| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43137 | προσχωρώ | [προσχωρῶ] προ-σχω-ρώ ρ. (αμτβ.) {προσχωρ-είς ... | προσχώρ-ησα (λόγ.) προσεχώρ-ησα, -ήσω, -ώντας} (επίσ.) 1. γίνομαι μέλος ομάδας, οργάνωσης, οργανισμού: ~ σε κίνημα/κόμμα/συμμαχία. 2. ενστερνίζομαι μια άποψη, ιδεολογία, συντάσσομαι με κάτι ή κάποιον: ~ στις θέσεις κάποιου. Πβ. ασπάζομαι, υιοθετώ. [< αρχ. προσχωρῶ] | |
| 43138 | πρόσχωση | πρό-σχω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. συγκέντρωση φερτών υλών κυρ. σε υδάτινη περιοχή: θαλάσσια ~. ~ώσεις λιμανιού/ποταμού. [< αρχ. πρόσχωσις] | |
| 43139 | προσχωσιγενής | , ής, ές προ-σχω-σι-γε-νής επίθ.: ΓΕΩΛ. που δημιουργήθηκε, προέκυψε από προσχώσεις ή σχετίζεται με αυτές: ~ής: πεδιάδα. ~ή: εδάφη/πετρώματα. Βλ. ιζηματογενής.|| ~ής δράση ποταμών. Βλ. -γενής. ΣΥΝ. αλλουβιακός, προσχωματικός | |
| 43140 | πρόσω | πρό-σω επίρρ. (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: πρόσω ολοταχώς! & μπρος ολοταχώς!: ΝΑΥΤ. παράγγελμα για πορεία προς τα εμπρός: (κατ' επέκτ.) ~ ~ για τη νίκη. [< αρχ. επίρρ. πρόσω ‘προς τα εμπρός’] | |
| 43141 | προσωδία | [προσῳδία] προ-σω-δί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΜΕΤΡ. (στην Αρχαία Ελληνική) διάκριση μακρόχρονων και βραχύχρονων συλλαβών. 2. ΓΛΩΣΣ. το σύνολο των φωνητικών παραµέτρων, δηλ. το ύψος της φωνής (τονικά χαρακτηριστικά), η διάρκεια (χρονικά χαρακτηριστικά) και η ένταση (δυναμικά χαρακτηριστικά) που συντελούν στη διαµόρφωση του νοήµατος ενός εκφωνήµατος. Βλ. επιτονισμός, φωνητική. [< αρχ. προσῳδία, γαλλ. prosodie, αγγλ. prosody] | |
| 43142 | προσωδιακός | , ή, ό [προσῳδιακός] προ-σω-δι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται, βασίζεται στην προσωδία: (ΜΕΤΡ.) ~ός: ρυθμός/τονισμός. ~ή: προφορά. ~ό: μέτρο. Βλ. τονικός.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ά χαρακτηριστικά της ομιλίας. ● ΣΥΜΠΛ.: υπερτεμαχιακά στοιχεία βλ. υπερτεμαχιακός [< μτγν. προσῳδιακός, γαλλ. prosodique] | |
| 43143 | προσωκρατικός | , ή, ό προ-σω-κρα-τι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που χρονολογείται πριν από τον Σωκράτη: (ως ουσ.) Οι ~οί (ενν. φιλόσοφοι). [< γερμ. Vorsokratiker] | |
| 43144 | προσωνύμιο | προ-σω-νύ-μι-ο ουσ. (ουδ.) & προσωνυμία (η): πρόσθετη ονομασία προσώπου, Αγίου, θεότητας, πράγματος ή επιχείρησης που σχετίζεται συνήθ. με κάποια χαρακτηριστική του/της ιδιότητα: ~ της Παναγίας (= θεοτοκωνύμιο, βλ. Μεγαλόχαρη). Στον Αλέξανδρο Γ' δόθηκε η ~ "Μέγας". Βλ. παρατσούκλι.|| ~ σχολείου. Πβ. επωνυμία, προσηγορία. Βλ. -ωνυμία. [< αρχ. προσωνυμία] | |
