| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43187 | προτεραιότητα | προ-τε-ραι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {προτεραιοτήτ-ων} 1. αξιολόγηση και τοποθέτηση στην πρώτη θέση· συνεκδ. ό,τι ιεραρχείται πρώτο: άμεση/βασική/μεγάλη/υπ' αριθμόν ένα/υψηλή ~. Οριζόντια ~ (: στόχος στον οποίο δίνεται ιδιαίτερη προσοχή σε όλες τις φάσεις ενός προγράμματος). Άξονες/δραστηριότητες/έργα/προβλήματα ~ας. Δίνω (την) απόλυτη ~ σε κάτι. Η οικονομική ανάπτυξη αποτελεί/συνιστά ~ για τη χώρα. Η συνεχής βελτίωση των υπηρεσιών υγείας είναι ~ά μας. Αποδίδω ύψιστη ~ στο ... Θεωρεί ~ την καταπολέμηση των ναρκωτικών. Έθεσε ως ~ την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μέτρα ~ας για τη διαχείριση της μετανάστευσης. Τομείς εθνικής ~ας. Εκπαιδευτικές/ερευνητικές/θεματικές/πολιτικές/τεχνολογικές ~ες. Οι ~ες του Υπουργείου. Επανεξετάζω/καθορίζω τις ~ες. Είναι θέμα ~ων. Το ζήτημα βρίσκεται/παραμένει στην κορυφή των ~ων μας. Βλ. -ότητα, προβάδισμα. 2. το δικαίωμα που δίνεται σε κάποιον ή κάτι να προηγείται έναντι άλλων: Έχει ~ κατά τη διαδικασία της επιλογής. Προκήρυξη θέσης με ~. Τηρείται σειρά ~ας.|| (ειδικότ. για οχήματα) Παραβίαση/παραχώρηση της ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: πρώτη προτεραιότητα (εμφατ.): βασικό μέλημα, κύριος στόχος: Η αντιμετώπιση της κρίσης αποτελεί/παραμένει ~ ~ (= μείζον θέμα) στην κυβερνητική ατζέντα. Ζήτημα ~ης ~ας. [< αγγλ. first priority] , αριθμός προτεραιότητας βλ. αριθμός, οδός προτεραιότητας βλ. οδός ● ΦΡ.: κατά προτεραιότητα: όπως επιβάλλει η σειρά: Τα αιτήματα εξυπηρετούνται ~ ~. Χορηγούνται ~ ~ δάνεια. [< γαλλ. priorité] | |
| 43188 | προτέρημα | προ-τέ-ρη-μα ουσ. (ουδ.) {προτερήμ-ατος | -ατα}: θετικό γνώρισμα προσώπου, πράγματος ή κατάστασης: Η υπομονή είναι το βασικό/κύριο/μεγαλύτερο ~ά του. Πβ. αρετή, προσόν, χάρισμα. ΑΝΤ. ελάττωμα.|| ~ συσκευής. Οικονομικά ~ατα. Τα ~ατα της χρήσης υπολογιστή. Πβ. πλεονέκτημα. ΑΝΤ. μειονέκτημα [< μτγν. προτέρημα] | |
| 43189 | πρότερος | , η, ο πρό-τε-ρος επίθ. {-ου κ. -έρου | (λογιότ.) θηλ. προτέρα} (λόγ.): προηγούμενος: ~ος: έλεγχος/σχεδιασμός. ~η: γνώση/εμπειρία/κατάσταση. ~ο: καθεστώς. Χωρίς ~η άδεια/ειδοποίηση. ΣΥΝ. προγενέστερος, πρωτύτερος ΑΝΤ. ύστερος ● ΦΡ.: εκ των προτέρων: από πριν: Σας ευχαριστώ ~ ~ για την απάντησή σας. Πβ. εκ προοιμίου. ΣΥΝ. απριόρι ΑΝΤ. αποστεριόρι, εκ των υστέρων, πρότερος έντιμος βίος βλ. βίος [< αρχ. πρότερος] | |
| 43190 | προτερόχρονος | , η, ο προ-τε-ρό-χρο-νος επίθ.: κυρ. στο ● Ουσ.: προτερόχρονο (το): ΓΡΑΜΜ. χρονική σχέση που δηλώνει ότι κάτι προηγήθηκε από κάτι άλλο: Το επίρρημα "νωρίτερα" εκφράζει το ~. Βλ. -χρονος. ΑΝΤ. υστερόχρονο | |
| 43191 | προτεστάντης | προ-τε-στά-ντης ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. προτεστάντισσα}: οπαδός του προτεσταντισμού. ΣΥΝ. διαμαρτυρόμενος [< γαλλ. protestant] | |
