Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [43780-43800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43207προτομήπρο-το-μή ουσ. (θηλ.): γλυπτή ή ανάγλυφη αναπαράσταση του κεφαλιού ή του πάνω μέρους του σώματος εξέχοντος συνήθ. προσώπου: μαρμάρινη/μπρούντζινη ~. Αποκαλυπτήρια ~ής. Στήθηκε η ~ του αγωνιστή ... σε δημόσιο χώρο. Πβ. μπούστο. Βλ. ανδριάντας. [< μτγν. προτομή]
43208προτού[προτοῦ] προ-τού σύνδ.: (εισάγει δευτερεύουσα χρον. πρόταση, συνήθ. + υποτ. με ή χωρίς το να) δηλώνει αυτό που ακολουθεί χρονικά, σε σχέση με το περιεχόμενο της κύριας πρότασης: ~ υπογράψετε το συμβόλαιο, προσέξτε τους όρους. Ξανασκέψου ~ αποφασίσεις. Έφυγε πρωί πρωί, ~ ξημερώσει. Αφήστε το φαγητό να κρυώσει, ~ το βάλετε στο ψυγείο. ΣΥΝ. πριν (2) ● ΦΡ.: καλά καλά δεν/προτού καλά καλά ... βλ. καλά [< μτγν. προτοῦ]
43209προτρεπτικός, ή, ό προ-τρε-πτι-κός επίθ. (λόγ.): που προτρέπει: ~ός: λόγος. ~ό: μήνυμα. Πβ. παρακινητ-, παροτρυντ-, παρωθητ-ικός.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ή: υποτακτική. ~ό: μόριο (βλ. ας). ~ά: ρήματα. ΑΝΤ. αποτρεπτικός ● επίρρ.: προτρεπτικά [< αρχ. προτρεπτικός]
43210προτρέπωπρο-τρέ-πω ρ. (μτβ.) {προέτρε-ψα, προτρέ-ψει, προτρέπ-οντας} (λόγ.): ενθαρρύνω, ενισχύω τη θέληση ή απόφαση κάποιου να πράξει κάτι: Τον ~ψε να ασχοληθεί με ... Σας ~ να διαβάσετε το βιβλίο. … ~οντας όλους να εμβολιαστούν. Πβ. παρωθώ, προτείνω, συμβουλεύω. ΣΥΝ. παρακινώ, παροτρύνω ΑΝΤ. αποτρέπω (1) [< αρχ. προτρέπω]
43211προτρέχωπρο-τρέ-χω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προέτρεξα, προτρέχ-οντας} (λόγ.): βγάζω γρήγορα συμπεράσματα ή ενεργώ με βιασύνη: Μην ~εις! Περίμενε να δεις πρώτα τι θα γίνει.|| (+ γεν.) Δεν ~ των γεγονότων, αλλά έχω την αίσθηση πως ... ● ΦΡ.: να μην προτρέχει η γλώσσα της διανοίας/της σκέψης: να μη μιλάς, προτού σκεφτείς τι θα πεις. [< αρχ. προτρέχω]
43212προτροπήπρο-τρο-πή ουσ. (θηλ.): παρακίνηση, παρότρυνση: ~ προς τους/στους πολίτες για συνεργασία. Σπούδασε κατόπιν ~ής/μετά από ~ των γονιών του. (εμφατ.) ~ές-παραινέσεις. Πβ. παρώθηση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Επιλογή "~". ΑΝΤ. αποτροπή [< αρχ. προτροπή]
43213προτσέςπρο-τσές ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΟΛΙΤ. (ως όρ. κυρ. της αριστερής ιδεολογίας) πορεία, διαδικασία εξέλιξης κάποιου κοινωνικοπολιτικού φαινομένου: επαναστατικό ~. Το ~ της καπιταλιστικής παραγωγής. Πβ. διεργασία. [< γερμ. Prozess]
43214πρότυποπρό-τυ-πο ουσ. (ουδ.) {προτύπ-ου} 1. οτιδήποτε αποτελεί μοντέλο για την αναπαραγωγή ή κατασκευή άλλων πανομοιότυπων, παρόμοιων στοιχείων: ~ βιογραφικού σημειώματος/εξουσιοδότησης/υπεύθυνης δήλωσης. Περιοχή που θεωρείται ~ πράσινης ανάπτυξης. Ευρέως αναγνωρισμένα/έτοιμα ~α. ~α χρήσης των νέων τεχνολογιών/του χώρου. 