| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43156 | προσωπογραφικός | , ή, ό προ-σω-πο-γρα-φι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με την προσωπογραφία ή τον προσωπογράφο: ~ή: θεώρηση. ~ό: έργο. ~ά: στοιχεία. [< γαλλ. prosopographique, αγγλ. prosopographic, 1930] | |
| 43157 | προσωπογράφος | προ-σω-πο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): καλλιτέχνης που ειδικεύεται στη ζωγραφική πορτρέτων. Βλ. -γράφος. ΣΥΝ. πορτρετίστας [< πβ. αγγλ. prosopographer, 1939] | |
| 43158 | προσωπογραφώ | [προσωπογραφῶ] προ-σω-πο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {προσωπογραφ-εί ... | -ήσει} (σπάν.) 1. κάνω την προσωπογραφία κάποιου. Βλ. -γραφώ. 2. (μτφ.) ψυχογραφώ. | |
| 43159 | προσωποκεντρικός | , ή, ό προ-σω-πο-κε-ντρι-κός επίθ.: που έχει ως επίκεντρο το άτομο ή ένα συγκεκριμένο πρόσωπο: ~ός: χαρακτήρας (π.χ. ομάδας, συστήματος). ~ό: κόμμα (πβ. προσωποπαγής). Πβ. ατομοκεντρικός. Βλ. κοινωνιο-, πολιτο-κεντρικός.|| (ΨΥΧΑΝ.) ~ή: θεραπεία/θεωρία/προσέγγιση/συμβουλευτική. ● επίρρ.: προσωποκεντρικά | |
| 43160 | προσωποκρατείται | [προσωποκρατεῖται] προ-σω-πο-κρα-τεί-ται ρ. (αμτβ.): ΝΟΜ. υπόκειται σε προσωποκράτηση: Συνελήφθη από τις Αρχές και ~ για χρέη. Βλ. -κρατείται. | |
| 43161 | προσωποκράτηση | προ-σω-πο-κρά-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. προσωρινή στέρηση της προσωπικής ελευθερίας με (προ)φυλάκιση, κυρ. ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης, για την ικανοποίηση απαιτήσεων που έχουν προκύψει είτε από αδικοπραξία είτε από σύμβαση: ~ για χρέη στο Δημόσιο. Κατάργηση της ~ης. ΣΥΝ. προσωπική κράτηση | |
| 43162 | προσωποκρατία | προ-σω-πο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): κυριαρχία, προβολή, κυρ. στην πολιτική ζωή, ενός προσώπου σε βάρος της συλλογικής έκφρασης. Βλ. ατομικισμός, -κρατία. | |
| 43163 | προσωπολάτρης | προ-σω-πο-λά-τρης ουσ. (αρσ.) (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): αυτός που εκδηλώνει λατρεία, μεγάλη αφοσίωση και συχνά άκριτο θαυμασμό για κάποιο πρόσωπο, συνήθ. δημόσιο. Βλ. -λάτρης. | |
| 43164 | προσωπολατρία | προ-σω-πο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): εκδήλωση υπερβολικής αφοσίωσης, λατρείας προς κάποιο πρόσωπο, συνήθ. πολιτικό ηγέτη. Βλ. -λατρία. [< γαλλ. culte de la personnalité] | |
| 43165 | προσωπολατρικός | , ή, ό προ-σω-πο-λα-τρι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την προσωπολατρία: ~ό: καθεστώς. | |
| 43166 | προσωποληψία | προ-σω-πο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): ευνοϊκή, χαριστική διάθεση υπέρ κάποιου. Πβ. μεροληψία. Βλ. -ληψία. [< μτγν. προσωποληψία] | |
| 43167 | προσωπολογία | προ-σω-πο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): κλάδος της αισθητικής που ασχολείται με την ανάλυση του σχήματος και των χαρακτηριστικών του προσώπου. Βλ. -λογία. | |
