| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43247 | προφίλτρο | προ-φίλ-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. είδος φίλτρου που φιλτράρει υγρά ή αέρια, συγκρατώντας βαρύτερα σωματίδια πριν από το κυρίως φιλτράρισμα: ~ ενεργού άνθρακα. [< αγγλ. prefilter] | |
| 43248 | προφιτερόλ | προ-φι-τε-ρόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. γλυκό με σουδάκια που έχουν γέμιση κρέμας ή παγωτού και επικάλυψη σοκολάτας. [< γαλλ. profiterole, ιταλ. ~, πριν από το 1956] | |
| 43249 | προφορά | προ-φο-ρά ουσ. (θηλ.): τρόπος εκφοράς φθόγγου, λέξης· η φωνητική απόδοση μιας γλώσσας: Μιλά με βαριά/ξενική ~. Βλ. συμ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ερασμική προφορά βλ. ερασμικός [< μτγν. προφορά, γαλλ. prononciation] | |
| 43250 | προφορικός | , ή, ό προ-φο-ρι-κός επίθ.: που πραγματοποιείται μέσω της ομιλίας, που εκφράζεται με λόγια: ~ός: λόγος/πολιτισμός. ~ή: άδεια/ανακοίνωση/έκφραση/ενημέρωση/εξάσκηση/λογοτεχνία/παρουσίαση/ποίηση/συμφωνία/συνέντευξη. ~ό: κείμενο. ~οί: βαθμοί (μαθημάτων). ~ές: ασκήσεις/γλώσσες/εξετάσεις/ερωτήσεις/μαρτυρίες/οδηγίες. Φανερή ~ή πλειοδοτική δημοπρασία. Η ~ή παράδοση των δημοτικών τραγουδιών. ΑΝΤ. γραπτός (1) ● Ουσ.: προφορικά (τα): το προφορικό μέρος των εξετάσεων: Δίνω/περνώ τα ~. Κόπηκα στα ~. Στα ~ τα πήγα καλά. ● επίρρ.: προφορικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. προφορικός, γαλλ. oral] | |
| 43251 | προφορικότητα | προ-φο-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προφορικού και ειδικότ. η λειτουργία, παρουσία στοιχείων του προφορικού λόγου σε κείμενο· μετάδοση γλωσσικού μηνύματος, γνώσης, πολιτισμικού αγαθού χωρίς τη μεσολάβηση του γραπτού λόγου: πρωτογενής/δευτερογενής ~. ~ της αφήγησης/συζήτησης. Η ηλεκτρονική συνομιλία χαρακτηρίζεται από έντονα στοιχεία ~ας.|| Η ~ της λαϊκής παράδοσης/του παραμυθιού. Βλ. γραμματισμός, -ότητα. [< γαλλ. oralité, αγγλ. orality] | |
| 43252 | προφταίνω | προ-φταί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πρόφτ-ασα, προφτ-άσω} & προφθαίνω 1. (συνήθ. με την άρνηση "δεν" + να) έχω τον απαιτούμενο χρόνο στη διάθεσή μου, για να κάνω ή να φέρω σε πέρας κάτι: Δεν ~ασε να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις. ~ασα και ξάπλωσα λίγο το μεσημέρι. Τρέχω και δεν ~. Δεν ~ να φάω (= έχω πολλές δουλειές και δεν προλαβαίνω). Πβ. προκάνω.|| (επιτατ., για να δηλωθεί άμεση διαδοχή ενεργειών ή γεγονότων) Δεν ~ει να δέχεται προτάσεις. Δεν ~ει να φτιάξει το ένα, χαλάει το άλλο. Δεν ~ασε να τελειώσει τα λόγια του και ... 2. προλαβαίνω να φτάσω εγκαίρως ή να πλησιάσω κάποιον ή κάτι που προπορεύεται: ~ το λεωφορείο/μετρό/πλοίο/τρένο (ΑΝΤ. χάνω). ~εις δεν ~εις! Άργησα και δεν ~ασα την αρχή της ταινίας. Ίσα που ~ουμε. Έτρεξε από πίσω του και τον ~ασε.|| (για κάτι που συμβαίνει, προτού το προλάβω) Τους ~ασε η νύχτα/ο χειμώνας. Φύγε, μη σε ~άσει η μπόρα. 