| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43028 | προσόρμιση | προ-σόρ-μι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): αγκυροβόληση πλοίου σε λιμάνι, ελλιμενισμός: ~ σκαφών. Τέλη ~ης. Πβ. άραγμα. [< αρχ. προσόρμισις] | |
| 43029 | προσούτο | [προσοῦτο] προ-σού-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος αλλαντικού από ωριμασμένο χοιρινό μπούτι, το οποίο αποτελεί εκλεκτό έδεσμα: ιταλικό ~/~ Πάρμας. ~ με πεπόνι/ρόκα. (Λεπτές) φέτες ~. Σάντουιτς με ~ και μοτσαρέλα. Πβ. ζαμπόν, χαμόν. [< ιταλ. prosciutto] | |
| 43030 | προσοφθάλμιος | , α, ο προ-σο-φθάλ-μι-ος επίθ.: ΟΠΤ. (για εξάρτημα οπτικής συσκευής) που βρίσκεται ή τοποθετείται κοντά στον οφθαλμό (παρατηρητή): ~ος: φακός τηλεσκοπίου (: με σκοπό τη μεγέθυνση του ειδώλου). [< γαλλ. oculaire] | |
| 43031 | προσοχή | προ-σο-χή ουσ. (θηλ.) 1. προσήλωση του νου σε κάτι, συγκέντρωση σε συγκεκριμένο (απτό ή νοητό) αντικείμενο: έλλειψη/(εξ)άσκηση/εξασφάλιση (της) ~ής. Αποσπώ την ~ κάποιου. Παρακολουθώ το μάθημα με ~. Επικεντρώνω/εστιάζω την ~ μου στην εισήγηση/στον ομιλητή. Έχει στραμμένη την ~ του στην επικείμενη αναμέτρηση (πβ. ενδιαφέρον). Απομάκρυνε την ~ του από τα προβλήματα. Δίνει ~ στα διεθνή θέματα. Είναι άξιο προσοχής ότι … Η έκθεση/ταινία αξίζει την ~/της ~ής του κοινού. Έχει τεταμένη την ~ή του. Οι εικόνες/τα πολυμέσα κινούν/προσελκύουν/τραβούν την ~ των μαθητών. Το ζήτημα δεν διέφυγε την ~ (συχνότ. εσφαλμ. της ~ής) μου. Το θέμα δεν έχει τύχει της ής που του αξίζει. Άκουσα/διάβασα/εξέτασα/μελέτησα κάτι με ~. Σημεία/στοιχεία άξια ~ής. ΑΝΤ. αβλεψία, απροσεξία 2. επαγρύπνηση, ώστε να αποφευχθεί κάτι, μέριμνα, φροντίδα, επιμέλεια: Απαιτείται/χρειάζεται μεγάλη ~, για να μην κάνουμε λάθος. Επιδεικνύει ιδιαίτερη ~, όταν οδηγεί. Με τη δέουσα/με λίγη ~ μπορούμε να ... Η υγεία σας θέλει ~. Τα παιδιά έχουν ανάγκη την ~ μας. Κάνω κάτι με ~ (= προσεκτικά). Η δυσμενής κατάσταση επέσυρε την ~ της πολιτείας/των πολιτών. Πβ. περίσκεψη, σύνεση, φρόνηση. ● ΣΥΜΠΛ.: στάση προσοχής: όρθια θέση κατά την οποία το σώμα είναι ακίνητο, τα χέρια εφάπτονται σε αυτό και τα πόδια είναι ενωμένα: Σταθήκαμε σε ~ ~ για την έπαρση/υποστολή της σημαίας., διάσπαση/απόσπαση (της) προσοχής βλ. διάσπαση, διαταραχή, ελλειμματική προσοχή βλ. ελλειμματικός ● ΦΡ.: βαράει προσοχή/προσοχές & (σπάν.) χτυπάει προσοχή/προσοχές (προφ.