| 43145 | προσωπαγνωσία | προ-σω-πα-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.) & προσωποαγνωσία: ΙΑΤΡ. αδυναμία να αναγνωρίσει ο πάσχων το πρόσωπου ενός ατόμου και κατ’ επέκτ. το ίδιο το άτομο: αναπτυξιακή/επίκτητη ~. Βλ. -γνωσία.[< αγγλ. prosopagnosia, 1950] | |
| 43146 | προσωπάρχης | προ-σω-πάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. προϊστάμενος της υπηρεσίας προσωπικού δημόσιας υπηρεσίας ή ιδιωτικής εταιρείας, διευθυντής του ανθρώπινου δυναμικού: ~ υπουργείου. ~ βιομηχανίας/τηλεοπτικού δικτύου. Βλ. -άρχης. [< γαλλ. chef du personnel] | |
| 43147 | προσωπείο | [προσωπεῖο] προ-σω-πεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ομοίωμα προσώπου που χρησιμοποιούσαν στην αρχαιότητα, για να καλυφθεί το πρόσωπο του ηθοποιού ή του νεκρού· γενικότ. μάσκα: θεατρικό/κωμικό/νεκρικό/τραγικό ~.|| ~α για καρναβάλια. Πβ. προσωπίδα. 2. (μτφ.) προσποιητή, υποκριτική εικόνα ή έκφραση: κοινωνικό/οικολογικό/φιλελεύθερο/φιλεργατικό ~. Κατέρρευσε το δημοκρατικό ~. Εμφανίζεται με/φορά το ~ του καλού. Κάτω από/υπό το ~ της ειρωνείας. Προβάλλει το ~ της κοινωνικής ευαισθησίας/προοδευτικότητας/φιλανθρωπίας. Η εξουσία αλλάζει/παρουσιάζεται με πολλά ~α. Αποκαλύπτω/αφαιρώ/βγάζω/ρίχνω τα ~α. Πβ. λεοντή, μάσκα. 3. (σπάν.) η όψη που παίρνει το πρόσωπο, κυρ. ως χαρακτηριστικό ασθενειών: (ΙΑΤΡ.) αδενοειδές ~. ● ΦΡ.: πέφτουν οι μάσκες βλ. μάσκα [< μτγν. προσωπεῖον] | |
| 43148 | προσωπίδα | προ-σω-πί-δα ουσ. (θηλ.): ομοίωμα με τα χαρακτηριστικά προσώπου, προσωπείο· μάσκα: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) νεκρική ~.|| ~ αερίων (= αντιασφυξιογόνα μάσκα)/οξυγόνου. [< μτγν. προσωπίς] | |
| 43149 | προσωπιδοφόρος | , ος/α, ο προ-σω-πι-δο-φό-ρος επίθ. (σπάν.-λόγ.): μασκοφόρος. Βλ. -φόρος. | |
| 43150 | προσωπικό | προ-σω-πι-κό ουσ. (ουδ.) (περιληπτ.): το σύνολο των εργαζομένων σε δημόσια ή ιδιωτική εταιρεία, υπηρεσία: βοηθητικό/ειδικό επιστημονικό/εκπαιδευτικό/έκτακτο/εποχικό/νοσηλευτικό/πολιτικό/τεχνικό/υπαλληλικό ~. ~ γραμματείας. Ακαδημαϊκό/διδακτικό/διοικητικό/ερευνητικό/μόνιμο ~ (πανεπιστημιακής σχολής). Ένστολο ~. Διεύθυνση/προσλήψεις/σύλλογος ~ού. ● ΣΥΜΠΛ.: προσωπικό ασφαλείας 1. το σύνολο των εργαζομένων που είναι υπεύθυνοι για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων μιας επιχείρησης και την πρόληψη καταστροφών, ατυχημάτων ή την αντιμετώπιση στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας κατά τη διάρκεια απεργίας: Η συνδικαλιστική οργάνωση όρισε ~ ~. Το ΕΚΑΒ λειτουργεί με ~ ~. 2. οι εργαζόμενοι σε εταιρεία ή υπηρεσία που φροντίζει για την ασφάλεια κυρ. χώρων: ~ ~ αεροδρομίου/ξενοδοχείου. Πβ. σεκιουριτάς., Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού βλ. συμβούλιο, προσωπικό εδάφους βλ. έδαφος, υπηρετικό προσωπικό βλ. υπηρετικός, φυλακτικό προσωπικό βλ. φυλακτικός [< γαλλ. personnel] | |
