Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [43580-43600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43019προσομοιώνωπρο-σο-μοι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {προσομοίω-σε, -θηκε, -θεί, -μένος}: κάνω προσομοίωση: Λογισμικό που ~ει την πτήση ενός αεροσκάφους. Εναλλακτικά σενάρια έχουν ~θεί από την Τράπεζα της Ελλάδος. Πβ. προσομοιάζω.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~μένη: ανόπτηση. [< αρχ. προσομοιῶ 'προσομοιάζω', αγγλ. simulate, 1947]
43020προσομοίωσηπρο-σο-μοί-ω-ση ουσ. (θηλ.): αναπαραγωγή των πραγματικών συνθηκών ενός φαινομένου ή μιας διαδικασίας για ερευνητικούς ή εκπαιδευτικούς σκοπούς, συνήθ. με ειδικό λογισμικό: ~ ατυχήματος (πβ. κρας τεστ)/πτήσης. Μοντέλο/παιχνίδια ~ης. ~ώσεις πειραμάτων φυσικής. Αριθμητικές ~ώσεις κλιματικών/μετεωρολογικών παραμέτρων. Πβ. εξομοίωση. Βλ. μοντελοποίηση, τηλεπαρουσία. ● ΣΥΜΠΛ.: άσκηση προσομοίωσης: που συντελεί σε προετοιμασία για την αντιμετώπιση μιας πραγματικής κατάστασης με ρεαλιστική αναπαράσταση των στοιχείων της: γραπτές/εργαστηριακές/προφορικές ~ήσεις ~. Στρατιωτικές ~ήσεις ~ επιθέσεων. ~ ~ αστροναυτών. Βλ. εικονική πραγματικότητα. || ΟΙΚΟΝ.: ~ ~ ακραίων καταστάσεων. [< αγγλ. stress test(ing)] [< γαλλ.-αγγλ. simulation]
43021προσομοιωτήςπρο-σο-μοι-ω-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα υψηλής τεχνολογίας ή υπερυπολογιστής με τον οποίο επιτυγχάνεται αναπαράσταση των συνθηκών πραγματικού περιβάλλοντος για εκπαιδευτικούς, ψυχαγωγικούς ή ερευνητικούς σκοπούς: ~ εικονικής πραγματικότητας/οδήγησης/πτήσεων. ΣΥΝ. εξομοιωτής [< αγγλ. simulator, 1947, γαλλ. simulateur, 1954]
43022προσομοιωτικός, ή, ό προ-σο-μοι-ω-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με την προσομοίωση: ~ή: δειγματοληψία. ~ό: μοντέλο. Πβ. εξομοιωτικός.
43023προσόνπρο-σόν ουσ. (ουδ.) {προσόντ-ος | -α, -ων} 1. {συνήθ. στον πληθ.} οτιδήποτε απαιτείται για πλήρωση επαγγελματικής θέσης, εργασιακή απασχόληση (γνώσεις, προϋπηρεσία) ή συμμετοχή σε διαδικασία: το πτυχίο ως βασικό ~ διορισμού. Αρνητικά/επιθυμητά/ουσιαστικά/τυπικά/χαμηλά ~α υποψηφίων. Η γνώση ηλεκτρονικών υπολογιστών/το μεταπτυχιακό θεωρείται απαραίτητο/επιπλέον/πρόσθετο ~. Επαγγελματικά ~α που δεν ανταποκρίνονται πια στη ζήτηση. Έλλειψη/επάρκεια ~ων. 2. θετικό γνώρισμα προσώπου ή πράγματος, προτέρημα: σωματικά/ψυχικά ~α. Διαθέτει το ~ της υπομονής. Το ξενοδοχείο έχει το ~ (= πλεονέκτημα) να βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα. [< αρχ. τὰ προσόντα]
43024προσονομάζωπρο-σο-νο-μά-ζω ρ. (μτβ.) {προσονόμα-σε, -στηκε} (λόγ.): δίνω σε κάποιον ένα δεύτερο, πρόσθετο όνομα που συνήθ. χαρακτηρίζει κάποια ιδιότητά του: Η Εκκλησία ~σε τον Άγιο Αθανάσιο "Μέγα". Τα μέλη της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής ~ονται "Αθάνατοι". Πβ. επονομάζω. [< αρχ. προσονομάζω]
43025προσοντολόγιοπρο-σο-ντο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. σύνολο διατάξεων, υπό μορφή προεδρικού διατάγματος, που καθορίζουν τα προσόντα διορισμού στον δημόσιο τομέα: κωδικοποίηση ~ίου. Βλ. βαθμο-, καθηκοντο-λόγιο.
