Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [43620-43640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43059προσταγήπρο-στα-γή ουσ. (θηλ.): διαταγή. Πβ. εντολή.|| (προφ.) Στις ~ές σας!|| (μτφ.) Ηθικές ~ές. Οι ~ές της μόδας. Πβ. επιταγή, κέλευσμα. ΣΥΝ. πρόσταγμα ● ΣΥΜΠΛ.: κατηγορική προσταγή/προστακτική βλ. κατηγορικός [< μτγν. προσταγή]
43060προσταγλανδίνηπρο-στα-γλαν-δί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ομάδα λιποδιαλυτών μορίων που παράγεται από διάφορα κύτταρα στον οργανισμό και είναι γνωστή για τις ισχυρές της ιδιότητες (μείωση αρτηριακής πίεσης, ρύθμιση θερμοκρασίας σώματος). Βλ. -ίνη. [< γερμ. Prostaglandine, αγγλ. prostaglandin, 1936 < prosta(te) + gland + -in, γαλλ. prostaglandine, 1971]
43061πρόσταγμαπρό-σταγ-μα ουσ. (ουδ.) {προστάγμ-ατα}: διαταγή, εντολή: (ΙΣΤ.) αυτοκρατορικό ~. Το ~ της μάχης.|| (μτφ.) Ηθικά ~ατα. ΣΥΝ. προσταγή ● ΦΡ.: έχει το γενικό πρόσταγμα (μτφ.) 1. έχει τον πρώτο λόγο, τον κυριότερο ρόλο: ~ ~ της επιχείρησης/στη σχέση τους. Πβ. κάνω κουμάντο/έχω το κουμάντο. 2. είμαι υπεύθυνος για τη διοίκηση στρατεύματος: Ο στρατηγός είχε ~ ~. Ο έχων ~ ~ της παρέλασης. [< αρχ. πρόσταγμα]
43062προστάδιοπρο-στά-δι-ο ουσ. (ουδ.): το αμέσως προηγούμενο στάδιο πριν από την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας, ενέργειας: ~ μιας ασθένειας (π.χ. διαβήτη). [< πβ. μτγν. προστάδιον 'πρόδομος']
43063προστάζωπρο-στά-ζω ρ. (μτβ.) {πρόσταξε, προστάξει, προστάζ-οντας, σπάν. προσταγμένος}: δίνω διαταγή, ζητώ επιτακτικά, απαιτώ: Όπως ~ει ο νόμος.|| (μτφ.) Η λογική/φύση ~ει. Φέτος η μόδα ~ει (= επιβάλλει, επιτάσσει) έντονα χρώματα. Πβ. διατάζω. [< αρχ. προστάσσω]
43064προστακτικήπρο-στα-κτι-κή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. έγκλιση η οποία εκφράζει προσταγή, προτροπή ή παράκληση: ~ ενεστώτα. Να κλιθεί το ρήμα ... στην ~ αορίστου. Βλ. ευκτική, οριστική, υποτακτική. [< μτγν. προστακτική]
43065προστακτικός, ή, ό προ-στα-κτι-κός επίθ.: που έχει τον χαρακτήρα προσταγής: ~ός: τόνος φωνής. ~ό: ύφος. Πβ. επιτακτικός. ● επίρρ.: προστακτικά [< αρχ. προστακτικός]
43066πρόστασηπρό-στα-ση ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. εξωτερικό τμήμα αρχαίου ελληνικού οικοδομήματος που οριζόταν από σειρά κιόνων: δωρική/μαρμάρινη ~ ναού. Επιστύλιο ~ης. Η ~ των Καρυάτιδων στο Ερέχθειο. [< αρχ. πρόστασις]
43067προστασίαπρο-στα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. διαφύλαξη της ακεραιότητας, της ασφάλειας προσώπου ή πράγματος, παροχή υλικής ή/και ηθικής υποστήριξης σε κάποιον ή κάτι, προάσπιση κοινού αγαθού: αντισεισμική/απόλυτη/δασική/ηλεκτρική/μεταλλική/φυσική ~. ~ από ασθένειες/τη βροχή/τον ήλιο/καταστροφές/το κρύο/τη σκουριά. ~ της ανθρώπινης ζωής/αρχαιολογικών μνημείων-χώρων/του εδάφους/(ΝΟΜ.) μαρτύρων/της οικογένειας/της πανίδας/του πλανήτη/πληροφοριών/πνευματικών δικαιωμάτων/πολιτιστικής