| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43088 | προστυχόλογα | προ-στυ-χό-λο-γα ουσ. (ουδ.) (τα): άσεμνα, χυδαία λόγια. Πβ. βρομόλογα. | |
| 43089 | πρόστυχος | , η, ο πρό-στυ-χος επίθ.: ανήθικος, χυδαίος: (για πρόσ.) ~ος: τύπος (= αισχρός, βρόμικος).|| ~ο: μυαλό. ~ες: λέξεις. ~α: ανέκδοτα (πβ. σόκιν)/λόγια (= προστυχόλογα)/μηνύματα. ΣΥΝ. άσεμνος ● επίρρ.: πρόστυχα [< μεταπλασμός του αρχ. προστυχής ‘αυτός που τυχαίνει να είναι παρών’] | |
| 43090 | προστώο | [προστῷο] προ-στώ-ο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. στοά μπροστά από την είσοδο κτιρίων: ~ ναού. [< αρχ. προστῷον] | |
| 43091 | προσυγκέντρωση | προ-συ-γκέ-ντρω-ση ουσ. (θηλ.): προσωρινή συγκέντρωση, κυρ. διαδηλωτών, σε συγκεκριμένο σημείο και σε προκαθορισμένη ώρα, προκειμένου να κινηθούν όλοι μαζί προς τον χώρο της κύριας συγκέντρωσης: απεργιακή ~. ~ στην κεντρική πλατεία. ~ των εργαζομένων έξω από τα γραφεία της εταιρείας. Πορεία με ~. | |
| 43092 | προσυμβατικός | , ή, ό προ-συμ-βα-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με το χρονικό διάστημα ή την προπαρασκευαστική φάση πριν από την κατάρτιση, υπογραφή σύμβασης: ~ός: έλεγχος. ~ή: διαδικασία/ενημέρωση. ~ό: στάδιο. ~ές: πληροφορίες. | |
| 43093 | προσυμπληρωμένος | , η, ο προ-συ-μπλη-ρω-μέ-νος επίθ.: που έχει συμπληρωθεί εκ των προτέρων: ~ες φορολογικές δηλώσεις. | |
| 43094 | προσύμφωνο | προ-σύμ-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. συμβολαιογραφικό έγγραφο ή ιδιωτικό συμφωνητικό που προκαθορίζει τους τελικούς όρους μελλοντικής σύμβασης: δεσμευτικό/εργολαβικό ~. ~ συνεργασίας. ~α αγοράς μετοχών/πώλησης ακινήτου. Υπογράφτηκε το ~ για την εξαγορά της εταιρείας. [< γαλλ. avant-contrat] | |
| 43095 | προσυμφωνώ | [προσυμφωνῶ] προ-συμ-φω-νώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | προσυμφών-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (λόγ.): συμφωνώ, καθορίζω κάτι εκ των προτέρων: Η πώληση του ακινήτου ~ήθηκε στο ποσό των ... ευρώ. ~ημένη: αμοιβή/συναλλαγή/τιμή. Παραλαβή της αποστολής σε ~ημένο χρόνο.|| ~ημένοι: αγώνες (= προσυνεννοημένοι, σικέ, στημένοι). [< μτγν. προσυμφωνῶ] | |
| 43096 | προσυναπτικός | , ή, ό προ-συ-να-πτι-κός επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που σχετίζεται με νευρώνα ο οποίος μεταβιβάζει νευρικό σήμα σε σύναψη: ~ή: μεμβράνη. ~ό: κύτταρο. [< αγγλ. presynaptic, 1909, γαλλ. présynaptique, 1948] | |
| 43097 | προσυνεδριακός | , ή, ό προ-συ-νε-δρι-α-κός επίθ.: που συμβαίνει πριν από ένα συνέδριο: ~ός: διάλογος. ~ή: ημερίδα/περίοδος/συνδιάσκεψη. ~ές: διαδικασίες/εκδηλώσεις. | |
| 43098 | προσυνέδριο | προ-συ-νέ-δρι-ο ουσ. (ουδ.): προπαρασκευαστικό συνέδριο στο οποίο τίθενται προβληματισμοί και προτάσεις που θα συζητηθούν στο κυρίως συνέδριο: ~ κόμματος. | |
