| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43198 | προτίθεμαι | προ-τί-θε-μαι ρ. (μτβ.) {προτίθ-εσαι, -εται, -έμεθα, -εσθε, -ενται· παρατ. προ(ε)τίθετο, προ(ε)τίθεντο, προτιθέμ-ενος} (λόγ.): (+ να) σκοπεύω, είμαι διατεθειμένος να κάνω κάτι: ~ενος: αγοραστής.~ενες: παρεμβάσεις. Ο ~μενος να … Η κυβέρνηση ~εται να λάβει μέτρα για την ενίσχυση της οικονομίας. Δεν ~ να εμπλακώ στην υπόθεση. Πβ. σκέφτομαι. [< αρχ. προτίθεμαι] | |
| 43199 | προτίμηση | προ-τί-μη-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προτιμώ· συνεκδ. καθετί που αρέσει σε κάποιον περισσότερο από κάτι άλλο: Το νέο προϊόν κέρδισε την ~ των καταναλωτών. Έχω ~ στα γλυκά. Εκφράζω την ~ή μου για κάτι. Δείχνω την ~ή μου σε κάποιον (βλ. εύνοια). Σχολή πρώτης ~ης. Εκλέγονται με σειρά ~ης οι εξής ... Οι επιλογές είναι πολλές και καλύπτουν όλες τις ~ήσεις (πβ. γούστα).|| Διατροφικές/ενδυματολογικές/επαγγελματικές/μουσικές/πολιτικές ~ήσεις. Προϊόν που αποτελεί την πρώτη ~/είναι ψηλά στις ~ήσεις των καταναλωτών.|| ~ήσεις ψηφιακού συστήματος (: συνιστώμενες προδιαγραφές και απαιτήσεις λειτουργίας).|| (ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ.) Δικαίωμα ~ης σε περίπτωση αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εντολή με την οποία ο χρήστης επιλέγει από έναν αριθμό εναλλακτικών ενεργειών ενός λογισμικού όσες επιθυμεί: επεξεργασία/τροποποίηση ~ήσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: σταυρός προτίμησης βλ. σταυρός ● ΦΡ.: κατά προτίμηση: το προτιμότερο: (για τρόφιμα) ανάλωση ~ ~ πριν από ... (: αναγράφεται ημερομηνία). [< 1: αρχ. προτίμησις 2: αγγλ. preference] | |
| 43200 | προτιμητέος | , α, ο προ-τι-μη-τέ-ος επίθ. (λόγ.): που πρέπει να προτιμηθεί: ~α: γλώσσα/επιλογή/μέθοδος. Είναι η ~α λύση έναντι των άλλων. Θα ήταν ~ο (= επιθυμητό) να ...|| ~ος: ανάδοχος έργου/προμηθευτής διαγωνισμού. Βλ. -τέος. [< μτγν. προτιμητέος] | |
| 43201 | προτιμολόγηση | προ-τι-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. προσωρινός υπολογισμός της τιμής εμπορεύματος, πριν από την τελική του κοστολόγηση ή αγοραπωλησία. | |
| 43202 | προτιμολόγιο | προ-τι-μο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. έγγραφο στο οποίο ο πωλητής αναγράφει αναλυτικά τα είδη και την αξία τους πριν από την πραγματοποίηση της πώλησής τους: ~ από την προμηθεύτρια εταιρεία. Βλ. -λόγιο, προσφορά. | |
| 43203 | προτιμότερος | , η, ο προ-τι-μό-τε-ρος επίθ.: που προτιμάται περισσότερο σε σχέση με κάποιον ή κάτι άλλο: ο ~ τρόπος εκμάθησης μιας ξένης γλώσσας. Η ~η λύση. Πβ. καλύτερος.|| (ως ουσ.) Το ~ο είναι να ... [< μεσν. προτιμότερος] | |
| 43204 | προτιμώ | [προτιμῶ] προ-τι-μώ ρ. (μτβ.) {προτιμ-άς ..., -ώντας | προτίμ-ησα, -ήσει, -άται (προφ.) -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ώμενος, -ούμενος, -ημένος}: επιλέγω κάτι ως το καλύτερο ή το καταλληλότερο: ~ά να πηγαίνει στη δουλειά με τα πόδια. Ακούει όλα τα είδη μουσικής, αλλά ~ά (= του αρέσει πιο πολύ) το ροκ. Όπως ~άτε (= αγαπάτε, θέλετε). ~ώμενα: ξενοδοχεία.|| Θα ~ηθούν οι υποψήφιοι με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία. Πβ. προκρίνω. Βλ. διαλέγω.|| (μτφ.) Η κυτταρίτιδα ~ά τις (: εμφανίζεται συχνότερα στις) γυναίκες. [< αρχ. προτιμῶ] | |