| 43192 | προτεσταντικός | , ή, ό προ-τε-στα-ντι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που αναφέρεται ή ανήκει στον προτεσταντισμό ή τους προτεστάντες: ~ός: ναός. ~ή: εκκλησία/θεολογία/μεταρρύθμιση. ~ό: δόγμα. Πβ. ευαγγελ-, καλβιν-, λουθηραν-ικός. [< γαλλ. protestant] | |
| 43193 | προτεσταντισμός | προ-τε-στα-ντι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. ένα από τα τρία χριστιανικά δόγματα που προήλθε, τον δέκατο έκτο αιώνα, από το μεταρρυθμιστικό κίνημα στους κόλπους της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας· συνεκδ. το σύνολο των Εκκλησιών που ανήκουν σε αυτό. Πβ. καλβιν-, λουθηραν-ισμός. Βλ. Ορθοδοξία, αγγλικαν-, καθολικ-, μορμον-ισμός. [< γαλλ. protestantisme] | |
| 43194 | πρότζεκτ | πρό-τζεκτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. σχέδιο, σχεδιασμός εργασίας, δράσης, που εκπονείται συνήθ. με ομαδικό πνεύμα: Εταιρεία που αναλαμβάνει μεγάλα ~. ~ μάνατζερ. 2. ΠΑΙΔΑΓ. & (συχνότ.) σχέδιο εργασίας: διδακτική μέθοδος, τρόπος ομαδικής εργασίας στην οποία συμμετέχουν όλα τα μέλη της σχολικής τάξης: διαθεματικά ~. [< αγγλ. project, 1916] | |
| 43195 | προτζέκτορας | προ-τζέ-κτο-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή για την προβολή εικόνων, σλάιντ, φιλμ σε επιφάνεια ή οθόνη μέσω συστήματος φακών. Πβ. διαφανο-, επιδια-σκόπιο, προβολέας. [< αγγλ. projector] | |
| 43196 | προτζούνιορ | προ-τζού-νι-ορ ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΑΘΛ. κατηγορία κατάταξης αθλούμενων παιδιών, ηλικίας συνήθ. επτά έως εννέα ετών. Βλ. Ακαδημία, παγκορασίδες, παμ-, προ-παίδες. | |
| 43197 | προτηγανισμένος | , η, ο προ-τη-γα-νι-σμέ-νος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. (για φαγητό) που διατίθεται στο εμπόριο συσκευασμένο και τηγανισμένο εν μέρει: ~ες: πατάτες. Βλ. προβρασμένος. [< αγγλ. pre-fried] | |
| 43198 | προτίθεμαι | προ-τί-θε-μαι ρ. (μτβ.) {προτίθ-εσαι, -εται, -έμεθα, -εσθε, -ενται· παρατ. προ(ε)τίθετο, προ(ε)τίθεντο, προτιθέμ-ενος} (λόγ.): (+ να) σκοπεύω, είμαι διατεθειμένος να κάνω κάτι: ~ενος: αγοραστής.~ενες: παρεμβάσεις. Ο ~μενος να … Η κυβέρνηση ~εται να λάβει μέτρα για την ενίσχυση της οικονομίας. Δεν ~ να εμπλακώ στην υπόθεση. Πβ. σκέφτομαι. [< αρχ. προτίθεμαι] | |
| 43199 | προτίμηση | προ-τί-μη-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προτιμώ· συνεκδ. καθετί που αρέσει σε κάποιον περισσότερο από κάτι άλλο: Το νέο προϊόν κέρδισε την ~ των καταναλωτών. Έχω ~ στα γλυκά. Εκφράζω την ~ή μου για κάτι. Δείχνω την ~ή μου σε κάποιον (βλ. εύνοια). Σχολή πρώτης ~ης. Εκλέγονται με σειρά ~ης οι εξής ... Οι επιλογές είναι πολλές και καλύπτουν όλες τις ~ήσεις (πβ. γούστα).|| Διατροφικές/ενδυματολογικές/επαγγελματικές/μουσικές/πολιτικές ~ήσεις. Προϊόν που αποτελεί την πρώτη ~/είναι ψηλά στις ~ήσεις των καταναλωτών.