| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43117 | προσφυγιά | προ-σφυ-γιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. (περιληπτ.) οι πρόσφυγες στο σύνολό τους. 2. τα γνωρίσματα, τα προβλήματα της ζωής των προσφύγων: το δράμα της ~ιάς. Πήραν τον δρόμο της ~ιάς. Βλ. μετανάστευση, ξενιτιά. | |
| 43118 | προσφυγικός | , ή, ό προ-σφυ-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται στους πρόσφυγες: ~ός: καταυλισμός/οικισμός/πληθυσμός/σύλλογος. ~ά: σωματεία.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. ζήτημα/πρόβλημα). || Τα ~ά (: κατοικίες ή συνοικία προσφύγων). | |
| 43119 | προσφυγόπουλο, προσφυγοπούλα | προ-σφυ-γό-που-λο ουσ. (ουδ. + θηλ.): νεαρός ή νεαρή πρόσφυγας ή παιδί προσφύγων: ασυνόδευτα ~α. Βλ. -όπουλο. ΣΥΝ. προσφυγάκι (1) | |
| 43120 | προσφύεται | προ-σφύ-ε-ται ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (επιστ.): εφάπτεται πλήρως, προσκολλάται: Οι σκελετικοί μύες ~ονται στα οστά. [< αρχ. προσφύω] | |
| 43121 | προσφυής | , ής, ές προ-σφυ-ής επίθ. {προσφυέστ-ερος, -ατος} (απαιτ. λεξιλόγ.): που αρμόζει στην περίσταση, κατάλληλος: ~ής: χαρακτηρισμός. Με ~είς χειρισμούς. Πβ. ενδεδειγμένος, πρόσφορος. Βλ. -φυής. [< αρχ. προσφυής] | |
| 43122 | πρόσφυμα | πρό-σφυ-μα ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. μόρφημα που προσκολλάται πριν (πρόθημα) ή μετά (επίθημα) τη ρίζα ή το θέμα. [< μτγν. πρόσφυμα 'εκβλάστημα', γαλλ. affixe] | |
| 43123 | πρόσφυση | πρό-σφυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. η ιδιότητα των ελαστικών ενός οχήματος να διατηρούν σταθερή επαφή με το οδόστρωμα, να αντιστέκονται στην ολίσθηση: ελκτική/πλευρική ~. Απώλεια/έλεγχος/συντελεστής ~ης. Το αυτοκίνητο εγγυάται άριστη/μέγιστη ~ σε όλες τις οδηγικές συνθήκες. Πβ. κράτημα. Βλ. σπινιάρισμα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συγκόλληση υλικών: ~ επιχρίσματος (βαφής). Αστάρι ~ης. 3. ΑΝΑΤ. (σπάν.) σημείο σταθεροποίησης, συνένωσης ιστών: ~ύσεις μυών. [< αρχ. πρόσφυσις 'προσκόλληση, σύνθεση', γαλλ. adhérence] | |
| 43124 | προσφώνηση | προ-σφώ-νη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σύντομος εναρκτήριος λόγος σε εκδήλωση· αναφορά του τίτλου ή του ονόματος ενός προσώπου, κυρ. σε κλητική πτώση, όταν του απευθύνει κάποιος τον λόγο: εισαγωγική ~ ομιλίας/συνεδρίου. ~ του Προέδρου της Δημοκρατίας/του πρωθυπουργού στο επίσημο δείπνο προς τιμήν ... Την τελετή χαιρέτισαν με ~ήσεις ο περιφερειάρχης και ο δήμαρχος. Βλ. αντιφώνηση.|| Απαξιωτική/γραπτή/τρυφερή/χαϊδευτική ~. Οικεία/προσωπική/τυπική ~ σε επιστολή (π.χ. Αγαπητέ κύριε ...). Πβ. προσαγόρευση. Βλ. επιφώνηση. ΑΝΤ. αποφώνηση [< μτγν. προσφώνησις] | |
| 43125 | προσφωνώ | [προσφωνῶ] προ-σφω-νώ ρ. (μτβ.) {προσφων-είς ... | προσφών-ησα, -είται, -ήθηκε} 1. εκφωνώ μικρό χαιρετιστήριο λόγο: Την εκδήλωση/το συνέδριο ~ησε ο πρόεδρος του ιδρύματος. 2. απευθύνομαι σε κάποιον, χρησιμοποιώντας συγκεκριμένο όνομα, φράση ή τίτλο, ανάλογα με την περίσταση ή τον βαθμό οικειότητας: Τον ~ησε στον ενικό. Ο Αρχιεπίσκοπος ~είται 'Μακαριότατος'. ΣΥΝ. προσαγορεύω [< αρχ. προσφωνῶ ‘μιλώ, απευθύνων το λόγο’] | |
| 43126 | πρόσχαρος | , η, ο πρό-σχα-ρος επίθ.: (κυρ. για πρόσ.) που χαρακτηρίζεται από ή εκφράζει χαρούμενη διάθεση και εγκαρδιότητα: ~ος: άνθρωπος. Πβ. γελαστός, έξω καρδιά, εύχαρις, φιλικός.|| ~ο: κλίμα/χαμόγελο. ● επίρρ.: πρόσχαρα [< μεσν. πρόσχαρος] | |
