Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [43660-43680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43099προσυνεννόησηπρο-συ-νεν-νό-η-ση ουσ. (θηλ.): εκ των προτέρων συμφωνία: Ο γιατρός δέχεται μετά από τηλεφωνική ~. Κατόπιν ~ης/ύστερα από ~. Βλ. ραντεβού.|| ~ μεταξύ των εταιρειών για καθορισμό ενιαίων τιμών (βλ. καρτέλ).
43100προσυνεννοούμαι[προσυνεννοοῦμαι] προ-συ-νεν-νο-ού-μαι ρ. (αμτβ.) {προσυνεννο-ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: συνεννοούμαι με κάποιον εκ των προτέρων: Είχαν ~ηθεί για το σημείο συνάντησης. ~ημένο: ραντεβού.|| ~ημένο: αποτέλεσμα/παιχνίδι (πβ. προσυμφωνημένος, σικέ, στημένος).
43101προσυνταξιοδότησηπρο-συ-ντα-ξι-ο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): πρόωρη συνταξιοδότηση: ~ απολυμένων. Βλ. -δότηση, εθελουσία/εθελούσια έξοδος.
43102προσυνταξιοδοτικός, ή, ό προ-συ-ντα-ξι-ο-δο-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την προσυνταξιοδότηση: ~ή: βεβαίωση/διαθεσιμότητα. ~ό: καθεστώς/στάδιο.
43103προσυπογραφήπρο-συ-πο-γρα-φή ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. υπογραφή ενός κειμένου από κοινού με κάποιον άλλο: ~ διατάγματος από τον πρωθυπουργό και τον αρμόδιο υπουργό. Απαιτείται η ~ της πρότασης από νόμιμο εκπρόσωπο. Πβ. συνυπογραφή. 2. (σπάν.) αποδοχή, επιδοκιμασία: ~ διαπίστωσης. Πβ. έγκριση. [< γαλλ. contreseing]
43104προσυπογράφωπρο-συ-πο-γρά-φω ρ. (μτβ.) {προσυπέγρα-ψε, προσυπογρά-φηκε (προφ.) -φτηκε (λόγ. προσυπεγρά-φη), προσυπογεγρα-μμένος} (επίσ.): βάζω την υπογραφή μου από κοινού με κάποιον άλλον ή άλλους, ως ένδειξη αποδοχής του περιεχομένου ενός κειμένου· κατ' επέκτ. εγκρίνω: Η αρμόδια επιτροπή ~ει με τον γενικό γραμματέα την εισηγητική έκθεση. Την ανακοίνωση/επιστολή ~ψαν βουλευτές όλων των κομμάτων. Απόφαση/ρήτρα/συμφωνία που ~φηκε από το κοινοβούλιο. ~μμένη: αίτηση. Πβ. συνυπογράφω.|| ~ την άποψη/τη θέση/την πρόταση κάποιου. Πβ. επιδοκιμάζω. [< μτγν. προσυπογράφω, γαλλ. contresigner]
43105προσυπολογίζωπρο-συ-πο-λο-γί-ζω ρ. (μτβ.) {προσυπολογί-σει, -στηκε, -στεί} (λόγ.): συνυπολογίζω: Ποσά που ~ονται στους πόρους του προγράμματος. [< μτγν. προσυπολογίζω]
43106προσφάιπρο-σφά-ι ουσ. (ουδ.) & προσφάγι (λαϊκό): οτιδήποτε συνοδεύει το ψωμί ως πρόχειρο γεύμα. Βλ. ελιό-, τυρό-ψωμο, ορεκτικό, σνακ. [< μτγν. προσφάγιον]
43107πρόσφατος, η, ο πρό-σφα-τος επίθ.: που έγινε, εμφανίστηκε κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα, που δεν απέχει πολύ χρονικά από σήμερα: ~ος: νόμος/σεισμός. ~η: απόφαση/δραστηριότητα/έκδοση (βιβλίου)/επίσκεψη/έρευνα/συνέντευξη/φωτογραφία. ~ο: εκκαθαριστικό σημείωμα. ~ες: αλλαγές/δημοσιεύσεις/ειδήσεις/εξελίξεις (πβ. τελευταίος, φρέσκος)/καταχωρήσεις. ~α: κρούσματα (βίας)/νέα. ~ο δελτίο τύπου. Η ~η ιστορία της χώρας. Από το/στο ~ο παρελθόν. ΑΝΤ. παλιός.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~η: μνήμη (: στην οποία αποθηκεύονται προσωρινά ~α περιστατικά). ● επίρρ.: πρόσφατα & (λόγ.) προσφάτως: ΣΥΝ. άρτι [< αρχ. πρόσφατος]
