| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43165 | προσωπολατρικός | , ή, ό προ-σω-πο-λα-τρι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την προσωπολατρία: ~ό: καθεστώς. | |
| 43166 | προσωποληψία | προ-σω-πο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): ευνοϊκή, χαριστική διάθεση υπέρ κάποιου. Πβ. μεροληψία. Βλ. -ληψία. [< μτγν. προσωποληψία] | |
| 43167 | προσωπολογία | προ-σω-πο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): κλάδος της αισθητικής που ασχολείται με την ανάλυση του σχήματος και των χαρακτηριστικών του προσώπου. Βλ. -λογία. | |
| 43168 | προσωποπαγής | , ής, ές προ-σω-πο-πα-γής επίθ. {προσωποπαγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που η λειτουργία ή η ισχύς του συνδέεται στενά με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο: ~ής: θέση. ~ές: καθεστώς. ~ή: κόμματα. Πβ. αρχηγικός, προσωπο-κεντρικός, -λατρικός.|| (ΝΟΜ.) ~ές: δικαίωμα (: που δεν μπορεί να μεταβιβαστεί σε άλλον). | |
| 43170 | προσωποποιώ | [προσωποποιῶ] προ-σω-πο-ποι-ώ ρ. (αμτβ.) {προσωποποι-είς ... | προσωποποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. ΦΙΛΟΛ. {κυρ. μεσοπαθ.} αποδίδω ανθρώπινες ιδιότητες σε άψυχο αντικείμενο ή αφηρημένη έννοια: Η φύση ~είται. 2. {κυρ. στη μτχ.} (μτφ.) ενσαρκώνω: Είναι η ευτυχία ~ημένη. 3. καθιστώ κάτι προσωπικό, το συνδέω με συγκεκριμένα πρόσωπα· εξατομικεύω: Μην ~είς την κριτική/το πρόβλημα των άλλων! ~ήθηκαν οι ευθύνες για τα σκάνδαλα. Η κόντρα ~ήθηκε στα δυο κόμματα.|| ~ημένη: εξυπηρέτηση (= εξατομικευμένη)/επικοινωνία/κάρτα/πληροφόρηση. ~ημένες: υπηρεσίες. ~ημένο: περιεχόμενο. ~ημένα: δώρα. Βλ. -ποιώ. ΑΝΤ. αποπροσωποποιώ [< μτγν. προσωποποιῶ, γαλλ. personnifier] | |
| 43172 | προσώρας | προ-σώ-ρας επίρρ.: προς το παρόν, για την ώρα, μέχρι στιγμής: ~, ας αρκεστούμε σε αυτά. Αναβάλλεται ~ η συγκέντρωση. Δεν υπάρχει ~ κανένα νέο. [< μεσν. φρ. προς ώραν] | |
| 43173 | προσωρινός | , ή, ό προ-σω-ρι-νός επίθ.: που έχει μικρή διάρκεια ή ισχύ: ~ός: ανάδοχος (έργου)/διευθυντής/πίνακας (διοριστέων)/τίτλος (ιδιοκτησίας). ~ή: άδεια (ασκήσεως επαγγέλματος)/απασχόληση (ΑΝΤ. μόνιμος)/απόφαση/κατοικία/λύση (ΑΝΤ. οριστικός)/(ΠΛΗΡΟΦ.) μνήμη (υπολογιστή). ~ό: κλείσιμο (της επιχείρησης)/πρόβλημα (= παροδικό)/πρόγραμμα. ~ά: μέτρα. Πβ. πρόσκαιρος.|| (ΝΟΜ.) ~ή: κράτηση (πβ. προφυλάκιση, βλ. ισόβιος). ● επίρρ.: προσωρινά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλική/προσωρινή μετανάστευση βλ. μετανάστευση ● ΦΡ.: ουδέν μονιμότερον του προσωρινού βλ. μόνιμος [< μεσν. προσωρινός, γαλλ. provisoire] | |
| 43174 | προσωρινότητα | προ-σω-ρι-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προσωρινού: ~ του μέτρου. ~ στην εργασία. Πβ. παροδικότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. μονιμότητα | |
| 43175 | πρόταγμα | πρό-ταγ-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): καθετί που έχει πρωταρχική σημασία σε θεωρία, ιδεολογία, γεγονός: ηθικό/θεωρητικό/κοινωνικό/πολιτειακό/πoλιτικό ~. Έχουμε άλλα προτάγματα (= προτεραιότητες). [< πβ. μτγν. πρόταγμα ‘εμπροσθοφυλακή’] | |