κληρονομιάς/πολιτών/(ΟΙΚΟΝ.) προϊόντος (βλ. προστατευτισμός)/συμφερόντων/των υδάτων/υποδομών/της χλωρίδας. Ανάγκη/ασπίδα/εταιρεία/κανόνες/μέτρα/οδηγός/πολιτική/πρόγραμμα/συμβάσεις/σχέδιο/(ΝΟΜ.) τίτλος (βλ. υπόδειγμα χρησιμότητας) ~ας. Αρχή/δήλωση/πολιτική ~ας προσωπικών δεδομένων. Ζώνες ~ας. ~ του απορρήτου των επικοινωνιών. Ζητώ την/καταφεύγω στην ~ κάποιου. Το δάσος βρίσκεται/τελεί υπό καθεστώς ~ας. Βαφή για την ~ από τη διάβρωση. Πβ. προφύλαξη. Βλ. ομπρέλα, νευρο~, πυρο~, υπερ~, φωτο~.|| (συνεκδ., το μέσο με το οποίο παρέχεται ~) ~ες οθόνης/υπερθέρμανσης.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ηλεκτρονικού υπολογιστή από ιό/μνήμης. Κωδικός/λογισμικό ~ας. Ψηφιακή ~ κατά της αντιγραφής DVD.|| (ΘΕΟΛ.) Η ~ του Θεού/της Παναγίας. 2. παροχή ασφάλειας σε πρόσωπο ή επιχείρηση που γίνεται εκβιαστικά και έναντι αμοιβής, συνήθ. από άνθρωπο του υποκόσμου: ~ νυχτερινών κέντρων. Κατέβαλε χιλιάδες ευρώ για ~. Πληρώνει ~. 3. ΝΟΜ. {χωρ. πληθ.} καθεστώς κηδεμονίας που ασκείται από ισχυρό σε μικρό και ανίσχυρο κράτος: Έζησαν κάτω από ξένη ~ (βλ. προτεκτοράτο). ● ΣΥΜΠΛ.: δείκτης προστασίας: αριθμητική ένδειξη η οποία δηλώνει τον βαθμό προφύλαξης που παρέχει ένα προϊόν απέναντι σε συγκεκριμένο επικίνδυνο παράγοντα, κυρ. τον ήλιο: ~ ~ αντηλιακού. Κρέμες με ~η ~., έννομη προστασία: που παρέχεται από τα αρμόδια όργανα (δικαστήρια), όπως ορίζει ο νόμος: ~ ~ των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων/του περιβάλλοντος., κοινωνική προστασία: το σύνολο των μέτρων κοινωνικής πολιτικής, πρόνοιας και διοίκησης που λαμβάνονται για την επίλυση των προβλημάτων που δημιουργούνται σε άτομα και ομάδες τα οποία χρήζουν θεσμικής φροντίδας από το κοινωνικό σύνολο: δαπάνες/παροχή/πιστοποιητικό ~ής ~ας., νομική προστασία: ΝΟΜ. ασφαλιστικός κλάδος ο οποίος αναλαμβάνει την κάλυψη όλων των δικαστικών εξόδων που θα απαιτηθούν σε περίπτωση κατά την οποία ο ασφαλισμένος χρειαστεί να προσφύγει στο δικαστήριο, προκειμένου να περιφρουρήσει τα έννομα συμφέροντά του: ~ ~ οικογένειας/οχήματος και οδηγού., πολιτική προστασία: συντονισμένη δράση εθνικών, περιφερειακών και τοπικών υπηρεσιών για την πρόληψη και την αντιμετώπιση φυσικών, τεχνολογικών και περιβαλλοντικών καταστροφών: εθελοντικές οργανώσεις/μέτρα/μονάδες/σχεδιασμός/φορείς ~ής ~ας. Κινητοποίηση των μηχανισμών ~ής ~ας. Βλ. ΓΓΠΠ., προστασία του (φυσικού) περιβάλλοντος & της φύσης: ΟΙΚΟΛ. το σύνολο των ενεργειών, μέτρων και έργων που στοχεύουν στην πρόληψη της υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος (δασών, δρυμών, υδροβιότοπων, τοπίων φυσικού κάλλους, θαλασσών, παραλιών, λιμνών, πηγών, ποταμών, σπηλαίων), καθώς και την αποκατάσταση, διατήρηση και βελτίωσή του. , σύστημα προστασίας: τεχνολογικό προϊόν που προφυλάσσει από ενδεχόμενο κίνδυνο· κατ' επέκτ. σύνολο μέτρων για την προάσπιση κοινού αγαθού αυτόματο/προηγμένο ~ ~. Ηλεκτρονικά (αντικλεπτικά) ~ατα ~ εμπορευμάτων. Πβ. συστήματα ασφαλείας.