30573πρόσφατος

, η, ο με-τα-γε-νέ-στε-ρος επίθ. {κ. (λόγ.) -έρα} 1. που ακολουθεί ή συμβαίνει μετά από κάποιον ή κάτι άλλο: ~ος: νόμος. ~η: απόφαση/έκδοση/εποχή/ημερομηνία/προσθήκη/σκέψη. ~ες: γενιές (= επόμενες, ερχόμενες). ~α: γεγονότα. Σε ~ο στάδιο ... Ο γραπτός λόγος είναι κατά πολύ ~ του προφορικού.|| (ως ουσ.) Οι ~οι. Πβ. νεότερος, πρόσφατος. Βλ. προηγούμενος, πρότερος, πρωτύτερος. ΣΥΝ. κατοπινός, ύστερος, υστερόχρονος ΑΝΤ. προγενέστερος, προτερόχρονος 2. ΦΙΛΟΛ. -ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τους αλεξανδρινούς και ρωμαϊκούς χρόνους (3ος π.Χ.- 4ος μ.Χ αι.): ~ος: (γλωσσικός) τύπος. Τα ~α: χρόνια. Βλ. κλασικός. ● επίρρ.: μεταγενέστερα & (λόγ.) μεταγενεστέρως [< 1: μτγν. μεταγενέστερος]

58817πρόσφατος
43108προσφέρωπρο-σφέ-ρω ρ. (μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. πρόσφερ-α (λόγ.) προσέφερα, προσφέρ-θηκε ((λόγ.) προσεφέρθη, μτχ. προσφερ-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, -οντας, -όμενος} (λόγ.) 1. δίνω κάτι ωφέλιμο ή επιθυμητό σε κάποιον, συνήθ. για να εκφράσω αγάπη, φιλία, σεβασμό, ευγένεια, ευγνωμοσύνη: ~ αίμα (βλ. αιμοδοσία)/γνώσεις/εθελοντική εργασία/(κοινωνικό) έργο/μόρφωση/την αμέριστη (υπο)στήριξή μου/χαρά/χείρα βοηθείας. Τι να σας ~ (= κεράσω, τρατάρω); Μας ~ε γλυκίσματα/ποτό. Της ~ε ένα δαχτυλίδι/μια εικόνα/λουλούδια για τα γενέθλιά της. Η μητρόπολη ~ει γεύματα αγάπης. Προσέφερε το ποσό των ... ευρώ για ... Η βιβλιοθήκη χτίστηκε με χρήματα που ~αν (= δώρισαν) ομογενείς. Η εταιρεία ~ει (ως) δώρο … Τους ~αν τροφή και στέγη. Μου ~ε μια αξέχαστη βραδιά (= χάρισε). ~αν ανιδιοτελώς τις υπηρεσίες τους. ~ε στους εθνικούς αγώνες/στην επιστήμη/στην παιδεία. ~αν τα μέγιστα/πολλά στη μελέτη του ελληνικού πολιτισμού. ~αν τη ζωή/τα νιάτα τους (= θυσίασαν). 2. παρέχω κάτι με ή χωρίς αντάλλαγμα, προμηθεύω ή εξασφαλίζω κάτι σε κάποιον: ~ απασχόληση/δάνειο/εγγυήσεις/θέαμα/κίνητρα/πλεονεκτήματα/(άριστες) συνθήκες εργασίας. Κρέμα που ~ει αντηλιακή προστασία. Η εταιρεία ~ει ... % έκπτωση. Το κατάστημα ~ει μόνο ποτά και αναψυκτικά (= σερβίρει). Το ξενοδοχείο ~ει μοναδική πολυτέλεια και άψογο σέρβις. Η άσκηση ~ει οφέλη στην υγεία. Μας ~ε την ευκαιρία να ... ~εται αμοιβή για τη σύλληψη των δραστών. Το βιβλίο ~εται (= διατίθεται) δωρεάν. Το προϊόν ~εται σε διάφορες αποχρώσεις. ~εται ελκυστικό πακέτο αποδοχών. Του ~θηκε η δυνατότητα να επιλέξει. Δεν του ~θηκε κανένα αξίωμα/καμιά θέση. ● Παθ.: προσφέρομαι 1. (+ να) έχω τη διάθεση, την πρόθεση, την επιθυμία να κάνω κάτι για κάποιον: ~εται να μας φιλοξενήσει (πβ. προθυμοποι-, φιλοτιμ-ούμαι). ~θηκαν να μας βοηθήσουν/να με εξυπηρετήσουν. 2. {στο γ' πρόσ. του ενεστ. κ. παρατ.} (+ για) είμαι κατάλληλος, χρήσιμος, πρόσφορος, ταιριάζω: Το αποτέλεσμα δεν ~εται για πανηγυρισμούς. Το νησί ~εται για ήρεμες διακοπές. [< αρχ. προσφέρω, γαλλ. offrir]
