη φωτιά με τη μασιά. [< μτγν. ἀνασκαλεύω] | |
| 3398 | ανασκάπτω | [ἀνασκάπτω] α-να-σκά-πτω ρ. (μτβ.) {ανέσκα-ψε (σπανιότ. ανάσκα-ψε), ανασκά-φηκε κ. -φτηκε (λόγ.) -φθηκε, -φεί κ. -φτεί (λόγ.) -φθεί, ανασκαμμένος (λόγ.) ανεσκαμμένος} & (προφ.) ανασκάβω & (λογοτ.) ανασκάφτω 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. κάνω ανασκαφή: ~ψαν έναν ναό/ένα ταφικό συγκρότημα. Ανασκαμμένος οικισμός. H περιοχή δεν έχει ~φεί συστηματικά.|| (μτφ.) ~ τα αρχεία/το ιστορικό παρελθόν (πβ. ανα-διφώ, -σκαλεύω). 2. (λόγ.) καταστρέφω ολοσχερώς, γκρεμίζω. ΣΥΝ. κατεδαφίζω (1), ξεθεμελιώνω (2) 3. (σπάν.-λόγ.) σκάβω βαθιά. [< αρχ. ἀνασκάπτω] | |
| 3399 | ανασκαφέας | [ἀνασκαφέας] α-να-σκα-φέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ανασκαφ-είς, -έων}: αρχαιολόγος που διενεργεί ανασκαφή. [< γερμ. Ausgräber] | |
| 3400 | ανασκαφή | [ἀνασκαφή] α-να-σκα-φή ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. σύνολο εργασιών που διενεργούνται και εποπτεύονται ιδ. από αρχαιολόγους και περιλαμβάνουν κυρ. αφαίρεση στρωμάτων εδάφους για ανεύρεση αρχαιοτήτων ή σπανιότ. απολιθωμάτων, οστράκων· συνεκδ. το σχετικό επιστημονικό πρόγραμμα ή ο αντίστοιχος χώρος: δοκιμαστική/συστηματική/σωστική ~. Λαθραία/παράνομη ~ (= λαθρ~). Αρχαιολογικές ~ές. Η ~ έφερε στο φως έναν (νεολιθικό) οικισμό.|| Παλαιοντολογικές ~ές. ● ΦΡ.: κάνει ανασκαφές (μτφ.) 1. (προφ.) ψάχνει επίμονα. 2. (αργκό) σκαλίζει τη μύτη του. [< μτγν. ἀνασκαφή ‘σκάψιμο’, γερμ. Ausgrabung] | |
| 3401 | ανασκαφικός | , ή, ό [ἀνασκαφικός] α-να-σκα-φι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με τις ανασκαφές: ~ός: τομέας. ~ή: έρευνα/ομάδα/τεκμηρίωση. ~ές: εργασίες. ~ά: ευρήματα. Αρχαιολογικές σχολές με σημαντικό ~ό έργο. ● επίρρ.: ανασκαφικά | |
| 3402 | ανασκάφτω | βλ. ανασκάπτω | |
| 3403 | ανάσκελα | [ἀνάσκελα] α-νά-σκε-λα επίρρ.: με την πλάτη προς τα κάτω: Γυρίζω/κοιμάμαι/ξαπλώνω ~. Πβ. ύπτια. ΑΝΤ. μπρούμυτα ● ΦΡ.: τ' ανάσκελα & τ' ανάσκελο (λαϊκό): ανάσκελα: Γύρισε/έπεσε ~ ~. [< μεσν. ανάσκελα] | |
| 3404 | ανάσκελος | , η, ο [ἀνάσκελος] α-νά-σκε-λος επίθ.: που είναι με την πλάτη προς τα κάτω ή αναποδογυρισμένος. Πβ. ύπτιος. ΑΝΤ. πρηνής [< μεσν. ανάσκελος] | |
| 3405 | ανασκευάζω | [ἀνασκευάζω] α-να-σκευ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {ανασκεύα-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, ανασκευάζ-οντας} 1. τροποποιώ, διασκευάζω: ~ τους αρχικούς ισχυρισμούς μου. Ο κατηγορούμενος ~σε τα όσα υποστήριξε αρχικά στην απολογία του. Πβ. ανακαλώ. 2. αποδεικνύω ότι κάτι είναι ανακριβές ή λανθασμένο: ~σε τα δεδομένα/τα επιχειρήματα/τις κατηγορίες. Πβ. αναιρώ, ανατρέπω, αντικρούω, διαψεύδω, καταρρίπτω. [< αρχ. ἀνασκευάζω] | |
| 3406 | ανασκευαστικός | , ή, ό [ἀνασκευαστικός] α-να-σκευ-α-στι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την ανασκευή: ~ή: δήλωση/επιστολή. Πβ. αναιρετικός, ανατρεπτικός. [< αρχ. ἀνασκευαστικός] | |
