Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [43800-43820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43238προφεστιβαλικός, ή, ό προ-φε-στι-βα-λι-κός επίθ.: που διεξάγεται πριν από ένα φεστιβάλ, στο πλαίσιο προετοιμασίας ή διαφήμισής του: ~ή: εκδήλωση.
43239προφητάναξπρο-φη-τά-ναξ ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. (ως προσωνυμία του Δαυίδ) προφήτης και βασιλιάς. [< μεσν. προφητάναξ]
43240προφητείαπρο-φη-τεί-α ουσ. (θηλ.): πρόβλεψη μελλοντικών γεγονότων, συνήθ. ως αποτέλεσμα θείας έμπνευσης ή μεταφυσικής ικανότητας: βιβλική/εσχατολογική/ουράνια ~. ~ες της Αγίας Γραφής. Η ~ βγήκε αληθινή/επαληθεύτηκε. Πβ. μαντεία, πρόρρηση, χρησμός. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτοεκπληρούμενη προφητεία βλ. αυτοεκπληρούμενος [< μτγν. προφητεία]
43241προφητεύωπρο-φη-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {προφήτευ-σα κ. (προφ.) προφήτε-ψα, προφητεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -μένος, -οντας}: προλέγω μελλοντικά γεγονότα: (ΘΕΟΛ.) ~σαν την έλευση του Ιησού. Είναι ~μένο ότι ... Πβ. (προ)μαντεύω.|| (κατ' επέκτ.) ~ουν το τέλος του κόσμου. Πβ. προβλέπω. [< αρχ. προφητεύω, γαλλ. prophétiser]
43242προφήτηςπρο-φή-της ουσ. (αρσ.) {προφητών | σπανιότ. θηλ. προφήτισσα (λόγ. προφήτις κ. προφήτιδα)}: πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι αποκαλύπτει κρυφές αλήθειες στο όνομα ενός Θεού από τον οποίο εμπνέεται· κατ' επέκτ. αυτός που προλέγει το μέλλον, μάντης: (ΘΕΟΛ.) Οι ~ες της Παλαιάς Διαθήκης. Η προφήτις Άννα. Δαυίδ, ο ~ βασιλιάς.|| (ΘΡΗΣΚ.) Ο ~ Μωάμεθ.|| (συνήθ. ειρων.) ~ δεινών. Αυτόκλητοι/σύγχρονοι ~ες. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ~, για να δει/καταλάβει ότι ... Βλ. ψευδο~. ● ΦΡ.: μετά Χριστόν προφήτης (ειρων.): για άτομο το οποίο υποστηρίζει ότι είχε προβλέψει κάτι, συνήθ. δυσάρεστο, όταν όλοι πια το γνωρίζουν., ουδείς προφήτης στον τόπο του (παροιμ., ΚΔ): κανένας σπουδαίος άνθρωπος δεν τυγχάνει αναγνώρισης στην πατρίδα του, ιδ. στη γενέτειρά του, κυρ. λόγω φθόνου: Έπρεπε να φύγει για το εξωτερικό, για να αναγνωριστεί η αξία του. Αλλά, βέβαια, ~ ~., ο νόμος/οι νόμοι και οι προφήτες βλ. νόμος [< αρχ. προφήτης, γαλλ. prophète]
43243προφητικός, ή, ό προ-φη-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε προφητεία ή προφήτη: ~ή: ταινία/φωνή. ~ό: έργο/χάρισμα. ~ές: ικανότητες. ~ά: όνειρα. Τα λόγια του αποδείχθηκαν ~ά.|| (ΘΕΟΛ.) Τα ~ά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. ● επίρρ.: προφητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. προφητικός, γαλλ. prophétique, αγγλ. prophetic]
43244προφητικότηταπρο-φη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προφητικού: η ~ των λόγων του. Βλ. -ότητα.
