Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [43640-43660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43068προστατεκτομήπρο-στα-τε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική επέμβαση για την απομάκρυνση μέρους του προστατικού ιστού ή ολόκληρου του προστατικού αδένα, με σκοπό τη θεραπεία του καρκίνου του προστάτη: Ο ασθενής υποβλήθηκε σε ανοικτή/διουρηθρική/λαπαροσκοπική/ριζική/ρομποτική ~. Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. prostatectomie, αγγλ. prostatectomy]
43069προστατευόμενος, η, ο προ-στα-τευ-ό-με-νος επίθ. {(λόγ.) θηλ. προστατευομένη} 1. που διαφυλάσσεται, για να μην εξαφανιστεί, καταστραφεί ή που κατοχυρώνεται νομικά, ώστε να μη γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης: ~ος: αρχαιολογικός χώρος/βιότοπος/(εθνικός) δρυμός/φυσικός σχηματισμός. ~η: ζώνη/παραλία. ~ο: μνημείο (βλ. διατηρητέο)/πάρκο (βλ. γεωπάρκο)/περιβάλλον. ~α είδη πανίδας/χλωρίδας.|| ~α: διαμερίσματα (: για άτομα με ψυχικές διαταραχές ή νοητική στέρηση).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: βάση (δεδομένων). ~μένα: αρχεία συστήματος.|| ~η: γεωγραφική ένδειξη (ακρ. ΠΓΕ)/υπηρεσία. ~ο: προϊόν/υλικό.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~η: οικονομία. Βλ. προστατευτισμός. 2. (για πρόσ.) που υποστηρίζεται από άτομο με ισχύ, εξουσία: ~ος: μάρτυρας (: του οποίου η ταυτότητα δεν γίνεται γνωστή). (κ. ως ουσ.) Ο ~ ισχυρού πολιτικού παράγοντα (πβ. ευνοούμενος). ● ΣΥΜΠΛ.: προστατευόμενη ονομασία προέλευσης/προελεύσεως (ακρ. ΠΟΠ): το όνομα περιοχής, τόπου ή σπανιότ. χώρας, από όπου προέρχονται γεωργικά προϊόντα ή τρόφιμα και το οποίο χρησιμοποιείται στην περιγραφή τους. Βλ. προϊόν με ονομασία προέλευσης., προστατευόμενη περιοχή: ΟΙΚΟΛ. γεωγραφικά προσδιορισμένη περιοχή που αποτελεί αντικείμενο ρυθμίσεων και διαχείρισης, για να επιτευχθούν συγκεκριμένοι στόχοι διατήρησης του φυσικού περιβάλλοντος: ~ ~ δάσους/ιδιαίτερου φυσικού κάλλους. Θαλάσσιο πάρκο που κηρύχτηκε/χαρακτηρίστηκε ~ ~. [< αγγλ. protected area] , προστατευόμενο μέλος/παιδί/τέκνο: ΝΟΜ. πρόσωπο έμμεσα ασφαλισμένο, που δικαιούται κοινωνικές παροχές, κυρ. ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, επειδή βρίσκεται υπό την προστασία εργαζομένου, του οποίου είναι συγγενής πρώτου βαθμού: έκδοση βιβλιαρίου υγείας για ~α μέλη. ● βλ. προστατεύω [< μτχ. παθ. ενεστ. του μτγν. ρ. προστατεύω, γαλλ. protégé]
43070προστατευτικός, ή, ό προ-στα-τευ-τι-κός επίθ.: που προφυλάσσει, που εξασφαλίζει προστασία· (για πρόσ.) που έχει την τάση να παρέχει προστασία συνήθ. σε υπερβολικό βαθμό: ~ός: εξοπλισμός (εργασίας)/ρόλος/ρουχισμός. ~ή: επίστρωση/θήκη (συσκευής)/κρέμα (χεριών)/μάσκα (προσώπου)/μεμβράνη/μπάρα/σίτα/στολή/ταινία (καλωδίων). ~ό: δίχτυ/κάλυμμα/πλέγμα (ανεμιστήρα)/στρώμα. ~οί: μηχανισμοί/παράγοντες. ~ές: διατάξεις/επενδύσεις. ~ά: γυαλιά/κάγκελα/κράνη/μέτρα. (μτφ.) Η μεσογειακή διατροφή λειτουργεί ως ~ή ασπίδα ενάντια στον καρκίνο. Βλ. νευρο~.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ή: πολιτική. Βλ. προστατευτισμός.|| (για πρόσ.) Γονείς ~οί απέναντι στα παιδιά τους. Πβ. υπερ~.|| ~ό: ύφος.|| (ως ουσ.) ~ό οθόνης. ~ά ακοής/γωνιών. ● επίρρ.: προστατευτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. προστατευτικός, γαλλ. protecteur, αγγλ. protective]
43071προστατευτικότηταπρο-στα-τευ-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προστατευτικού: μητρική ~. Δείχνει ~ προς τους πιο αδύναμους. Βλ. -ότητα, υπερ~.
