Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [43780-43800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43218προτύπωσηπρο-τύ-πω-ση ουσ. (θηλ.): ΘΕΟΛ. πρόσωπο, πράξη, γεγονός ή κατάσταση που προαναγγέλλει κάτι μελλοντικό: Ο Ιωσήφ με τη ζωή του αποτελεί ~ του Χριστού. Βλ. προεικόνιση. [< μτγν. προτύπωσις ‘προσχηματισμός’]
43219προϋπάντησηπρο-ϋ-πά-ντη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): υποδοχή, καλωσόρισμα. [< μεσν. προϋπάντησις]
53767προϋπαντώ

[ὑπόκειμαι] υ-πό-κει-μαι ρ. (αμτβ.) {παρατ. υπέκειτο, υπέκειντο, μτχ. υποκείμενος} (λόγ.) 1. (μτφ.) ανήκω, υπάγομαι στη δικαιοδοσία κάποιου, βρίσκομαι υπό τον έλεγχό του: ~ται σε αναθεώρηση/απαγόρευση/καθεστώς (επιτήρησης)/κανόνες/μεταβολές/ρυθμίσεις/φορολογία. Το ζήτημα ~ται στη διακριτική ευχέρεια του Δήμου. Κάθε απόπειρα αντιγραφής ~ται στις διατάξεις/στον νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων. Πβ. εξαρτώμαι. 2. (μτφ.) υφίσταμαι ή επιδέχομαι κάτι: Εξαρτήματα/προϊόντα που ~νται σε φθορά.υπόκειται (+ γεν.) (σπάν.): βρίσκεται κάτω από κάτι: Νευρικές απολήξεις που ~νται του δέρματος (ΑΝΤ. υπέρκειται). [< αρχ. ὑπόκειμαι ‘βρίσκομαι από κάτω, υπάρχω ως προοπτική’]

43220προϋπαντώ[προϋπαντῶ] προ-ϋ-πα-ντώ ρ. (μτβ.) {προϋπαντ-ά κ. -εί | προϋπάντ-ησε, -ήσει, -ώντας} (λόγ.): πηγαίνω να συναντήσω, να υποδεχτώ, να καλωσορίσω κάποιον: Ήρθε/έτρεξε να με ~ήσει. [< μτγν. προϋπαντῶ]
43221προΰπαρξηπρο-ΰ-παρ-ξη ουσ. (θηλ.) {χωρ. πληθ.} (επιστ.): το να υφίσταται κάτι από πριν: Η ~ της ψυχής σύμφωνα με τον πλατωνισμό. [< μτγν. προΰπαρξις]
43222προϋπάρχειπρο-ϋ-πάρ-χει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προϋπήρ-ξε, προϋπάρ-ξει, λόγ. μτχ. προϋπάρχ-ων, -ουσα, -ον} (λόγ.): υπάρχει, υφίσταται πριν από κάποιον ή κάτι άλλο: Δεν είναι εφικτή η εύρεση λύσης, χωρίς να ~ξει διάλογος. (+ γεν.) Το θέατρο ~ξε του κινηματογράφου. ~ων: ναός/οικισμός. ~ουσες: γνώσεις/παθήσεις. Του ~οντος κτίσματος. ~οντα: προβλήματα/στοιχεία. ΣΥΝ. προϋφίσταται [< αρχ. προϋπάρχω]
43223προϋπηρεσίαπρο-ϋ-πη-ρε-σί-α ουσ. (θηλ.): η προηγούμενη ή η συνολική εμπειρία ατόμου σε εργασιακό χώρο: ~ εκπαιδευτικών/μισθωτών. Αναγνώριση/προσμέτρηση ~ας. Έχει μακρά ~ στο Δημόσιο/στον ιδιωτικό τομέα. Ζητείται υπάλληλος με ~ στις πωλήσεις.
43224προϋπηρεσιακός, ή, ό προ-ϋ-πη-ρε-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την προϋπηρεσία: ~ή: κατάρτιση (εκπαιδευτικών).
