Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [43620-43640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43047προσποιητός, ή, ό προ-σποι-η-τός επίθ.: επιτηδευμένος, υποκριτικός, ψεύτικος: ~ή: αδιαφορία/αφέλεια/ευγένεια/συμπεριφορά (= υποκρισία). ~ό: ενδιαφέρον/χαμόγελο (ΑΝΤ. αυθόρμητο). Πβ. δήθεν, επίπλαστος, στημένος. ΑΝΤ. αληθινός (4), ανεπιτήδευτος (1), ανυπόκριτος, απροσποίητος ● επίρρ.: προσποιητά [< αρχ. προσποιητός]
43048προσποιούμαι[προσποιοῦμαι] προ-σποι-ού-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προσποι-είσαι ... | -ήθηκα, -ούμενος}: δείχνω κάτι άλλο από αυτό που είμαι, υποκρίνομαι: ~ άγνοια/αδιαφορία (: ~ τον αδιάφορο). ~είται τον άρρωστο/ότι δεν θυμάται. ~ήθηκε πως δεν με είδε. Δεν μπορεί με τίποτα να ~ηθεί. Εξαπατούσε ηλικιωμένους ~ούμενος τον αστυνομικό. Πβ. κάνω, παριστάνω. [< αρχ. προσποιοῦμαι]
43049προσπολιτισμόςπρο-σπο-λι-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. η διαδικασία μύησης σε μια ξένη συνήθ. κουλτούρα, πολιτισμική προσαρμογή. Βλ. εκ-, επι-πολιτισμός, κοινωνικοποίηση, πολιτισμικό σοκ. [< αγγλ. enculturation, 1948]
43050προσπορίζωπρο-σπο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {προσπόρισε} (λόγ.): προσφέρω κάτι χρήσιμο, επιθυμητό: Οικονομική διαχείριση που ~ει όφελος. Η μάθηση ~ει γνώσεις και εμπειρίες. ● Παθ.: προσπορίζομαι: αποκομίζω, λαμβάνω, εξασφαλίζω: Επιχειρήσεις που ~ονται μεγάλα κέρδη. [< αρχ. προσπορίζω]
43051προσπορισμόςπρο-σπο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): απόκτηση, εξασφάλιση: ~ εσόδων/κερδών/παράνομου περιουσιακού οφέλους. Βλ. -ισμός. [< μεσν. προσπορισμός]
43052πρόσπτωσηπρό-σπτω-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. πτώση αντικειμένου κατά την κίνησή του πάνω σε κάτι άλλο και ειδικότ. πρόσκρουση ακτινοβολίας ή μικροσωματιδίου σε επιφάνεια: κάθετη ~ των ηλιακών ακτίνων. ● ΣΥΜΠΛ.: γωνία πρόσπτωσης: αυτή που σχηματίζει η προσπίπτουσα ακτίνα του Ήλιου με την κάθετο στο σημείο πρόσπτωσης: ~ ~ φωτός σε φακό. [< αγγλ. angle of incidence, γαλλ. angle d'incidence] [< μτγν. πρόσπτωσις ‘πρόσκρουση’]
43053προσρήσειςπροσ-ρή-σεις ουσ. (θηλ.) (οι) (λόγ.): χαιρετισμοί: Η Πρεσβεία απευθύνει/παρουσιάζει τις ~ της προς το Υπουργείο Εξωτερικών. Συγχαρητήριες ευχές και ~ υπέβαλε ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης. Πβ. τα δέοντα. [< αρχ. πρόσρησις]
43054προσροφά[προσροφᾷ] προσ-ρο-φά ρ. (μτβ.) {προσρόφ-ησε, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. (για σώμα, οργανισμό ή υλικό που) επιτρέπει σε ουσία, συνήθ. υγρή ή αέρια, να το διαπεράσει επιφανειακά: Προϊόν που ~ ευκολότερα την υγρασία. Φίλτρα που ~ούν την ηλιακή ακτινοβολία. Βλ. απορροφά. [< γαλλ. adsorber, 1907]
43055προσρόφησηπροσ-ρό-φη-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ.-ΧΗΜ. συγκέντρωση αερίου, υγρού ή διαλυμένης ουσίας στην επιφάνεια στερεού ή σπανιότ. υγρού, σχηματίζοντας μοριακή επίστρωση: φυσική/χημική ~. ~ αζώτου. Ψύκτες ~ης. Βλ. απορρόφηση. ΑΝΤ. εκρόφηση [< γαλλ. adsorption, 1904]
43056προσροφητικός, ή, ό προσ-ρο-φη-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που σχετίζεται με την προσρόφηση: ~ός: άνθρακας. ~ή: ικανότητα. ~ά: υλικά. Βλ. απορροφητικός. [< γαλλ. adsorbant, 1928]
43057προσσεληνώνεταιπροσ-σε-λη-νώ-νε-ται ρ. {προσσεληνώ-θηκε}: (για διαστημικό όχημα) προσεδαφίζεται στην επιφάνεια της Σελήνης: Η σεληνάκατος ~θηκε ομαλά.
