| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43178 | πρόταση | πρό-τα-ση ουσ. (θηλ.) 1. άποψη, ιδέα, υπόδειξη, προσφορά ή επιθυμία που διατυπώνεται προφορικά ή γραπτά, ώστε να γίνει δεκτή· γενικότ. οτιδήποτε προτείνεται: αναθεωρημένη/γενική/δημόσια/εναλλακτική/ενδιαφέρουσα/επενδυτική/επίσημη/νομοθετική/πολιτική/συμβιβαστική/τεκμηριωμένη ~. ~ ασφάλισης/ειρήνης/συμμετοχής/(συν)εργασίας. Έχω ~ από κάποιον για ... Αντικείμενο/έγκριση/κατάθεση/κείμενο/περιεχόμενο/σχέδιο της ~ης. Υποβολή ~ης (βλ. αυτο~). ~εις-αιτήματα. Διδακτικές/ερευνητικές ~άσεις. ~ ανασυγκρότησης της επιχείρησης. Η ~ή του απορρίφθηκε. Η ομάδα απέσυρε την ~ή της για τον παίκτη ... Με ~ του υπουργού ... ~ ανάληψης καθηκόντων. Κατατέθηκε ~ τροπολογίας στη Βουλή. Εγκεκριμένες ~άσεις έργων. Οι ~άσεις της επιτροπής. ~άσεις για βιβλία (= βιβλιοπροτάσεις)/ταινίες. Ακούστηκαν/καταγράφηκαν πολλές ~άσεις. Της έκανε ανήθικες ~άσεις. Αξιολόγηση/υλοποίηση ~άσεων.|| (ΜΑΘ.) Μαθηματική ~. Απόδειξη ~άσεως.|| (ΝΟΜ.) ~ διαδίκου. Βλ. αντι~. 2. ΓΛΩΣΣ. η βασική δομική μονάδα του γλωσσικού συστήματος με σημασιακή και συντακτική αυτονομία: απλή/ελλειπτική/επαυξημένη/σύνθετη ~. Αποφατική/καταφατική ~. ~ επιθυμίας/κρίσεως. Επιρρηματικές/ονοματικές ή ουσιαστικές ~άσεις. Αιτιολογικές/αναφορικές/βουλητικές/ειδικές/εναντιωματικές/ενδοιαστικές/πλάγιες ερωτηματικές/συμπερασματικές/τελικές/υποθετικές/χρονικές ~άσεις. Οι κύριοι όροι της ~ης (βλ. υποκείμενο, ρήμα, αντικείμενο, κατηγορούμενο). Βλ. περίοδος. 3. ΓΥΜΝ. (σπάν.-λόγ.) έκταση προς τα εμπρός: ~άσεις χεριών. ● Υποκ.: προτασούλα (η): στις σημ. 1, 2. ● ΣΥΜΠΛ.: πρόταση (γάμου): με την οποία κάποιος/κάποια ζητά από ένα άλλο πρόσωπο να τον/την παντρευτεί: Αρνούμαι/δέχομαι/κάνω ~ ~., πρόταση εμπιστοσύνης: ΠΟΛΙΤ. που υποβάλλει η κυβέρνηση με σκοπό να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη, την έγκριση της Βουλής. [< γαλλ. question de confiance] , πρόταση μομφής/δυσπιστίας: ΠΟΛΙΤ. πρόταση που υποβάλλεται στη Βουλή από την αντιπολίτευση για την άρση της κοινοβουλευτικής εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση ή από τον πρόεδρο της Βουλής για αντικοινοβουλευτική συμπεριφορά κατά βουλευτή ή από βουλευτή κατά προέδρου ή μέλους του προεδρείου της Βουλής: συζήτηση/ψηφοφορία επί της ~ης ~. [< γαλλ. motion de censure] , αναλυτική πρόταση/κρίση βλ. αναλυτικός, αντιφατικές προτάσεις βλ. αντιφατικός, δευτερεύουσα/εξαρτημένη πρόταση βλ. δευτερεύων, ελάσσων πρόταση βλ. ελάσσων, κατηγορική πρόταση/κρίση βλ. κατηγορικός, κύρια/ανεξάρτητη πρόταση βλ. κύριος, μείζων πρόταση βλ. μείζων, πρόταση νόμου βλ. νόμος ● ΦΡ.: ρίχνω την ιδέα/την πρόταση βλ. ρίχνω [< αρχ. πρότασις, γαλλ. proposition] | |