43072προστατευτισμόςπρο-στα-τευ-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. σύστημα που ορίζει τη λήψη κρατικών μέτρων για την προστασία των εγχώριων παραγωγικών κλάδων από τον εξωτερικό ανταγωνισμό: δασμολογικός ~. Άρση ~ού. Βλ. ελεύθερη αγορά, παρεμβατισμός, υπερ~, -ισμός. [< γαλλ. protectionnisme, 1845]
43073προστατεύωπρο-στα-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {προστάτε-ψε (λόγ.) προστάτευ-σε, -ψει (λόγ.) -σει, προστατεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -όμενος, -μένος} 1. προφυλάσσω κάποιον ή κάτι από κίνδυνο, δυσάρεστη κατάσταση ή φθορά, υποστηρίζω κάποιον υλικά ή ηθικά: ~ τους αδυνάτους/τα ζώα/τις μειονότητες/τα παιδιά (= παίρνω υπό την προστασία μου). ~ τη ζωή/την περιουσία/τα συμφέροντα κάποιου. Τα γυαλιά ηλίου ~ουν από τις υπεριώδεις ακτίνες. Τον ~ψε η δικαιοσύνη. Δεν ~ψαν τους εαυτούς τους. ~σαν το δάσος από την πυρκαγιά. Λογισμικό που μπορεί να ~σει τον υπολογιστή από ιούς.|| (ως ευχή) Ο Θεός να σε ~ει! Βλ. υπερ~. 2. διαφυλάσσω, διασφαλίζω, κατοχυρώνω νομικά ένα κοινό αγαθό: ~ τα ανθρώπινα δικαιώματα/τα γράμματα/τη δημοκρατία/τις επιστήμες/τους νόμους/την πατρίδα/το περιβάλλον/το πολίτευμα/τις τέχνες. Σέβονται και ~ουν τις ατομικές ελευθερίες των πολιτών (πβ. περιφρουρώ, προασπίζω). Η μητρότητα ~εται από το Σύνταγμα. Δεν ~τηκε το δημόσιο συμφέρον/η εθνική αξιοπρέπεια.|| (ΟΙΚΟΝ.) Η εγχώρια παραγωγή θα ~θεί από τις αθρόες εισαγωγές. Βλ. προστατευτισμός. ● βλ. προστατευόμενος [< μτγν. προστατεύω 'φυλάσσω', γαλλ. protéger]
43074προστάτηςπρο-στά-της ουσ. (αρσ.) {(στη σημ. 1) θηλ. προστάτρια κ. προστάτιδα κ. προστάτισσα (λόγ.) προστάτις} 1. αυτός που φροντίζει για την ασφάλεια κάποιου και γενικότ. που παρέχει υλική ή/και ηθική υποστήριξη: ~ των αδυνάτων/των αστέγων/της οικογένειας/των παιδιών/των φτωχών. ~ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων/των γραμμάτων/του δικαίου/της ειρήνης (πβ. υπέρμαχος)/του νόμου (πβ. φρουρός)/του περιβάλλοντος/των τεχνών (πβ. υποστηρικτής). Κράτος-~ και κοινωνική πολιτική (βλ. κοινωνικό κράτος).|| (ΣΤΡΑΤ.) Είναι/χαρακτηρίστηκε ~ (: στρατεύσιμος με μειωμένη θητεία, επειδή πρέπει να φροντίσει μέλη της οικογένειάς του).|| (ΜΥΘ.) Θεά προστάτρια του γάμου/της γεωργίας. Οι Μούσες ήταν προστάτιδες της πνευματικής δημιουργίας.