43058προσσελήνωσηπροσ-σε-λή-νω-ση ουσ. (θηλ.): προσεδάφιση στη σεληνιακή επιφάνεια: ~ διαστημόπλοιου. Βλ. προσγείωση. [< αγγλ. moon landing, 1969]
43060προσταγλανδίνηπρο-στα-γλαν-δί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ομάδα λιποδιαλυτών μορίων που παράγεται από διάφορα κύτταρα στον οργανισμό και είναι γνωστή για τις ισχυρές της ιδιότητες (μείωση αρτηριακής πίεσης, ρύθμιση θερμοκρασίας σώματος). Βλ. -ίνη. [< γερμ. Prostaglandine, αγγλ. prostaglandin, 1936 < prosta(te) + gland + -in, γαλλ. prostaglandine, 1971]
43061πρόσταγμαπρό-σταγ-μα ουσ. (ουδ.) {προστάγμ-ατα}: διαταγή, εντολή: (ΙΣΤ.) αυτοκρατορικό ~. Το ~ της μάχης.|| (μτφ.) Ηθικά ~ατα. ΣΥΝ. προσταγή ● ΦΡ.: έχει το γενικό πρόσταγμα (μτφ.) 1. έχει τον πρώτο λόγο, τον κυριότερο ρόλο: ~ ~ της επιχείρησης/στη σχέση τους. Πβ. κάνω κουμάντο/έχω το κουμάντο. 2. είμαι υπεύθυνος για τη διοίκηση στρατεύματος: Ο στρατηγός είχε ~ ~. Ο έχων ~ ~ της παρέλασης. [< αρχ. πρόσταγμα]
43062προστάδιοπρο-στά-δι-ο ουσ. (ουδ.): το αμέσως προηγούμενο στάδιο πριν από την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας, ενέργειας: ~ μιας ασθένειας (π.χ. διαβήτη). [< πβ. μτγν. προστάδιον 'πρόδομος']
43063προστάζωπρο-στά-ζω ρ. (μτβ.) {πρόσταξε, προστάξει, προστάζ-οντας, σπάν. προσταγμένος}: δίνω διαταγή, ζητώ επιτακτικά, απαιτώ: Όπως ~ει ο νόμος.|| (μτφ.) Η λογική/φύση ~ει. Φέτος η μόδα ~ει (= επιβάλλει, επιτάσσει) έντονα χρώματα. Πβ. διατάζω. [< αρχ. προστάσσω]
43064προστακτικήπρο-στα-κτι-κή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. έγκλιση η οποία εκφράζει προσταγή, προτροπή ή παράκληση: ~ ενεστώτα. Να κλιθεί το ρήμα ... στην ~ αορίστου. Βλ. ευκτική, οριστική, υποτακτική. [< μτγν. προστακτική]
43065προστακτικός, ή, ό προ-στα-κτι-κός επίθ.: που έχει τον χαρακτήρα προσταγής: ~ός: τόνος φωνής. ~ό: ύφος. Πβ. επιτακτικός. ● επίρρ.: προστακτικά [< αρχ. προστακτικός]
43066πρόστασηπρό-στα-ση ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. εξωτερικό τμήμα αρχαίου ελληνικού οικοδομήματος που οριζόταν από σειρά κιόνων: δωρική/μαρμάρινη ~ ναού. Επιστύλιο ~ης. Η ~ των Καρυάτιδων στο Ερέχθειο. [< αρχ. πρόστασις]
43067προστασίαπρο-στα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. διαφύλαξη της ακεραιότητας, της ασφάλειας προσώπου ή πράγματος, παροχή υλικής ή/και ηθικής υποστήριξης σε κάποιον ή κάτι, προάσπιση κοινού αγαθού: αντισεισμική/απόλυτη/δασική/ηλεκτρική/μεταλλική/φυσική ~. ~ από ασθένειες/τη βροχή/τον ήλιο/καταστροφές/το κρύο/τη σκουριά. ~ της ανθρώπινης ζωής/αρχαιολογικών μνημείων-χώρων/του εδάφους/(ΝΟΜ.) μαρτύρων/της οικογένειας/της πανίδας/του πλανήτη/πληροφοριών/πνευματικών δικαιωμάτων/πολιτιστικής κληρονομιάς/πολιτών/(ΟΙΚΟΝ.) προϊόντος (βλ. προστατευτισμός)/συμφερόντων/των υδάτων/υποδομών/της χλωρίδας. Ανάγκη/ασπίδα/εταιρεία/κανόνες/μέτρα/οδηγός/πολιτική/πρόγραμμα/συμβάσεις/σχέδιο/(ΝΟΜ.) τίτλος (βλ. υπόδειγμα χρησιμότητας) ~ας. Αρχή/δήλωση/πολιτική ~ας προσωπικών δεδομένων. Ζώνες ~ας. ~ του απορρήτου των επικοινωνιών. Ζητώ την/καταφεύγω στην ~ κάποιου. Το δάσος βρίσκεται/τελεί υπό καθεστώς ~ας. Βαφή για την ~ από τη διάβρωση. Πβ. προφύλαξη. Βλ. ομπρέλα, νευρο~, πυρο~, υπερ~, φωτο~.|| (συνεκδ., το μέσο με το οποίο παρέχεται ~) ~ες οθόνης/υπερθέρμανσης.