|| ~ ~ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων., ανοδική προστασία βλ. ανοδικός, καθοδική προστασία βλ. καθοδικός, κέντρο προστασίας παιδιών βλ. παιδί, οδική βοήθεια βλ. οδικός, προστασία (της) μητρότητας βλ. μητρότητα, προστασία (του) καταναλωτή/(των) καταναλωτών βλ. καταναλωτής, τείχος προστασίας βλ. τείχος ● ΦΡ.: πουλά προστασία: ζητά εκβιαστικά χρήματα, για να διαφυλάξει κάποιον από κίνδυνο, υπαρκτό ή μη: ~ ~ σε νυχτερινά μαγαζιά., υπό την προστασία (κάποιου) (λόγ.) & κάτω από την προστασία: έχοντας την υποστήριξη, τη βοήθεια, τη φροντίδα κάποιου: Είχα/πήρα το παιδί ~ ~ μου. Μην την ενοχλείς, είναι ~ ~ μου. Πβ. (συμ)μαζεύω.|| ~ ~ του ΟΗΕ. Το συνέδριο τελεί ~ ~ (= υπό την αιγίδα) του ... [< μτγν. προστασία, γαλλ.-αγγλ. protection]
43068προστατεκτομήπρο-στα-τε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική επέμβαση για την απομάκρυνση μέρους του προστατικού ιστού ή ολόκληρου του προστατικού αδένα, με σκοπό τη θεραπεία του καρκίνου του προστάτη: Ο ασθενής υποβλήθηκε σε ανοικτή/διουρηθρική/λαπαροσκοπική/ριζική/ρομποτική ~. Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. prostatectomie, αγγλ. prostatectomy]
43069προστατευόμενος, η, ο προ-στα-τευ-ό-με-νος επίθ. {(λόγ.) θηλ. προστατευομένη} 1. που διαφυλάσσεται, για να μην εξαφανιστεί, καταστραφεί ή που κατοχυρώνεται νομικά, ώστε να μη γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης: ~ος: αρχαιολογικός χώρος/βιότοπος/(εθνικός) δρυμός/φυσικός σχηματισμός. ~η: ζώνη/παραλία. ~ο: μνημείο (βλ. διατηρητέο)/πάρκο (βλ. γεωπάρκο)/περιβάλλον. ~α είδη πανίδας/χλωρίδας.|| ~α: διαμερίσματα (: για άτομα με ψυχικές διαταραχές ή νοητική στέρηση).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: βάση (δεδομένων). ~μένα: αρχεία συστήματος.|| ~η: γεωγραφική ένδειξη (ακρ. ΠΓΕ)/υπηρεσία. ~ο: προϊόν/υλικό.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~η: οικονομία. Βλ. προστατευτισμός. 2. (για πρόσ.) που υποστηρίζεται από άτομο με ισχύ, εξουσία: ~ος: μάρτυρας (: του οποίου η ταυτότητα δεν γίνεται γνωστή). (κ. ως ουσ.) Ο ~ ισχυρού πολιτικού παράγοντα (πβ. ευνοούμενος). ● ΣΥΜΠΛ.: προστατευόμενη ονομασία προέλευσης/προελεύσεως (ακρ. ΠΟΠ): το όνομα περιοχής, τόπου ή σπανιότ. χώρας, από όπου προέρχονται γεωργικά προϊόντα ή τρόφιμα και το οποίο χρησιμοποιείται στην περιγραφή τους. Βλ. προϊόν με ονομασία προέλευσης., προστατευόμενη περιοχή: ΟΙΚΟΛ. γεωγραφικά προσδιορισμένη περιοχή που αποτελεί αντικείμενο ρυθμίσεων και διαχείρισης, για να επιτευχθούν συγκεκριμένοι στόχοι διατήρησης του φυσικού περιβάλλοντος: ~ ~ δάσους/ιδιαίτερου φυσικού κάλλους. Θαλάσσιο πάρκο που κηρύχτηκε/χαρακτηρίστηκε ~ ~. [< αγγλ. protected area] , προστατευόμενο μέλος/παιδί/τέκνο: ΝΟΜ. πρόσωπο έμμεσα ασφαλισμένο, που δικαιούται κοινωνικές παροχές, κυρ. ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, επειδή βρίσκεται υπό την προστασία εργαζομένου, του οποίου είναι συγγενής πρώτου βαθμού: έκδοση βιβλιαρίου υγείας για ~α μέλη. ● βλ. προστατεύω [< μτχ. παθ. ενεστ. του μτγν. ρ. προστατεύω, γαλλ. protégé]