| 43127 | προσχεδιάζω | προ-σχε-δι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {προσχεδία-σα, -σει, -στηκε, -στεί, -σμένος· συνηθέστ. στη μτχ.}: σχεδιάζω, καταστρώνω κάτι εκ των προτέρων: Η συνάντηση είχε ~στεί εδώ και πολύ καιρό (πβ. προγραμματίζω). ~σμένη: επίθεση. ~σμένο: έγκλημα (πβ. προμελετημένος).|| ~σμένος προφορικός λόγος (βλ. αυθόρμητος). [< μεσν. προσχεδιάζω] | |
| 43128 | προσχεδιασμός | προ-σχε-δι-α-σμός ουσ. (αρσ.) & προσχεδίαση (η): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσχεδιάζω: ~ δραστηριοτήτων/εργασίας. | |
| 43129 | προσχέδιο | προ-σχέ-δι-ο ουσ. (ουδ.): προκαταρκτικό σχέδιο, στο πλαίσιο προετοιμασίας ενός τελικού σχεδίου: ~ νόμου/πορίσματος/πρότασης/συμφωνίας/ψηφίσματος. Η επιτροπή κατάρτισε ~ δράσης. Κατατέθηκε προς συζήτηση το ~ του προϋπολογισμού.|| ~ κοσμήματος/μυθιστορήματος. Σκίτσα και ~α κτιρίου. Πβ. πρόπλασμα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Φάκελος με ~α μηνυμάτων (που δεν έχουν αποσταλεί). ~α (κατασκευής) ιστοσελίδων. [< γαλλ. esquisse, avant-projet] | |
| 43130 | πρόσχημα | πρό-σχη-μα ουσ. (ουδ.) {προσχήμ-ατα}: οτιδήποτε χρησιμοποιείται, διατυπώνεται ως πρόφαση, δικαιολογία, ώστε να καλυφθούν οι πραγματικές προθέσεις: διαδικαστικό/νομικό ~. Αποτελεί ~ το γεγονός ότι ... Οι δηλώσεις του ήταν ~, για να ... Με ~ το ... Δεν ασχολήθηκε με το θέμα ούτε για τα ~ατα (πβ. ξεκάρφωμα, για τα μάτια του κόσμου). Πβ. αφορμή, πάτημα, προκάλυμμα. ● ΦΡ.: αφήνω τα προσχήματα: συμπεριφέρομαι ή ενεργώ ειλικρινά, ανοιχτά, απροφάσιστα: Αφήστε ~ και πείτε ξεκάθαρα τι θέλετε., κρατώ/τηρώ/σώζω τα προσχήματα: ακολουθώ τους τύπους, τους συμβατικούς κανόνες, αποκρύπτοντας τους πραγματικούς σκοπούς ή τις προθέσεις μου: Δεν κράτησε ~ και μας εξέθεσε. Δεν μπήκαν καν στον κόπο να τηρήσουν ~., με το πρόσχημα & (λόγ.) υπό το πρόσχημα: με πρόφαση: Επενέβησαν ~ ~ να βοηθήσουν στη διευθέτηση της κρίσης. [< αρχ. πρόσχημα] | |
| 43131 | προσχηματικός | , ή, ό προ-σχη-μα-τι-κός επίθ.: που αποτελεί ή λειτουργεί ως πρόσχημα: ~ός: διάλογος (ΑΝΤ. απροσχημάτιστος). ~ή: διαδικασία/δικαιολογία. ~ό: επιχείρημα. ● επίρρ.: προσχηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] | |
| 43132 | προσχηματισμένος | , η, ο προ-σχη-μα-τι-σμέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει σχηματιστεί, κατασκευαστεί ή διαμορφωθεί εκ των προτέρων: (αρνητ. συνυποδ.) ~η: άποψη. [< μτγν. προεσχηματισμένος] | |
| 43133 | προσχολικός | , ή, ό προ-σχο-λι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην περίοδο που προηγείται της φοίτησης στο σχολείο πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης: ~ή: αγωγή/εκπαίδευση (= νηπιαγωγείο)/ηλικία (3-6 ετών). ~ό: κέντρο (βλ. παιδικός σταθμός). ~ές: δραστηριότητες. Πβ. προδημοτικός. Βλ. (προ)νηπιακός. ΑΝΤ. μετασχολικός [< γαλλ. préscolaire, 1910] | |
| 43134 | προσχωματικός | , ή, ό προ-σχω-μα-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. προσχωσιγενής: ~ή: λεκάνη (κάμπου). ~ό: έργο/υλικό. ~ές: αποθέσεις. ~ά: κοιτάσματα. | |
| 43135 | προσχώνει | προ-σχώ-νει ρ. (μτβ.) {πρόσχω-σε, -θηκε} (σπάν.): (κυρ. για ποταμό) συγκεντρώνει χώμα, ιζήματα, με αποτέλεσμα να σχηματίζεται νέα έκταση γης ή να αυξάνεται η υπάρχουσα: Τα φερτά υλικά που παρασύρονται από τους χειμάρρους ~ουν τις λίμνες. [< αρχ. προσχώννυμι] | |
| 43136 | προσχώρηση | προ-σχώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ένταξη σε οργανισμό ή πολιτικό σχηματισμό: ~ κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.|| ~ στο αντίπαλο στρατόπεδο. Νέες ~ήσεις στελεχών στο κόμμα ... [< μεσν. προσχώρησις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