43225προϋπόθεσηπρο-ϋ-πό-θε-ση ουσ. (θηλ.): καθετί που κρίνεται απαραίτητο ή θεωρείται δεδομένο προκαταβολικά, συνθήκη από την οποία εξαρτάται κάτι: βασική/ουσιαστική ~ ανάπτυξης/επιτυχίας. ~έσεις συμμετοχής (σε διαγωνισμό). Η γνώση χειρισμού Η/Υ ως ~ για την πρόσληψη υπαλλήλων. Ο αιτών δεν πληροί τις ~έσεις για τη χορήγηση διπλώματος. ~έσεις χρήσης δικτυακού τόπου. Όροι και ~έσεις. Πβ. κριτήριο, προαπαιτούμενο. ΣΥΝ. όρος (2) ● ΦΡ.: με την/υπό την προϋπόθεση: εφόσον, μόνο στην περίπτωση που: Μπορεί να συνταξιοδοτηθεί ~ ~ ότι/να έχει συμπληρώσει το ... έτος ηλικίας. ΣΥΝ. με τον περιορισμό ότι, με/υπό τον όρο [< γαλλ. à la condition que] [< γαλλ. présupposition, αγγλ. condition]
43226προϋποθέτωπρο-ϋ-πο-θέ-τω ρ. (μτβ.) {προϋπέθε-σα, προϋποθέτ-οντας}: παίρνω κάτι ως δεδομένο: ~ ότι γνωρίζετε Αγγλικά. Πβ. προεικάζω.προϋποθέτει: απαιτεί, χρειάζεται: Η επιτυχία ~ όραμα και πολλή δουλειά. Οι διαπραγματεύσεις ~ουν συμβιβασμό., προϋποτίθεται: απαιτείται ως προϋπόθεση: Για τη συμμετοχή στο πρόγραμμα ~ (= προαπαιτείται) γνώση Η/Υ. [< πβ. αρχ. προϋποτίθημι]
43227προϋπολογίζωπρο-ϋ-πο-λο-γί-ζω ρ. (μτβ.) {προϋπολόγι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, προϋπολογίζ-οντας}: καταρτίζω προϋπολογισμό, κάνω υπολογισμό, εκτίμηση από πριν: ~εται συνολικό ποσό ύψους ... ευρώ για έργα κοινής ωφελείας.|| Η εταιρεία ~ει αύξηση της ετήσιας παραγωγής των προϊόντων της.
43228προϋπολογισμόςπρο-ϋ-πο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. υπολογισμός των εκτιμώμενων εσόδων και εξόδων για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα: οικογενειακός ~. ~οί Δήμων/Πανεπιστημίων.|| ~ δράσης/λιτότητας. ~oί επενδύσεων. Η κατασκευαστική εταιρεία ανέλαβε έργα συνολικού ~ού ... ευρώ. Πβ. μπάτζετ. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: κρατικός/δημόσιος/κοινοτικός προϋπολογισμός: τα προβλεπόμενα έσοδα και έξοδα ενός κράτους ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντίστοιχα, για κάθε οικονομικό έτος: ελλειμματικός/ετήσιος/ισοσκελισμένος/πλεονασματικός ~ ~. Καταρτίστηκε/κατατέθηκε ο ~ ~. Η εκτέλεση του ~ού ~ού. Έγκριση/ψήφιση του ~ού ~ού από τη Βουλή. Μαύρη τρύπα στον ~ό ~ό., έλλειμμα (του) προϋπολογισμού βλ. έλλειμμα, ισοσκελισμένος προϋπολογισμός βλ. ισοσκελίζω [< γαλλ. devis]
43229προϋπολογιστικός, ή, ό προ-ϋ-πο-λο-γι-στι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με προϋπολογισμό: ~ός: έλεγχος (επιχείρησης). ~ό: κόστος (έργου).