43026προσοντούχος, ος/α, ο [προσοντοῦχος] προ-σο-ντού-χος επίθ. (λόγ.): που έχει τα απαιτούμενα προσόντα, κυρ. για την άσκηση επαγγέλματος: ~ος: γιατρός. ~ο: (εργατικό) προσωπικό. Πίνακας ~ούχων υποψηφίων. Βλ. -ούχος1.
43027προσορμίζεταιπρο-σορ-μί-ζε-ται ρ. (αμτβ.) {προσορμί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος | σπανιότ. στην ενεργ. φωνή προσόρμι-σε} (επίσ.): (για πλοίο) εισέρχεται σε όρμο ή λιμάνι και αγκυροβολεί: Σκάφος που ~στηκε στο νησί.|| Το καράβι ~σε στον ... Πβ. αράζει, ελλιμενίζεται, ναυλοχεί. ΑΝΤ. αποπλέει.προσορμίζω (μτβ.): οδηγώ πλεούμενο σε όρμο ή λιμάνι, για να ρίξει άγκυρα. Πβ. αράζω, ελλιμενίζω. [< μτγν. προσορμίζω]
43028προσόρμισηπρο-σόρ-μι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): αγκυροβόληση πλοίου σε λιμάνι, ελλιμενισμός: ~ σκαφών. Τέλη ~ης. Πβ. άραγμα. [< αρχ. προσόρμισις]
43029προσούτο[προσοῦτο] προ-σού-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος αλλαντικού από ωριμασμένο χοιρινό μπούτι, το οποίο αποτελεί εκλεκτό έδεσμα: ιταλικό ~/~ Πάρμας. ~ με πεπόνι/ρόκα. (Λεπτές) φέτες ~. Σάντουιτς με ~ και μοτσαρέλα. Πβ. ζαμπόν, χαμόν. [< ιταλ. prosciutto]
43030προσοφθάλμιος, α, ο προ-σο-φθάλ-μι-ος επίθ.: ΟΠΤ. (για εξάρτημα οπτικής συσκευής) που βρίσκεται ή τοποθετείται κοντά στον οφθαλμό (παρατηρητή): ~ος: φακός τηλεσκοπίου (: με σκοπό τη μεγέθυνση του ειδώλου). [< γαλλ. oculaire]
43031προσοχήπρο-σο-χή ουσ. (θηλ.) 1. προσήλωση του νου σε κάτι, συγκέντρωση σε συγκεκριμένο (απτό ή νοητό) αντικείμενο: έλλειψη/(εξ)άσκηση/εξασφάλιση (της) ~ής. Αποσπώ την ~ κάποιου. Παρακολουθώ το μάθημα με ~. Επικεντρώνω/εστιάζω την ~ μου στην εισήγηση/στον ομιλητή. Έχει στραμμένη την ~ του στην επικείμενη αναμέτρηση (πβ. ενδιαφέρον). Απομάκρυνε την ~ του από τα προβλήματα. Δίνει ~ στα διεθνή θέματα. Είναι άξιο προσοχής ότι … Η έκθεση/ταινία αξίζει την ~/της ~ής του κοινού. Έχει τεταμένη την ~ή του. Οι εικόνες/τα πολυμέσα κινούν/προσελκύουν/τραβούν την ~ των μαθητών. Το ζήτημα δεν διέφυγε την ~ (συχνότ. εσφαλμ. της ~ής) μου. Το θέμα δεν έχει τύχει της ής που του αξίζει. Άκουσα/διάβασα/εξέτασα/μελέτησα κάτι με ~. Σημεία/στοιχεία άξια ~ής. ΑΝΤ. αβλεψία, απροσεξία 2. επαγρύπνηση, ώστε να αποφευχθεί κάτι, μέριμνα, φροντίδα, επιμέλεια: Απαιτείται/χρειάζεται μεγάλη ~, για να μην κάνουμε λάθος. Επιδεικνύει