43070προστατευτικός, ή, ό προ-στα-τευ-τι-κός επίθ.: που προφυλάσσει, που εξασφαλίζει προστασία· (για πρόσ.) που έχει την τάση να παρέχει προστασία συνήθ. σε υπερβολικό βαθμό: ~ός: εξοπλισμός (εργασίας)/ρόλος/ρουχισμός. ~ή: επίστρωση/θήκη (συσκευής)/κρέμα (χεριών)/μάσκα (προσώπου)/μεμβράνη/μπάρα/σίτα/στολή/ταινία (καλωδίων). ~ό: δίχτυ/κάλυμμα/πλέγμα (ανεμιστήρα)/στρώμα. ~οί: μηχανισμοί/παράγοντες. ~ές: διατάξεις/επενδύσεις. ~ά: γυαλιά/κάγκελα/κράνη/μέτρα. (μτφ.) Η μεσογειακή διατροφή λειτουργεί ως ~ή ασπίδα ενάντια στον καρκίνο. Βλ. νευρο~.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ή: πολιτική. Βλ. προστατευτισμός.|| (για πρόσ.) Γονείς ~οί απέναντι στα παιδιά τους. Πβ. υπερ~.|| ~ό: ύφος.|| (ως ουσ.) ~ό οθόνης. ~ά ακοής/γωνιών. ● επίρρ.: προστατευτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. προστατευτικός, γαλλ. protecteur, αγγλ. protective]
43071προστατευτικότηταπρο-στα-τευ-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προστατευτικού: μητρική ~. Δείχνει ~ προς τους πιο αδύναμους. Βλ. -ότητα, υπερ~.
43072προστατευτισμόςπρο-στα-τευ-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. σύστημα που ορίζει τη λήψη κρατικών μέτρων για την προστασία των εγχώριων παραγωγικών κλάδων από τον εξωτερικό ανταγωνισμό: δασμολογικός ~. Άρση ~ού. Βλ. ελεύθερη αγορά, παρεμβατισμός, υπερ~, -ισμός. [< γαλλ. protectionnisme, 1845]
43073προστατεύωπρο-στα-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {προστάτε-ψε (λόγ.) προστάτευ-σε, -ψει (λόγ.) -σει, προστατεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -όμενος, -μένος} 1. προφυλάσσω κάποιον ή κάτι από κίνδυνο, δυσάρεστη κατάσταση ή φθορά, υποστηρίζω κάποιον υλικά ή ηθικά: ~ τους αδυνάτους/τα ζώα/τις μειονότητες/τα παιδιά (= παίρνω υπό την προστασία μου). ~ τη ζωή/την περιουσία/τα συμφέροντα κάποιου. Τα γυαλιά ηλίου ~ουν από τις υπεριώδεις ακτίνες. Τον ~ψε η δικαιοσύνη. Δεν ~ψαν τους εαυτούς τους. ~σαν το δάσος από την πυρκαγιά. Λογισμικό που μπορεί να ~σει τον υπολογιστή από ιούς.|| (ως ευχή) Ο Θεός να σε ~ει! Βλ. υπερ~. 2. διαφυλάσσω, διασφαλίζω, κατοχυρώνω νομικά ένα κοινό αγαθό: ~ τα ανθρώπινα δικαιώματα/τα γράμματα/τη δημοκρατία/τις επιστήμες/τους νόμους/την πατρίδα/το περιβάλλον/το πολίτευμα/τις τέχνες. Σέβονται και ~ουν τις ατομικές ελευθερίες των πολιτών (πβ. περιφρουρώ, προασπίζω). Η μητρότητα ~εται από το Σύνταγμα. Δεν ~τηκε το δημόσιο συμφέρον/η εθνική αξιοπρέπεια.|| (ΟΙΚΟΝ.) Η εγχώρια παραγωγή θα ~θεί από τις αθρόες εισαγωγές. Βλ. προστατευτισμός. ● βλ. προστατευόμενος [< μτγν. προστατεύω 'φυλάσσω', γαλλ. protéger]
