| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43079 | πρόστηση | πρό-στη-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ανάθεση της διεξαγωγής, εκτέλεσης μιας εργασίας, με ευθύνη και εξάρτηση από τις οδηγίες αυτού που την αναθέτει. | |
| 43080 | προστίθεμαι | βλ. προσθέτω | |
| 43081 | προστιθέμενος | , η, ο προ-στι-θέ-με-νος επίθ. (λόγ.): που προστίθεται σε κάτι άλλο: ~ο: όφελος. ~α: αρχεία.|| ~η: ποσότητα. ~ο: κόστος. Πβ. (επι)πρόσθετος. ● ΣΥΜΠΛ.: προστιθέμενη αξία: ΟΙΚΟΝ. η αξία που προστίθεται σε αγαθό σε κάθε στάδιο της παραγωγής του, ανεξάρτητα από το κόστος που απαιτείται για τη δημιουργία του: ακαθάριστη/εγχώρια/ευρωπαϊκή/καθαρή/υψηλή/χαμηλή ~ ~. ~ ~ προϊόντος/τομέα. ~ ~ ανά απασχολούμενο/εργαζόμενο. || (μτφ.) Η ~ ~ του πολιτισμού. [< αγγλ. added value, value added, 1935] , φόρος προστιθέμενης αξίας βλ. φόρος ● βλ. προσθέτω [< αρχ. προστιθέμενος] | |
| 43082 | πρόστιμο | πρό-στι-μο ουσ. (ουδ.) {προστίμ-ου | -ων}: χρηματικό ποσό που επιβάλλεται ως ποινή για παράβαση κανονισμού ή παράπτωμα: διοικητικό ~. ~ για υπερβολική ταχύτητα. ~α σε τηλεοπτικούς σταθμούς (βλ. ΕΣΡ). Επιβολή ~ου. Έπεσαν ~α. Τιμωρήθηκε με βαρύ/τσουχτερό ~. ~ ύψους ... ευρώ καλείται να πληρώσει η επιχείρηση.|| (ως παραθετικό σύνθ.) ~-μαμούθ (= τεράστιο). ● ΦΡ.: σβήνω την κλήση/το πρόστιμο βλ. σβήνω [< αρχ. πρόστιμον ‘πρόσθετη ποινή, φόρος’] | |
| 43083 | προστρέχω | προ-στρέ-χω ρ. (αμτβ.) {προσέτρε-ξε κ. πρόστρεξε, προστρέ-ξει} (λόγ.): μεταβαίνω γρήγορα σε ένα σημείο, κυρ. για να βοηθήσω· καταφεύγω κάπου, αναζητώντας διέξοδο, λύση: Σκάφος του Λιμενικού ~ξε προς διάσωση των ναυαγών. Πβ. σπεύδω.|| Πιστοί ~ουν στην ιερά Μονή, για να προσκυνήσουν. Ο καλλιτέχνης ~ει συχνά στην παράδοση για έμπνευση. Πβ. προσφεύγω.|| Για κάθε απορία, μπορείτε να ~ξετε (= ανατρέξετε) στη σχετική βιβλιογραφία. [< μτγν. προστρέχω, γαλλ. recourir] | |
| 43084 | προστριβή | προ-στρι-βή ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: διαφωνία, διένεξη, σύγκρουση: πολιτικές/προσωπικές ~ές. Ήρθε σε ~ με τους φίλους του. Πβ. διαμάχη, έριδα, φιλονικία. [< γαλλ. friction] | |
| 43085 | πρόστυλος | , η, ο πρό-στυ-λος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. (για κτίσμα) που διαθέτει στοά με κίονες στην πρόσοψή του: ~ος: ναός.|| (ως ουσ.) Το ~ο (: στοά πρόστυλου κτίσματος). Βλ. αμφι~, πρόπυλο. [< μτγν. πρόστυλος] | |
| 43086 | πρόστυπος | , η, ο πρό-στυ-πος επίθ. (λόγ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (για γλυπτή παράσταση ή έργο) που προεξέχει ελαφρά από την επιφάνεια στην οποία έχει φιλοτεχνηθεί: Η επιτύμβια στήλη φέρει ~ο ανάγλυφο. Βλ. -τυπος1. ΑΝΤ. έκτυπος (1), έξεργος [< μτγν. πρόστυπος] | |
| 43087 | προστυχιά | προ-στυ-χιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. η ιδιότητα του πρόστυχου. Πβ. αισχρ-, χυδαι-ότητα. 2. φαύλη, ανήθικη πράξη ή (κυρ. στον πληθ.) χυδαία λόγια. Πβ. ανηθικ-, φαυλ-ότητα, βρισιά, προστυχόλογα. | |