ιδιαίτερη ~, όταν οδηγεί. Με τη δέουσα/με λίγη ~ μπορούμε να ... Η υγεία σας θέλει ~. Τα παιδιά έχουν ανάγκη την ~ μας. Κάνω κάτι με ~ (= προσεκτικά). Η δυσμενής κατάσταση επέσυρε την ~ της πολιτείας/των πολιτών. Πβ. περίσκεψη, σύνεση, φρόνηση. ● ΣΥΜΠΛ.: στάση προσοχής: όρθια θέση κατά την οποία το σώμα είναι ακίνητο, τα χέρια εφάπτονται σε αυτό και τα πόδια είναι ενωμένα: Σταθήκαμε σε ~ ~ για την έπαρση/υποστολή της σημαίας., διάσπαση/απόσπαση (της) προσοχής βλ. διάσπαση, διαταραχή, ελλειμματική προσοχή βλ. ελλειμματικός ● ΦΡ.: βαράει προσοχή/προσοχές & (σπάν.) χτυπάει προσοχή/προσοχές (προφ.-μειωτ.): επιδεικνύει υποτακτική συμπεριφορά: ~ ~ στους επισήμους., μετά προσοχής (λόγ.): προσεκτικά, με σύνεση: Το φάρμακο πρέπει να χορηγείται ~ ~., προσοχή (επιφωνηματικά ή ελλειπτικά) 1. πρόσεχε ή πρόσεξε, φυλάξου: ~ στις απομιμήσεις/στον δρόμο/στις ηλεκτρονικές απάτες/στον ήλιο/στο κενό/στα λάθη! ~ επείγον/ιός/κίνδυνος/παγίδα/σκύλος! ~, μη βιάζεστε! ~! Εκτελούνται έργα. 2. (συνήθ. ΣΤΡΑΤ.) παράγγελμα για να σταθεί κάποιος όρθιος και ακίνητος σε στάση προσοχής. Βλ. αλτ1, ανάπαυση., στέκομαι προσοχή: σε στάση προσοχής· κατ' επέκτ. υπακούω από σεβασμό, φόβο ή δουλοπρέπεια: (ΣΤΡΑΤ.) Στάθηκε ~ και χαιρέτησε στρατιωτικά. Σταθήκαμε ~ για την ανάκρουση του Eθνικού Ύμνου.|| Μπροστά στον πατέρα του ~εται ~. Πβ. κάθομαι/στέκομαι κλαρίνο/σούζα/απίκο. , εφιστώ την προσοχή βλ. εφιστώ, κλέβω την προσοχή/τα βλέμματα βλ. κλέβω, στο επίκεντρο/στο κέντρο του ενδιαφέροντος/της προσοχής βλ. ενδιαφέρον [< αρχ. προσοχή, γαλλ.-αγγλ. attention]
43032πρόσοψηπρό-σο-ψη ουσ. (θηλ.): μπροστινή όψη κτίσματος, κατασκευής ή αντικειμένου που διαθέτει συνήθ. πλήκτρα ή ψηφία: ~ κτιρίου/ναού. Διαμέρισμα ~όψεως. Πβ. φάτσα.|| ~ κινητού/ρολογιού. Ηχοσύστημα αυτοκινήτου με αποσπώμενη ~. [< αρχ. πρόσοψις]
43033προσόψιοπρο-σό-ψι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) & (λαϊκό) προσόψι: πετσέτα προσώπου, συνήθ. μικρού μεγέθους. [< μεσν. προσόψιον]
43034προσπάθεια