2. (μτφ.) υποδειγματικό, θαυμαστό πρόσωπο, θεσμός ή κατάσταση που αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση: αρχιτεκτονικό/διδακτικό/επιχειρηματικό/ευρωπαϊκό/καταναλωτικό/κυρίαρχο/παραγωγικό/σχεδιαστικό/τεχνικό ~ (πβ. υπόδειγμα). ~ ανθρώπου (βλ. εμβληματικός)/οικογενειάρχη/συζύγου. ~ εκπαίδευσης/εργασίας/ζωής/κομψότητας/ομορφιάς. Αρνητικά/διατροφικά/θετικά/παραδοσιακά/σύγχρονα/υγιή ~α. ~α συμπεριφοράς. Τον έχω/παίρνω σαν/ως ~. Είναι το ~ό μου. Σε έχω για ~. Κάτι λειτούργησε/χρησίμευσε σαν ~. Τα ~α των νέων (πβ. είδωλο, ίνδαλμα). Αποτελεί ~ για τη νεολαία. ~ σχέσης η οποία στηρίζεται στην αμοιβαία αγάπη. Οι διαφημίσεις/τα ΜΜΕ επιβάλλουν/προβάλλουν αισθητικά/κοινωνικά ~α. 3. ΤΕΧΝΟΛ. κανονισμός, κατευθυντήριες οδηγίες για την εκτέλεση, δημιουργία, διαμόρφωση προϊόντος, εφαρμογής, επιχείρησης και την εξασφάλιση της ποιότητας και ασφάλειας: διεθνές ~ ISO. Απαιτήσεις που θέτει το ~ ... Πιστοποιήθηκε σύμφωνα με το ~ ...|| (ΟΙΚΟΛ.) Βελτιωμένο ~ περιβαλλοντικής διαχείρισης. ~α εκπομπής ρύπων. ● ΣΥΜΠΛ.: Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης: ΛΟΓΙΣΤ. διεθνείς λογιστικοί κανόνες με βάση τους οποίους πρέπει να εναρμονίζονται οι επιχειρήσεις. [< αγγλ. International Financial Reporting Standards-IFRS] , εναρμονισμένα πρότυπα: που εγκρίνονται από αναγνωρισμένους οργανισμούς τυποποίησης και βασίζονται σε εντολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής., πρότυπο/μοντέλο ρόλου: πρόσωπο που η συμπεριφορά του σε συγκεκριμένο ρόλο αποτελεί αντικείμενο μίμησης: ο δάσκαλος ως ~ ~. Βλ. καθοδηγητής, μέντορας. [< αγγλ. role model, 1947] , Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα βλ. λογιστικός [< μτγν. πρότυπον, γαλλ. modèle, αγγλ. standard]
43215προτυποποίησηπρο-τυ-πο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προτυποποιώ: ~ μαθησιακών τεχνολογιών. ~ (= τυποποίηση) της γλώσσας. ~ και εμπορική εκμετάλλευση ερευνητικών αποτελεσμάτων. Οργανισμοί/φορείς ~ης. Βλ. -ποίηση, ISO. [< αγγλ. standardization, γαλλ. standardisation, 1904]
43216προτυποποιώ[προτυποποιῶ] προ-τυ-πο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {πρoτυποποι-εί ... | πρoτυποποί-ησε, -είται, -ήθηκε, κυρ. στη μτχ. -ημένος} (λόγ.): καθιερώνω, αναπτύσσω, ορίζω πρότυπο και ειδικότ. περιγράφω τις απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν προϊόντα, υπηρεσίες ή διαδικασίες στα πλαίσια ενός συστήματος ελέγχου και διασφάλισης της ποιότητας: Το εκπαιδευτικό υλικό ~ήθηκε. ~ημένο: καταστατικό. ~ημένα: έγγραφα/έντυπα. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. standardize, γαλλ. standardiser, 1904]
43217πρότυπος, η/ος, ο πρό-τυ-πος επίθ.: υποδειγματικός: ~ος: οικισμός/παιδικός σταθμός. ~η/ος: σχολή. ~η: βιβλιοθήκη/βιομηχανία. ~ο: σχολείο (βλ. πειραματικό σχολείο).|| ~η: γλώσσα (πβ. νόρμα). ~ο: κείμενο. Πβ. σχεδιότυπο. Βλ. -τυπος1. [< μτγν. πρότυπος, γαλλ. modèle, αγγλ. standard]
43218προτύπωσηπρο-τύ-πω-ση ουσ. (θηλ.): ΘΕΟΛ. πρόσωπο, πράξη, γεγονός ή κατάσταση που προαναγγέλλει κάτι μελλοντικό: Ο Ιωσήφ με τη ζωή του αποτελεί ~ του Χριστού. Βλ. προεικόνιση. [< μτγν. προτύπωσις ‘προσχηματισμός’]