-μειωτ.): επιδεικνύει υποτακτική συμπεριφορά: ~ ~ στους επισήμους., μετά προσοχής (λόγ.): προσεκτικά, με σύνεση: Το φάρμακο πρέπει να χορηγείται ~ ~., προσοχή (επιφωνηματικά ή ελλειπτικά) 1. πρόσεχε ή πρόσεξε, φυλάξου: ~ στις απομιμήσεις/στον δρόμο/στις ηλεκτρονικές απάτες/στον ήλιο/στο κενό/στα λάθη! ~ επείγον/ιός/κίνδυνος/παγίδα/σκύλος! ~, μη βιάζεστε! ~! Εκτελούνται έργα. 2. (συνήθ. ΣΤΡΑΤ.) παράγγελμα για να σταθεί κάποιος όρθιος και ακίνητος σε στάση προσοχής. Βλ. αλτ1, ανάπαυση., στέκομαι προσοχή: σε στάση προσοχής· κατ' επέκτ. υπακούω από σεβασμό, φόβο ή δουλοπρέπεια: (ΣΤΡΑΤ.) Στάθηκε ~ και χαιρέτησε στρατιωτικά. Σταθήκαμε ~ για την ανάκρουση του Eθνικού Ύμνου.|| Μπροστά στον πατέρα του ~εται ~. Πβ. κάθομαι/στέκομαι κλαρίνο/σούζα/απίκο. , εφιστώ την προσοχή βλ. εφιστώ, κλέβω την προσοχή/τα βλέμματα βλ. κλέβω, στο επίκεντρο/στο κέντρο του ενδιαφέροντος/της προσοχής βλ. ενδιαφέρον [< αρχ. προσοχή, γαλλ.-αγγλ. attention] | |
| 43032 | πρόσοψη | πρό-σο-ψη ουσ. (θηλ.): μπροστινή όψη κτίσματος, κατασκευής ή αντικειμένου που διαθέτει συνήθ. πλήκτρα ή ψηφία: ~ κτιρίου/ναού. Διαμέρισμα ~όψεως. Πβ. φάτσα.|| ~ κινητού/ρολογιού. Ηχοσύστημα αυτοκινήτου με αποσπώμενη ~. [< αρχ. πρόσοψις] | |
| 43033 | προσόψιο | προ-σό-ψι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) & (λαϊκό) προσόψι: πετσέτα προσώπου, συνήθ. μικρού μεγέθους. [< μεσν. προσόψιον] | |
| 43034 | προσπάθεια | προ-σπά-θει-α ουσ. (θηλ.) {προσπαθει-ών}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσπαθώ· απόπειρα, δοκιμή για την πραγματοποίηση ενός σκοπού:άκαρπη/ατομική/γενναία/ελάχιστη/έντονη/εργώδης/μεγάλη/μικρή/συλλογική/ύστατη ~. Σωματική/φυσική/ψυχική ~. Απέλπιδες/ηράκλειες/σκληρές/επίπονες και επίμονες ~ες. ~ επίλυσης του προβλήματος/περιορισμού της διαφθοράς. ~ εκβιασμού/υπονόμευσης. Αναγνώριση/(επιτυχής) έκβαση/υποστήριξη της ~ας. Αναπτυξιακές/ερευνητικές/πειραματικές/συντονισμένες ~ες. Εντατικοποίηση/προώθηση των ~ών για ... Η ~ πρέπει να συνεχιστεί. Μην εγκαταλείπεις την ~. Αν τα καταφέρει, καλώς· αν όχι, αρκεί η ~. Γίνεται ~ (εκ μέρους του)/καταβάλλονται ~ες να τηρηθούν οι προθεσμίες. Χωρίς να καταβάλει καμία ~. Τα παράτησε στην πρώτη ~. Κάνει φιλότιμες ~ες για να πετύχει τους στόχους του. Εντείνονται οι ~ες για επίτευξη κοινής συμφωνίας. Οι ~ές του βρίσκονται σε αδιέξοδο/στέφθηκαν με επιτυχία/στοχεύουν σε ... Βλ. υπερ~. ● ΣΥΜΠΛ.: η αρχή/η λογική της ήσσονος προσπάθειας βλ. ήσσων [< μτγν. προσπάθεια ‘περιπαθής προσκόλληση ή προσήλωση’, γαλλ.-αγγλ. effort] | |