| 43205 | πρότινος | πρό-τι-νος επίρρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: μέχρι/έως πρότινος: (για να δηλωθεί χρονική περίοδος με όριο το πρόσφατο παρελθόν) μέχρι πριν από λίγο: Η συσκευή ~ ~ δούλευε κανονικά. Οι επιφυλάξεις που υπήρχαν ~ ~ έχουν πλέον αρθεί.|| (ως επίθ.) Ο ~ ~ προπονητής (πβ. τέως). [< αρχ. φρ. πρό τινος] | |
| 43206 | πρότο | πρό-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τυχερό παιχνίδι του ΟΠΑΠ στο οποίο οι παίκτες κερδίζουν ανάλογα με τον βαθμό επιτυχίας στην ακριβή και κατά σειρά πρόβλεψη ενός επταψήφιου αριθμού που προκύπτει μετά από κλήρωση. Βλ. λόττο. | |
| 43207 | προτομή | προ-το-μή ουσ. (θηλ.): γλυπτή ή ανάγλυφη αναπαράσταση του κεφαλιού ή του πάνω μέρους του σώματος εξέχοντος συνήθ. προσώπου: μαρμάρινη/μπρούντζινη ~. Αποκαλυπτήρια ~ής. Στήθηκε η ~ του αγωνιστή ... σε δημόσιο χώρο. Πβ. μπούστο. Βλ. ανδριάντας. [< μτγν. προτομή] | |
| 43208 | προτού | [προτοῦ] προ-τού σύνδ.: (εισάγει δευτερεύουσα χρον. πρόταση, συνήθ. + υποτ. με ή χωρίς το να) δηλώνει αυτό που ακολουθεί χρονικά, σε σχέση με το περιεχόμενο της κύριας πρότασης: ~ υπογράψετε το συμβόλαιο, προσέξτε τους όρους. Ξανασκέψου ~ αποφασίσεις. Έφυγε πρωί πρωί, ~ ξημερώσει. Αφήστε το φαγητό να κρυώσει, ~ το βάλετε στο ψυγείο. ΣΥΝ. πριν (2) ● ΦΡ.: καλά καλά δεν/προτού καλά καλά ... βλ. καλά [< μτγν. προτοῦ] | |
| 43209 | προτρεπτικός | , ή, ό προ-τρε-πτι-κός επίθ. (λόγ.): που προτρέπει: ~ός: λόγος. ~ό: μήνυμα. Πβ. παρακινητ-, παροτρυντ-, παρωθητ-ικός.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ή: υποτακτική. ~ό: μόριο (βλ. ας). ~ά: ρήματα. ΑΝΤ. αποτρεπτικός ● επίρρ.: προτρεπτικά [< αρχ. προτρεπτικός] | |
| 43210 | προτρέπω | προ-τρέ-πω ρ. (μτβ.) {προέτρε-ψα, προτρέ-ψει, προτρέπ-οντας} (λόγ.): ενθαρρύνω, ενισχύω τη θέληση ή απόφαση κάποιου να πράξει κάτι: Τον ~ψε να ασχοληθεί με ... Σας ~ να διαβάσετε το βιβλίο. … ~οντας όλους να εμβολιαστούν. Πβ. παρωθώ, προτείνω, συμβουλεύω. ΣΥΝ. παρακινώ, παροτρύνω ΑΝΤ. αποτρέπω (1) [< αρχ. προτρέπω] | |
| 43211 | προτρέχω | προ-τρέ-χω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προέτρεξα, προτρέχ-οντας} (λόγ.): βγάζω γρήγορα συμπεράσματα ή ενεργώ με βιασύνη: Μην ~εις! Περίμενε να δεις πρώτα τι θα γίνει.|| (+ γεν.) Δεν ~ των γεγονότων, αλλά έχω την αίσθηση πως ... ● ΦΡ.: να μην προτρέχει η γλώσσα της διανοίας/της σκέψης: να μη μιλάς, προτού σκεφτείς τι θα πεις. [< αρχ. προτρέχω] | |
| 43212 | προτροπή | προ-τρο-πή ουσ. (θηλ.): παρακίνηση, παρότρυνση: ~ προς τους/στους πολίτες για συνεργασία. Σπούδασε κατόπιν ~ής/μετά από ~ των γονιών του. (εμφατ.) ~ές-παραινέσεις. Πβ. παρώθηση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Επιλογή "~". ΑΝΤ. αποτροπή [< αρχ. προτροπή] | |
| 43213 | προτσές | προ-τσές ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΟΛΙΤ. (ως όρ. κυρ. της αριστερής ιδεολογίας) πορεία, διαδικασία εξέλιξης κάποιου κοινωνικοπολιτικού φαινομένου: επαναστατικό ~. Το ~ της καπιταλιστικής παραγωγής. Πβ. διεργασία. [< γερμ. Prozess] | |