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Θεοτόκος, η προστάτις των Χριστιανών. Γιορτή του ~η των ναυτικών/της Πολεμικής Αεροπορίας. Τιμήθηκαν οι ~ες της παιδείας (= οι τρεις Ιεράρχες).|| (ως επίθ.) ~ Άγιος (βλ. πολιούχος). (ΙΣΤ.) Οι τρεις προστάτιδες Δυνάμεις.|| (ειρων.) Εμφανίζεται ως ~ των εργαζομένων. Βλ. -στάτης. ΑΝΤ. τιμωρός 2. (αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπο που πουλά εκβιαστικά προστασία συνήθ. σε ιερόδουλες, επιχειρηματίες, ζητιάνους και ειδικότ. προαγωγός: Συνελήφθησαν έξι ~ες από το τμήμα δίωξης εκβιαστών (πβ. νονός). Τα κυκλώματα έχουν τους ~ες τους.|| ~ες γυναικών (= μαστροποί, νταβατζήδες). 3. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. αδένας του ανδρικού γεννητικού συστήματος σε μέγεθος καρυδιού που περιβάλλει το αρχικό τμήμα της ουρήθρας, στη βάση της ουροδόχου κύστης των ανδρών και των αρσενικών θηλαστικών, και εκκρίνει υγρό που βοηθά στη μεταφορά του σπέρματος· (συνεκδ.-προφ.) προστατίτιδα: αφαίρεση/διόγκωση/καλοήθης υπερπλασία/καρκίνος/υπερτροφία/(επιλεκτική) φωτοεξάχνωση του ~η.|| Έχει ~η. Βλ. Ειδικό Προστατικό Αντιγόνο. [< 1: αρχ. προστάτης, γαλλ. protecteur 3: γαλλ. prostate]
43075προστατικός, ή, ό προ-στα-τι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στον προστάτη: ~ός: αδένας/ιστός/καρκίνος. ~ή: υπερπλασία/χειρουργική επέμβαση. ~ό: υγρό. ~ά: κύτταρα. ● ΣΥΜΠΛ.: Ειδικό Προστατικό Αντιγόνο βλ. αντιγόνο [< μτγν. προστατικός 'που είναι έτοιμος να προστατεύσει', γαλλ. prostatique, αγγλ. prostatic]
43076προστατίτιδαπρο-στα-τί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του προστατικού αδένα: μικροβιακή/οξεία/χρόνια ~. Πβ. προστάτης. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. prostatite, αγγλ. prostatitis]
43077προστέγασμαπρο-στέ-γα-σμα ουσ. (ουδ.) {προστεγάσμ-ατα}: ΑΡΧΙΤ. προεξοχή στέγης που προφυλάσσει από βροχή: κινητά (βλ. τέντα)/σταθερά ~ατα. Πβ. γείσο, πρόστεγο. Βλ. υπόστεγο. [< μτγν. προστέγασμα]
43078πρόστεγοπρό-στε-γο ουσ. (ουδ.) 1. προστέγασμα, μαρκίζα: ~ ναού. Tσιμεντένιο ~ εισόδου. Πβ. γείσο. 2. ΝΑΥΤ. υπόστεγο σε πλώρη πλοίου: ~ ιστιοφόρου. ΣΥΝ. καμπούνι [< πβ. μεσν. πρόστεγον 'νοίκι']
43079πρόστησηπρό-στη-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ανάθεση της διεξαγωγής, εκτέλεσης μιας εργασίας, με ευθύνη και εξάρτηση από τις οδηγίες αυτού που την αναθέτει.