| 43088 | προστυχόλογα | προ-στυ-χό-λο-γα ουσ. (ουδ.) (τα): άσεμνα, χυδαία λόγια. Πβ. βρομόλογα. | |
| 43089 | πρόστυχος | , η, ο πρό-στυ-χος επίθ.: ανήθικος, χυδαίος: (για πρόσ.) ~ος: τύπος (= αισχρός, βρόμικος).|| ~ο: μυαλό. ~ες: λέξεις. ~α: ανέκδοτα (πβ. σόκιν)/λόγια (= προστυχόλογα)/μηνύματα. ΣΥΝ. άσεμνος ● επίρρ.: πρόστυχα [< μεταπλασμός του αρχ. προστυχής ‘αυτός που τυχαίνει να είναι παρών’] | |
| 43090 | προστώο | [προστῷο] προ-στώ-ο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. στοά μπροστά από την είσοδο κτιρίων: ~ ναού. [< αρχ. προστῷον] | |
| 43091 | προσυγκέντρωση | προ-συ-γκέ-ντρω-ση ουσ. (θηλ.): προσωρινή συγκέντρωση, κυρ. διαδηλωτών, σε συγκεκριμένο σημείο και σε προκαθορισμένη ώρα, προκειμένου να κινηθούν όλοι μαζί προς τον χώρο της κύριας συγκέντρωσης: απεργιακή ~. ~ στην κεντρική πλατεία. ~ των εργαζομένων έξω από τα γραφεία της εταιρείας. Πορεία με ~. | |
| 43092 | προσυμβατικός | , ή, ό προ-συμ-βα-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με το χρονικό διάστημα ή την προπαρασκευαστική φάση πριν από την κατάρτιση, υπογραφή σύμβασης: ~ός: έλεγχος. ~ή: διαδικασία/ενημέρωση. ~ό: στάδιο. ~ές: πληροφορίες. | |
| 43093 | προσυμπληρωμένος | , η, ο προ-συ-μπλη-ρω-μέ-νος επίθ.: που έχει συμπληρωθεί εκ των προτέρων: ~ες φορολογικές δηλώσεις. | |
| 43094 | προσύμφωνο | προ-σύμ-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. συμβολαιογραφικό έγγραφο ή ιδιωτικό συμφωνητικό που προκαθορίζει τους τελικούς όρους μελλοντικής σύμβασης: δεσμευτικό/εργολαβικό ~. ~ συνεργασίας. ~α αγοράς μετοχών/πώλησης ακινήτου. Υπογράφτηκε το ~ για την εξαγορά της εταιρείας. [< γαλλ. avant-contrat] | |
| 43095 | προσυμφωνώ | [προσυμφωνῶ] προ-συμ-φω-νώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | προσυμφών-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (λόγ.): συμφωνώ, καθορίζω κάτι εκ των προτέρων: Η πώληση του ακινήτου ~ήθηκε στο ποσό των ... ευρώ. ~ημένη: αμοιβή/συναλλαγή/τιμή. Παραλαβή της αποστολής σε ~ημένο χρόνο.|| ~ημένοι: αγώνες (= προσυνεννοημένοι, σικέ, στημένοι). [< μτγν. προσυμφωνῶ] | |
| 43096 | προσυναπτικός | , ή, ό προ-συ-να-πτι-κός επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που σχετίζεται με νευρώνα ο οποίος μεταβιβάζει νευρικό σήμα σε σύναψη: ~ή: μεμβράνη. ~ό: κύτταρο. [< αγγλ. presynaptic, 1909, γαλλ. présynaptique, 1948] | |
| 43097 | προσυνεδριακός | , ή, ό προ-συ-νε-δρι-α-κός επίθ.: που συμβαίνει πριν από ένα συνέδριο: ~ός: διάλογος. ~ή: ημερίδα/περίοδος/συνδιάσκεψη. ~ές: διαδικασίες/εκδηλώσεις. | |
| 43098 | προσυνέδριο | προ-συ-νέ-δρι-ο ουσ. (ουδ.): προπαρασκευαστικό συνέδριο στο οποίο τίθενται προβληματισμοί και προτάσεις που θα συζητηθούν στο κυρίως συνέδριο: ~ κόμματος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