Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [43800-43820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43226προϋποθέτωπρο-ϋ-πο-θέ-τω ρ. (μτβ.) {προϋπέθε-σα, προϋποθέτ-οντας}: παίρνω κάτι ως δεδομένο: ~ ότι γνωρίζετε Αγγλικά. Πβ. προεικάζω.προϋποθέτει: απαιτεί, χρειάζεται: Η επιτυχία ~ όραμα και πολλή δουλειά. Οι διαπραγματεύσεις ~ουν συμβιβασμό., προϋποτίθεται: απαιτείται ως προϋπόθεση: Για τη συμμετοχή στο πρόγραμμα ~ (= προαπαιτείται) γνώση Η/Υ. [< πβ. αρχ. προϋποτίθημι]
43227προϋπολογίζωπρο-ϋ-πο-λο-γί-ζω ρ. (μτβ.) {προϋπολόγι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, προϋπολογίζ-οντας}: καταρτίζω προϋπολογισμό, κάνω υπολογισμό, εκτίμηση από πριν: ~εται συνολικό ποσό ύψους ... ευρώ για έργα κοινής ωφελείας.|| Η εταιρεία ~ει αύξηση της ετήσιας παραγωγής των προϊόντων της.
43228προϋπολογισμόςπρο-ϋ-πο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. υπολογισμός των εκτιμώμενων εσόδων και εξόδων για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα: οικογενειακός ~. ~οί Δήμων/Πανεπιστημίων.|| ~ δράσης/λιτότητας. ~oί επενδύσεων. Η κατασκευαστική εταιρεία ανέλαβε έργα συνολικού ~ού ... ευρώ. Πβ. μπάτζετ. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: κρατικός/δημόσιος/κοινοτικός προϋπολογισμός: τα προβλεπόμενα έσοδα και έξοδα ενός κράτους ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντίστοιχα, για κάθε οικονομικό έτος: ελλειμματικός/ετήσιος/ισοσκελισμένος/πλεονασματικός ~ ~. Καταρτίστηκε/κατατέθηκε ο ~ ~. Η εκτέλεση του ~ού ~ού. Έγκριση/ψήφιση του ~ού ~ού από τη Βουλή. Μαύρη τρύπα στον ~ό ~ό., έλλειμμα (του) προϋπολογισμού βλ. έλλειμμα, ισοσκελισμένος προϋπολογισμός βλ. ισοσκελίζω [< γαλλ. devis]
43229προϋπολογιστικός, ή, ό προ-ϋ-πο-λο-γι-στι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με προϋπολογισμό: ~ός: έλεγχος (επιχείρησης). ~ό: κόστος (έργου).
43230προϋφίσταταιπρο-ϋ-φί-στα-ται ρ. (αμτβ.) {μτχ. προϋφιστά-μενος} (λόγ.): υπάρχει πριν από κάποιον ή κάτι άλλο: Οικισμός που ~ του έτους ... ~μενος: κοινόχρηστος δρόμος. ΣΥΝ. προϋπάρχει [< μτγν. προϋφίστημι]
43231προύχονταςπρού-χο-ντας ουσ. (αρσ.) {προυχόντων}: ΙΣΤ. (επί Τουρκοκρατίας) τοπικός άρχοντας επιφορτισμένος κυρ. με την είσπραξη φόρων· κατ' επέκτ. άρχοντας, πρόσωπο με ισχύ, λόγω πλούτου ή αξιώματος. Πβ. δημογέροντας, κοτζαμπάσης, προεστός, πρόκριτος. [< αρχ. πληθ. οἱ προύχοντες]