43219προϋπάντησηπρο-ϋ-πά-ντη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): υποδοχή, καλωσόρισμα. [< μεσν. προϋπάντησις]
53767προϋπαντώ[ὑπόκειμαι] υ-πό-κει-μαι ρ. (αμτβ.) {παρατ. υπέκειτο, υπέκειντο, μτχ. υποκείμενος} (λόγ.) 1. (μτφ.) ανήκω, υπάγομαι στη δικαιοδοσία κάποιου, βρίσκομαι υπό τον έλεγχό του: ~ται σε αναθεώρηση/απαγόρευση/καθεστώς (επιτήρησης)/κανόνες/μεταβολές/ρυθμίσεις/φορολογία. Το ζήτημα ~ται στη διακριτική ευχέρεια του Δήμου. Κάθε απόπειρα αντιγραφής ~ται στις διατάξεις/στον νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων. Πβ. εξαρτώμαι. 2. (μτφ.) υφίσταμαι ή επιδέχομαι κάτι: Εξαρτήματα/προϊόντα που ~νται σε φθορά.υπόκειται (+ γεν.) (σπάν.): βρίσκεται κάτω από κάτι: Νευρικές απολήξεις που ~νται του δέρματος (ΑΝΤ. υπέρκειται). [< αρχ. ὑπόκειμαι ‘βρίσκομαι από κάτω, υπάρχω ως προοπτική’]
43220προϋπαντώ[προϋπαντῶ] προ-ϋ-πα-ντώ ρ. (μτβ.) {προϋπαντ-ά κ. -εί | προϋπάντ-ησε, -ήσει, -ώντας} (λόγ.): πηγαίνω να συναντήσω, να υποδεχτώ, να καλωσορίσω κάποιον: Ήρθε/έτρεξε να με ~ήσει. [< μτγν. προϋπαντῶ]
43221προΰπαρξηπρο-ΰ-παρ-ξη ουσ. (θηλ.) {χωρ. πληθ.} (επιστ.): το να υφίσταται κάτι από πριν: Η ~ της ψυχής σύμφωνα με τον πλατωνισμό. [< μτγν. προΰπαρξις]
43222προϋπάρχειπρο-ϋ-πάρ-χει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προϋπήρ-ξε, προϋπάρ-ξει, λόγ. μτχ. προϋπάρχ-ων, -ουσα, -ον} (λόγ.): υπάρχει, υφίσταται πριν από κάποιον ή κάτι άλλο: Δεν είναι εφικτή η εύρεση λύσης, χωρίς να ~ξει διάλογος. (+ γεν.) Το θέατρο ~ξε του κινηματογράφου. ~ων: ναός/οικισμός. ~ουσες: γνώσεις/παθήσεις. Του ~οντος κτίσματος. ~οντα: προβλήματα/στοιχεία. ΣΥΝ. προϋφίσταται [< αρχ. προϋπάρχω]
43223προϋπηρεσίαπρο-ϋ-πη-ρε-σί-α ουσ. (θηλ.): η προηγούμενη ή η συνολική εμπειρία ατόμου σε εργασιακό χώρο: ~ εκπαιδευτικών/μισθωτών. Αναγνώριση/προσμέτρηση ~ας. Έχει μακρά ~ στο Δημόσιο/στον ιδιωτικό τομέα. Ζητείται υπάλληλος με ~ στις πωλήσεις.
43224προϋπηρεσιακός, ή, ό προ-ϋ-πη-ρε-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την προϋπηρεσία: ~ή: κατάρτιση (εκπαιδευτικών).
43225προϋπόθεσηπρο-ϋ-πό-θε-ση ουσ. (θηλ.): καθετί που κρίνεται απαραίτητο ή θεωρείται δεδομένο προκαταβολικά, συνθήκη από την οποία εξαρτάται κάτι: βασική/ουσιαστική ~ ανάπτυξης/επιτυχίας. ~έσεις συμμετοχής (σε διαγωνισμό). Η γνώση χειρισμού Η/Υ ως ~ για την πρόσληψη υπαλλήλων. Ο αιτών δεν πληροί τις ~έσεις για τη χορήγηση διπλώματος. ~έσεις χρήσης δικτυακού τόπου. Όροι και ~έσεις. Πβ. κριτήριο, προαπαιτούμενο. ΣΥΝ. όρος (2) ● ΦΡ.: με την/υπό την προϋπόθεση: εφόσον, μόνο στην περίπτωση που: Μπορεί να συνταξιοδοτηθεί ~ ~ ότι/να έχει συμπληρώσει το ... έτος ηλικίας. ΣΥΝ. με τον περιορισμό ότι, με/υπό τον όρο [< γαλλ. à la condition que] [< γαλλ. présupposition, αγγλ. condition]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.