| 43179 | προτασιακός | , ή, ό προ-τα-σι-α-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με την πρόταση: ~ή: δομή/σημασία. ~ά: επιρρήματα. ● ΣΥΜΠΛ.: προτασιακή λογική/προτασιακός λογισμός βλ. λογική [< γαλλ. propositionnel] | |
| 43180 | προτάσσω | προ-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {προέτα-ξε, προτά-ξει, -χθηκε, -χθεί, προτετα-γμένος, προτάσσ-οντας} (λόγ.) 1. τοποθετώ, προβάλλω ή κατατάσσω κάτι μπροστά ή πριν από κάτι άλλο: ~ το όπλο/το χέρι μου. Πβ. προτείνω.|| Στο βιβλίο ~εται πρόλογος.|| (+ γεν.) Τα επίθετα ~ονται των ουσιαστικών.|| (κατ' επέκτ.) Στη συζήτηση ~ξε το επιχείρημα ... 2. (μτφ.) δίνω μεγάλη βαρύτητα, θεωρώ κάτι σημαντικότερο από κάποιο άλλο: ~ει: το αίτημα για …/το εθνικό συμφέρον. Η κυβέρνηση ~ξε την ανάγκη διαρθρωτικών αλλαγών στη χώρα. ● ΦΡ.: προτάσσω το στήθος/τα στήθη μου βλ. στήθος [< 1: αρχ. προτάσσω] | |
| 43181 | προτείνω | προ-τεί-νω ρ. (μτβ.) {πρότειν-α (προέτεινα στη σημ. 2), προτά-θηκε (λόγ. μτχ. προτα-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, προτετα-μένος (μόνο στη σημ. 2), προτείν-οντας, -όμενος} 1. υποβάλλω μια πρόταση, υποδεικνύω κάποιον για συγκεκριμένο σκοπό, συμβουλεύω: ~ να βγούμε έξω το βράδυ. Έχω να σου ~ μια καλή ταινία για απόψε. Μελέτες ~ουν ότι ... Τους ~ε συμβιβασμό/συνεργασία. Για την αντιμετώπιση της κρίσης, ~ονται τα ακόλουθα μέτρα ... ~όμενα θέματα εξετάσεων. Βλ. αντι~.|| Του ~αν τη θέση του διευθυντή. ~θηκε για το Όσκαρ Α' γυναικείου ρόλου.|| Σας ~ (= συνιστώ) ανεπιφύλακτα αυτό το βιβλίο. Ο σεφ ~ει ... Πβ. προτρέπω. 2. (λόγ.) απλώνω, φέρνω προς τα εμπρός: Προέτεινε το όπλο και σημάδευσε. Πβ. προτάσσω.|| Έδειχνε με το χέρι ~μένο. (κυριολ. κ. μτφ. για δήλωση ηρωισμού) ~μένα: στήθη. [< αρχ. προτείνω] | |
| 43182 | προτείχισμα | προ-τεί-χι-σμα ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. μικρό οχυρωματικό τείχος, συνήθ. μπροστά από άλλο μεγαλύτερο: ~ κάστρου. [< αρχ. προτείχισμα] | |
| 43183 | προτεκτοράτο | προ-τε-κτο-ρά-το ουσ. (ουδ.): ΠΟΛΙΤ. καθεστώς που εγκαθιδρύεται, κατά κανόνα, με διεθνή συνθήκη και με βάση το οποίο μια χώρα ασκεί έλεγχο, εξουσία σε μια άλλη (προστατευόμενη), κυρ. σε θέματα ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής· ειδικότ. εδαφική περιοχή που ελέγχεται (ή κυριαρχείται κατά διάφορους βαθμούς) από μία ή περισσότερες προστάτιδες δυνάμεις. Βλ. -άτο, μπανανία. [< γαλλ. protectorat] | |
| 43184 | προτελευταίος | , α, ο [προτελευταῖος] προ-τε-λευ-ταί-ος επίθ.: που πραγματοποιείται ή βρίσκεται πριν από τον τελευταίο: ~ος: μήνας. ~α: ημέρα/θέση/τάξη. ~ο: παιχνίδι.|| Ο αθλητής τερμάτισε ~. [< μτγν. προτελευταίος] | |
