Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [43600-43620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43039προσπέλασηπρο-σπέ-λα-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσπελάζω, πρόσβαση: αδύνατη η ~ του χώρου από θάλασσα/ξηρά. Πβ. προσέγγιση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδομένων.|| (ΙΑΤΡ.) Διαγνωστική ~ του καρκίνου. Χειρουργική ~ αρτηρίας. ● ΣΥΜΠΛ.: μνήμη RAM/τυχαίας προσπέλασης βλ. μνήμη, οδός πρόσβασης/προσπέλασης βλ. οδός [< μτγν. προσπέλασις ‘προσέγγιση’, αγγλ. access]
43040προσπελάσιμος, η, ο προ-σπε-λά-σι-μος επίθ. (λόγ.): που επιτρέπει την προσπέλαση: χώρος ~ και επισκέψιμος.|| Ο κατάλογος της βιβλιοθήκης είναι ~ μέσω διαδικτύου. Πβ. προσβάσιμος. ΑΝΤ. απροσπέλαστος (1) [< αγγλ. accessible]
43041προσπελασιμότηταπρο-σπε-λα-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δυνατότητα πρόσβασης σε χώρο: ~ κτιρίων/υπηρεσιών. Πβ. προσβασιμότητα. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. accessibility]
43042προσπέρασηπρο-σπέ-ρα-ση ουσ. (θηλ.) & προσπέρασμα (το): ελιγμός οδηγού, για να περάσει μπροστά από όχημα που προπορεύεται: αντικανονική/επικίνδυνη ~. Απαγορεύεται/επιτρέπεται η ~.
43043προσπερνώ[προσπερνῶ] προ-σπερ-νώ ρ. (μτβ.) {προσπερν-άς ..., -ώντας | προσπέρ-ασα, -άσει} 1. κάνω προσπέραση· γενικότ. περνώ μπροστά από κάτι, χωρίς να σταματήσω: Ο οδηγός ~ασε την νταλίκα.|| Διέσχισε τη λεωφόρο και ~ασε το βιβλιοπωλείο.|| (μτφ., για κάποιον που δεν ακολουθεί τις νέες τάσεις) Οι εξελίξεις θα τον ~άσουν. 2. απομακρύνω την προσοχή μου από κάτι, δεν δίνω σημασία: ~ την ειρωνεία σου/τα σχόλιά σου και συνεχίζω. ~ το γεγονός ότι ... Πβ. αντιπαρέρχομαι.|| Για να ολοκληρωθεί η ύλη, θα ~άσουμε (= θα παραλείψουμε) τα επόμενα κεφάλαια. 3. (μτφ.) ξεπερνώ κάποιον ή κάτι σε αναμέτρηση: ~ασαν στη βαθμολογία την αντίπαλη ομάδα. ● ΦΡ.: αν είναι να 'ρθει, θε να 'ρθεί, (αλλιώς θα προσπεράσει) βλ. έρχομαι [< μεσν. προσπερνώ 'φεύγω', γαλλ. surpasser]
43044προσπέφτωπρο-σπέ-φτω ρ. (αμτβ.) {προσέπεσε} (λόγ.): πέφτω στα πόδια κάποιου, για να τον παρακαλέσω ή να τον προσκυνήσω· (κυρ.-κατ' επέκτ.) παρακαλώ θερμά ή ζητώ ταπεινά συγγνώμη. [< μεσν. προσπέφτω]
43045προσπίπτειπρο-σπί-πτει ρ. (αμτβ.) {προσέπεσε, μτχ. προσπίπτ-ων, -ουσα, -ον}: ΦΥΣ. πέφτει πάνω σε κάτι: Ηλιακή ακτονοβολία που ~ κάθετα στην επιφάνεια της Γης. ~ουσα: ακτίνα. ~ον: κύμα. [< αρχ. προσπίπτω]
43046προσποίησηπρο-σποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. επιτηδευμένη, υποκριτική συμπεριφορά: ~ άγνοιας. ~ στις ανθρώπινες σχέσεις. 2. ΑΘΛ. (κυρ. στο μπάσκετ ή το ποδόσφαιρο) ελιγμός παίκτη που έχει ως στόχο την παραπλάνηση του αντιπάλου: ~ (εκτέλεσης) σουτ. Έκανε ~. Βλ. -ποίηση. [< μτγν. προσποίησις]
43047προσποιητός, ή, ό προ-σποι-η-τός επίθ.: επιτηδευμένος, υποκριτικός, ψεύτικος: ~ή: αδιαφορία/αφέλεια/ευγένεια/συμπεριφορά (= υποκρισία). ~ό: ενδιαφέρον/χαμόγελο (ΑΝΤ. αυθόρμητο). Πβ. δήθεν, επίπλαστος, στημένος. ΑΝΤ. αληθινός (4), ανεπιτήδευτος (1), ανυπόκριτος, απροσποίητος ● επίρρ.: προσποιητά [< αρχ. προσποιητός]