43245προφθαίνωβλ. προφταίνω
43246προφίλπρο-φίλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. το πλαϊνό μέρος του προσώπου: Έχει ωραίο ~.|| (ως επίρρ.) Τον είδα μόνο ~. ΣΥΝ. κατατομή (1) ΑΝΤ. ανφάς 2. (μτφ.) το σύνολο των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάποιου, εικόνα, φυσιογνωμία: επαγγελματικό/εταιρικό/ψυχολογικό ~. ~ ατόμου/επιχείρησης/κόμματος/τράπεζας/χώρας. Άλλαξε ~. Βλ. ίματζ, πρεστίζ.|| Άνθρωπος χαμηλού ~ (= χαμηλών τόνων). 3. ΔΙΑΔΙΚΤ. προσωπικά στοιχεία, όπως ονοματεπώνυμο, ψευδώνυμο, ηλικία, φύλο, ενδιαφέροντα, τα οποία χρησιμοποιεί κάποιος για να δηλώσει τον εαυτό του σε μια διαδικτυακή κοινότητα: ~ μέλους/χρήστη. Δημιουργία ~. 4. ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλικό αντικείμενο μεγάλου μήκους και ειδικής διατομής: ~ αλουμινίου. [< 1: γαλλ. profil 2,3: αγγλ. profile]
43247προφίλτροπρο-φίλ-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. είδος φίλτρου που φιλτράρει υγρά ή αέρια, συγκρατώντας βαρύτερα σωματίδια πριν από το κυρίως φιλτράρισμα: ~ ενεργού άνθρακα. [< αγγλ. prefilter]
43248προφιτερόλπρο-φι-τε-ρόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. γλυκό με σουδάκια που έχουν γέμιση κρέμας ή παγωτού και επικάλυψη σοκολάτας. [< γαλλ. profiterole, ιταλ. ~, πριν από το 1956]
43249προφοράπρο-φο-ρά ουσ. (θηλ.): τρόπος εκφοράς φθόγγου, λέξης· η φωνητική απόδοση μιας γλώσσας: Μιλά με βαριά/ξενική ~. Βλ. συμ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ερασμική προφορά βλ. ερασμικός [< μτγν. προφορά, γαλλ. prononciation]
43250προφορικός, ή, ό προ-φο-ρι-κός επίθ.: που πραγματοποιείται μέσω της ομιλίας, που εκφράζεται με λόγια: ~ός: λόγος/πολιτισμός. ~ή: άδεια/ανακοίνωση/έκφραση/ενημέρωση/εξάσκηση/λογοτεχνία/παρουσίαση/ποίηση/συμφωνία/συνέντευξη. ~ό: κείμενο. ~οί: βαθμοί (μαθημάτων). ~ές: ασκήσεις/γλώσσες/εξετάσεις/ερωτήσεις/μαρτυρίες/οδηγίες. Φανερή ~ή πλειοδοτική δημοπρασία. Η ~ή παράδοση των δημοτικών τραγουδιών. ΑΝΤ. γραπτός (1) ● Ουσ.: προφορικά (τα): το προφορικό μέρος των εξετάσεων: Δίνω/περνώ τα ~. Κόπηκα στα ~. Στα ~ τα πήγα καλά. ● επίρρ.: προφορικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. προφορικός, γαλλ. oral]
43251προφορικότηταπρο-φο-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προφορικού και ειδικότ. η λειτουργία, παρουσία στοιχείων του προφορικού λόγου σε κείμενο· μετάδοση γλωσσικού μηνύματος, γνώσης, πολιτισμικού αγαθού χωρίς τη μεσολάβηση του γραπτού λόγου: πρωτογενής/δευτερογενής ~. ~ της αφήγησης/συζήτησης. Η ηλεκτρονική συνομιλία χαρακτηρίζεται από έντονα στοιχεία ~ας.|| Η ~ της λαϊκής παράδοσης/του παραμυθιού. Βλ. γραμματισμός, -ότητα. [< γαλλ. oralité, αγγλ. orality]