43080προστίθεμαιβλ. προσθέτω
43081προστιθέμενος, η, ο προ-στι-θέ-με-νος επίθ. (λόγ.): που προστίθεται σε κάτι άλλο: ~ο: όφελος. ~α: αρχεία.|| ~η: ποσότητα. ~ο: κόστος. Πβ. (επι)πρόσθετος. ● ΣΥΜΠΛ.: προστιθέμενη αξία: ΟΙΚΟΝ. η αξία που προστίθεται σε αγαθό σε κάθε στάδιο της παραγωγής του, ανεξάρτητα από το κόστος που απαιτείται για τη δημιουργία του: ακαθάριστη/εγχώρια/ευρωπαϊκή/καθαρή/υψηλή/χαμηλή ~ ~. ~ ~ προϊόντος/τομέα. ~ ~ ανά απασχολούμενο/εργαζόμενο. || (μτφ.) Η ~ ~ του πολιτισμού. [< αγγλ. added value, value added, 1935] , φόρος προστιθέμενης αξίας βλ. φόρος ● βλ. προσθέτω [< αρχ. προστιθέμενος]
43082πρόστιμοπρό-στι-μο ουσ. (ουδ.) {προστίμ-ου | -ων}: χρηματικό ποσό που επιβάλλεται ως ποινή για παράβαση κανονισμού ή παράπτωμα: διοικητικό ~. ~ για υπερβολική ταχύτητα. ~α σε τηλεοπτικούς σταθμούς (βλ. ΕΣΡ). Επιβολή ~ου. Έπεσαν ~α. Τιμωρήθηκε με βαρύ/τσουχτερό ~. ~ ύψους ... ευρώ καλείται να πληρώσει η επιχείρηση.|| (ως παραθετικό σύνθ.) ~-μαμούθ (= τεράστιο). ● ΦΡ.: σβήνω την κλήση/το πρόστιμο βλ. σβήνω [< αρχ. πρόστιμον ‘πρόσθετη ποινή, φόρος’]
43083προστρέχωπρο-στρέ-χω ρ. (αμτβ.) {προσέτρε-ξε κ. πρόστρεξε, προστρέ-ξει} (λόγ.): μεταβαίνω γρήγορα σε ένα σημείο, κυρ. για να βοηθήσω· καταφεύγω κάπου, αναζητώντας διέξοδο, λύση: Σκάφος του Λιμενικού ~ξε προς διάσωση των ναυαγών. Πβ. σπεύδω.|| Πιστοί ~ουν στην ιερά Μονή, για να προσκυνήσουν. Ο καλλιτέχνης ~ει συχνά στην παράδοση για έμπνευση. Πβ. προσφεύγω.|| Για κάθε απορία, μπορείτε να ~ξετε (= ανατρέξετε) στη σχετική βιβλιογραφία. [< μτγν. προστρέχω, γαλλ. recourir]
43084προστριβήπρο-στρι-βή ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: διαφωνία, διένεξη, σύγκρουση: πολιτικές/προσωπικές ~ές. Ήρθε σε ~ με τους φίλους του. Πβ. διαμάχη, έριδα, φιλονικία. [< γαλλ. friction]
43085πρόστυλος, η, ο πρό-στυ-λος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. (για κτίσμα) που διαθέτει στοά με κίονες στην πρόσοψή του: ~ος: ναός.|| (ως ουσ.) Το ~ο (: στοά πρόστυλου κτίσματος). Βλ. αμφι~, πρόπυλο. [< μτγν. πρόστυλος]
43086πρόστυπος, η, ο πρό-στυ-πος επίθ. (λόγ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (για γλυπτή παράσταση ή έργο) που προεξέχει ελαφρά από την επιφάνεια στην οποία έχει φιλοτεχνηθεί: Η επιτύμβια στήλη φέρει ~ο ανάγλυφο. Βλ. -τυπος1. ΑΝΤ. έκτυπος (1), έξεργος [< μτγν. πρόστυπος]
43087προστυχιάπρο-στυ-χιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. η ιδιότητα του πρόστυχου. Πβ. αισχρ-, χυδαι-ότητα. 2. φαύλη, ανήθικη πράξη ή (κυρ. στον πληθ.) χυδαία λόγια. Πβ. ανηθικ-, φαυλ-ότητα, βρισιά, προστυχόλογα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.