| 43176 | προτακτικός | , ή, ό προ-τα-κτι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που προτάσσεται: ~ό: άλφα (: παλάμη-απαλάμη)/φωνήεν (διφθόγγου).|| (ως ουσ.) Τα ~ά (: λέξεις που μπαίνουν πριν από κύρια ή κοινά ονόματα, π.χ. Αϊ-, γερο-, καπετάν, κυρ, μπαρμπα-, πάτερ). [< μτγν. προτακτικός] | |
| 43177 | πρόταξη | πρό-τα-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): τοποθέτηση στην πρώτη και σημαντικότερη θέση: (μτφ.) ~ του εθνικού συμφέροντος/της προστασίας του περιβάλλοντος. [< μτγν. πρόταξις] | |
| 43178 | πρόταση | πρό-τα-ση ουσ. (θηλ.) 1. άποψη, ιδέα, υπόδειξη, προσφορά ή επιθυμία που διατυπώνεται προφορικά ή γραπτά, ώστε να γίνει δεκτή· γενικότ. οτιδήποτε προτείνεται: αναθεωρημένη/γενική/δημόσια/εναλλακτική/ενδιαφέρουσα/επενδυτική/επίσημη/νομοθετική/πολιτική/συμβιβαστική/τεκμηριωμένη ~. ~ ασφάλισης/ειρήνης/συμμετοχής/(συν)εργασίας. Έχω ~ από κάποιον για ... Αντικείμενο/έγκριση/κατάθεση/κείμενο/περιεχόμενο/σχέδιο της ~ης. Υποβολή ~ης (βλ. αυτο~). ~εις-αιτήματα. Διδακτικές/ερευνητικές ~άσεις. ~ ανασυγκρότησης της επιχείρησης. Η ~ή του απορρίφθηκε. Η ομάδα απέσυρε την ~ή της για τον παίκτη ... Με ~ του υπουργού ... ~ ανάληψης καθηκόντων. Κατατέθηκε ~ τροπολογίας στη Βουλή. Εγκεκριμένες ~άσεις έργων. Οι ~άσεις της επιτροπής. ~άσεις για βιβλία (= βιβλιοπροτάσεις)/ταινίες. Ακούστηκαν/καταγράφηκαν πολλές ~άσεις. Της έκανε ανήθικες ~άσεις. Αξιολόγηση/υλοποίηση ~άσεων.|| (ΜΑΘ.) Μαθηματική ~. Απόδειξη ~άσεως.|| (ΝΟΜ.) ~ διαδίκου. Βλ. αντι~. 2. ΓΛΩΣΣ. η βασική δομική μονάδα του γλωσσικού συστήματος με σημασιακή και συντακτική αυτονομία: απλή/ελλειπτική/επαυξημένη/σύνθετη ~. Αποφατική/καταφατική ~. ~ επιθυμίας/κρίσεως. Επιρρηματικές/ονοματικές ή ουσιαστικές ~άσεις. Αιτιολογικές/αναφορικές/βουλητικές/ειδικές/εναντιωματικές/ενδοιαστικές/πλάγιες ερωτηματικές/συμπερασματικές/τελικές/υποθετικές/χρονικές ~άσεις. Οι κύριοι όροι της ~ης (βλ. υποκείμενο, ρήμα, αντικείμενο, κατηγορούμενο). Βλ. περίοδος. 3. ΓΥΜΝ. (σπάν.-λόγ.) έκταση προς τα εμπρός: ~άσεις χεριών. ● Υποκ.: προτασούλα (η): στις σημ. 1, 2. ● ΣΥΜΠΛ.: πρόταση (γάμου): με την οποία κάποιος/κάποια ζητά από ένα άλλο πρόσωπο να τον/την παντρευτεί: Αρνούμαι/δέχομαι/κάνω ~ ~., πρόταση εμπιστοσύνης: ΠΟΛΙΤ. που υποβάλλει η κυβέρνηση με σκοπό να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη, την έγκριση της Βουλής. [< γαλλ. question de confiance] , πρόταση μομφής/δυσπιστίας: ΠΟΛΙΤ. πρόταση που υποβάλλεται στη Βουλή από την αντιπολίτευση για την άρση της κοινοβουλευτικής εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση ή από τον πρόεδρο της Βουλής για αντικοινοβουλευτική συμπεριφορά κατά βουλευτή ή από βουλευτή κατά προέδρου ή μέλους του προεδρείου της Βουλής: συζήτηση/ψηφοφορία επί της ~ης ~. [< γαλλ. motion de censure] , αναλυτική πρόταση/κρίση βλ. αναλυτικός, αντιφατικές προτάσεις βλ. αντιφατικός, δευτερεύουσα/εξαρτημένη πρόταση βλ. δευτερεύων, ελάσσων πρόταση βλ. ελάσσων, κατηγορική πρόταση/κρίση βλ. κατηγορικός, κύρια/ανεξάρτητη πρόταση βλ. κύριος, μείζων πρόταση βλ. μείζων, πρόταση νόμου βλ. νόμος ● ΦΡ.: ρίχνω την ιδέα/την πρόταση βλ. ρίχνω [< αρχ. πρότασις, γαλλ. proposition] | |