43252προφταίνωπρο-φταί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πρόφτ-ασα, προφτ-άσω} & προφθαίνω 1. (συνήθ. με την άρνηση "δεν" + να) έχω τον απαιτούμενο χρόνο στη διάθεσή μου, για να κάνω ή να φέρω σε πέρας κάτι: Δεν ~ασε να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις. ~ασα και ξάπλωσα λίγο το μεσημέρι. Τρέχω και δεν ~. Δεν ~ να φάω (= έχω πολλές δουλειές και δεν προλαβαίνω). Πβ. προκάνω.|| (επιτατ., για να δηλωθεί άμεση διαδοχή ενεργειών ή γεγονότων) Δεν ~ει να δέχεται προτάσεις. Δεν ~ει να φτιάξει το ένα, χαλάει το άλλο. Δεν ~ασε να τελειώσει τα λόγια του και ... 2. προλαβαίνω να φτάσω εγκαίρως ή να πλησιάσω κάποιον ή κάτι που προπορεύεται: ~ το λεωφορείο/μετρό/πλοίο/τρένο (ΑΝΤ. χάνω). ~εις δεν ~εις! Άργησα και δεν ~ασα την αρχή της ταινίας. Ίσα που ~ουμε. Έτρεξε από πίσω του και τον ~ασε.|| (για κάτι που συμβαίνει, προτού το προλάβω) Τους ~ασε η νύχτα/ο χειμώνας. Φύγε, μη σε ~άσει η μπόρα. 3. καταφέρνω να ενεργήσω ή να αντιδράσω, προτού συμβεί κάτι, συνήθ. δυσάρεστο: ~ασε την τελευταία στιγμή και τον έσωσε. ~ασαν να το σκάσουν. 4. {στον αόρ.} (προφ.) γνώρισα κάποιον ή κάτι, που τώρα πια δεν ζει ή δεν υπάρχει: Δεν τον ~ασα, ήμουν πολύ μικρός όταν πέθανε. ● ΦΡ.: του το/τα πρόφτασε (προφ.-μειωτ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος βιάστηκε να αποκαλύψει κάτι που έπρεπε να παραμείνει κρυφό: ~ ~ τα μαντάτα!, πριν προλάβει/προφτάσει να ... βλ. προλαβαίνω [< αρχ. προφθάνω ‘προλαβαίνω’]
43253προφυλακήπρο-φυ-λα-κή ουσ. (θηλ.) (περιληπτ.-παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. εμπροσθοφυλακή. Βλ. -φυλακή. [< αρχ. προφυλακή]
43254προφυλακίζωπρο-φυ-λα-κί-ζω ρ. (μτβ.) {προφυλάκι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, -σθείς}: ΝΟΜ. (συνήθ. για ανώτερη Αρχή) φυλακίζω κατηγορούμενο πριν από τη διεξαγωγή της δίκης του: Οι συλληφθέντες ~στηκαν για κακούργημα/μετά την απολογία τους στον ανακριτή. Ο ~σμένος αφέθηκε ελεύθερος. [< μεσν. προφυλακίζω]
43255προφυλάκισηπρο-φυ-λά-κι-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. προσωρινή φυλάκιση, κράτηση κατηγορουμένου στη φυλακή: ~ του δράστη. Ανώτατο όριο ~ης (: δεκαοκτώ μήνες). ~ υπόπτου για ένοπλη ληστεία.
43256προφυλακιστέος, α, ο προ-φυ-λα-κι-στέ-ος επίθ.: ΝΟΜ. που πρέπει να προφυλακιστεί: Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ~ μετά την απολογία του στον ανακριτή. Βλ. -τέος.
43257προφυλακτήραςπρο-φυ-λα-κτή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα αυτοκινήτου, στο μπροστινό και οπίσθιο μέρος του, που προστατεύει το αμάξωμα σε περίπτωση ελαφριάς σύγκρουσης: εμπρός/πίσω ~. Μεταλλικός/πλαστικός ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ λεπίδας σε πριόνι. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. pare-à-choc]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.