43232προφάνειαπρο-φά-νει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προφανούς: η ~ των γεγονότων. ΑΝΤ. υπαινικτικότητα [< μτγν. προφάνεια]
43233προφανής, ής, ές προ-φα-νής επίθ. {προφανέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): ολοφάνερος, πρόδηλος: ~ής: κίνδυνος/παράγοντας. ~ής: αιτία/αλήθεια/ανάγκη/απάντηση/απόδειξη (= εύγλωττη)/ένδειξη/λύση/σκοπιμότητα. ~ές: συμπέρασμα. ~είς: στόχοι. ~είς: διαφορές. ~ή: οφέλη. Το ποσό του συμβολαίου δεν ανακοινώθηκε για ~είς λόγους. Έγινε/είναι/κατέστη ~ές ότι ...|| (ως ουσ.) Πέρα από τα ~ή, θα έλεγα ότι ... Βλ. -φανής. ΣΥΝ. αυτόδηλος, αυτονόητος, καταφανής, πασίδηλος ● επίρρ.: προφανώς [-ῶς]: ~ κάτι του συνέβη, γι' αυτό και έχει αργήσει (πβ. μάλλον).|| Η όλη υπόθεση είναι ~ σημαντική (πβ. αναμφισβήτητα, σαφώς). [< αρχ. προφανής]
43234πρόφασηπρό-φα-ση ουσ. (θηλ.) 1. δικαιολογία που προβάλλεται, για να καλυφθεί η πραγματική αιτία ενέργειας ή συμπεριφοράς, πρόσχημα: Δρα παράνομα με ~ το καλό του συνόλου. Αναζητούσε/βρήκε μια ~, για να μην τη συναντήσει (πβ. αφορμή, πάτημα). Χρησιμοποιώ κάτι σαν/ως ~. Αρνήθηκε να αναλάβει την υπόθεση, με την ~ ότι ... Με απέφευγε με διάφορες/ποικίλες ~άσεις. Όλα αυτά είναι αστείες/γελοίες ~άσεις. Πβ. προκάλυμμα. 2. ΒΙΟΛ. το πρώτο από τα στάδια της κυτταρικής διαίρεσης. Βλ. ανάφαση, μείωση, μίτωση. ● ΦΡ.: προφάσεις εν αμαρτίαις (ΠΔ): όταν κάποιος προσπαθεί να βρει δικαιολογίες για τα λάθη του: Aυτή είναι η αλήθεια, τα άλλα όλα είναι ~ ~. [< 1: αρχ. πρόφασις 2: αγγλ. prophase]
43236προφέρωπρο-φέ-ρω ρ. (μτβ.) {πρόφερ-α, προφέρ-θηκε, προφέρ-οντας}: αρθρώνω φθόγγους και γενικότ. λέω, αναφέρω κάτι προφορικά: ~ καθαρά/σωστά μια γλώσσα. Δεν μπορεί να ~ει καλά το ρο. Πβ. εκφέρω. Βλ. συμ~.|| Έφυγε, χωρίς να ~ει (= αρθρώσει) λέξη. [< αρχ. προφέρω, γαλλ. prononcer]
43237προφέσοραςπρο-φέ-σο-ρας ουσ. (αρσ.) {προφεσόρων} & προφεσόρος (λαϊκό-συνήθ. ειρων.): πανεπιστημιακός καθηγητής και κυρ. άτομο που παριστάνει τον ειδήμονα σε κάτι: Το παίζει ~. Κάνει τον ~α στα μαθηματικά. [< γερμ. Professor]
43238προφεστιβαλικός, ή, ό προ-φε-στι-βα-λι-κός επίθ.: που διεξάγεται πριν από ένα φεστιβάλ, στο πλαίσιο προετοιμασίας ή διαφήμισής του: ~ή: εκδήλωση.
