Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4340-4360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3404ανάσκελος, η, ο [ἀνάσκελος] α-νά-σκε-λος επίθ.: που είναι με την πλάτη προς τα κάτω ή αναποδογυρισμένος. Πβ. ύπτιος. ΑΝΤ. πρηνής [< μεσν. ανάσκελος]
3405ανασκευάζω[ἀνασκευάζω] α-να-σκευ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {ανασκεύα-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, ανασκευάζ-οντας} 1. τροποποιώ, διασκευάζω: ~ τους αρχικούς ισχυρισμούς μου. Ο κατηγορούμενος ~σε τα όσα υποστήριξε αρχικά στην απολογία του. Πβ. ανακαλώ. 2. αποδεικνύω ότι κάτι είναι ανακριβές ή λανθασμένο: ~σε τα δεδομένα/τα επιχειρήματα/τις κατηγορίες. Πβ. αναιρώ, ανατρέπω, αντικρούω, διαψεύδω, καταρρίπτω. [< αρχ. ἀνασκευάζω]
3406ανασκευαστικός, ή, ό [ἀνασκευαστικός] α-να-σκευ-α-στι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την ανασκευή: ~ή: δήλωση/επιστολή. Πβ. αναιρετικός, ανατρεπτικός. [< αρχ. ἀνασκευαστικός]
3407ανασκευή[ἀνασκευή] α-να-σκευ-ή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασκευάζω: Προέβη/προχώρησε σε ~ των αρχικών του δηλώσεων. Πβ. ανάκληση, διασκευή, τροποποίηση.|| ~ των θέσεων (κάποιου)/του κατηγορητηρίου. Πβ. αναίρεση, ανατροπή, αντίκρουση, κατάρριψη. [< μτγν. ἀνασκευή]
3408ανασκιρτώ[ἀνασκιρτῶ] α-να-σκιρ-τώ ρ. (αμτβ.) {ανασκιρτ-άς ...| ανασκίρτ-ησα} & ανασκιρτάω (λογοτ.): τινάζομαι ελαφρά λόγω έντονου συναισθήματος: ~ησε από έκπληξη/χαρά. Η καρδιά του ~ησε. Πβ. ανα-πηδώ, -ρριγώ, ξαφνιάζομαι, ταράζομαι. [< μτγν. ἀνασκιρτῶ]
3409ανασκολοπίζω[ἀνασκολοπίζω] α-να-σκο-λο-πί-ζω ρ. (μτβ.) {ανασκολόπι-σε, -στηκε, -σμένος} (παλαιότ.-λόγ.): εκτελώ κάποιον με ανασκολοπισμό. ΣΥΝ. παλουκώνω, σουβλίζω (2) [< αρχ. ἀνασκολοπίζω]
3410ανασκολοπισμός[ἀνασκολοπισμός] α-να-σκο-λο-πι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ανασκολόπιση (η) (παλαιότ.-λόγ.): τρόπος εκτέλεσης με αιχμηρό πάσσαλο που διαπερνούσε το σώμα του θύματος ή του καταδίκου: ΣΥΝ. παλούκωμα, σούβλισμα.|| (σπάν.-μτφ.) Ηθικός ~ (πβ. εξαναγκασμός, κακοποίηση). Βλ. -ισμός. [< μτγν. ἀνασκολοπισμός]
3411ανασκόπηση[ἀνασκόπηση] α-να-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): αναδρομική, συνήθ. συνοπτική εξέταση ή παρουσίαση ζητημάτων, γεγονότων: ετήσια/ημερήσια/ιστορική/πλήρης/συστηματική ~. Αθλητική/πολιτική ~ της χρονιάς που πέρασε. ~ των διμερών σχέσεων/των κυριότερων ειδήσεων/του Τύπου. Έκανε/προέβη σε ~ των εξελίξεων. Πβ. ανα-δρομή, -κεφαλαίωση, φλας-μπακ.|| Άρθρο ~ης. (Κριτική) ~ της βιβλιογραφίας (= βιβλιογραφική ~). Βλ. επισκόπηση, -σκόπηση. [< γαλλ. révision]
3412ανασκοπικός, ή, ό [ἀνασκοπικός] α-να-σκο-πι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την ανασκόπηση: ~ή: μελέτη. ~ό: άρθρο. [< γαλλ. révisionnel]
3413ανασκοπώ[ἀνασκοπῶ] α-να-σκο-πώ ρ. (μτβ.) {ανασκοπ-είς ... | ανασκόπ-ησε, -ήσει, -ώντας}: κάνω ανασκόπηση σε κάτι: ~ το έργο κάποιου. Έκθεση που ~εί τα αποτελέσματα των τελευταίων ερευνών. Βλ. -σκοπώ. [< αρχ. ἀνασκοπῶ, γαλλ. réviser, αγγλ. review]
3414ανασκουμπώνομαι

[ἀνασκούμπωμα] α-να-σκού-μπω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασκουμπώνομαι: ~ και στρώσιμο στη δουλειά. Καιρός/ώρα για ~! Πβ. ενεργοποίηση, κινητοποίηση.|| ~ των μανικιών (= ανασήκωμα).