| 43214 | πρότυπο | πρό-τυ-πο ουσ. (ουδ.) {προτύπ-ου} 1. οτιδήποτε αποτελεί μοντέλο για την αναπαραγωγή ή κατασκευή άλλων πανομοιότυπων, παρόμοιων στοιχείων: ~ βιογραφικού σημειώματος/εξουσιοδότησης/υπεύθυνης δήλωσης. Περιοχή που θεωρείται ~ πράσινης ανάπτυξης. Ευρέως αναγνωρισμένα/έτοιμα ~α. ~α χρήσης των νέων τεχνολογιών/του χώρου. 2. (μτφ.) υποδειγματικό, θαυμαστό πρόσωπο, θεσμός ή κατάσταση που αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση: αρχιτεκτονικό/διδακτικό/επιχειρηματικό/ευρωπαϊκό/καταναλωτικό/κυρίαρχο/παραγωγικό/σχεδιαστικό/τεχνικό ~ (πβ. υπόδειγμα). ~ ανθρώπου (βλ. εμβληματικός)/οικογενειάρχη/συζύγου. ~ εκπαίδευσης/εργασίας/ζωής/κομψότητας/ομορφιάς. Αρνητικά/διατροφικά/θετικά/παραδοσιακά/σύγχρονα/υγιή ~α. ~α συμπεριφοράς. Τον έχω/παίρνω σαν/ως ~. Είναι το ~ό μου. Σε έχω για ~. Κάτι λειτούργησε/χρησίμευσε σαν ~. Τα ~α των νέων (πβ. είδωλο, ίνδαλμα). Αποτελεί ~ για τη νεολαία. ~ σχέσης η οποία στηρίζεται στην αμοιβαία αγάπη. Οι διαφημίσεις/τα ΜΜΕ επιβάλλουν/προβάλλουν αισθητικά/κοινωνικά ~α. 3. ΤΕΧΝΟΛ. κανονισμός, κατευθυντήριες οδηγίες για την εκτέλεση, δημιουργία, διαμόρφωση προϊόντος, εφαρμογής, επιχείρησης και την εξασφάλιση της ποιότητας και ασφάλειας: διεθνές ~ ISO. Απαιτήσεις που θέτει το ~ ... Πιστοποιήθηκε σύμφωνα με το ~ ...|| (ΟΙΚΟΛ.) Βελτιωμένο ~ περιβαλλοντικής διαχείρισης. ~α εκπομπής ρύπων. ● ΣΥΜΠΛ.: Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης: ΛΟΓΙΣΤ. διεθνείς λογιστικοί κανόνες με βάση τους οποίους πρέπει να εναρμονίζονται οι επιχειρήσεις. [< αγγλ. International Financial Reporting Standards-IFRS] , εναρμονισμένα πρότυπα: που εγκρίνονται από αναγνωρισμένους οργανισμούς τυποποίησης και βασίζονται σε εντολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής., πρότυπο/μοντέλο ρόλου: πρόσωπο που η συμπεριφορά του σε συγκεκριμένο ρόλο αποτελεί αντικείμενο μίμησης: ο δάσκαλος ως ~ ~. Βλ. καθοδηγητής, μέντορας. [< αγγλ. role model, 1947] , Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα βλ. λογιστικός [< μτγν. πρότυπον, γαλλ. modèle, αγγλ. standard] | |
| 43215 | προτυποποίηση | προ-τυ-πο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προτυποποιώ: ~ μαθησιακών τεχνολογιών. ~ (= τυποποίηση) της γλώσσας. ~ και εμπορική εκμετάλλευση ερευνητικών αποτελεσμάτων. Οργανισμοί/φορείς ~ης. Βλ. -ποίηση, ISO. [< αγγλ. standardization, γαλλ. standardisation, 1904] | |
| 43216 | προτυποποιώ | [προτυποποιῶ] προ-τυ-πο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {πρoτυποποι-εί ... | πρoτυποποί-ησε, -είται, -ήθηκε, κυρ. στη μτχ. -ημένος} (λόγ.): καθιερώνω, αναπτύσσω, ορίζω πρότυπο και ειδικότ. περιγράφω τις απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν προϊόντα, υπηρεσίες ή διαδικασίες στα πλαίσια ενός συστήματος ελέγχου και διασφάλισης της ποιότητας: Το εκπαιδευτικό υλικό ~ήθηκε. ~ημένο: καταστατικό. ~ημένα: έγγραφα/έντυπα. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. standardize, γαλλ. standardiser, 1904] | |
| 43217 | πρότυπος | , η/ος, ο πρό-τυ-πος επίθ.: υποδειγματικός: ~ος: οικισμός/παιδικός σταθμός. ~η/ος: σχολή. ~η: βιβλιοθήκη/βιομηχανία. ~ο: σχολείο (βλ. πειραματικό σχολείο).|| ~η: γλώσσα (πβ. νόρμα). ~ο: κείμενο. Πβ. σχεδιότυπο. Βλ. -τυπος1. [< μτγν. πρότυπος, γαλλ. modèle, αγγλ. standard] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