43230προϋφίσταταιπρο-ϋ-φί-στα-ται ρ. (αμτβ.) {μτχ. προϋφιστά-μενος} (λόγ.): υπάρχει πριν από κάποιον ή κάτι άλλο: Οικισμός που ~ του έτους ... ~μενος: κοινόχρηστος δρόμος. ΣΥΝ. προϋπάρχει [< μτγν. προϋφίστημι]
43231προύχονταςπρού-χο-ντας ουσ. (αρσ.) {προυχόντων}: ΙΣΤ. (επί Τουρκοκρατίας) τοπικός άρχοντας επιφορτισμένος κυρ. με την είσπραξη φόρων· κατ' επέκτ. άρχοντας, πρόσωπο με ισχύ, λόγω πλούτου ή αξιώματος. Πβ. δημογέροντας, κοτζαμπάσης, προεστός, πρόκριτος. [< αρχ. πληθ. οἱ προύχοντες]
43232προφάνεια

προ-φά-νει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προφανούς: η ~ των γεγονότων. ΑΝΤ. υπαινικτικότητα [< μτγν. προφάνεια]

43233προφανής, ής, ές προ-φα-νής επίθ. {προφανέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): ολοφάνερος, πρόδηλος: ~ής: κίνδυνος/παράγοντας. ~ής: αιτία/αλήθεια/ανάγκη/απάντηση/απόδειξη (= εύγλωττη)/ένδειξη/λύση/σκοπιμότητα. ~ές: συμπέρασμα. ~είς: στόχοι. ~είς: διαφορές. ~ή: οφέλη. Το ποσό του συμβολαίου δεν ανακοινώθηκε για ~είς λόγους. Έγινε/είναι/κατέστη ~ές ότι ...|| (ως ουσ.) Πέρα από τα ~ή, θα έλεγα ότι ... Βλ. -φανής. ΣΥΝ. αυτόδηλος, αυτονόητος, καταφανής, πασίδηλος ● επίρρ.: προφανώς [-ῶς]: ~ κάτι του συνέβη, γι' αυτό και έχει αργήσει (πβ. μάλλον).|| Η όλη υπόθεση είναι ~ σημαντική (πβ. αναμφισβήτητα, σαφώς). [< αρχ. προφανής]
43234πρόφασηπρό-φα-ση ουσ. (θηλ.) 1. δικαιολογία που προβάλλεται, για να καλυφθεί η πραγματική αιτία ενέργειας ή συμπεριφοράς, πρόσχημα: Δρα παράνομα με ~ το καλό του συνόλου. Αναζητούσε/βρήκε μια ~, για να μην τη συναντήσει (πβ. αφορμή, πάτημα). Χρησιμοποιώ κάτι σαν/ως ~. Αρνήθηκε να αναλάβει την υπόθεση, με την ~ ότι ... Με απέφευγε με διάφορες/ποικίλες ~άσεις. Όλα αυτά είναι αστείες/γελοίες ~άσεις. Πβ. προκάλυμμα. 2. ΒΙΟΛ. το πρώτο από τα στάδια της κυτταρικής διαίρεσης. Βλ. ανάφαση, μείωση, μίτωση. ● ΦΡ.: προφάσεις εν αμαρτίαις (ΠΔ): όταν κάποιος προσπαθεί να βρει δικαιολογίες για τα λάθη του: Aυτή είναι η αλήθεια, τα άλλα όλα είναι ~ ~. [< 1: αρχ. πρόφασις 2: αγγλ. prophase]
43236προφέρωπρο-φέ-ρω ρ. (μτβ.) {πρόφερ-α, προφέρ-θηκε, προφέρ-οντας}: αρθρώνω φθόγγους και γενικότ. λέω, αναφέρω κάτι προφορικά: ~ καθαρά/σωστά μια γλώσσα. Δεν μπορεί να ~ει καλά το ρο. Πβ. εκφέρω. Βλ. συμ~.|| Έφυγε, χωρίς να ~ει (= αρθρώσει) λέξη. [< αρχ. προφέρω, γαλλ. prononcer]
43237προφέσοραςπρο-φέ-σο-ρας ουσ. (αρσ.) {προφεσόρων} & προφεσόρος (λαϊκό-συνήθ. ειρων.): πανεπιστημιακός καθηγητής και κυρ. άτομο που παριστάνει τον ειδήμονα σε κάτι: Το παίζει ~. Κάνει τον ~α στα μαθηματικά. [< γερμ. Professor]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.