43074προστάτηςπρο-στά-της ουσ. (αρσ.) {(στη σημ. 1) θηλ. προστάτρια κ. προστάτιδα κ. προστάτισσα (λόγ.) προστάτις} 1. αυτός που φροντίζει για την ασφάλεια κάποιου και γενικότ. που παρέχει υλική ή/και ηθική υποστήριξη: ~ των αδυνάτων/των αστέγων/της οικογένειας/των παιδιών/των φτωχών. ~ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων/των γραμμάτων/του δικαίου/της ειρήνης (πβ. υπέρμαχος)/του νόμου (πβ. φρουρός)/του περιβάλλοντος/των τεχνών (πβ. υποστηρικτής). Κράτος-~ και κοινωνική πολιτική (βλ. κοινωνικό κράτος).|| (ΣΤΡΑΤ.) Είναι/χαρακτηρίστηκε ~ (: στρατεύσιμος με μειωμένη θητεία, επειδή πρέπει να φροντίσει μέλη της οικογένειάς του).|| (ΜΥΘ.) Θεά προστάτρια του γάμου/της γεωργίας. Οι Μούσες ήταν προστάτιδες της πνευματικής δημιουργίας.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Θεοτόκος, η προστάτις των Χριστιανών. Γιορτή του ~η των ναυτικών/της Πολεμικής Αεροπορίας. Τιμήθηκαν οι ~ες της παιδείας (= οι τρεις Ιεράρχες).|| (ως επίθ.) ~ Άγιος (βλ. πολιούχος). (ΙΣΤ.) Οι τρεις προστάτιδες Δυνάμεις.|| (ειρων.) Εμφανίζεται ως ~ των εργαζομένων. Βλ. -στάτης. ΑΝΤ. τιμωρός 2. (αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπο που πουλά εκβιαστικά προστασία συνήθ. σε ιερόδουλες, επιχειρηματίες, ζητιάνους και ειδικότ. προαγωγός: Συνελήφθησαν έξι ~ες από το τμήμα δίωξης εκβιαστών (πβ. νονός). Τα κυκλώματα έχουν τους ~ες τους.|| ~ες γυναικών (= μαστροποί, νταβατζήδες). 3. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. αδένας του ανδρικού γεννητικού συστήματος σε μέγεθος καρυδιού που περιβάλλει το αρχικό τμήμα της ουρήθρας, στη βάση της ουροδόχου κύστης των ανδρών και των αρσενικών θηλαστικών, και εκκρίνει υγρό που βοηθά στη μεταφορά του σπέρματος· (συνεκδ.-προφ.) προστατίτιδα: αφαίρεση/διόγκωση/καλοήθης υπερπλασία/καρκίνος/υπερτροφία/(επιλεκτική) φωτοεξάχνωση του ~η.|| Έχει ~η. Βλ. Ειδικό Προστατικό Αντιγόνο. [< 1: αρχ. προστάτης, γαλλ. protecteur 3: γαλλ. prostate]
43075προστατικός, ή, ό προ-στα-τι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στον προστάτη: ~ός: αδένας/ιστός/καρκίνος. ~ή: υπερπλασία/χειρουργική επέμβαση. ~ό: υγρό. ~ά: κύτταρα. ● ΣΥΜΠΛ.: Ειδικό Προστατικό Αντιγόνο βλ. αντιγόνο [< μτγν. προστατικός 'που είναι έτοιμος να προστατεύσει', γαλλ. prostatique, αγγλ. prostatic]
43076προστατίτιδαπρο-στα-τί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του προστατικού αδένα: μικροβιακή/οξεία/χρόνια ~. Πβ. προστάτης. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. prostatite, αγγλ. prostatitis]
43077προστέγασμαπρο-στέ-γα-σμα ουσ. (ουδ.) {προστεγάσμ-ατα}: ΑΡΧΙΤ. προεξοχή στέγης που προφυλάσσει από βροχή: κινητά (βλ. τέντα)/σταθερά ~ατα. Πβ. γείσο, πρόστεγο. Βλ. υπόστεγο. [< μτγν. προστέγασμα]
43078πρόστεγοπρό-στε-γο ουσ. (ουδ.) 1. προστέγασμα, μαρκίζα: ~ ναού. Tσιμεντένιο ~ εισόδου. Πβ. γείσο. 2. ΝΑΥΤ. υπόστεγο σε πλώρη πλοίου: ~ ιστιοφόρου. ΣΥΝ. καμπούνι [< πβ. μεσν. πρόστεγον 'νοίκι']

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.