| 43099 | προσυνεννόηση | προ-συ-νεν-νό-η-ση ουσ. (θηλ.): εκ των προτέρων συμφωνία: Ο γιατρός δέχεται μετά από τηλεφωνική ~. Κατόπιν ~ης/ύστερα από ~. Βλ. ραντεβού.|| ~ μεταξύ των εταιρειών για καθορισμό ενιαίων τιμών (βλ. καρτέλ). | |
| 43100 | προσυνεννοούμαι | [προσυνεννοοῦμαι] προ-συ-νεν-νο-ού-μαι ρ. (αμτβ.) {προσυνεννο-ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: συνεννοούμαι με κάποιον εκ των προτέρων: Είχαν ~ηθεί για το σημείο συνάντησης. ~ημένο: ραντεβού.|| ~ημένο: αποτέλεσμα/παιχνίδι (πβ. προσυμφωνημένος, σικέ, στημένος). | |
| 43101 | προσυνταξιοδότηση | προ-συ-ντα-ξι-ο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): πρόωρη συνταξιοδότηση: ~ απολυμένων. Βλ. -δότηση, εθελουσία/εθελούσια έξοδος. | |
| 43102 | προσυνταξιοδοτικός | , ή, ό προ-συ-ντα-ξι-ο-δο-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την προσυνταξιοδότηση: ~ή: βεβαίωση/διαθεσιμότητα. ~ό: καθεστώς/στάδιο. | |
| 43103 | προσυπογραφή | προ-συ-πο-γρα-φή ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. υπογραφή ενός κειμένου από κοινού με κάποιον άλλο: ~ διατάγματος από τον πρωθυπουργό και τον αρμόδιο υπουργό. Απαιτείται η ~ της πρότασης από νόμιμο εκπρόσωπο. Πβ. συνυπογραφή. 2. (σπάν.) αποδοχή, επιδοκιμασία: ~ διαπίστωσης. Πβ. έγκριση. [< γαλλ. contreseing] | |
| 43104 | προσυπογράφω | προ-συ-πο-γρά-φω ρ. (μτβ.) {προσυπέγρα-ψε, προσυπογρά-φηκε (προφ.) -φτηκε (λόγ. προσυπεγρά-φη), προσυπογεγρα-μμένος} (επίσ.): βάζω την υπογραφή μου από κοινού με κάποιον άλλον ή άλλους, ως ένδειξη αποδοχής του περιεχομένου ενός κειμένου· κατ' επέκτ. εγκρίνω: Η αρμόδια επιτροπή ~ει με τον γενικό γραμματέα την εισηγητική έκθεση. Την ανακοίνωση/επιστολή ~ψαν βουλευτές όλων των κομμάτων. Απόφαση/ρήτρα/συμφωνία που ~φηκε από το κοινοβούλιο. ~μμένη: αίτηση. Πβ. συνυπογράφω.|| ~ την άποψη/τη θέση/την πρόταση κάποιου. Πβ. επιδοκιμάζω. [< μτγν. προσυπογράφω, γαλλ. contresigner] | |
| 43105 | προσυπολογίζω | προ-συ-πο-λο-γί-ζω ρ. (μτβ.) {προσυπολογί-σει, -στηκε, -στεί} (λόγ.): συνυπολογίζω: Ποσά που ~ονται στους πόρους του προγράμματος. [< μτγν. προσυπολογίζω] | |
| 43106 | προσφάι | προ-σφά-ι ουσ. (ουδ.) & προσφάγι (λαϊκό): οτιδήποτε συνοδεύει το ψωμί ως πρόχειρο γεύμα. Βλ. ελιό-, τυρό-ψωμο, ορεκτικό, σνακ. [< μτγν. προσφάγιον] | |
| 43107 | πρόσφατος | , η, ο πρό-σφα-τος επίθ.: που έγινε, εμφανίστηκε κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα, που δεν απέχει πολύ χρονικά από σήμερα: ~ος: νόμος/σεισμός. ~η: απόφαση/δραστηριότητα/έκδοση (βιβλίου)/επίσκεψη/έρευνα/συνέντευξη/φωτογραφία. ~ο: εκκαθαριστικό σημείωμα. ~ες: αλλαγές/δημοσιεύσεις/ειδήσεις/εξελίξεις (πβ. τελευταίος, φρέσκος)/καταχωρήσεις. ~α: κρούσματα (βίας)/νέα. ~ο δελτίο τύπου. Η ~η ιστορία της χώρας. Από το/στο ~ο παρελθόν. ΑΝΤ. παλιός.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~η: μνήμη (: στην οποία αποθηκεύονται προσωρινά ~α περιστατικά). ● επίρρ.: πρόσφατα & (λόγ.) προσφάτως: ΣΥΝ. άρτι [< αρχ. πρόσφατος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