3415ανασκουμπώνω[ἀνασκουμπώνω] α-να-σκου-μπώ-νω ρ. (μτβ.) {ανασκούμπω-σα, -θηκα, -μένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (προφ.): ανασηκώνω συνήθ. την άκρη ρούχου: ~σε το παντελόνι (= ανέβασε, σήκωσε). ~θηκε και βάλθηκε να καθαρίσει το σπίτι. ● Παθ.: ανασκουμπώνομαι: ετοιμάζομαι για δράση, στρώνομαι στη δουλειά: ~θείτε να τελειώνουμε! Έχει ~θεί για τα καλά. Πβ. ενεργο-, κινητο-ποιούμαι. [< μεσν. ανασκουμπώνω]
3417ανάσταρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: ανάστα ο Κύριος/ο Θεός (προφ.): για να δηλωθεί αναστάτωση, αναταραχή, θόρυβος: Τσακώνονται και γίνεται ~ ~ (= γίνεται το σώσε/χαμός).
3418ανασταίνω[ἀνασταίνω] α-να-σταί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ανάστ-ησε (λόγ.) ανέστ-ησε, αναστ-ήσει, -ήθηκε (λόγ.) ανέστη, αναστ-ηθεί, -ημένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. ΕΚΚΛΗΣ. επαναφέρω κάποιον (ή μεσοπαθ.) επανέρχομαι στη ζωή: Ο Χριστός ανέστησε νεκρούς/σταυρώθηκε και ~ήθηκε. Ο αναστάς Κύριος. Πβ. νεκρ~. 2. (μτφ.) αναγεννώ, αναζωογονώ, τονώνω: ~ησαν ”νεκρές” γειτονιές. Πβ. αναβιώνω, ξαναζωντανεύω.|| Η αγάπη (μάς) ~ει (= ανανεώνει). 3. (σπάν.-επιτατ.) μεγαλώνω, ανατρέφω παιδιά αντιμέτωπος με μεγάλες αντιξοότητες. ● ΦΡ.: αληθώς ανέστη & αληθώς ο Κύριος: (ως απάντηση στο "Χριστός ανέστη") πράγματι αναστήθηκε (ο Χριστός)., και νεκρούς ανασταίνει & ανασταίνει και νεκρούς/πεθαμένους (μτφ.-εμφατ.): για κάτι αναζωογονητικό, εξαιρετικά ευχάριστο, τονωτικό., Χριστός ανέστη 1. χαιρετισμός μεταξύ ορθοδόξων αμέσως μετά την Ανάσταση και (κανονικά) επί σαράντα μέρες μέχρι την Ανάληψη. Βλ. αληθώς ανέστη. 2. ΕΚΚΛΗΣ. το τροπάριο της Ανάστασης και ειδικότ. η στιγμή κατά την οποία ακούγεται. [< μεσν. ανασταίνω]
3419ανασταλτές[ἀνασταλτές] α-να-σταλ-τές ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. ανασταλτής}: ΙΑΤΡ. αναστολείς: φυσικοί και επίκτητοι ~ της πήξης (βλ. αντιθρομβίνη).