| 43151 | προσωπικός | , ή, ό προ-σω-πι-κός επίθ. 1. που αφορά ένα μεμονωμένο άτομο ή αναφέρεται στη σχέση δύο ανθρώπων: ~ός: αγώνας (ΑΝΤ. ομαδικός, συλλογικός)/αντιπρόσωπος/αριθμός (βλ. πιν)/βοηθός/γιατρός/δικτυακός τόπος/δίσκος/κωδικός/λογαριασμός/οδηγός/στόχος/σύμβουλος/τηλεφωνητής/φάκελος/χρόνος/χώρος. ~ή: (ΝΟΜ.) αγωγή/ακεραιότητα/αλληλογραφία/ανάπτυξη/άποψη (= υποκειμενική)/ασφάλεια/βελτίωση/γνωριμία/εκτίμηση/εμπειρία/εξυπηρέτηση/επαφή/επιστολή/εργασία/ευτυχία/ζωή (= ιδιωτική)/ιδιοκτησία/ιστορία/(ιστο)σελίδα/κάρτα/λίστα/οργάνωση/παράκληση/παρουσία/περιουσία/πρόσκληση/συλλογή/συνάντηση/σχέση/υγιεινή/υπόθεση/φροντίδα. ~ό: απόρρητο/αρχείο/γούστο/δράμα/ημερολόγιο/μήνυμα/όφελος/πρόβλημα/ρεκόρ/στιλ/τηλέφωνο/ύφος. ~ές: αγγελίες/ανάγκες/διαφορές/επιδιώξεις/επιλογές/ερωτήσεις/μαρτυρίες/προτιμήσεις/στιγμές (= ιδιαίτερες)/υπηρεσίες. ~ά: αντικείμενα/βιώματα/δικαιώματα/έγγραφα (βλ. αστυνομική ταυτότητα, διαβατήριο)/εισοδήματα/ενδιαφέροντα/έξοδα/ζητήματα/κίνητρα/λάθη/όρια/συμφέροντα/χαρακτηριστικά. Συνδέονται με ~ή φιλία. ~οί λόγοι δεν μου επιτρέπουν να ... Ενημέρωση σε ~ό επίπεδο. Βλ. δια~. 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το πρόσωπο, το μπροστινό τμήμα του ανθρώπινου κεφαλιού: ~ή: αρτηρία/φλέβα. ~οί: μύες. Παράλυση/πάρεση ~ού νεύρου. Στοματική και ~ή χειρουργική. 3. ΓΡΑΜΜ. που αναφέρεται στο γραμματικό πρόσωπο: ~ή: αντωνυμία.|| ~ή: σύνταξη. ~ό: ρήμα. ΑΝΤ. απρόσωπος (4) ● Ουσ.: προσωπικά (τα) 1. η ιδιωτική ζωή, οι ατομικές υποθέσεις· ειδικότ. οι ερωτικές σχέσεις: Δεν μιλώ/συζητώ για τα ~ μου. Δεν ασχολούμαι με τα ~ τους. 2. {χωρ. άρθ.} διαφορές, διενέξεις, προβλήματα μεταξύ δύο ανθρώπων: Δεν έχω ~ μαζί του/με κάποιον. Δεν μιλιούνται, γιατί έχουν ~. ● επίρρ.: προσωπικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 1: Έχω/φέρω ~ την ευθύνη. Είμαι ~ υπεύθυνος για κάτι. ~ θεωρώ/πιστεύω ότι ... Του επέδωσε ~ την επιστολή. Δεν γνωριζόμαστε ~.