| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55307 | Ανασκουμπωτα | φόρ-τω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. τοποθέτηση φορτίου· συνεκδ. το ίδιο το φορτίο: σωστή κατανομή του βάρους κατά το ~. ΣΥΝ. φόρτωση. ΑΝΤ. ξε~.|| Ένα ~ ξύλα. Βλ. ξυλο~. 2. ΠΛΗΡΟΦ. φόρτωση: ~ της ιστοσελίδας/του προγράμματος. ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι βάρος/φόρτωμα (σε κάποιον) βλ. βάρος [< μεσν. φόρτωμα] | |
| 3417 | ανάστα | ρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: ανάστα ο Κύριος/ο Θεός (προφ.): για να δηλωθεί αναστάτωση, αναταραχή, θόρυβος: Τσακώνονται και γίνεται ~ ~ (= γίνεται το σώσε/χαμός). | |
| 3418 | ανασταίνω | [ἀνασταίνω] α-να-σταί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ανάστ-ησε (λόγ.) ανέστ-ησε, αναστ-ήσει, -ήθηκε (λόγ.) ανέστη, αναστ-ηθεί, -ημένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. ΕΚΚΛΗΣ. επαναφέρω κάποιον (ή μεσοπαθ.) επανέρχομαι στη ζωή: Ο Χριστός ανέστησε νεκρούς/σταυρώθηκε και ~ήθηκε. Ο αναστάς Κύριος. Πβ. νεκρ~. 2. (μτφ.) αναγεννώ, αναζωογονώ, τονώνω: ~ησαν ”νεκρές” γειτονιές. Πβ. αναβιώνω, ξαναζωντανεύω.|| Η αγάπη (μάς) ~ει (= ανανεώνει). 3. (σπάν.-επιτατ.) μεγαλώνω, ανατρέφω παιδιά αντιμέτωπος με μεγάλες αντιξοότητες. ● ΦΡ.: αληθώς ανέστη & αληθώς ο Κύριος: (ως απάντηση στο "Χριστός ανέστη") πράγματι αναστήθηκε (ο Χριστός)., και νεκρούς ανασταίνει & ανασταίνει και νεκρούς/πεθαμένους (μτφ.-εμφατ.): για κάτι αναζωογονητικό, εξαιρετικά ευχάριστο, τονωτικό., Χριστός ανέστη 1. χαιρετισμός μεταξύ ορθοδόξων αμέσως μετά την Ανάσταση και (κανονικά) επί σαράντα μέρες μέχρι την Ανάληψη. Βλ. αληθώς ανέστη. 2. ΕΚΚΛΗΣ. το τροπάριο της Ανάστασης και ειδικότ. η στιγμή κατά την οποία ακούγεται. [< μεσν. ανασταίνω] | |
| 3419 | ανασταλτές | [ἀνασταλτές] α-να-σταλ-τές ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. ανασταλτής}: ΙΑΤΡ. αναστολείς: φυσικοί και επίκτητοι ~ της πήξης (βλ. αντιθρομβίνη). | |
| 3420 | ανασταλτικός | , ή, ό [ἀνασταλτικός] α-να-σταλ-τι-κός επίθ.: που αναστέλλει: ~ός: μηχανισμός/ρόλος. ~ή: (ΤΕΧΝΟΛ.) ενέργεια/επίδραση/ισχύς/λειτουργία. ~ά: μέτρα. Πβ. ανασχε-, αναχαιτισ-, παρεμποδισ-τικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ές ουσίες/~ά φάρμακα (= ανασταλτικά).|| (ΝΟΜ.) Έφεση με ~ό αποτέλεσμα (: που αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης).|| (ΑΘΛ.) ~ός: μέσος (: για παίκτη, κυρ. ποδοσφαίρου, πβ. αμυντικός). ● Ουσ.: ανασταλτικά (τα): ΙΑΤΡ. αναστολείς: ~ της εντερικής κινητικότητας/της ωορρηξίας (πβ. αντισυλληπτικά). [< αγγλ. inhibitor, 1914] ● επίρρ.: ανασταλτικά & (λογ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ανασταλτικός παράγοντας: οτιδήποτε προκαλεί την αναστολή μιας κατάστασης: Κάτι δρα/λειτουργεί ως ~ ~ (για την επίτευξη της ειρήνης). Οι κύριοι ~οί ~ες της επιχειρηματικότητας. [< μτγν. ἀνασταλτικός, γαλλ. inhibitif, αγγλ. inhibitive] | |
