Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [43700-43720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43126πρόσχαρος, η, ο πρό-σχα-ρος επίθ.: (κυρ. για πρόσ.) που χαρακτηρίζεται από ή εκφράζει χαρούμενη διάθεση και εγκαρδιότητα: ~ος: άνθρωπος. Πβ. γελαστός, έξω καρδιά, εύχαρις, φιλικός.|| ~ο: κλίμα/χαμόγελο. ● επίρρ.: πρόσχαρα [< μεσν. πρόσχαρος]
43127προσχεδιάζωπρο-σχε-δι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {προσχεδία-σα, -σει, -στηκε, -στεί, -σμένος· συνηθέστ. στη μτχ.}: σχεδιάζω, καταστρώνω κάτι εκ των προτέρων: Η συνάντηση είχε ~στεί εδώ και πολύ καιρό (πβ. προγραμματίζω). ~σμένη: επίθεση. ~σμένο: έγκλημα (πβ. προμελετημένος).|| ~σμένος προφορικός λόγος (βλ. αυθόρμητος). [< μεσν. προσχεδιάζω]
43128προσχεδιασμόςπρο-σχε-δι-α-σμός ουσ. (αρσ.) & προσχεδίαση (η): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσχεδιάζω: ~ δραστηριοτήτων/εργασίας.
43129προσχέδιοπρο-σχέ-δι-ο ουσ. (ουδ.): προκαταρκτικό σχέδιο, στο πλαίσιο προετοιμασίας ενός τελικού σχεδίου: ~ νόμου/πορίσματος/πρότασης/συμφωνίας/ψηφίσματος. Η επιτροπή κατάρτισε ~ δράσης. Κατατέθηκε προς συζήτηση το ~ του προϋπολογισμού.|| ~ κοσμήματος/μυθιστορήματος. Σκίτσα και ~α κτιρίου. Πβ. πρόπλασμα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Φάκελος με ~α μηνυμάτων (που δεν έχουν αποσταλεί). ~α (κατασκευής) ιστοσελίδων. [< γαλλ. esquisse, avant-projet]
43130πρόσχημαπρό-σχη-μα ουσ. (ουδ.) {προσχήμ-ατα}: οτιδήποτε χρησιμοποιείται, διατυπώνεται ως πρόφαση, δικαιολογία, ώστε να καλυφθούν οι πραγματικές προθέσεις: διαδικαστικό/νομικό ~. Αποτελεί ~ το γεγονός ότι ... Οι δηλώσεις του ήταν ~, για να ... Με ~ το ... Δεν ασχολήθηκε με το θέμα ούτε για τα ~ατα (πβ. ξεκάρφωμα, για τα μάτια του κόσμου). Πβ. αφορμή, πάτημα, προκάλυμμα. ● ΦΡ.: αφήνω τα προσχήματα: συμπεριφέρομαι ή ενεργώ ειλικρινά, ανοιχτά, απροφάσιστα: Αφήστε ~ και πείτε ξεκάθαρα τι θέλετε., κρατώ/τηρώ/σώζω τα προσχήματα: ακολουθώ τους τύπους, τους συμβατικούς κανόνες, αποκρύπτοντας τους πραγματικούς σκοπούς ή τις προθέσεις μου: Δεν κράτησε ~ και μας εξέθεσε. Δεν μπήκαν καν στον κόπο να τηρήσουν ~., με το πρόσχημα & (λόγ.) υπό το πρόσχημα: με πρόφαση: Επενέβησαν ~ ~ να βοηθήσουν στη διευθέτηση της κρίσης. [< αρχ. πρόσχημα]
43131προσχηματικός, ή, ό προ-σχη-μα-τι-κός επίθ.: που αποτελεί ή λειτουργεί ως πρόσχημα: ~ός: διάλογος (ΑΝΤ. απροσχημάτιστος). ~ή: διαδικασία/δικαιολογία. ~ό: επιχείρημα. ● επίρρ.: προσχηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]
43132προσχηματισμένος, η, ο προ-σχη-μα-τι-σμέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει σχηματιστεί, κατασκευαστεί ή διαμορφωθεί εκ των προτέρων: (αρνητ. συνυποδ.) ~η: άποψη. [< μτγν. προεσχηματισμένος]
43133προσχολικός, ή, ό προ-σχο-λι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην περίοδο που προηγείται της φοίτησης στο σχολείο πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης: ~ή: αγωγή/εκπαίδευση (= νηπιαγωγείο)/ηλικία (3-6 ετών). ~ό: κέντρο (βλ. παιδικός σταθμός). ~ές: δραστηριότητες. Πβ. προδημοτικός. Βλ. (προ)νηπιακός. ΑΝΤ. μετασχολικός [< γαλλ. préscolaire, 1910]
43134προσχωματικός, ή, ό προ-σχω-μα-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. προσχωσιγενής: ~ή: λεκάνη (κάμπου). ~ό: έργο/υλικό. ~ές: αποθέσεις. ~ά: κοιτάσματα.