43048προσποιούμαι[προσποιοῦμαι] προ-σποι-ού-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προσποι-είσαι ... | -ήθηκα, -ούμενος}: δείχνω κάτι άλλο από αυτό που είμαι, υποκρίνομαι: ~ άγνοια/αδιαφορία (: ~ τον αδιάφορο). ~είται τον άρρωστο/ότι δεν θυμάται. ~ήθηκε πως δεν με είδε. Δεν μπορεί με τίποτα να ~ηθεί. Εξαπατούσε ηλικιωμένους ~ούμενος τον αστυνομικό. Πβ. κάνω, παριστάνω. [< αρχ. προσποιοῦμαι]
43049προσπολιτισμόςπρο-σπο-λι-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. η διαδικασία μύησης σε μια ξένη συνήθ. κουλτούρα, πολιτισμική προσαρμογή. Βλ. εκ-, επι-πολιτισμός, κοινωνικοποίηση, πολιτισμικό σοκ. [< αγγλ. enculturation, 1948]
43050προσπορίζωπρο-σπο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {προσπόρισε} (λόγ.): προσφέρω κάτι χρήσιμο, επιθυμητό: Οικονομική διαχείριση που ~ει όφελος. Η μάθηση ~ει γνώσεις και εμπειρίες. ● Παθ.: προσπορίζομαι: αποκομίζω, λαμβάνω, εξασφαλίζω: Επιχειρήσεις που ~ονται μεγάλα κέρδη. [< αρχ. προσπορίζω]
43051προσπορισμόςπρο-σπο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): απόκτηση, εξασφάλιση: ~ εσόδων/κερδών/παράνομου περιουσιακού οφέλους. Βλ. -ισμός. [< μεσν. προσπορισμός]
43052πρόσπτωσηπρό-σπτω-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. πτώση αντικειμένου κατά την κίνησή του πάνω σε κάτι άλλο και ειδικότ. πρόσκρουση ακτινοβολίας ή μικροσωματιδίου σε επιφάνεια: κάθετη ~ των ηλιακών ακτίνων. ● ΣΥΜΠΛ.: γωνία πρόσπτωσης: αυτή που σχηματίζει η προσπίπτουσα ακτίνα του Ήλιου με την κάθετο στο σημείο πρόσπτωσης: ~ ~ φωτός σε φακό. [< αγγλ. angle of incidence, γαλλ. angle d'incidence] [< μτγν. πρόσπτωσις ‘πρόσκρουση’]
43053προσρήσειςπροσ-ρή-σεις ουσ. (θηλ.) (οι) (λόγ.): χαιρετισμοί: Η Πρεσβεία απευθύνει/παρουσιάζει τις ~ της προς το Υπουργείο Εξωτερικών. Συγχαρητήριες ευχές και ~ υπέβαλε ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης. Πβ. τα δέοντα. [< αρχ. πρόσρησις]
43054προσροφά[προσροφᾷ] προσ-ρο-φά ρ. (μτβ.) {προσρόφ-ησε, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. (για σώμα, οργανισμό ή υλικό που) επιτρέπει σε ουσία, συνήθ. υγρή ή αέρια, να το διαπεράσει επιφανειακά: Προϊόν που ~ ευκολότερα την υγρασία. Φίλτρα που ~ούν την ηλιακή ακτινοβολία. Βλ. απορροφά. [< γαλλ. adsorber, 1907]
43055προσρόφησηπροσ-ρό-φη-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ.-ΧΗΜ. συγκέντρωση αερίου, υγρού ή διαλυμένης ουσίας στην επιφάνεια στερεού ή σπανιότ. υγρού, σχηματίζοντας μοριακή επίστρωση: φυσική/χημική ~. ~ αζώτου. Ψύκτες ~ης. Βλ. απορρόφηση. ΑΝΤ. εκρόφηση [< γαλλ. adsorption, 1904]
43056προσροφητικός, ή, ό προσ-ρο-φη-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που σχετίζεται με την προσρόφηση: ~ός: άνθρακας. ~ή: ικανότητα. ~ά: υλικά. Βλ. απορροφητικός. [< γαλλ. adsorbant, 1928]
43057προσσεληνώνεταιπροσ-σε-λη-νώ-νε-ται ρ. {προσσεληνώ-θηκε}: (για διαστημικό όχημα) προσεδαφίζεται στην επιφάνεια της Σελήνης: Η σεληνάκατος ~θηκε ομαλά.
43058προσσελήνωσηπροσ-σε-λή-νω-ση ουσ. (θηλ.): προσεδάφιση στη σεληνιακή επιφάνεια: ~ διαστημόπλοιου. Βλ. προσγείωση. [< αγγλ. moon landing, 1969]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.