| 3421 | ανάσταση | [ἀνάσταση] α-νά-στα-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -άσεως} 1. ΕΚΚΛΗΣ. (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α) επάνοδος του Χριστού στη ζωή την τρίτη μέρα μετά τη Σταύρωση: η ~ του Θεανθρώπου/Ιησού/Κυρίου. Το χαρμόσυνο μήνυμα της ~ης. (ευχετ.) Καλή ~! 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Α, κατ' επέκτ.) η αντίστοιχη ακολουθία και γιορτή το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου: ~ με βεγγαλικά και φωτοβολίδες. Πάμε στην ~ με λαμπάδες. Βλ. Πάσχα. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Α) επαναφορά νεκρού στη ζωή: Η ~ του Λαζάρου (: ένα από τα θαύματα του Χριστού). Η ~ των νεκρών (: κατά τη Δευτέρα Παρουσία). Πβ. ζωντάνεμα, νεκρανάσταση. 4. (με κεφαλ. το αρχικό Α) το αντίστοιχο γεγονός ως έργο τέχνης ή αγιογραφικό θέμα. Βλ. εις Άδου κάθοδος. 5. (μτφ.) αναγέννηση, ανάκαμψη: η πνευματική/πολιτιστική ~ (ενός λαού). Οικονομική ~ της εταιρείας. Πβ. αναζωογόνηση, ξαναζωντάνεμα.|| Η ~ του (υπόδουλου) Γένους/του Έθνους (: η αποτίναξη του τουρκικού ζυγού). ΣΥΝ. (απ)ελευθέρωση, ξεσηκωμός. 6. (ως επιφών., προφ.-εμφατ.) επιτέλους: ~! Τα κατάφερε. ● ΣΥΜΠΛ.: δεύτερη Ανάσταση/Εσπερινός της Αγάπης/Αγάπη: ΕΚΚΛΗΣ. ακολουθία που τελείται το μεσημέρι ή το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα., πρώτη Ανάσταση: ΕΚΚΛΗΣ. η Θεία Λειτουργία που τελείται το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου. ● ΦΡ.: κάνω Ανάσταση (προφ.) 1. παρακολουθώ την τελετή της Ανάστασης: Φέτος θα ~ ~ στην ενορία μου/σε μοναστήρι. 2. (μτφ.) ξεπερνώ τα προβλήματά μου, γίνομαι ξανά ευτυχισμένος (ύστερα από δύσκολη περίοδο). Πβ. άσπρη μέρα/Θεού πρόσωπο. [< αρχ. ἀνάστασις] | |
| 3422 | αναστάσιμος | , η, ο [ἀναστάσιμος] α-να-στά-σι-μος επίθ.: που σχετίζεται με τη γιορτή της Ανάστασης· κατ' επέκτ. αναγεννητικός, ελπιδοφόρος, χαρμόσυνος: ~ος: ύμνος. ~η: ακολουθία/ημέρα/λειτουργία/χαρά. ~ο: δείπνο/μήνυμα/τροπάριο/φως. ~ες: ευχές/καμπάνες (: ΑΝΤ. πένθιμες)/λαμπάδες. Βλ. πασχαλινός, σταυρο~. ● Ουσ.: αναστάσιμα (τα): ΕΚΚΛΗΣ. άσματα που ψάλλονται κατά την Ανάσταση καθώς και στον όρθρο και τον εσπερινό της Κυριακής του Πάσχα. ● επίρρ.: αναστάσιμα [< μτγν. ἀναστάσιμος] | |
| 3423 | αναστατικός | , ή, ό [ἀναστατικός] α-να-στα-τι-κός επίθ.: ΤΥΠΟΓΡ. που αναπαράγει ένα τυπωμένο κείμενο με φωτομηχανική διαδικασία: ~ή: έκδοση βιβλίου/μέθοδος. [< γαλλ. anastatique, αγγλ. anastatic] | |
| 3424 | ανάστατος | , η, ο [ἀνάστατος] α-νά-στα-τος επίθ. που βρίσκεται σε κατάσταση 1. αταξίας· ακατάστατος, ανάκατος: Άφησε το δωμάτιο/σπίτι ~ο (= άνω-κάτω). Σηκώθηκε με τα μαλλιά ~α (= ανακατεμένα, μπλεγμένα). 2. αναταραχής· αναστατωμένος: Η κοινή γνώμη είναι ~η από/με τις τελευταίες εξελίξεις. Πβ. ανήσυχος, (κατα)θορυβη-, ταραγ-μένος. ΑΝΤ. ατάραχος (1), ήρεμος (2) [< αρχ. ἀνάστατος] | |