| 3407 | ανασκευή | [ἀνασκευή] α-να-σκευ-ή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασκευάζω: Προέβη/προχώρησε σε ~ των αρχικών του δηλώσεων. Πβ. ανάκληση, διασκευή, τροποποίηση.|| ~ των θέσεων (κάποιου)/του κατηγορητηρίου. Πβ. αναίρεση, ανατροπή, αντίκρουση, κατάρριψη. [< μτγν. ἀνασκευή] | |
| 3408 | ανασκιρτώ | [ἀνασκιρτῶ] α-να-σκιρ-τώ ρ. (αμτβ.) {ανασκιρτ-άς ...| ανασκίρτ-ησα} & ανασκιρτάω (λογοτ.): τινάζομαι ελαφρά λόγω έντονου συναισθήματος: ~ησε από έκπληξη/χαρά. Η καρδιά του ~ησε. Πβ. ανα-πηδώ, -ρριγώ, ξαφνιάζομαι, ταράζομαι. [< μτγν. ἀνασκιρτῶ] | |
| 3409 | ανασκολοπίζω | [ἀνασκολοπίζω] α-να-σκο-λο-πί-ζω ρ. (μτβ.) {ανασκολόπι-σε, -στηκε, -σμένος} (παλαιότ.-λόγ.): εκτελώ κάποιον με ανασκολοπισμό. ΣΥΝ. παλουκώνω, σουβλίζω (2) [< αρχ. ἀνασκολοπίζω] | |
| 3410 | ανασκολοπισμός | [ἀνασκολοπισμός] α-να-σκο-λο-πι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ανασκολόπιση (η) (παλαιότ.-λόγ.): τρόπος εκτέλεσης με αιχμηρό πάσσαλο που διαπερνούσε το σώμα του θύματος ή του καταδίκου: ΣΥΝ. παλούκωμα, σούβλισμα.|| (σπάν.-μτφ.) Ηθικός ~ (πβ. εξαναγκασμός, κακοποίηση). Βλ. -ισμός. [< μτγν. ἀνασκολοπισμός] | |
| 3411 | ανασκόπηση | [ἀνασκόπηση] α-να-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): αναδρομική, συνήθ. συνοπτική εξέταση ή παρουσίαση ζητημάτων, γεγονότων: ετήσια/ημερήσια/ιστορική/πλήρης/συστηματική ~. Αθλητική/πολιτική ~ της χρονιάς που πέρασε. ~ των διμερών σχέσεων/των κυριότερων ειδήσεων/του Τύπου. Έκανε/προέβη σε ~ των εξελίξεων. Πβ. ανα-δρομή, -κεφαλαίωση, φλας-μπακ.|| Άρθρο ~ης. (Κριτική) ~ της βιβλιογραφίας (= βιβλιογραφική ~). Βλ. επισκόπηση, -σκόπηση. [< γαλλ. révision] | |
| 3412 | ανασκοπικός | , ή, ό [ἀνασκοπικός] α-να-σκο-πι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την ανασκόπηση: ~ή: μελέτη. ~ό: άρθρο. [< γαλλ. révisionnel] | |
| 3413 | ανασκοπώ | [ἀνασκοπῶ] α-να-σκο-πώ ρ. (μτβ.) {ανασκοπ-είς ... | ανασκόπ-ησε, -ήσει, -ώντας}: κάνω ανασκόπηση σε κάτι: ~ το έργο κάποιου. Έκθεση που ~εί τα αποτελέσματα των τελευταίων ερευνών. Βλ. -σκοπώ. [< αρχ. ἀνασκοπῶ, γαλλ. réviser, αγγλ. review] | |
| 3414 | ανασκουμπώνομαι | [ἀνασκούμπωμα] α-να-σκού-μπω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασκουμπώνομαι: ~ και στρώσιμο στη δουλειά. Καιρός/ώρα για ~! Πβ. ενεργοποίηση, κινητοποίηση.|| ~ των μανικιών (= ανασήκωμα). | |
| 3415 | ανασκουμπώνω | [ἀνασκουμπώνω] α-να-σκου-μπώ-νω ρ. (μτβ.) {ανασκούμπω-σα, -θηκα, -μένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (προφ.): ανασηκώνω συνήθ. την άκρη ρούχου: ~σε το παντελόνι (= ανέβασε, σήκωσε). ~θηκε και βάλθηκε να καθαρίσει το σπίτι. ● Παθ.: ανασκουμπώνομαι: ετοιμάζομαι για δράση, στρώνομαι στη δουλειά: ~θείτε να τελειώνουμε! Έχει ~θεί για τα καλά. Πβ. ενεργο-, κινητο-ποιούμαι. [< μεσν. ανασκουμπώνω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