| 43168 | προσωποπαγής | , ής, ές προ-σω-πο-πα-γής επίθ. {προσωποπαγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που η λειτουργία ή η ισχύς του συνδέεται στενά με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο: ~ής: θέση. ~ές: καθεστώς. ~ή: κόμματα. Πβ. αρχηγικός, προσωπο-κεντρικός, -λατρικός.|| (ΝΟΜ.) ~ές: δικαίωμα (: που δεν μπορεί να μεταβιβαστεί σε άλλον). | |
| 43170 | προσωποποιώ | [προσωποποιῶ] προ-σω-πο-ποι-ώ ρ. (αμτβ.) {προσωποποι-είς ... | προσωποποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. ΦΙΛΟΛ. {κυρ. μεσοπαθ.} αποδίδω ανθρώπινες ιδιότητες σε άψυχο αντικείμενο ή αφηρημένη έννοια: Η φύση ~είται. 2. {κυρ. στη μτχ.} (μτφ.) ενσαρκώνω: Είναι η ευτυχία ~ημένη. 3. καθιστώ κάτι προσωπικό, το συνδέω με συγκεκριμένα πρόσωπα· εξατομικεύω: Μην ~είς την κριτική/το πρόβλημα των άλλων! ~ήθηκαν οι ευθύνες για τα σκάνδαλα. Η κόντρα ~ήθηκε στα δυο κόμματα.|| ~ημένη: εξυπηρέτηση (= εξατομικευμένη)/επικοινωνία/κάρτα/πληροφόρηση. ~ημένες: υπηρεσίες. ~ημένο: περιεχόμενο. ~ημένα: δώρα. Βλ. -ποιώ. ΑΝΤ. αποπροσωποποιώ [< μτγν. προσωποποιῶ, γαλλ. personnifier] | |
| 43172 | προσώρας | προ-σώ-ρας επίρρ.: προς το παρόν, για την ώρα, μέχρι στιγμής: ~, ας αρκεστούμε σε αυτά. Αναβάλλεται ~ η συγκέντρωση. Δεν υπάρχει ~ κανένα νέο. [< μεσν. φρ. προς ώραν] | |
| 43173 | προσωρινός | , ή, ό προ-σω-ρι-νός επίθ.: που έχει μικρή διάρκεια ή ισχύ: ~ός: ανάδοχος (έργου)/διευθυντής/πίνακας (διοριστέων)/τίτλος (ιδιοκτησίας). ~ή: άδεια (ασκήσεως επαγγέλματος)/απασχόληση (ΑΝΤ. μόνιμος)/απόφαση/κατοικία/λύση (ΑΝΤ. οριστικός)/(ΠΛΗΡΟΦ.) μνήμη (υπολογιστή). ~ό: κλείσιμο (της επιχείρησης)/πρόβλημα (= παροδικό)/πρόγραμμα. ~ά: μέτρα. Πβ. πρόσκαιρος.|| (ΝΟΜ.) ~ή: κράτηση (πβ. προφυλάκιση, βλ. ισόβιος). ● επίρρ.: προσωρινά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλική/προσωρινή μετανάστευση βλ. μετανάστευση ● ΦΡ.: ουδέν μονιμότερον του προσωρινού βλ. μόνιμος [< μεσν. προσωρινός, γαλλ. provisoire] | |
| 43174 | προσωρινότητα | προ-σω-ρι-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προσωρινού: ~ του μέτρου. ~ στην εργασία. Πβ. παροδικότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. μονιμότητα | |
| 43175 | πρόταγμα | πρό-ταγ-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): καθετί που έχει πρωταρχική σημασία σε θεωρία, ιδεολογία, γεγονός: ηθικό/θεωρητικό/κοινωνικό/πολιτειακό/πoλιτικό ~. Έχουμε άλλα προτάγματα (= προτεραιότητες). [< πβ. μτγν. πρόταγμα ‘εμπροσθοφυλακή’] | |
| 43176 | προτακτικός | , ή, ό προ-τα-κτι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που προτάσσεται: ~ό: άλφα (: παλάμη-απαλάμη)/φωνήεν (διφθόγγου).|| (ως ουσ.) Τα ~ά (: λέξεις που μπαίνουν πριν από κύρια ή κοινά ονόματα, π.χ. Αϊ-, γερο-, καπετάν, κυρ, μπαρμπα-, πάτερ). [< μτγν. προτακτικός] | |
| 43177 | πρόταξη | πρό-τα-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): τοποθέτηση στην πρώτη και σημαντικότερη θέση: (μτφ.) ~ του εθνικού συμφέροντος/της προστασίας του περιβάλλοντος. [< μτγν. πρόταξις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