3420ανασταλτικός, ή, ό [ἀνασταλτικός] α-να-σταλ-τι-κός επίθ.: που αναστέλλει: ~ός: μηχανισμός/ρόλος. ~ή: (ΤΕΧΝΟΛ.) ενέργεια/επίδραση/ισχύς/λειτουργία. ~ά: μέτρα. Πβ. ανασχε-, αναχαιτισ-, παρεμποδισ-τικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ές ουσίες/~ά φάρμακα (= ανασταλτικά).|| (ΝΟΜ.) Έφεση με ~ό αποτέλεσμα (: που αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης).|| (ΑΘΛ.) ~ός: μέσος (: για παίκτη, κυρ. ποδοσφαίρου, πβ. αμυντικός). ● Ουσ.: ανασταλτικά (τα): ΙΑΤΡ. αναστολείς: ~ της εντερικής κινητικότητας/της ωορρηξίας (πβ. αντισυλληπτικά). [< αγγλ. inhibitor, 1914] ● επίρρ.: ανασταλτικά & (λογ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ανασταλτικός παράγοντας: οτιδήποτε προκαλεί την αναστολή μιας κατάστασης: Κάτι δρα/λειτουργεί ως ~ ~ (για την επίτευξη της ειρήνης). Οι κύριοι ~οί ~ες της επιχειρηματικότητας. [< μτγν. ἀνασταλτικός, γαλλ. inhibitif, αγγλ. inhibitive]
3421ανάσταση[ἀνάσταση] α-νά-στα-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -άσεως} 1. ΕΚΚΛΗΣ. (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α) επάνοδος του Χριστού στη ζωή την τρίτη μέρα μετά τη Σταύρωση: η ~ του Θεανθρώπου/Ιησού/Κυρίου. Το χαρμόσυνο μήνυμα της ~ης. (ευχετ.) Καλή ~! 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Α, κατ' επέκτ.) η αντίστοιχη ακολουθία και γιορτή το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου: ~ με βεγγαλικά και φωτοβολίδες. Πάμε στην ~ με λαμπάδες. Βλ. Πάσχα. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Α) επαναφορά νεκρού στη ζωή: Η ~ του Λαζάρου (: ένα από τα θαύματα του Χριστού). Η ~ των νεκρών (: κατά τη Δευτέρα Παρουσία). Πβ. ζωντάνεμα, νεκρανάσταση. 4. (με κεφαλ. το αρχικό Α) το αντίστοιχο γεγονός ως έργο τέχνης ή αγιογραφικό θέμα. Βλ. εις Άδου κάθοδος. 5. (μτφ.) αναγέννηση, ανάκαμψη: η πνευματική/πολιτιστική ~ (ενός λαού). Οικονομική ~ της εταιρείας. Πβ. αναζωογόνηση, ξαναζωντάνεμα.|| Η ~ του (υπόδουλου) Γένους/του Έθνους (: η αποτίναξη του τουρκικού ζυγού). ΣΥΝ. (απ)ελευθέρωση, ξεσηκωμός. 6. (ως επιφών., προφ.-εμφατ.) επιτέλους: ~! Τα κατάφερε. ● ΣΥΜΠΛ.: δεύτερη Ανάσταση/Εσπερινός της Αγάπης/Αγάπη: ΕΚΚΛΗΣ. ακολουθία που τελείται το μεσημέρι ή το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα., πρώτη Ανάσταση: ΕΚΚΛΗΣ. η Θεία Λειτουργία που τελείται το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου. ● ΦΡ.: κάνω Ανάσταση (προφ.) 1. παρακολουθώ την τελετή της Ανάστασης: Φέτος θα ~ ~ στην ενορία μου/σε μοναστήρι. 2. (μτφ.) ξεπερνώ τα προβλήματά μου, γίνομαι ξανά ευτυχισμένος (ύστερα από δύσκολη περίοδο). Πβ. άσπρη μέρα/Θεού πρόσωπο. [< αρχ. ἀνάστασις]
3422αναστάσιμος, η, ο [ἀναστάσιμος] α-να-στά-σι-μος επίθ.: που σχετίζεται με τη γιορτή της Ανάστασης· κατ' επέκτ. αναγεννητικός, ελπιδοφόρος, χαρμόσυνος: ~ος: ύμνος. ~η: ακολουθία/ημέρα/λειτουργία/χαρά. ~ο: δείπνο/μήνυμα/τροπάριο/φως. ~ες: ευχές/καμπάνες (: ΑΝΤ. πένθιμες)/λαμπάδες. Βλ. πασχαλινός, σταυρο~. ● Ουσ.: αναστάσιμα (τα): ΕΚΚΛΗΣ. άσματα που ψάλλονται κατά την Ανάσταση καθώς και στον όρθρο και τον εσπερινό της Κυριακής του Πάσχα. ● επίρρ.: αναστάσιμα [< μτγν. ἀναστάσιμος]
3423αναστατικός, ή, ό [ἀναστατικός] α-να-στα-τι-κός επίθ.: ΤΥΠΟΓΡ. που αναπαράγει ένα τυπωμένο κείμενο με φωτομηχανική διαδικασία: ~ή: έκδοση βιβλίου/μέθοδος. [< γαλλ. anastatique, αγγλ. anastatic]
3424ανάστατος, η, ο [ἀνάστατος] α-νά-στα-τος επίθ. που βρίσκεται σε κατάσταση 1. αταξίας· ακατάστατος, ανάκατος: Άφησε το δωμάτιο/σπίτι ~ο (= άνω-κάτω). Σηκώθηκε με τα μαλλιά ~α (= ανακατεμένα, μπλεγμένα). 2. αναταραχής· αναστατωμένος: Η κοινή γνώμη είναι ~η από/με τις τελευταίες εξελίξεις. Πβ. ανήσυχος, (κατα)θορυβη-, ταραγ-μένος. ΑΝΤ. ατάραχος (1), ήρεμος (2) [< αρχ. ἀνάστατος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.