|| ~ήσεις ψηφιακού συστήματος (: συνιστώμενες προδιαγραφές και απαιτήσεις λειτουργίας).|| (ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ.) Δικαίωμα ~ης σε περίπτωση αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εντολή με την οποία ο χρήστης επιλέγει από έναν αριθμό εναλλακτικών ενεργειών ενός λογισμικού όσες επιθυμεί: επεξεργασία/τροποποίηση ~ήσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: σταυρός προτίμησης βλ. σταυρός ● ΦΡ.: κατά προτίμηση: το προτιμότερο: (για τρόφιμα) ανάλωση ~ ~ πριν από ... (: αναγράφεται ημερομηνία). [< 1: αρχ. προτίμησις 2: αγγλ. preference] | |
| 43200 | προτιμητέος | , α, ο προ-τι-μη-τέ-ος επίθ. (λόγ.): που πρέπει να προτιμηθεί: ~α: γλώσσα/επιλογή/μέθοδος. Είναι η ~α λύση έναντι των άλλων. Θα ήταν ~ο (= επιθυμητό) να ...|| ~ος: ανάδοχος έργου/προμηθευτής διαγωνισμού. Βλ. -τέος. [< μτγν. προτιμητέος] | |
| 43201 | προτιμολόγηση | προ-τι-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. προσωρινός υπολογισμός της τιμής εμπορεύματος, πριν από την τελική του κοστολόγηση ή αγοραπωλησία. | |
| 43202 | προτιμολόγιο | προ-τι-μο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. έγγραφο στο οποίο ο πωλητής αναγράφει αναλυτικά τα είδη και την αξία τους πριν από την πραγματοποίηση της πώλησής τους: ~ από την προμηθεύτρια εταιρεία. Βλ. -λόγιο, προσφορά. | |
| 43203 | προτιμότερος | , η, ο προ-τι-μό-τε-ρος επίθ.: που προτιμάται περισσότερο σε σχέση με κάποιον ή κάτι άλλο: ο ~ τρόπος εκμάθησης μιας ξένης γλώσσας. Η ~η λύση. Πβ. καλύτερος.|| (ως ουσ.) Το ~ο είναι να ... [< μεσν. προτιμότερος] | |
| 43204 | προτιμώ | [προτιμῶ] προ-τι-μώ ρ. (μτβ.) {προτιμ-άς ..., -ώντας | προτίμ-ησα, -ήσει, -άται (προφ.) -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ώμενος, -ούμενος, -ημένος}: επιλέγω κάτι ως το καλύτερο ή το καταλληλότερο: ~ά να πηγαίνει στη δουλειά με τα πόδια. Ακούει όλα τα είδη μουσικής, αλλά ~ά (= του αρέσει πιο πολύ) το ροκ. Όπως ~άτε (= αγαπάτε, θέλετε). ~ώμενα: ξενοδοχεία.|| Θα ~ηθούν οι υποψήφιοι με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία. Πβ. προκρίνω. Βλ. διαλέγω.|| (μτφ.) Η κυτταρίτιδα ~ά τις (: εμφανίζεται συχνότερα στις) γυναίκες. [< αρχ. προτιμῶ] | |
| 43205 | πρότινος | πρό-τι-νος επίρρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: μέχρι/έως πρότινος: (για να δηλωθεί χρονική περίοδος με όριο το πρόσφατο παρελθόν) μέχρι πριν από λίγο: Η συσκευή ~ ~ δούλευε κανονικά. Οι επιφυλάξεις που υπήρχαν ~ ~ έχουν πλέον αρθεί.|| (ως επίθ.) Ο ~ ~ προπονητής (πβ. τέως). [< αρχ. φρ. πρό τινος] | |
| 43206 | πρότο | πρό-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τυχερό παιχνίδι του ΟΠΑΠ στο οποίο οι παίκτες κερδίζουν ανάλογα με τον βαθμό επιτυχίας στην ακριβή και κατά σειρά πρόβλεψη ενός επταψήφιου αριθμού που προκύπτει μετά από κλήρωση. Βλ. λόττο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