Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [43580-43600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43008προσμέτρησηπρο-σμέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσμετρώ, συνυπολογισμός: ~ μορίων/προϋπηρεσίας/στρατιωτικής θητείας (στη συνταξιοδότηση)/χρόνου ασφάλισης/ψήφων. Πβ. συναρίθμηση. Βλ. -μέτρηση.
43009προσμετρώ[προσμετρῶ] προ-σμε-τρώ ρ. (μτβ.) {προσμετρ-άς ... | προσμέτρ-ησα, -άται κ. -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας}: συμπεριλαμβάνω κάποιο στοιχείο σε μέτρηση, εκτίμηση, αξιολόγηση, συνυπολογίζω: Η επίδοση στη γραπτή εξέταση ~άται κατά ...% στη συνολική βαθμολογία. Στα αρνητικά/θετικά του ~άται (= συγκαταλέγεται) το γεγονός ότι ... Η προϋπηρεσία της ~ήθηκε στη χορήγηση σύνταξης. Πβ. συναριθμώ. Βλ. -μετρώ. [< αρχ. προσμετρῶ]
43010προσμονήπρο-σμο-νή ουσ. (θηλ.) (συνήθ. λογοτ.): αναμονή με έντονη προσδοκία, επιθυμία: ~ νίκης/των Χριστουγέννων. [< μτγν. προσμονή]
43011προσνήωσηπροσ-νή-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΑΕΡΟΝ. προσγείωση αεροσκάφους ή ελικοπτέρου, συνήθ. σε αεροπλανοφόρο. ΑΝΤ. απονήωση
43012προσοδοθηρίαπρο-σο-δο-θη-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. προσπάθεια κυρ. επιχειρήσεων ή επαγγελματικών ενώσεων να επηρεάσουν την κρατική πολιτική προς ίδιον όφελος, συνήθ. για τη διατήρηση των προνομίων τους, συχνά σε βάρος του υπόλοιπου πληθυσμού. Βλ. -θηρία.
43013πρόσοδοςπρό-σο-δος ουσ. (θηλ.) {προσόδ-ου | -ων, -ους} (λόγ.): εισόδημα που αποκτάται από την εκμετάλλευση γης και γενικότ. οικονομικοί πόροι, έσοδα: έγγειος ~. Ακαθάριστη/ετήσια/ισόβια ~ από παραγωγή ... [< αρχ. πρόσοδος]
43014προσοδοφόρος, α/ος, ο προ-σο-δο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που αποφέρει (μεγάλο) οικονομικό κέρδος, κερδοφόρος: ~α: αγορά/επένδυση/επιχείρηση. ~ο: επάγγελμα. ~ες: δραστηριότητες. Πβ. επικερδής.|| (μτφ.) ~ο: έδαφος (= γόνιμο, παραγωγικό). Βλ. -φόρος.
43015προσοικειώνομαιπρο-σοι-κει-ώ-νο-μαι ρ. (μτβ.) {προσοικειω-θεί} (σπάν.-λόγ.): κάνω κάτι οικείο σε μένα, εντάσσω κάτι λειτουργικά στο δικό μου πεδίο γνώσης, ενδιαφερόντων· εξοικειώνομαι: Ο άνθρωπος διαμέσου των αισθήσεων ~εται τον κόσμο στον οποίο ζει. Στην αρχαία Αθήνα οι πολίτες είχαν ενεργητικά ~θεί τις αρχές της δημοκρατίας. [< μτγν. προσοικειῶ ‘κατευθύνομαι, ρέπω’]
43016προσοικείωσηπρο-σοι-κεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): εξοικείωση. [< μτγν. προσοικείωσις ‘έλξη προς’]
43018προσομοίωμαπρο-σο-μοί-ω-μα ουσ. (ουδ.) (επιστ.): αναπαράσταση σε μικρογραφία, μοντέλο: (ΑΡΧΙΤ.) χωρικό ~ (: κτιρίου). Μαθηματικά/υπολογιστικά ~ώματα (: σε υπολογιστή· πβ. προσομοίωση).|| (ΧΗΜ.) ~ώματα ατόμων/μορίων. Πβ. μακέτα, μινιατούρα.