43109προσφεύγωπρο-σφεύ-γω ρ. (αμτβ.) {προσέφυγ-ε, προσφύγει} (+ σε) (λόγ.) 1. απευθύνομαι σε κάποιον, ζητώντας βοήθεια και ειδικότ. ζητώ νομική προστασία, κάνω προσφυγή: Θα προσφύγει στη δικαιοσύνη/στο Συμβούλιο της Επικρατείας. 2. καταφεύγω σε κάποια λύση: Σε νέο δανεισμό ~ε η χώρα. Η κυβέρνηση ~ε σε πρόωρες εκλογές. [< μτγν. προσφεύγω]
43110προσφιλής, ής, ές προ-σφι-λής επίθ. {προσφιλ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· προσφιλέστ-ερος, -ατος} 1. ιδιαίτερα αγαπητός, αρεστός: ~ή: πρόσωπα (= αγαπημένα, οικεία). 2. που προτιμάται, συνηθίζεται πολύ από κάποιον: ~ής: προορισμός διακοπών. ~ής: έκφραση/μέθοδος/συνήθεια. ~ές: άθλημα/θέμα/μέσο. Κατά την ~ή του τακτική. Βλ. δημοφιλής. [< αρχ. προσφιλής]
43111προσφορά

προ-σφο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. παροχή υλικής ή ηθικής βοήθειας, συνεισφορά και συνεκδ. ό,τι προσφέρεται: ανθρωπιστική/γενναία/εκπαιδευτική/οικονομική/πνευματική/πολιτιστική/πολύτιμη ~. ~ αγάπης/αίματος/ανθρωπιστικής βοήθειας/γνώσης/εθελοντικής εργασίας/έργου/υπηρεσιών/χρημάτων. ~ από την…/εκ μέρους της … Το ποσό/η χαρά της ~άς. Τιμήθηκε για την ~ του προς το/στο κοινωνικό σύνολο. Προσωπικότητα με διεθνή ακαδημαϊκή και επιστημονική ~. Ανταποκρίθηκε στην ~ συνεργασίας (πβ. πρόταση).|| ~ της εφημερίδας/του περιοδικού (: δώρα που παρέχονται με την αγορά του αντίστοιχου εντύπου). Τιμητική ~ στον ... 2. διάθεση προϊόντος σε πολύ καλή τιμή και συνεκδ. το αντίστοιχο προϊόν: αποκλειστική/ειδική/εορταστική/καλοκαιρινή/μεγάλη/μοναδική/νέα/ταξιδιωτική/χριστουγεννιάτικη ~. ~ δανείου/προγραμμάτων/τεχνολογίας. Ζήτηση/παράταση ~άς. Ελκυστικές/μεγάλες/σούπερ/τρέχουσες ~ές. Η ~ ισχύει για/περιλαμβάνει ... Επωφεληθείτε από τις σημαντικές ~ές στα έπιπλα. Εβδομάδα/εμπορικό κέντρο/κατάλογος/πακέτα ~ών (βλ. έκπτωση).|| ~ κατοικίας. Αύξηση/μείωση της ~άς ενός αγαθού. Βλ. υπερ~. 3. το ποσό που προτείνεται για την αγορά προϊόντος ή την παροχή υπηρεσίας και ο αντίστοιχος φάκελος με τον οποίο κατατίθεται η πρόταση: υψηλή/χαμηλή ~. Τεχνική ~ για την κατασκευή πρότυπου αθλητικού κέντρου. Αίτηση/αξιολόγηση/αποδοχή/διαδικασία/κατάθεση/προκήρυξη ~άς. Πρόσκληση υποβολής ~ών. Είχα πολλές ~ές για το σπίτι. Έκαναν/κατέθεσαν δημόσια ~ για την εξαγορά της εταιρείας. Υπέβαλε (μη) δεσμευτική ~ για την απόκτηση της τράπεζας.|| Ανοιχτές/σφραγισμένες ~ές. (σε δημοπρασία). Πρώτη/τελευταία ~. Βλ. αντι~. ● ΣΥΜΠΛ.: νόμος της προσφοράς και της ζήτησης βλ. νόμος ● ΦΡ.: πάσα/κάθε προσφορά δεκτή: κάθε παροχή ή βοήθεια, ακόμη και η πιο μικρή, είναι ευπρόσδεκτη. [< αρχ. προσφορά, γαλλ. offre, αγγλ. offer]