|| (επιτατ.) Εμένα ~ δεν με έπεισε. Εμάς ~ μας εντυπωσίασε. ● ΣΥΜΠΛ.: ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα & ευαίσθητα δεδομένα & δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα: στοιχεία που αφορούν ιδιαίτερες πτυχές της ζωής ενός ατόμου (πολιτικές πεποιθήσεις, θρησκεία, υγεία, ερωτική ζωή): εμπιστευτικά, απόρρητα ή ~ ~. [< γαλλ. données sensibles], προσωπικά δεδομένα & (σπάν.) προσωπικές πληροφορίες: ατομικά στοιχεία (όνομα, επάγγελμα, εθνικότητα, οικογενειακή κατάσταση, ηλικία, τόπος κατοικίας, εκπαίδευση): διαρροή/πολιτική διαχείρισης/προστασίας ~ών ~ών. Βλ. ΑΠΔΠΧ. [< γαλλ. données personnelles], προσωπικά είδη: αντικείμενα που προορίζονται αποκλειστικά για ατομική χρήση: ~ ~ υγιεινής (π.χ. ατομική πετσέτα, οδοντόβουρτσα, σαπούνι)., προσωπική ελευθερία: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα σύμφωνα με το οποίο κανείς δεν καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται ή περιορίζεται με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος., προσωπική κράτηση: ΝΟΜ. προσωποκράτηση., προσωπική συνέντευξη βλ. συνέντευξη., αδύνατος τύπος βλ. αδύνατος, δυνατός/ισχυρός τύπος βλ. δυνατός, κατάθεση ψυχής βλ. κατάθεση, προσωπική εταιρεία βλ. εταιρεία & εταιρία, προσωπική χρήση βλ. χρήση, προσωπικός τηλεφωνητής βλ. τηλεφωνητής, τηλεφωνήτρια, προσωπικός υπολογιστής βλ. υπολογιστής, προσωπικός ψηφιακός βοηθός βλ. βοηθός ● ΦΡ.: το πήρε προσωπικά: θίχτηκε, προσβλήθηκε: Μην παίρνεις ~ όσα λέω, κουβέντα κάνουμε. Ελπίζω να μην ~ ~, δεν έχω κάτι μαζί του. [< μτγν. προσωπικός, γαλλ. personnel, αγγλ. personal 2: γαλλ. facial] | |
| 43152 | προσωπικότητα | προ-σω-πι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {προσωπικοτήτων} 1. ό,τι συνιστά την ατομικότητα ενός προσώπου, το σύνολο των χαρακτηριστικών του γνωρισμάτων και των κοινωνικών του αλληλεπιδράσεων· ειδικότ. δυναμικός χαρακτήρας: ανθρώπινη/ναρκισσιστική/ολοκληρωμένη/πολυσχιδής ~. Ανάπτυξη/διαμόρφωση/διερεύνηση/δομή/καλλιέργεια/σεβασμός/τεστ (της) ~ας. Είναι/έχει ανεξάρτητη/αυτόνομη/δυνατή/έντονη/ευχάριστη/ισχυρή/σοβαρή/συγκροτημένη ~. Η γενικότερη ~ του υποψηφίου παίζει ρόλο στην αξιολόγησή του. Κάτι (δεν) ταιριάζει στην ~ά μου.|| (εμφατ.) ατομική ~. Άτομο με/χωρίς ~. Έχει χάσει την ~ά του. Βλ. -ότητα. 2. διάσημο συνήθ. άτομο που διακρίνεται για την αξία του, την κοινωνική του θέση και επιρροή, την επαγγελματική του δραστηριότητα: αινιγματική/αμφιλεγόμενη/ενδιαφέρουσα/εξέχουσα/ηγετική/θρυλική/ιστορική/παγκόσμια/πολύπλευρη/σκοτεινή ~. Αντιπροσωπευτικές/εμβληματικές/χαρισματικές ~ες. ~ες του αθλητισμού/του δημόσιου βίου/διεθνούς φήμης/των επιστημών/της πολιτικής/του πολιτισμού. Μια μεγάλη ~ του ελληνισμού/του τόπου/της χώρας. Επιστημονική/καλλιτεχνική ~. Πνευματική ~ που κυριάρχησε στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα (πβ. μορφή, φιγούρα, φυσιογνωμία).