43017προσομοιώνωπρο-σο-μοι-ά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προσομοίασε} (λόγ.) 1. παρουσιάζω ομοιότητα, κοινά στοιχεία με κάποιον ή κάτι: Κατάσταση που ~ει με εκείνη του παρελθόντος. Βλ. παρομοιάζω. 2. προσομοιώνω. [< μτγν. προσομοιάζω ‘άπεικονίζω’]
43019προσομοιώνωπρο-σο-μοι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {προσομοίω-σε, -θηκε, -θεί, -μένος}: κάνω προσομοίωση: Λογισμικό που ~ει την πτήση ενός αεροσκάφους. Εναλλακτικά σενάρια έχουν ~θεί από την Τράπεζα της Ελλάδος. Πβ. προσομοιάζω.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~μένη: ανόπτηση. [< αρχ. προσομοιῶ 'προσομοιάζω', αγγλ. simulate, 1947]
43020προσομοίωσηπρο-σο-μοί-ω-ση ουσ. (θηλ.): αναπαραγωγή των πραγματικών συνθηκών ενός φαινομένου ή μιας διαδικασίας για ερευνητικούς ή εκπαιδευτικούς σκοπούς, συνήθ. με ειδικό λογισμικό: ~ ατυχήματος (πβ. κρας τεστ)/πτήσης. Μοντέλο/παιχνίδια ~ης. ~ώσεις πειραμάτων φυσικής. Αριθμητικές ~ώσεις κλιματικών/μετεωρολογικών παραμέτρων. Πβ. εξομοίωση. Βλ. μοντελοποίηση, τηλεπαρουσία. ● ΣΥΜΠΛ.: άσκηση προσομοίωσης: που συντελεί σε προετοιμασία για την αντιμετώπιση μιας πραγματικής κατάστασης με ρεαλιστική αναπαράσταση των στοιχείων της: γραπτές/εργαστηριακές/προφορικές ~ήσεις ~. Στρατιωτικές ~ήσεις ~ επιθέσεων. ~ ~ αστροναυτών. Βλ. εικονική πραγματικότητα. || ΟΙΚΟΝ.: ~ ~ ακραίων καταστάσεων. [< αγγλ. stress test(ing)] [< γαλλ.-αγγλ. simulation]
43021προσομοιωτήςπρο-σο-μοι-ω-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα υψηλής τεχνολογίας ή υπερυπολογιστής με τον οποίο επιτυγχάνεται αναπαράσταση των συνθηκών πραγματικού περιβάλλοντος για εκπαιδευτικούς, ψυχαγωγικούς ή ερευνητικούς σκοπούς: ~ εικονικής πραγματικότητας/οδήγησης/πτήσεων. ΣΥΝ. εξομοιωτής [< αγγλ. simulator, 1947, γαλλ. simulateur, 1954]
43022προσομοιωτικός, ή, ό προ-σο-μοι-ω-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με την προσομοίωση: ~ή: δειγματοληψία. ~ό: μοντέλο. Πβ. εξομοιωτικός.
43023προσόνπρο-σόν ουσ. (ουδ.) {προσόντ-ος | -α, -ων} 1. {συνήθ. στον πληθ.} οτιδήποτε απαιτείται για πλήρωση επαγγελματικής θέσης, εργασιακή απασχόληση (γνώσεις, προϋπηρεσία) ή συμμετοχή σε διαδικασία: το πτυχίο ως βασικό ~ διορισμού. Αρνητικά/επιθυμητά/ουσιαστικά/τυπικά/χαμηλά ~α υποψηφίων. Η γνώση ηλεκτρονικών υπολογιστών/το μεταπτυχιακό θεωρείται απαραίτητο/επιπλέον/πρόσθετο ~. Επαγγελματικά ~α που δεν ανταποκρίνονται πια στη ζήτηση. Έλλειψη/επάρκεια ~ων. 2. θετικό γνώρισμα προσώπου ή πράγματος, προτέρημα: σωματικά/ψυχικά ~α. Διαθέτει το ~ της υπομονής. Το ξενοδοχείο έχει το ~ (= πλεονέκτημα) να βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα. [< αρχ. τὰ προσόντα]
43024προσονομάζωπρο-σο-νο-μά-ζω ρ. (μτβ.) {προσονόμα-σε, -στηκε} (λόγ.): δίνω σε κάποιον ένα δεύτερο, πρόσθετο όνομα που συνήθ. χαρακτηρίζει κάποια ιδιότητά του: Η Εκκλησία ~σε τον Άγιο Αθανάσιο "Μέγα". Τα μέλη της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής ~ονται "Αθάνατοι". Πβ. επονομάζω. [< αρχ. προσονομάζω]
43025προσοντολόγιοπρο-σο-ντο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. σύνολο διατάξεων, υπό μορφή προεδρικού διατάγματος, που καθορίζουν τα προσόντα διορισμού στον δημόσιο τομέα: κωδικοποίηση ~ίου. Βλ. βαθμο-, καθηκοντο-λόγιο.
43026προσοντούχος, ος/α, ο [προσοντοῦχος] προ-σο-ντού-χος επίθ. (λόγ.): που έχει τα απαιτούμενα προσόντα, κυρ. για την άσκηση επαγγέλματος: ~ος: γιατρός. ~ο: (εργατικό) προσωπικό. Πίνακας ~ούχων υποψηφίων. Βλ. -ούχος1.
43027προσορμίζεταιπρο-σορ-μί-ζε-ται ρ. (αμτβ.) {προσορμί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος | σπανιότ. στην ενεργ. φωνή προσόρμι-σε} (επίσ.): (για πλοίο) εισέρχεται σε όρμο ή λιμάνι και αγκυροβολεί: Σκάφος που ~στηκε στο νησί.|| Το καράβι ~σε στον ... Πβ. αράζει, ελλιμενίζεται, ναυλοχεί. ΑΝΤ. αποπλέει.προσορμίζω (μτβ.): οδηγώ πλεούμενο σε όρμο ή λιμάνι, για να ρίξει άγκυρα. Πβ. αράζω, ελλιμενίζω. [< μτγν. προσορμίζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.