| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3425 | αναστατωμένος | , η, ο [ἀναστατωμένος] α-να-στα-τω-μέ-νος επίθ. ΣΥΝ. ανάστατος 1. (μτφ.) που βρίσκεται σε κατάσταση συναισθηματικής αναταραχής· ταραγμένος: ~οι οι κάτοικοι από το έγκλημα. Αισθάνομαι/είμαι πολύ ~. Γύρισε/εμφανίστηκε/μου τηλεφώνησε (πολύ) ~. Έδειχνε φανερά ~ από αυτά που είχε δει. Πβ. ανήσυχος, (κατα)θορυβημένος. 2. ακατάστατος: Το διαμέρισμα ήταν ~ο. ΑΝΤ. συγυρισμένος, τακτοποιημένος. [< μεσν. ανεστατωμένος] | |
| 3427 | αναστάτωση | [ἀναστάτωση] α-να-στά-τω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) (ανα)ταραχή, σύγχυση: εσωτερική/κοινωνική/πολιτική/ψυχική ~. Εικόνα ~ης στις υπηρεσίες (πβ. αποδιοργάνωση). Η απεργία δημιούργησε/(επ)έφερε/προκάλεσε μεγάλη/πρόσκαιρη ~ στα δρομολόγια/στις πτήσεις (πβ. αποσταθεροποίηση, διατάραξη). Μέσα στη γενική ~ ... (πβ. αναμπουμπούλα). 2. αταξία, ακαταστασία: Στο γραφείο του επικρατεί ~. Πβ. ανακατωσούρα. 3. διέγερση των αισθήσεων: Το πέρασμά της προκαλεί ~ στους άντρες. Πβ. ερεθισμός, φούντωση. [< μτγν. ἀναστάτωσις, γαλλ. bouleversement] | |
| 3428 | αναστέλλω | [ἀναστέλλω] α-να-στέλ-λω ρ. (μτβ.) {ανέστειλε, αναστάλθηκε κ. ανεστάλη, ανασταλεί, αναστέλλ-οντας} (λόγ.): σταματώ προσωρινά και κατ' επέκτ. αναβάλλω: ~ την ισχύ συμφωνίας/τις συζητήσεις. Το δικαστήριο ανέστειλε την άδεια κατεδάφισης (βλ. ακυρώνω, ανακαλώ). Ανέστειλαν για φέτος τη διεξαγωγή των εξετάσεων/την εφαρμογή των μέτρων. Η εταιρεία αποφάσισε να αναστείλει τις δραστηριότητέ της. Η απεργία ~εται. ~εται η εκδίκαση της υπόθεσης. Ανεστάλη η λειτουργία του ... Πβ. μεταθέτω. [< αρχ. ἀναστέλλω, γαλλ. suspendre] | |
| 3429 | αναστεναγμός | [ἀναστεναγμός] α-να-στε-ναγ-μός ουσ. (αρσ.) & αναστέναγμα (το) : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναστενάζω: βογγητά/δάκρυα/λυγμοί και ~οί. Άφησε/έβγαλε έναν βαθύ/βαρύ ~ό. Της ξέφυγε ένας ~ ανακούφισης/νοσταλγίας. Πβ. στεναγμός. [< μεσν. αναστεναγμός] | |
| 3430 | αναστενάζω | [ἀναστενάζω] α-να-στε-νά-ζω ρ. (αμτβ.) {αναστένα-ξα, αναστενάζ-οντας} 1. εκπνέω βαθιά λόγω έντονης συναισθηματικής φόρτισης: ~ξε από/με ικανοποίηση/καημό. Κλαίει κι ~ει. Βλ. βαρι~.|| (μτφ., σε περιπτώσεις μεγάλης χρήσης:) Έχουν ~ξει (= ανάψει, σπάσει) τα τηλέφωνα. 2. (μτφ.) υποφέρω, στενάζω: Ο λαός ~ε κάτω από τον βαρύ ζυγό. ΣΥΝ. δεινοπαθώ ● ΦΡ.: στα ... (η Ελλάδα) αναστενάζει (συχνά ειρων.): για να δηλωθεί ο χώρος, ο τομέας, στον οποίο εκδηλώνονται τα πάθη και οι καημοί μιας κοινωνίας: στα γήπεδα/στα δικαστήρια/στις πίστες ~ ~. [< αρχ. ἀναστενάζω] | |
| 3431 | αναστενάρης | [ἀναστενάρης] α-να-στε-νά-ρης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αναστενάρισσα | συνήθ. στον πληθ. αναστενάρηδες}: ΛΑΟΓΡ. μέλος ομάδας που συμμετέχει στα αναστενάρια. Πβ. πυροβάτης. [< πιθ. μεσν. ανά + *στρηνάρης ‘δαιμονισμένος’] | |