| 3425 | αναστατωμένος | , η, ο [ἀναστατωμένος] α-να-στα-τω-μέ-νος επίθ. ΣΥΝ. ανάστατος 1. (μτφ.) που βρίσκεται σε κατάσταση συναισθηματικής αναταραχής· ταραγμένος: ~οι οι κάτοικοι από το έγκλημα. Αισθάνομαι/είμαι πολύ ~. Γύρισε/εμφανίστηκε/μου τηλεφώνησε (πολύ) ~. Έδειχνε φανερά ~ από αυτά που είχε δει. Πβ. ανήσυχος, (κατα)θορυβημένος. 2. ακατάστατος: Το διαμέρισμα ήταν ~ο. ΑΝΤ. συγυρισμένος, τακτοποιημένος. [< μεσν. ανεστατωμένος] | |
| 35220 | αναστατωνω | ξε-ση-κώ-νω ρ. (μτβ.) {ξεσήκω-σα, ξεσηκώ-θηκα, -μένος, προστ. αορ. ξεσηκώ-σου, -θείτε, ξεσηκών-οντας} (προφ.) 1. προκαλώ, προξενώ· αναστατώνω: (Κάποιος/κάτι) ~σε θύελλα (αντιδράσεων, διαμαρτυριών)/κύματα (ενθουσιασμού, συγκίνησης)/σάλο.|| ~σε τη γειτονιά/την πολυκατοικία με τις φωνές του. Μας ~σες καλά καλά και τώρα λες πως δεν υπάρχει πρόβλημα.|| (θετ. συνυποδ.) Η τραγουδίστρια ~σε το ακροατήριο. Χορός που ~ει τις αισθήσεις. Πβ. διεγείρω, ηλεκτρίζω. 2. παρακινώ σε δράση, σε δυναμική αντίδραση, εξέγερση: ~ει τον κόσμο σε απεργία/διαδήλωση/κινητοποίηση. Ο λαός ~θηκε (= επαναστάτησε) ενάντια σε ... ~μένη: πόλη. ~μένο: έθνος. ΣΥΝ. εξεγείρω (1) 3. παρασύρω κάποιον να κάνει κάτι: Με ~σε για βόλτα/εκδρομή. Ιδέα που μας ~σε. Πβ. παροτρύνω, προτρέπω. 4. αναπαράγω πιστά ή μιμούμαι, ξεπατικώνω: ~ μια ζωγραφιά σε ημιδιαφανές χαρτί.|| ~ τις εκφράσεις/τις κινήσεις/το στιλ/τη συμπεριφορά/τις συνήθειες/τον τρόπο ζωής/το ύφος κάποιου. Ο μικρός ~ει ό,τι βλέπει και ό,τι ακούει από τους μεγάλους. Πβ. αντιγράφω. 5. (σπανιότ.) (για χώρο) συγυρίζω, κάνω γενική καθαριότητα. ● ΦΡ.: ξεσηκώνω τα μυαλά κάποιου (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): τον παρασέρνω σε παράλογες ενέργειες, τον ξεμυαλίζω: Του ~σαν ~. Βλ. μου πήρε το μυαλό/τα μυαλά/το(ν) νου. | |
| 3427 | αναστάτωση | [ἀναστάτωση] α-να-στά-τω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) (ανα)ταραχή, σύγχυση: εσωτερική/κοινωνική/πολιτική/ψυχική ~. Εικόνα ~ης στις υπηρεσίες (πβ. αποδιοργάνωση). Η απεργία δημιούργησε/(επ)έφερε/προκάλεσε μεγάλη/πρόσκαιρη ~ στα δρομολόγια/στις πτήσεις (πβ. αποσταθεροποίηση, διατάραξη). Μέσα στη γενική ~ ... (πβ. αναμπουμπούλα). 2. αταξία, ακαταστασία: Στο γραφείο του επικρατεί ~. Πβ. ανακατωσούρα. 3. διέγερση των αισθήσεων: Το πέρασμά της προκαλεί ~ στους άντρες. Πβ. ερεθισμός, φούντωση. [< μτγν. ἀναστάτωσις, γαλλ. bouleversement] | |
| 3428 | αναστέλλω | [ἀναστέλλω] α-να-στέλ-λω ρ. (μτβ.) {ανέστειλε, αναστάλθηκε κ. ανεστάλη, ανασταλεί, αναστέλλ-οντας} (λόγ.): σταματώ προσωρινά και κατ' επέκτ. αναβάλλω: ~ την ισχύ συμφωνίας/τις συζητήσεις. Το δικαστήριο ανέστειλε την άδεια κατεδάφισης (βλ. ακυρώνω, ανακαλώ). Ανέστειλαν για φέτος τη διεξαγωγή των εξετάσεων/την εφαρμογή των μέτρων. Η εταιρεία αποφάσισε να αναστείλει τις δραστηριότητέ της. Η απεργία ~εται. ~εται η εκδίκαση της υπόθεσης. Ανεστάλη η λειτουργία του ... Πβ. μεταθέτω. [< αρχ. ἀναστέλλω, γαλλ. suspendre] | |