| 43185 | προτεραία | προ-τε-ραί-α ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): η προηγούμενη μέρα: Οι διάδικοι προσκομίζουν αποδεικτικά στοιχεία μέχρι την ~ της δίκης.|| (ως επίθ.) ~ κατάσταση (= προηγούμενη). ΣΥΝ. παραμονή (3) [< αρχ. προτεραία] | |
| 43186 | προτεραιοποίηση | προ-τε-ραι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ιεράρχηση προτεραιοτήτων: ~ των αναγκών/δράσεων. Κριτήρια ~ης. || (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ δεδομένων. [< αγγλ. prioritization, 1977, γαλλ. priorisation, 1988] | |
| 43187 | προτεραιότητα | προ-τε-ραι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {προτεραιοτήτ-ων} 1. αξιολόγηση και τοποθέτηση στην πρώτη θέση· συνεκδ. ό,τι ιεραρχείται πρώτο: άμεση/βασική/μεγάλη/υπ' αριθμόν ένα/υψηλή ~. Οριζόντια ~ (: στόχος στον οποίο δίνεται ιδιαίτερη προσοχή σε όλες τις φάσεις ενός προγράμματος). Άξονες/δραστηριότητες/έργα/προβλήματα ~ας. Δίνω (την) απόλυτη ~ σε κάτι. Η οικονομική ανάπτυξη αποτελεί/συνιστά ~ για τη χώρα. Η συνεχής βελτίωση των υπηρεσιών υγείας είναι ~ά μας. Αποδίδω ύψιστη ~ στο ... Θεωρεί ~ την καταπολέμηση των ναρκωτικών. Έθεσε ως ~ την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μέτρα ~ας για τη διαχείριση της μετανάστευσης. Τομείς εθνικής ~ας. Εκπαιδευτικές/ερευνητικές/θεματικές/πολιτικές/τεχνολογικές ~ες. Οι ~ες του Υπουργείου. Επανεξετάζω/καθορίζω τις ~ες. Είναι θέμα ~ων. Το ζήτημα βρίσκεται/παραμένει στην κορυφή των ~ων μας. Βλ. -ότητα, προβάδισμα. 2. το δικαίωμα που δίνεται σε κάποιον ή κάτι να προηγείται έναντι άλλων: Έχει ~ κατά τη διαδικασία της επιλογής. Προκήρυξη θέσης με ~. Τηρείται σειρά ~ας.|| (ειδικότ. για οχήματα) Παραβίαση/παραχώρηση της ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: πρώτη προτεραιότητα (εμφατ.): βασικό μέλημα, κύριος στόχος: Η αντιμετώπιση της κρίσης αποτελεί/παραμένει ~ ~ (= μείζον θέμα) στην κυβερνητική ατζέντα. Ζήτημα ~ης ~ας. [< αγγλ. first priority] , αριθμός προτεραιότητας βλ. αριθμός, οδός προτεραιότητας βλ. οδός ● ΦΡ.: κατά προτεραιότητα: όπως επιβάλλει η σειρά: Τα αιτήματα εξυπηρετούνται ~ ~. Χορηγούνται ~ ~ δάνεια. [< γαλλ. priorité] | |
| 43188 | προτέρημα | προ-τέ-ρη-μα ουσ. (ουδ.) {προτερήμ-ατος | -ατα}: θετικό γνώρισμα προσώπου, πράγματος ή κατάστασης: Η υπομονή είναι το βασικό/κύριο/μεγαλύτερο ~ά του. Πβ. αρετή, προσόν, χάρισμα. ΑΝΤ. ελάττωμα.|| ~ συσκευής. Οικονομικά ~ατα. Τα ~ατα της χρήσης υπολογιστή. Πβ. πλεονέκτημα. ΑΝΤ. μειονέκτημα [< μτγν. προτέρημα] | |