43239προφητάναξπρο-φη-τά-ναξ ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. (ως προσωνυμία του Δαυίδ) προφήτης και βασιλιάς. [< μεσν. προφητάναξ]
43240προφητείαπρο-φη-τεί-α ουσ. (θηλ.): πρόβλεψη μελλοντικών γεγονότων, συνήθ. ως αποτέλεσμα θείας έμπνευσης ή μεταφυσικής ικανότητας: βιβλική/εσχατολογική/ουράνια ~. ~ες της Αγίας Γραφής. Η ~ βγήκε αληθινή/επαληθεύτηκε. Πβ. μαντεία, πρόρρηση, χρησμός. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτοεκπληρούμενη προφητεία βλ. αυτοεκπληρούμενος [< μτγν. προφητεία]
43241προφητεύωπρο-φη-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {προφήτευ-σα κ. (προφ.) προφήτε-ψα, προφητεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -μένος, -οντας}: προλέγω μελλοντικά γεγονότα: (ΘΕΟΛ.) ~σαν την έλευση του Ιησού. Είναι ~μένο ότι ... Πβ. (προ)μαντεύω.|| (κατ' επέκτ.) ~ουν το τέλος του κόσμου. Πβ. προβλέπω. [< αρχ. προφητεύω, γαλλ. prophétiser]
43242προφήτηςπρο-φή-της ουσ. (αρσ.) {προφητών | σπανιότ. θηλ. προφήτισσα (λόγ. προφήτις κ. προφήτιδα)}: πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι αποκαλύπτει κρυφές αλήθειες στο όνομα ενός Θεού από τον οποίο εμπνέεται· κατ' επέκτ. αυτός που προλέγει το μέλλον, μάντης: (ΘΕΟΛ.) Οι ~ες της Παλαιάς Διαθήκης. Η προφήτις Άννα. Δαυίδ, ο ~ βασιλιάς.|| (ΘΡΗΣΚ.) Ο ~ Μωάμεθ.|| (συνήθ. ειρων.) ~ δεινών. Αυτόκλητοι/σύγχρονοι ~ες. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ~, για να δει/καταλάβει ότι ... Βλ. ψευδο~. ● ΦΡ.: μετά Χριστόν προφήτης (ειρων.): για άτομο το οποίο υποστηρίζει ότι είχε προβλέψει κάτι, συνήθ. δυσάρεστο, όταν όλοι πια το γνωρίζουν., ουδείς προφήτης στον τόπο του (παροιμ., ΚΔ): κανένας σπουδαίος άνθρωπος δεν τυγχάνει αναγνώρισης στην πατρίδα του, ιδ. στη γενέτειρά του, κυρ. λόγω φθόνου: Έπρεπε να φύγει για το εξωτερικό, για να αναγνωριστεί η αξία του. Αλλά, βέβαια, ~ ~., ο νόμος/οι νόμοι και οι προφήτες βλ. νόμος [< αρχ. προφήτης, γαλλ. prophète]
43243προφητικός, ή, ό προ-φη-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε προφητεία ή προφήτη: ~ή: ταινία/φωνή. ~ό: έργο/χάρισμα. ~ές: ικανότητες. ~ά: όνειρα. Τα λόγια του αποδείχθηκαν ~ά.|| (ΘΕΟΛ.) Τα ~ά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. ● επίρρ.: προφητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. προφητικός, γαλλ. prophétique, αγγλ. prophetic]
43244προφητικότηταπρο-φη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προφητικού: η ~ των λόγων του. Βλ. -ότητα.
43245προφθαίνωβλ. προφταίνω
43246προφίλπρο-φίλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. το πλαϊνό μέρος του προσώπου: Έχει ωραίο ~.|| (ως επίρρ.) Τον είδα μόνο ~. ΣΥΝ. κατατομή (1) ΑΝΤ. ανφάς 2. (μτφ.) το σύνολο των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάποιου, εικόνα, φυσιογνωμία: επαγγελματικό/εταιρικό/ψυχολογικό ~. ~ ατόμου/επιχείρησης/κόμματος/τράπεζας/χώρας. Άλλαξε ~. Βλ. ίματζ, πρεστίζ.|| Άνθρωπος χαμηλού ~ (= χαμηλών τόνων). 3. ΔΙΑΔΙΚΤ. προσωπικά στοιχεία, όπως ονοματεπώνυμο, ψευδώνυμο, ηλικία, φύλο, ενδιαφέροντα, τα οποία χρησιμοποιεί κάποιος για να δηλώσει τον εαυτό του σε μια διαδικτυακή κοινότητα: ~ μέλους/χρήστη. Δημιουργία ~. 4. ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλικό αντικείμενο μεγάλου μήκους και ειδικής διατομής: ~ αλουμινίου. [< 1: γαλλ. profil 2,3: αγγλ. profile]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.