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ηλεκτρονικού υπολογιστή από ιό/μνήμης. Κωδικός/λογισμικό ~ας. Ψηφιακή ~ κατά της αντιγραφής DVD.|| (ΘΕΟΛ.) Η ~ του Θεού/της Παναγίας. 2. παροχή ασφάλειας σε πρόσωπο ή επιχείρηση που γίνεται εκβιαστικά και έναντι αμοιβής, συνήθ. από άνθρωπο του υποκόσμου: ~ νυχτερινών κέντρων. Κατέβαλε χιλιάδες ευρώ για ~. Πληρώνει ~. 3. ΝΟΜ. {χωρ. πληθ.} καθεστώς κηδεμονίας που ασκείται από ισχυρό σε μικρό και ανίσχυρο κράτος: Έζησαν κάτω από ξένη ~ (βλ. προτεκτοράτο). ● ΣΥΜΠΛ.: δείκτης προστασίας: αριθμητική ένδειξη η οποία δηλώνει τον βαθμό προφύλαξης που παρέχει ένα προϊόν απέναντι σε συγκεκριμένο επικίνδυνο παράγοντα, κυρ. τον ήλιο: ~ ~ αντηλιακού. Κρέμες με ~η ~., έννομη προστασία: που παρέχεται από τα αρμόδια όργανα (δικαστήρια), όπως ορίζει ο νόμος: ~ ~ των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων/του περιβάλλοντος., κοινωνική προστασία: το σύνολο των μέτρων κοινωνικής πολιτικής, πρόνοιας και διοίκησης που λαμβάνονται για την επίλυση των προβλημάτων που δημιουργούνται σε άτομα και ομάδες τα οποία χρήζουν θεσμικής φροντίδας από το κοινωνικό σύνολο: δαπάνες/παροχή/πιστοποιητικό ~ής ~ας., νομική προστασία: ΝΟΜ. ασφαλιστικός κλάδος ο οποίος αναλαμβάνει την κάλυψη όλων των δικαστικών εξόδων που θα απαιτηθούν σε περίπτωση κατά την οποία ο ασφαλισμένος χρειαστεί να προσφύγει στο δικαστήριο, προκειμένου να περιφρουρήσει τα έννομα συμφέροντά του: ~ ~ οικογένειας/οχήματος και οδηγού., πολιτική προστασία: συντονισμένη δράση εθνικών, περιφερειακών και τοπικών υπηρεσιών για την πρόληψη και την αντιμετώπιση φυσικών, τεχνολογικών και περιβαλλοντικών καταστροφών: εθελοντικές οργανώσεις/μέτρα/μονάδες/σχεδιασμός/φορείς ~ής ~ας. Κινητοποίηση των μηχανισμών ~ής ~ας. Βλ. ΓΓΠΠ., προστασία του (φυσικού) περιβάλλοντος & της φύσης: ΟΙΚΟΛ. το σύνολο των ενεργειών, μέτρων και έργων που στοχεύουν στην πρόληψη της υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος (δασών, δρυμών, υδροβιότοπων, τοπίων φυσικού κάλλους, θαλασσών, παραλιών, λιμνών, πηγών, ποταμών, σπηλαίων), καθώς και την αποκατάσταση, διατήρηση και βελτίωσή του. , σύστημα προστασίας: τεχνολογικό προϊόν που προφυλάσσει από ενδεχόμενο κίνδυνο· κατ' επέκτ. σύνολο μέτρων για την προάσπιση κοινού αγαθού αυτόματο/προηγμένο ~ ~. Ηλεκτρονικά (αντικλεπτικά) ~ατα ~ εμπορευμάτων. Πβ. συστήματα ασφαλείας.|| ~ ~ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων., ανοδική προστασία βλ. ανοδικός, καθοδική προστασία βλ. καθοδικός, κέντρο προστασίας παιδιών βλ. παιδί, οδική βοήθεια βλ. οδικός, προστασία (της) μητρότητας βλ. μητρότητα, προστασία (του) καταναλωτή/(των) καταναλωτών βλ. καταναλωτής, τείχος προστασίας βλ. τείχος ● ΦΡ.: πουλά προστασία: ζητά εκβιαστικά χρήματα, για να διαφυλάξει κάποιον από κίνδυνο, υπαρκτό ή μη: ~ ~ σε νυχτερινά μαγαζιά., υπό την προστασία (κάποιου) (λόγ.) & κάτω από την προστασία: έχοντας την υποστήριξη, τη βοήθεια, τη φροντίδα κάποιου: Είχα/πήρα το παιδί ~ ~ μου. Μην την ενοχλείς, είναι ~ ~ μου. Πβ. (συμ)μαζεύω.|| ~ ~ του ΟΗΕ. Το συνέδριο τελεί ~ ~ (= υπό την αιγίδα) του ... [< μτγν. προστασία, γαλλ.-αγγλ. protection]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.