| 43189 | πρότερος | , η, ο πρό-τε-ρος επίθ. {-ου κ. -έρου | (λογιότ.) θηλ. προτέρα} (λόγ.): προηγούμενος: ~ος: έλεγχος/σχεδιασμός. ~η: γνώση/εμπειρία/κατάσταση. ~ο: καθεστώς. Χωρίς ~η άδεια/ειδοποίηση. ΣΥΝ. προγενέστερος, πρωτύτερος ΑΝΤ. ύστερος ● ΦΡ.: εκ των προτέρων: από πριν: Σας ευχαριστώ ~ ~ για την απάντησή σας. Πβ. εκ προοιμίου. ΣΥΝ. απριόρι ΑΝΤ. αποστεριόρι, εκ των υστέρων, πρότερος έντιμος βίος βλ. βίος [< αρχ. πρότερος] | |
| 43190 | προτερόχρονος | , η, ο προ-τε-ρό-χρο-νος επίθ.: κυρ. στο ● Ουσ.: προτερόχρονο (το): ΓΡΑΜΜ. χρονική σχέση που δηλώνει ότι κάτι προηγήθηκε από κάτι άλλο: Το επίρρημα "νωρίτερα" εκφράζει το ~. Βλ. -χρονος. ΑΝΤ. υστερόχρονο | |
| 43191 | προτεστάντης | προ-τε-στά-ντης ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. προτεστάντισσα}: οπαδός του προτεσταντισμού. ΣΥΝ. διαμαρτυρόμενος [< γαλλ. protestant] | |
| 43192 | προτεσταντικός | , ή, ό προ-τε-στα-ντι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που αναφέρεται ή ανήκει στον προτεσταντισμό ή τους προτεστάντες: ~ός: ναός. ~ή: εκκλησία/θεολογία/μεταρρύθμιση. ~ό: δόγμα. Πβ. ευαγγελ-, καλβιν-, λουθηραν-ικός. [< γαλλ. protestant] | |
| 43193 | προτεσταντισμός | προ-τε-στα-ντι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. ένα από τα τρία χριστιανικά δόγματα που προήλθε, τον δέκατο έκτο αιώνα, από το μεταρρυθμιστικό κίνημα στους κόλπους της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας· συνεκδ. το σύνολο των Εκκλησιών που ανήκουν σε αυτό. Πβ. καλβιν-, λουθηραν-ισμός. Βλ. Ορθοδοξία, αγγλικαν-, καθολικ-, μορμον-ισμός. [< γαλλ. protestantisme] | |
| 43194 | πρότζεκτ | πρό-τζεκτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. σχέδιο, σχεδιασμός εργασίας, δράσης, που εκπονείται συνήθ. με ομαδικό πνεύμα: Εταιρεία που αναλαμβάνει μεγάλα ~. ~ μάνατζερ. 2. ΠΑΙΔΑΓ. & (συχνότ.) σχέδιο εργασίας: διδακτική μέθοδος, τρόπος ομαδικής εργασίας στην οποία συμμετέχουν όλα τα μέλη της σχολικής τάξης: διαθεματικά ~. [< αγγλ. project, 1916] | |
| 43195 | προτζέκτορας | προ-τζέ-κτο-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή για την προβολή εικόνων, σλάιντ, φιλμ σε επιφάνεια ή οθόνη μέσω συστήματος φακών. Πβ. διαφανο-, επιδια-σκόπιο, προβολέας. [< αγγλ. projector] | |
| 43196 | προτζούνιορ | προ-τζού-νι-ορ ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΑΘΛ. κατηγορία κατάταξης αθλούμενων παιδιών, ηλικίας συνήθ. επτά έως εννέα ετών. Βλ. Ακαδημία, παγκορασίδες, παμ-, προ-παίδες. | |
| 43197 | προτηγανισμένος | , η, ο προ-τη-γα-νι-σμέ-νος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. (για φαγητό) που διατίθεται στο εμπόριο συσκευασμένο και τηγανισμένο εν μέρει: ~ες: πατάτες. Βλ. προβρασμένος. [< αγγλ. pre-fried] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