| 43035 | προσπαθώ | [προσπαθῶ] προ-σπα-θώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προσπαθ-είς ..., -ώντας | προσπάθ-ησα, -ήσει} 1. επιχειρώ να πετύχω έναν στόχο, επιστρατεύοντας τις δυνάμεις μου: ~ να βοηθήσω. Έχει ~ήσει απεγνωσμένα/κατ' επανάληψη/μάταια να βρει δουλειά/να κόψει το κάπνισμα. Θα ~ήσω για το καλύτερο. Άδικα ~είς να του αλλάξεις γνώμη. Η Αστυνομία ~εί να εξιχνιάσει το έγκλημα. Πβ. αγωνίζομαι. 2. δοκιμάζω να κάνω κάτι: ~ να θυμηθώ το όνομα κάποιου. Έχω ~ήσει πολλές φορές να του μιλήσω, αλλά δεν συνεννοούμαστε. Πβ. αποπειρώμαι. [< μτγν. προσπαθῶ ‘διακατέχομαι από πάθος’] | |
| 43036 | προσπεκτοθήκη | προ-σπε-κτο-θή-κη ουσ. (θηλ.): βάση για τοποθέτηση και έκθεση προσπέκτους και φυλλαδίων: επιτραπέζιες ~ες. ~ δαπέδου. Πβ. σταντ. Βλ. -θήκη. | |
| 43037 | προσπέκτους | προ-σπέ-κτους ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πρόσπεκτ: ολιγοσέλιδο πληροφοριακό έντυπο με διαφημιστικό συνήθ. σκοπό, στο οποίο περιγράφονται τα κυριότερα χαρακτηριστικά και ο τρόπος λειτουργίας ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας: ~ αυτοκινήτου/ξενοδοχείου. Πβ. μπροσούρα, φυλλάδιο. Βλ. μάνιουαλ. [< αγγλ. prospectus] | |
| 43038 | προσπελάζω | προ-σπε-λά-ζω ρ. (μτβ.) {προσπέλα-σε, -στηκε} (λόγ.) & (εσφαλμ.) προσπελαύνω 1. έχω πρόσβαση σε κάτι: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχεία. Η ιστοσελίδα ~στηκε ... φορές. 2. (σπάν.) πηγαίνω κοντά, προσεγγίζω κάποιον ή κάτι. [< αρχ. προσπελάζω, αγγλ. access, 1962] | |
| 43039 | προσπέλαση | προ-σπέ-λα-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσπελάζω, πρόσβαση: αδύνατη η ~ του χώρου από θάλασσα/ξηρά. Πβ. προσέγγιση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδομένων.|| (ΙΑΤΡ.) Διαγνωστική ~ του καρκίνου. Χειρουργική ~ αρτηρίας. ● ΣΥΜΠΛ.: μνήμη RAM/τυχαίας προσπέλασης βλ. μνήμη, οδός πρόσβασης/προσπέλασης βλ. οδός [< μτγν. προσπέλασις ‘προσέγγιση’, αγγλ. access] | |
| 43040 | προσπελάσιμος | , η, ο προ-σπε-λά-σι-μος επίθ. (λόγ.): που επιτρέπει την προσπέλαση: χώρος ~ και επισκέψιμος.|| Ο κατάλογος της βιβλιοθήκης είναι ~ μέσω διαδικτύου. Πβ. προσβάσιμος. ΑΝΤ. απροσπέλαστος (1) [< αγγλ. accessible] | |