|| (εμφατ.) Δημοφιλείς/διάσημες/κορυφαίες/σημαντικές ~ες. Αξιόλογες ~ες από τον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών. 3. (μτφ.) ο μοναδικός, ιδιαίτερος, ξεχωριστός χαρακτήρας ενός πράγματος: βιβλιοπωλείο/δίκτυο/κατάστημα/ντύσιμο με ~. Περιοχή με ξεχωριστή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: νομική προσωπικότητα: αυτή που υπόκειται στον νόμο, που αποτελεί νομικό πρόσωπο: Αναγνωρίζεται ρητά η ~ ~ της Ένωσης. Εταιρεία αποκτά ~ ~, αν έχει εμπορικό σκοπό. Τα κράτη μέλη του ΟΗΕ έχουν διακριτές ~ές ~ες., διαταραγμένη προσωπικότητα βλ. διαταραγμένος, διπλή προσωπικότητα βλ. διπλός, διχασμένη προσωπικότητα βλ. διχάζω, οριακή διαταραχή προσωπικότητας βλ. διαταραχή [< γαλλ. personnalité] | |
| 12737 | προσωπικότητα | δι-α-ση-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του διάσημου, δόξα: κυνήγι της ~ας. Πέντε/δεκαπέντε λεπτά ~ας (: η εφήμερη προβολή που προσφέρει η τηλεόραση σε καθημερινούς ανθρώπους). Αποζητά τη ~. Βλ. αναγνώριση, επιτυχία, φήμη, -ότητα. ΑΝΤ. ανωνυμία (2), ασημότητα 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} (συνεκδ.) διάσημο πρόσωπο, πολύ γνωστή προσωπικότητα: μεγάλες ~ες. ~ες του πολιτικού και επιχειρηματικού κόσμου. Πβ. αστέρας, επώνυμος, βεντέτα, σελέμπριτι, σταρ, φίρμα. [< γαλλ. célébrité] | |
| 43153 | πρόσωπο | πρό-σω-πο ουσ. (ουδ.) {προσώπ-ου} 1. το μπροστινό μέρος του ανθρώπινου κεφαλιού με κύρια χαρακτηριστικά τα μάτια, τη μύτη και το στόμα· συνεκδ. το δέρμα και η έκφραση, το ύφος, τα συναισθήματα που αποτυπώνονται σε αυτό: λεπτό/μακρύ/οβάλ ή ωοειδές/στρογγυλό/τετράγωνο ~. ~ με γωνίες (= γωνιώδες). Αγγελικό/ανέκφραστο/άσχημο/αυστηρό/γλυκό/εκφραστικό/ήρεμο/κουρασμένο/λαμπερό/μελαγχολικό/νεανικό/ξεκούραστο/όμορφο/ρυτιδιασμένο/συμπαθητικό/υγιές/φωτεινό/χαρούμενο/χλομό/ωραίο/ωχρό ~ (πβ. μορφή). Αισθητική/ανανέωση/ανάπλαση (βλ. λίφτινγκ)/αντηλιακά/γραμμές/κρέμα/μακιγιάζ/μάσκα/μεταμόσχευση/περίγραμμα/περιποίηση/πλαστική χειρουργική/σχήμα/τριχοφυΐα/φροντίδα (του) ~ου. Ανάλυση των χαρακτηριστικών του ~ου (βλ. φυσιογνωμία, φυσιογνωμική). Γύρισε/έστρεψε το ~ό του από την άλλη/προς το μέρος μου. Με ακάλυπτο/καλυμμένο ~. Τον χτύπησε στο ~ (βλ. χαστουκίζω). Ένα πλατύ χαμόγελο έλαμπε/ζωγραφίστηκε στο ~ό της. Η θλίψη ήταν χαραγμένη στα ~ά τους. Το ~ό του έγινε κόκκινο από θυμό/ντροπή. Πβ. μούρη, μούτρο, φάτσα. 