| 3429 | αναστεναγμός | [ἀναστεναγμός] α-να-στε-ναγ-μός ουσ. (αρσ.) & αναστέναγμα (το) : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναστενάζω: βογγητά/δάκρυα/λυγμοί και ~οί. Άφησε/έβγαλε έναν βαθύ/βαρύ ~ό. Της ξέφυγε ένας ~ ανακούφισης/νοσταλγίας. Πβ. στεναγμός. [< μεσν. αναστεναγμός] | |
| 3430 | αναστενάζω | [ἀναστενάζω] α-να-στε-νά-ζω ρ. (αμτβ.) {αναστένα-ξα, αναστενάζ-οντας} 1. εκπνέω βαθιά λόγω έντονης συναισθηματικής φόρτισης: ~ξε από/με ικανοποίηση/καημό. Κλαίει κι ~ει. Βλ. βαρι~.|| (μτφ., σε περιπτώσεις μεγάλης χρήσης:) Έχουν ~ξει (= ανάψει, σπάσει) τα τηλέφωνα. 2. (μτφ.) υποφέρω, στενάζω: Ο λαός ~ε κάτω από τον βαρύ ζυγό. ΣΥΝ. δεινοπαθώ ● ΦΡ.: στα ... (η Ελλάδα) αναστενάζει (συχνά ειρων.): για να δηλωθεί ο χώρος, ο τομέας, στον οποίο εκδηλώνονται τα πάθη και οι καημοί μιας κοινωνίας: στα γήπεδα/στα δικαστήρια/στις πίστες ~ ~. [< αρχ. ἀναστενάζω] | |
| 3431 | αναστενάρης | [ἀναστενάρης] α-να-στε-νά-ρης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αναστενάρισσα | συνήθ. στον πληθ. αναστενάρηδες}: ΛΑΟΓΡ. μέλος ομάδας που συμμετέχει στα αναστενάρια. Πβ. πυροβάτης. [< πιθ. μεσν. ανά + *στρηνάρης ‘δαιμονισμένος’] | |
| 3432 | αναστενάρια | [ἀναστενάρια] α-να-στε-νά-ρια ουσ. (ουδ.) (τα): ΛΑΟΓΡ. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Α) έθιμο που τελείται σε περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης προς τιμήν των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, με χαρακτηριστικά γνωρίσματα την πυροβασία και τον εκστατικό χορό που συνοδεύεται από λύρα και νταούλι· κατ' επέκτ. οι αναστενάρηδες. | |
| 3433 | αναστενάρικος | , η, ο [ἀναστενάρικος] α-να-στε-νά-ρι-κος επίθ.: ΛΑΟΓΡ. που σχετίζεται με τα αναστενάρια: ~ος: χορός. ~α: έθιμα/όργανα/τραγούδια. | |
| 3434 | αναστηλώνω | [ἀναστηλώνω] α-να-στη-λώ-νω ρ. (μτβ.) {αναστήλω-σε, αναστηλώ-θηκε, -μένος} & (αδόκ.) αναστυλώνω 1. επισκευάζω και αποκαθιστώ κατεστραμμένο κτίριο ή συνηθέστ. ιστορικό μνημείο (ή τμήμα του), χρησιμοποιώντας τα αρχιτεκτονικά μέλη που έχουν διασωθεί: Νεοκλασικά κτίρια που ~θηκαν. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~μένος: ναός. Πβ. αναπλάθω, ανοικοδομώ, ανορθώνω. 2. (μτφ.) αποκαθιστώ: ~θηκε το γόητρο/ηθικό του. [< μτγν. ἀναστηλῶ ‘αναγράφω ή χαράσσω σε στήλη’, γαλλ. restaurer] | |
| 3435 | αναστήλωση | [ἀναστήλωση] α-να-στή-λω-ση ουσ. (θηλ.) & (αδόκ.) αναστύλωση: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναστηλώνω: ~ της Ακρόπολης/του Παρθενώνα. Έργα συντήρησης και ~ης. Πβ. ανάπλαση, ανοικοδόμηση, ανόρθωση.|| (μτφ.) ~ της δημοκρατίας (= αποκατάσταση). ● ΣΥΜΠΛ.: η αναστήλωση των (ιερών) εικόνων: ΙΣΤ. επαναφορά της λατρείας τους από τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 843 μ.Χ., μετά τη λήξη της εικονομαχίας. Βλ. εικονολατρία, Κυριακή της Ορθοδοξίας. [< μτγν. ἀναστήλωσις, γαλλ. restauration] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