| 43179 | προτασιακός | , ή, ό προ-τα-σι-α-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με την πρόταση: ~ή: δομή/σημασία. ~ά: επιρρήματα. ● ΣΥΜΠΛ.: προτασιακή λογική/προτασιακός λογισμός βλ. λογική [< γαλλ. propositionnel] | |
| 43180 | προτάσσω | προ-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {προέτα-ξε, προτά-ξει, -χθηκε, -χθεί, προτετα-γμένος, προτάσσ-οντας} (λόγ.) 1. τοποθετώ, προβάλλω ή κατατάσσω κάτι μπροστά ή πριν από κάτι άλλο: ~ το όπλο/το χέρι μου. Πβ. προτείνω.|| Στο βιβλίο ~εται πρόλογος.|| (+ γεν.) Τα επίθετα ~ονται των ουσιαστικών.|| (κατ' επέκτ.) Στη συζήτηση ~ξε το επιχείρημα ... 2. (μτφ.) δίνω μεγάλη βαρύτητα, θεωρώ κάτι σημαντικότερο από κάποιο άλλο: ~ει: το αίτημα για …/το εθνικό συμφέρον. Η κυβέρνηση ~ξε την ανάγκη διαρθρωτικών αλλαγών στη χώρα. ● ΦΡ.: προτάσσω το στήθος/τα στήθη μου βλ. στήθος [< 1: αρχ. προτάσσω] | |
| 43181 | προτείνω | προ-τεί-νω ρ. (μτβ.) {πρότειν-α (προέτεινα στη σημ. 2), προτά-θηκε (λόγ. μτχ. προτα-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, προτετα-μένος (μόνο στη σημ. 2), προτείν-οντας, -όμενος} 1. υποβάλλω μια πρόταση, υποδεικνύω κάποιον για συγκεκριμένο σκοπό, συμβουλεύω: ~ να βγούμε έξω το βράδυ. Έχω να σου ~ μια καλή ταινία για απόψε. Μελέτες ~ουν ότι ... Τους ~ε συμβιβασμό/συνεργασία. Για την αντιμετώπιση της κρίσης, ~ονται τα ακόλουθα μέτρα ... ~όμενα θέματα εξετάσεων. Βλ. αντι~.|| Του ~αν τη θέση του διευθυντή. ~θηκε για το Όσκαρ Α' γυναικείου ρόλου.|| Σας ~ (= συνιστώ) ανεπιφύλακτα αυτό το βιβλίο. Ο σεφ ~ει ... Πβ. προτρέπω. 2. (λόγ.) απλώνω, φέρνω προς τα εμπρός: Προέτεινε το όπλο και σημάδευσε. Πβ. προτάσσω.|| Έδειχνε με το χέρι ~μένο. (κυριολ. κ. μτφ. για δήλωση ηρωισμού) ~μένα: στήθη. [< αρχ. προτείνω] | |
| 43182 | προτείχισμα | προ-τεί-χι-σμα ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. μικρό οχυρωματικό τείχος, συνήθ. μπροστά από άλλο μεγαλύτερο: ~ κάστρου. [< αρχ. προτείχισμα] | |
| 43183 | προτεκτοράτο | προ-τε-κτο-ρά-το ουσ. (ουδ.): ΠΟΛΙΤ. καθεστώς που εγκαθιδρύεται, κατά κανόνα, με διεθνή συνθήκη και με βάση το οποίο μια χώρα ασκεί έλεγχο, εξουσία σε μια άλλη (προστατευόμενη), κυρ. σε θέματα ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής· ειδικότ. εδαφική περιοχή που ελέγχεται (ή κυριαρχείται κατά διάφορους βαθμούς) από μία ή περισσότερες προστάτιδες δυνάμεις. Βλ. -άτο, μπανανία. [< γαλλ. protectorat] | |
| 43184 | προτελευταίος | , α, ο [προτελευταῖος] προ-τε-λευ-ταί-ος επίθ.: που πραγματοποιείται ή βρίσκεται πριν από τον τελευταίο: ~ος: μήνας. ~α: ημέρα/θέση/τάξη. ~ο: παιχνίδι.|| Ο αθλητής τερμάτισε ~. [< μτγν. προτελευταίος] | |
| 43185 | προτεραία | προ-τε-ραί-α ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): η προηγούμενη μέρα: Οι διάδικοι προσκομίζουν αποδεικτικά στοιχεία μέχρι την ~ της δίκης.|| (ως επίθ.) ~ κατάσταση (= προηγούμενη). ΣΥΝ. παραμονή (3) [< αρχ. προτεραία] | |
| 43186 | προτεραιοποίηση | προ-τε-ραι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ιεράρχηση προτεραιοτήτων: ~ των αναγκών/δράσεων. Κριτήρια ~ης. || (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ δεδομένων. [< αγγλ. prioritization, 1977, γαλλ. priorisation, 1988] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