| 43041 | προσπελασιμότητα | προ-σπε-λα-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δυνατότητα πρόσβασης σε χώρο: ~ κτιρίων/υπηρεσιών. Πβ. προσβασιμότητα. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. accessibility] | |
| 43042 | προσπέραση | προ-σπέ-ρα-ση ουσ. (θηλ.) & προσπέρασμα (το): ελιγμός οδηγού, για να περάσει μπροστά από όχημα που προπορεύεται: αντικανονική/επικίνδυνη ~. Απαγορεύεται/επιτρέπεται η ~. | |
| 43043 | προσπερνώ | [προσπερνῶ] προ-σπερ-νώ ρ. (μτβ.) {προσπερν-άς ..., -ώντας | προσπέρ-ασα, -άσει} 1. κάνω προσπέραση· γενικότ. περνώ μπροστά από κάτι, χωρίς να σταματήσω: Ο οδηγός ~ασε την νταλίκα.|| Διέσχισε τη λεωφόρο και ~ασε το βιβλιοπωλείο.|| (μτφ., για κάποιον που δεν ακολουθεί τις νέες τάσεις) Οι εξελίξεις θα τον ~άσουν. 2. απομακρύνω την προσοχή μου από κάτι, δεν δίνω σημασία: ~ την ειρωνεία σου/τα σχόλιά σου και συνεχίζω. ~ το γεγονός ότι ... Πβ. αντιπαρέρχομαι.|| Για να ολοκληρωθεί η ύλη, θα ~άσουμε (= θα παραλείψουμε) τα επόμενα κεφάλαια. 3. (μτφ.) ξεπερνώ κάποιον ή κάτι σε αναμέτρηση: ~ασαν στη βαθμολογία την αντίπαλη ομάδα. ● ΦΡ.: αν είναι να 'ρθει, θε να 'ρθεί, (αλλιώς θα προσπεράσει) βλ. έρχομαι [< μεσν. προσπερνώ 'φεύγω', γαλλ. surpasser] | |
| 43044 | προσπέφτω | προ-σπέ-φτω ρ. (αμτβ.) {προσέπεσε} (λόγ.): πέφτω στα πόδια κάποιου, για να τον παρακαλέσω ή να τον προσκυνήσω· (κυρ.-κατ' επέκτ.) παρακαλώ θερμά ή ζητώ ταπεινά συγγνώμη. [< μεσν. προσπέφτω] | |
| 43045 | προσπίπτει | προ-σπί-πτει ρ. (αμτβ.) {προσέπεσε, μτχ. προσπίπτ-ων, -ουσα, -ον}: ΦΥΣ. πέφτει πάνω σε κάτι: Ηλιακή ακτονοβολία που ~ κάθετα στην επιφάνεια της Γης. ~ουσα: ακτίνα. ~ον: κύμα. [< αρχ. προσπίπτω] | |
| 43046 | προσποίηση | προ-σποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. επιτηδευμένη, υποκριτική συμπεριφορά: ~ άγνοιας. ~ στις ανθρώπινες σχέσεις. 2. ΑΘΛ. (κυρ. στο μπάσκετ ή το ποδόσφαιρο) ελιγμός παίκτη που έχει ως στόχο την παραπλάνηση του αντιπάλου: ~ (εκτέλεσης) σουτ. Έκανε ~. Βλ. -ποίηση. [< μτγν. προσποίησις] | |
| 43047 | προσποιητός | , ή, ό προ-σποι-η-τός επίθ.: επιτηδευμένος, υποκριτικός, ψεύτικος: ~ή: αδιαφορία/αφέλεια/ευγένεια/συμπεριφορά (= υποκρισία). ~ό: ενδιαφέρον/χαμόγελο (ΑΝΤ. αυθόρμητο). Πβ. δήθεν, επίπλαστος, στημένος. ΑΝΤ. αληθινός (4), ανεπιτήδευτος (1), ανυπόκριτος, απροσποίητος ● επίρρ.: προσποιητά [< αρχ. προσποιητός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