2. το άτομο, ο άνθρωπος ως ξεχωριστή προσωπικότητα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, η ταυτότητα και ο χαρακτήρας του· ειδικότ. η υπόληψη, το καλό όνομα: αγαπημένο/άγνωστο/αινιγματικό/αντιπαθητικό/αξιοσέβαστο/γνωστό/δημοφιλές (βλ. βεντέτα, διασημότητα)/ιερό/ιστορικό/κύριο/οικείο/συγγενικό/τραγικό/ύποπτο/φαιδρό ~. Αίτηση ενδιαφερομένου/δήλωση/στοιχεία ~ου. Διακεκριμένα/διάσημα/εξέχοντα/επίσημα/ισχυρά/πλούσια/πολιτικά/προσφιλή/σημαίνοντα/σημαντικά (βλ. βιπ) ~α. Θεωρείται σοβαρό ~. Αποκαλύφθηκε/έδειξε/φάνηκε το αληθινό/πραγματικό του ~. Βιαιοπραγία/επίθεση κατά του ~ου του ... Εξέφρασαν την εμπιστοσύνη/τον σεβασμό τους στο ~ό της. Άνθρωπος με δύο ~α (= δι-, διπλο-πρόσωπος). Υψηλά (ιστάμενα) ~α. Σχέσεις μεταξύ ~ων. ~ της εταιρείας καλλυντικών το γνωστό μοντέλο ...|| (ΘΕΟΛ.) Τα τρία ~α της Αγίας Τριάδος.|| (οικ.) Βγήκε με το ~ (= εραστής ή ερωμένη). Το τρίτο ~ σε μια σχέση (βλ. απιστία).|| (ειρων.-λαϊκό) Σπουδαία προσώπατα.|| (ως παραθετικό σύνθ.) ~-κλειδί στην υπόθεση. 3. ήρωας λογοτεχνικού, θεατρικού ή κινηματογραφικού έργου και ειδικότ. ο αντίστοιχος ρόλος: βασικό/βιβλικό ~. Αλληγορικά/αντρικά/γυναικεία/δευτερεύοντα/δραματικά/κεντρικά/κύρια (βλ. πρωταγωνιστής) ~α. Το ~ του αφηγητή. Τα ~α του δράματος/της ιστορίας/του μυθιστορήματος/της ταινίας. 4. (μτφ.) τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα θεσμού, φαινομένου, τόπου: το άγριο/σκληρό ~ της βίας/της ζωής/της κοινωνίας/του πολέμου. Μια πόλη με πολλά ~α. Αναδεικνύεται/προβάλλεται το σύγχρονο ~ της Ελλάδας. Ο ρατσισμός μπορεί να εμφανίζεται με διαφορετικά ~α. 5. ΓΡΑΜΜ. {χωρ. πληθ.} τύπος ρήματος ή αντωνυμίας που δηλώνει τον ομιλητή, τον συνομιλητή και αυτόν ή αυτό για το οποίο μιλά: πρώτο, δεύτερο, τρίτο ~ ενικού/πληθυντικού. Αφήγηση σε τρίτο ~ (βλ. τριτοπρόσωπος). Βιβλίο γραμμένο σε πρώτο ~ εν είδει ημερολογίου. 6. (προφ.) το μπροστινό, εξωτερικό τμήμα, η πρόσοψη έκτασης ή κτιρίου: Το ακίνητο/γήπεδο έχει ~ στην εθνική οδό. ● Υποκ.: προσωπάκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσιο πρόσωπο: που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη δημόσια ζωή., ανεπιθύμητο πρόσωπο βλ. ανεπιθύμητος, βουβό πρόσωπο βλ. βουβός, έλεγχος προσώπων βλ. έλεγχος, καθαρισμός προσώπου βλ. καθαρισμός, νομικό πρόσωπο βλ. νομικός, παρένθετο πρόσωπο βλ. παρένθετος, φυσικό πρόσωπο βλ. φυσικός ● ΦΡ.: (το) πρόσωπο της ημέρας/της χρονιάς: άνθρωπος που βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, της επικαιρότητας: Είναι ~ της ημέρας. Βραβεύτηκε/επιλέχθηκε/τιμήθηκε ως ~ της χρονιάς., από προσώπου γης/από το πρόσωπο της γης (ΠΔ): για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι είναι άφαντο(ς), δεν υπάρχει πουθενά, δεν έχει αφήσει ίχνη: Έχουν εξαφανιστεί/χαθεί ~ ~., βλέπω Θεού/Κυρίου πρόσωπο (μτφ.): για να δηλωθεί βελτίωση των συνθηκών ζωής: Δεν έχει δει ~ ~ από τότε που απολύθηκε. Πότε, επιτέλους, θα δούμε κι εμείς ~ ~; Πβ. άσπρη μέρα, (βλέπω/κάνω) χαΐρι και προκοπή., κατά πρόσωπο: απευθείας, άμεσα, κατάμουτρα: Του τα είπα ~ ~. Αντιμετωπίζει ~ ~ την πραγματικότητα. Είχε το θάρρος να λέει την αλήθεια ~ ~.