προ-σπά-θει-α ουσ. (θηλ.) {προσπαθει-ών}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσπαθώ· απόπειρα, δοκιμή για την πραγματοποίηση ενός σκοπού:άκαρπη/ατομική/γενναία/ελάχιστη/έντονη/εργώδης/μεγάλη/μικρή/συλλογική/ύστατη ~. Σωματική/φυσική/ψυχική ~. Απέλπιδες/ηράκλειες/σκληρές/επίπονες και επίμονες ~ες. ~ επίλυσης του προβλήματος/περιορισμού της διαφθοράς. ~ εκβιασμού/υπονόμευσης. Αναγνώριση/(επιτυχής) έκβαση/υποστήριξη της ~ας. Αναπτυξιακές/ερευνητικές/πειραματικές/συντονισμένες ~ες. Εντατικοποίηση/προώθηση των ~ών για ... Η ~ πρέπει να συνεχιστεί. Μην εγκαταλείπεις την ~. Αν τα καταφέρει, καλώς· αν όχι, αρκεί η ~. Γίνεται ~ (εκ μέρους του)/καταβάλλονται ~ες να τηρηθούν οι προθεσμίες. Χωρίς να καταβάλει καμία ~. Τα παράτησε στην πρώτη ~. Κάνει φιλότιμες ~ες για να πετύχει τους στόχους του. Εντείνονται οι ~ες για επίτευξη κοινής συμφωνίας. Οι ~ές του βρίσκονται σε αδιέξοδο/στέφθηκαν με επιτυχία/στοχεύουν σε ... Βλ. υπερ~. ● ΣΥΜΠΛ.: η αρχή/η λογική της ήσσονος προσπάθειας βλ. ήσσων [< μτγν. προσπάθεια ‘περιπαθής προσκόλληση ή προσήλωση’, γαλλ.-αγγλ. effort]

43035προσπαθώ[προσπαθῶ] προ-σπα-θώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προσπαθ-είς ..., -ώντας | προσπάθ-ησα, -ήσει} 1. επιχειρώ να πετύχω έναν στόχο, επιστρατεύοντας τις δυνάμεις μου: ~ να βοηθήσω. Έχει ~ήσει απεγνωσμένα/κατ' επανάληψη/μάταια να βρει δουλειά/να κόψει το κάπνισμα. Θα ~ήσω για το καλύτερο. Άδικα ~είς να του αλλάξεις γνώμη. Η Αστυνομία ~εί να εξιχνιάσει το έγκλημα. Πβ. αγωνίζομαι. 2. δοκιμάζω να κάνω κάτι: ~ να θυμηθώ το όνομα κάποιου. Έχω ~ήσει πολλές φορές να του μιλήσω, αλλά δεν συνεννοούμαστε. Πβ. αποπειρώμαι. [< μτγν. προσπαθῶ ‘διακατέχομαι από πάθος’]
43036προσπεκτοθήκηπρο-σπε-κτο-θή-κη ουσ. (θηλ.): βάση για τοποθέτηση και έκθεση προσπέκτους και φυλλαδίων: επιτραπέζιες ~ες. ~ δαπέδου. Πβ. σταντ. Βλ. -θήκη.
43037προσπέκτουςπρο-σπέ-κτους ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πρόσπεκτ: ολιγοσέλιδο πληροφοριακό έντυπο με διαφημιστικό συνήθ. σκοπό, στο οποίο περιγράφονται τα κυριότερα χαρακτηριστικά και ο τρόπος λειτουργίας ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας: ~ αυτοκινήτου/ξενοδοχείου. Πβ. μπροσούρα, φυλλάδιο. Βλ. μάνιουαλ. [< αγγλ. prospectus]
43038προσπελάζωπρο-σπε-λά-ζω ρ. (μτβ.) {προσπέλα-σε, -στηκε} (λόγ.) & (εσφαλμ.) προσπελαύνω 1. έχω πρόσβαση σε κάτι: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχεία. Η ιστοσελίδα ~στηκε ... φορές. 2. (σπάν.) πηγαίνω κοντά, προσεγγίζω κάποιον ή κάτι. [< αρχ. προσπελάζω, αγγλ. access, 1962]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.