| 3432 | αναστενάρια | [ἀναστενάρια] α-να-στε-νά-ρια ουσ. (ουδ.) (τα): ΛΑΟΓΡ. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Α) έθιμο που τελείται σε περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης προς τιμήν των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, με χαρακτηριστικά γνωρίσματα την πυροβασία και τον εκστατικό χορό που συνοδεύεται από λύρα και νταούλι· κατ' επέκτ. οι αναστενάρηδες. | |
| 3433 | αναστενάρικος | , η, ο [ἀναστενάρικος] α-να-στε-νά-ρι-κος επίθ.: ΛΑΟΓΡ. που σχετίζεται με τα αναστενάρια: ~ος: χορός. ~α: έθιμα/όργανα/τραγούδια. | |
| 3434 | αναστηλώνω | [ἀναστηλώνω] α-να-στη-λώ-νω ρ. (μτβ.) {αναστήλω-σε, αναστηλώ-θηκε, -μένος} & (αδόκ.) αναστυλώνω 1. επισκευάζω και αποκαθιστώ κατεστραμμένο κτίριο ή συνηθέστ. ιστορικό μνημείο (ή τμήμα του), χρησιμοποιώντας τα αρχιτεκτονικά μέλη που έχουν διασωθεί: Νεοκλασικά κτίρια που ~θηκαν. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~μένος: ναός. Πβ. αναπλάθω, ανοικοδομώ, ανορθώνω. 2. (μτφ.) αποκαθιστώ: ~θηκε το γόητρο/ηθικό του. [< μτγν. ἀναστηλῶ ‘αναγράφω ή χαράσσω σε στήλη’, γαλλ. restaurer] | |
| 3435 | αναστήλωση | [ἀναστήλωση] α-να-στή-λω-ση ουσ. (θηλ.) & (αδόκ.) αναστύλωση: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναστηλώνω: ~ της Ακρόπολης/του Παρθενώνα. Έργα συντήρησης και ~ης. Πβ. ανάπλαση, ανοικοδόμηση, ανόρθωση.|| (μτφ.) ~ της δημοκρατίας (= αποκατάσταση). ● ΣΥΜΠΛ.: η αναστήλωση των (ιερών) εικόνων: ΙΣΤ. επαναφορά της λατρείας τους από τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 843 μ.Χ., μετά τη λήξη της εικονομαχίας. Βλ. εικονολατρία, Κυριακή της Ορθοδοξίας. [< μτγν. ἀναστήλωσις, γαλλ. restauration] | |
| 3436 | αναστηλωτής | [ἀναστηλωτής] α-να-στη-λω-τής ουσ. (αρσ.) , (σπάν. θηλ.) αναστηλώτρια: πρόσωπο που λαμβάνει μέρος σε αναστήλωση ή την εποπτεύει: αρχιτέκτονας-~. ~ κτιρίων.|| (μτφ.) ~ ενός ιδεώδους. [< γαλλ. restaurateur] | |
| 3437 | αναστηλωτικός | , ή, ό [ἀναστηλωτικός] α-να-στη-λω-τι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με την αναστήλωση: ~ή: δαπάνη/μέθοδος/μελέτη. ~ό: εργοτάξιο/πρόγραμμα. ~ές: επεµβάσεις. Τα ~ά έργα της Ακρόπολης. [< γαλλ. restaurateur] | |
| 3438 | ανάστημα | [ἀνάστημα] α-νά-στη-μα ουσ. (ουδ.) {αναστήμ-ατος | σπανιότ. -ατα} 1. ύψος του ανθρώπου: γιγαντιαίο/κανονικό/κοντό/πελώριο/χαμηλό/ψηλό ~. Μετρίου ~ατος. Πβ. μπόι.|| Περήφανο ~ (= κορμοστασιά, παράστημα). 2. (μτφ.) αξία, ικανότητες· (συνεκδ., κυρ. στον πληθ.) προσωπικότητες, φυσιογνωμίες: άτομο με επιστημονικό/παγκόσμιο/πνευματικό ~ (= κύρος). Προσωπικότητες του ~ατος (= του επιπέδου, της κλάσης) ενός ...|| Τα μεγάλα πολιτικά ~ατα ενός τόπου. ● ΣΥΜΠΛ.: ηθικό ανάστημα (μτφ.): ηθική ανωτερότητα, ψυχικό μεγαλείο: Δεν διαθέτει/δεν έχει το ~ ~ να μας ψέγει. Πβ. ακεραι-, εντιμ-ότητα, ήθος. ● ΦΡ.: σηκώνει/υψώνει ανάστημα (μτφ.-προφ.): συμπεριφέρεται με αλαζονεία ή υπέρμετρη αυτοπεποίθηση, σε αντίθεση με το παρελθόν. Πβ. σηκώνει (τη) μύτη., υψώνω/ορθώνω το ανάστημά μου & ανορθώνω/δείχνω το ανάστημά μου (μτφ.): προβάλλω αντίσταση, αντιστέκομαι: Ο λαός ~σε ~ του (απέναντι/ενάντια) στους εισβολείς. Πβ. αντιτάσσομαι, εναντιώνομαι. [< 1: μτγν. ἀνάστημα, γαλλ. stature] | |