|| (ως επίθ.) ~ ~ συνάντηση. ΣΥΝ. καταπρόσωπο (2), με ανθρώπινο πρόσωπο: με δικαιοσύνη και ανθρωπιά, με σεβασμό στα δικαιώματα του ανθρώπου· ειδικότ. με ευγένεια και ευαισθησία: κοινωνία/κράτος/πολιτική ~ ~. Βλ. ανάλγητος. [< γαλλ. à visage humain] , με τι/ποιο πρόσωπο θα .../(δεν) έχω πρόσωπο να ...: για να δηλωθεί έντονη ντροπή ή ενοχή: ~ ~ θα βγω στον κόσμο; Δεν έχω ~ να αντικρίσω την κοινωνία. ΣΥΝ. με τι/ποια μούτρα/(δεν) έχω μούτρα ..., με τον ιδρώτα του προσώπου μου (ΠΔ): με κόπο και μόχθο: Δουλεύει σκληρά, ζώντας ~ ~ του., πρόσωπα και πράγματα: άνθρωποι και καταστάσεις, συνθήκες: ~ ~ της πολιτικής/τέχνης. Γνωρίζει/ξέρει ~ ~., πρόσωπο με πρόσωπο: αντικριστά, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο· κατ' επέκτ. για άμεση, προσωπική επικοινωνία ή αντιπαράθεση: Βρέθηκαν/κάθισαν ~ ~ (= βιζαβί, τετ α τετ. Πβ. μύτη με μύτη). Ήρθε ~ ~ με μια σοβαρή ασθένεια/με τους κακοποιούς (πβ. ενώπιος ενωπίω).|| Επαφές/συνάντηση/συνομιλίες ~ ~. ~ ~ διδασκαλία (πβ. διά ζώσης). Μάχη ~ ~ (βλ. στήθος με στήθος). ΣΥΝ. φάτσα με φάτσα, φέις του φέις, στο πρόσωπο κάποιου βλέπω/βρίσκω ...: αποδίδω σε κάποιον μια ιδιότητα ή αναγνωρίζω ότι τη διαθέτει: Η κοινή γνώμη βλέπει στο ~ό του έναν ταλαντούχο καλλιτέχνη. Στο ~ό του βρήκε αυτό που έψαχνε., το άλλο πρόσωπο του/της (μτφ.): η κρυφή, άγνωστη πλευρά, όψη ανθρώπου, τόπου, φαινομένου: ~ ~ της εξουσίας/ενός ηγέτη., αλλάζει πρόσωπο βλ. αλλάζω, παρουσίασε δύο πρόσωπα βλ. παρουσιάζω, τιμώμενο πρόσωπο βλ. τιμώμενος, το 'να χέρι νίβει τ' άλλο και τα δυο το πρόσωπο βλ. νίβω, χαστούκι στο πρόσωπο/στα μούτρα βλ. χαστούκι [< 1: αρχ. πρόσωπον 2,3,4,5,6: μτγν. ~, γαλλ. personne, personnage, face] | |
| 43154 | προσωποαγνωσία | βλ. προσωπαγνωσία | |
| 43155 | προσωπογραφία | προ-σω-πο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. πορτρέτο 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ζωγραφική με έμφαση στην πιστή αναπαράσταση των χαρακτηριστικών κάποιου προσώπου· συνεκδ. το αντίστοιχο έργο ζωγραφικής. Βλ. αυτο~, τοπιογραφία, φαγιούμ, -γραφία. 2. (μτφ.) περιγραφή, σκιαγράφηση του έργου ή/και της προσωπικότητας κάποιου: ~ του πολιτικού ... Το ντοκιμαντέρ αποτελεί ~ του διάσημου ηθοποιού. [< γαλλ. prosopographie, αγγλ. prosopography] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