43112πρόσφοροπρό-σφο-ρο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. άρτος στρογγυλού σχήματος, σφραγισμένος στη μέση με ειδική ξύλινη σφραγίδα, ο οποίος προσφέρεται από τους πιστούς για την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας. Πβ. λειτουργιά. Βλ. αντίδωρο. [< μεσν. πρόσφορο(ν)]
43113προσφοροδότηςπρο-σφο-ρο-δό-της ουσ. (αρσ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που υποβάλλει προσφορά σε διαγωνισμό για ανάθεση έργου: επιτυχών ~. ~ες για την προμήθεια νοσοκομειακού υλικού. Βλ. -δότης.
43114πρόσφορος, η, ο πρό-σφο-ρος επίθ. (λόγ.): που ενδείκνυται για κάτι, ευνοϊκός, κατάλληλος: ~ος: τρόπος (ενημέρωσης). ~η: ενέργεια/λύση/μέθοδος. ~ο: μέσο. ~ες: συνθήκες. ~α: μέτρα. ~ χώρος για επενδύσεις. Πβ. προσφυής. ΑΝΤ. απρόσφορος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: πρόσφορο/γόνιμο/εύφορο έδαφος/κλίμα/πεδίο βλ. έδαφος [< αρχ. πρόσφορος]
43115πρόσφυγαςπρό-σφυ-γας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-α (λόγ. θηλ. -ος) | προσφύγ-ων}: άτομο που ωθείται σε αναγκαστική εγκατάλειψη της πατρίδας του ή του τόπου κατοικίας του, κυρ. λόγω πολέμου ή πολιτικών διώξεων: καταυλισμός/κοινωνική υποστήριξη/μετεγκατάσταση ~ων. Ύπατη Αρμοστεία (του ΟΗΕ) για τους ~ες. Στους ~ες παρέχεται άσυλο. Βλ. μετανάστης. ● Υποκ.: προσφυγάκι (το) 1. προσφυγόπουλο. 2. ΙΧΘΥΟΛ. ονομασία ψαριών (οικογ. Gadidae) με τρυφερή σάρκα. Βλ. μπακαλιάρος. ● ΣΥΜΠΛ.: κλιματικοί/περιβαλλοντικοί πρόσφυγες: οι οποίοι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο όπου διαμένουν λόγω δυσμενών περιβαλλοντικών συνθηκών. Βλ. ερημοποίηση, φυσική καταστροφή. [< αγγλ. climate/environmental refugees] , πολιτικοί πρόσφυγες: οι οποίοι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την πατρίδα ή τον τόπο διαμονής τους, εξαιτίας των πολιτικών τους πεποιθήσεων. [< αγγλ. political refugees] , οικονομικοί μετανάστες/πρόσφυγες βλ. οικονομικός [< μτγν. πρόσφυξ]
43116προσφυγήπρο-σφυ-γή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αναζήτηση διεξόδου, βοήθειας, λύσης σε πρόβλημα: ~ στην αυθεντία. Άμεση/πρόωρη ~ στις κάλπες.|| (ΝΟΜ.) Διοικητικές ~ές (: απλή, ειδική, ενδικοφανής). ~ στη δικαιοσύνη/στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά ... Ζητούν αποζημιώσεις με ~ στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. ● ΣΥΜΠΛ.: ιεραρχική προσφυγή: ΝΟΜ. αίτηση με την οποία ζητείται ακύρωση πράξης από τον φορέα που προΐσταται της εκδίδουσας Αρχής. Βλ. αίτηση ακύρωσης, αίτηση θεραπείας. [< πβ. μτγν. προσφυγή ‘καταφύγιο’, γαλλ. recours]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.