43135προσχώνειπρο-σχώ-νει ρ. (μτβ.) {πρόσχω-σε, -θηκε} (σπάν.): (κυρ. για ποταμό) συγκεντρώνει χώμα, ιζήματα, με αποτέλεσμα να σχηματίζεται νέα έκταση γης ή να αυξάνεται η υπάρχουσα: Τα φερτά υλικά που παρασύρονται από τους χειμάρρους ~ουν τις λίμνες. [< αρχ. προσχώννυμι]
43136προσχώρησηπρο-σχώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ένταξη σε οργανισμό ή πολιτικό σχηματισμό: ~ κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.|| ~ στο αντίπαλο στρατόπεδο. Νέες ~ήσεις στελεχών στο κόμμα ... [< μεσν. προσχώρησις]
43137προσχωρώ[προσχωρῶ] προ-σχω-ρώ ρ. (αμτβ.) {προσχωρ-είς ... | προσχώρ-ησα (λόγ.) προσεχώρ-ησα, -ήσω, -ώντας} (επίσ.) 1. γίνομαι μέλος ομάδας, οργάνωσης, οργανισμού: ~ σε κίνημα/κόμμα/συμμαχία. 2. ενστερνίζομαι μια άποψη, ιδεολογία, συντάσσομαι με κάτι ή κάποιον: ~ στις θέσεις κάποιου. Πβ. ασπάζομαι, υιοθετώ. [< αρχ. προσχωρῶ]
43138πρόσχωσηπρό-σχω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. συγκέντρωση φερτών υλών κυρ. σε υδάτινη περιοχή: θαλάσσια ~. ~ώσεις λιμανιού/ποταμού. [< αρχ. πρόσχωσις]
43139προσχωσιγενής, ής, ές προ-σχω-σι-γε-νής επίθ.: ΓΕΩΛ. που δημιουργήθηκε, προέκυψε από προσχώσεις ή σχετίζεται με αυτές: ~ής: πεδιάδα. ~ή: εδάφη/πετρώματα. Βλ. ιζηματογενής.|| ~ής δράση ποταμών. Βλ. -γενής. ΣΥΝ. αλλουβιακός, προσχωματικός
43140πρόσωπρό-σω επίρρ. (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: πρόσω ολοταχώς! & μπρος ολοταχώς!: ΝΑΥΤ. παράγγελμα για πορεία προς τα εμπρός: (κατ' επέκτ.) ~ ~ για τη νίκη. [< αρχ. επίρρ. πρόσω ‘προς τα εμπρός’]
43141προσωδία[προσῳδία] προ-σω-δί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΜΕΤΡ. (στην Αρχαία Ελληνική) διάκριση μακρόχρονων και βραχύχρονων συλλαβών. 2. ΓΛΩΣΣ. το σύνολο των φωνητικών παραµέτρων, δηλ. το ύψος της φωνής (τονικά χαρακτηριστικά), η διάρκεια (χρονικά χαρακτηριστικά) και η ένταση (δυναμικά χαρακτηριστικά) που συντελούν στη διαµόρφωση του νοήµατος ενός εκφωνήµατος. Βλ. επιτονισμός, φωνητική. [< αρχ. προσῳδία, γαλλ. prosodie, αγγλ. prosody]
43142προσωδιακός, ή, ό [προσῳδιακός] προ-σω-δι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται, βασίζεται στην προσωδία: (ΜΕΤΡ.) ~ός: ρυθμός/τονισμός. ~ή: προφορά. ~ό: μέτρο. Βλ. τονικός.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ά χαρακτηριστικά της ομιλίας. ● ΣΥΜΠΛ.: υπερτεμαχιακά στοιχεία βλ. υπερτεμαχιακός [< μτγν. προσῳδιακός, γαλλ. prosodique]
43143προσωκρατικός, ή, ό προ-σω-κρα-τι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που χρονολογείται πριν από τον Σωκράτη: (ως ουσ.) Οι ~οί (ενν. φιλόσοφοι). [< γερμ. Vorsokratiker]
43144προσωνύμιοπρο-σω-νύ-μι-ο ουσ. (ουδ.) & προσωνυμία (η): πρόσθετη ονομασία προσώπου, Αγίου, θεότητας, πράγματος ή επιχείρησης που σχετίζεται συνήθ. με κάποια χαρακτηριστική του/της ιδιότητα: ~ της Παναγίας (= θεοτοκωνύμιο, βλ. Μεγαλόχαρη). Στον Αλέξανδρο Γ' δόθηκε η ~ "Μέγας". Βλ. παρατσούκλι.|| ~ σχολείου. Πβ. επωνυμία, προσηγορία. Βλ. -ωνυμία. [< αρχ. προσωνυμία]
43145προσωπαγνωσίαπρο-σω-πα-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.) & προσωποαγνωσία: ΙΑΤΡ. αδυναμία να αναγνωρίσει ο πάσχων το πρόσωπου ενός ατόμου και κατ’ επέκτ. το ίδιο το άτομο: αναπτυξιακή/επίκτητη ~. Βλ. -γνωσία.[< αγγλ. prosopagnosia, 1950]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.