| 3439 | αναστημόμετρο | [ἀναστημόμετρο] α-να-στη-μό-με-τρο ουσ. (ουδ.): όργανο (αριθμημένος κανόνας ή ταινία) μέτρησης του σωματικού ύψους: επιτοίχιο/ηλεκτρονικό ~. Βλ. -μετρο. | |
| 3440 | αναστολέας | [ἀναστολέας] α-να-στο-λέ-ας ουσ. (αρσ.) {αναστολ-είς, -έων} 1. ΒΙΟΧ. {συνήθ. στον πληθ.} ουσία που αναστέλλει βιολογική δραστηριότητα: εκλεκτικός/ισχυρός/συναγωνιστικός ~. ~είς των διαύλων ασβεστίου (: επιβραδύνουν τον ρυθμό με τον οποίο το ασβέστιο εισέρχεται στα σωματικά κύτταρα). ~ πρωτεάσης (: κατά της ηπατίτιδας C ή του ιού HIV). Β-~είς (: φάρμακα που επιβραδύνουν τον καρδιακό ρυθμό και μειώνουν την αρτηριακή πίεση). Αδρενεργικοί ~είς (ΑΝΤ. διεγέρτες). Βλ. καταστολέας. ΣΥΝ. ανασταλτές, ανασταλτικά (τα) 2. ΧΗΜ. χημική ουσία που χρησιμοποιείται ως παρεμποδιστικό, κυρ. αντιδιαβρωτικό ή αντιψυκτικό μέσο. Πβ. παρεμποδιστής. 3. ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα που εμποδίζει ανεπιθύμητη κίνηση, λειτουργία, κατάσταση. Βλ. γκρόβερ. [< γαλλ. inhibiteur, αγγλ. inhibitor, 1902, blocker, beta-blocker, 1965] | |
| 3442 | αναστόμωση | [ἀναστόμωση] α-να-στό-μω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. χειρουργική, τραυματική ή παθολογική σύνδεση μεταξύ δύο κοίλων οργάνων (αγγείων, συνδέσμων, νεύρων): ~ ηπατικού πόρου/της κύστεως με την ουρήθρα/των εντέρων. Ρήξη/στένωση της ~ης. 2. (λόγ.) άνοιγμα τρύπας. [< μτγν. ἀναστόμωσις 'στόμιο', γαλλ. anastomose, αγγλ. anastomosis] | |
| 3443 | αναστομωτικός | , ή, ό [ἀναστομωτικός] α-να-στο-μω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την αναστόμωση: ~ές: στενώσεις. [< μτγν. ἀναστομωτικός 'που προκαλεί εκροή υγρών', γαλλ. anastomotique, αγγλ. anastomotic] | |
| 3444 | αναστοχάζομαι | [ἀναστοχάζομαι] α-να-στο-χά-ζο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συνηθέστ. στο γ' πρόσ. ενεστ.} (λόγ.): συλλογίζομαι βαθιά και συνήθ. εκ νέου, κυρ. προσωπικές εμπειρίες, μνήμες: ~ονται τις πράξεις τους. Πβ. ενδοσκοπώ, σκέφτομαι. [< γαλλ. réfléchir] | |
| 3445 | αναστοχασμός | [ἀναστοχασμός] α-να-στο-χα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναστοχάζομαι: δημιουργικός/κριτικός ~. ~ της διδασκαλίας. Συζήτηση και ~ πάνω σε/σχετικά με/για κάτι. Πβ. ενδοσκόπηση, συλλογισμός. [< γαλλ. réflexion] | |
| 3446 | αναστοχαστικός | , ή, ό [ἀναστοχαστικός] α-να-στο-χα-στι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που σχετίζεται με τον αναστοχασμό: ~ή: διάθεση/θεώρηση/ικανότητα/σκέψη. Κριτική ~ή ανάλυση (βλ. αυτοπαρατήρηση). Συζήτηση με ~ό χαρακτήρα. Πβ. ενδοσκοπ-, συλλογιστ-ικός. ● επίρρ.: αναστοχαστικά [< γαλλ. réflectif] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