3. καταφέρνω να ενεργήσω ή να αντιδράσω, προτού συμβεί κάτι, συνήθ. δυσάρεστο: ~ασε την τελευταία στιγμή και τον έσωσε. ~ασαν να το σκάσουν. 4. {στον αόρ.} (προφ.) γνώρισα κάποιον ή κάτι, που τώρα πια δεν ζει ή δεν υπάρχει: Δεν τον ~ασα, ήμουν πολύ μικρός όταν πέθανε. ● ΦΡ.: του το/τα πρόφτασε (προφ.-μειωτ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος βιάστηκε να αποκαλύψει κάτι που έπρεπε να παραμείνει κρυφό: ~ ~ τα μαντάτα!, πριν προλάβει/προφτάσει να ... βλ. προλαβαίνω [< αρχ. προφθάνω ‘προλαβαίνω’] | |
| 43253 | προφυλακή | προ-φυ-λα-κή ουσ. (θηλ.) (περιληπτ.-παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. εμπροσθοφυλακή. Βλ. -φυλακή. [< αρχ. προφυλακή] | |
| 43254 | προφυλακίζω | προ-φυ-λα-κί-ζω ρ. (μτβ.) {προφυλάκι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, -σθείς}: ΝΟΜ. (συνήθ. για ανώτερη Αρχή) φυλακίζω κατηγορούμενο πριν από τη διεξαγωγή της δίκης του: Οι συλληφθέντες ~στηκαν για κακούργημα/μετά την απολογία τους στον ανακριτή. Ο ~σμένος αφέθηκε ελεύθερος. [< μεσν. προφυλακίζω] | |
| 43255 | προφυλάκιση | προ-φυ-λά-κι-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. προσωρινή φυλάκιση, κράτηση κατηγορουμένου στη φυλακή: ~ του δράστη. Ανώτατο όριο ~ης (: δεκαοκτώ μήνες). ~ υπόπτου για ένοπλη ληστεία. | |
| 43256 | προφυλακιστέος | , α, ο προ-φυ-λα-κι-στέ-ος επίθ.: ΝΟΜ. που πρέπει να προφυλακιστεί: Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ~ μετά την απολογία του στον ανακριτή. Βλ. -τέος. | |
| 43257 | προφυλακτήρας | προ-φυ-λα-κτή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα αυτοκινήτου, στο μπροστινό και οπίσθιο μέρος του, που προστατεύει το αμάξωμα σε περίπτωση ελαφριάς σύγκρουσης: εμπρός/πίσω ~. Μεταλλικός/πλαστικός ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ λεπίδας σε πριόνι. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. pare-à-choc] | |
| 43258 | προφυλακτικό | προ-φυ-λα-κτι-κό ουσ. (ουδ.): ελαστικό περίβλημα που εφαρμόζεται στο πέος (ή στον γυναικείο κόλπο) κατά τη σεξουαλική πράξη, με σκοπό την προστασία από σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και την αποφυγή εγκυμοσύνης: ανδρικά/γυναικεία (βλ. διάφραγμα, σπιράλ) ~ά. Βάζει/φορά/χρησιμοποιεί ~. Πβ. καπότα. Βλ. λατέξ. [< γαλλ. préservatif] | |
| 43259 | προφυλακτικός | , ή, ό προ-φυ-λα-κτι-κός επίθ.: που αποβλέπει στην προφύλαξη: ~ή: αγωγή/αντιβίωση (= χημειοπροφύλαξη)/θεραπεία/χορήγηση (αντιβιοτικών). ~ά: μέτρα. Πβ. προληπτικός. ● επίρρ.: προφυλακτικώς [-ῶς] [< μτγν. προφυλακτικός, γαλλ. préservatif, αγγλ. prophylactic, γαλλ. prophylactique] | |
| 43260 | προφύλαξη | προ-φύ-λα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. προστασία: ~ από ασθένεια/ατύχημα. Οδηγίες για ~ από τον καύσωνα. Μέτρα ~ης από τη γρίπη. ~ και διάσωση του περιβάλλοντος. Πβ. πρόληψη. Βλ. χημειο~. 2. {συνήθ. στον πληθ.} καθετί που εφαρμόζεται ή χρησιμοποιείται για την αποτροπή αρνητικής κατάστασης, κινδύνου: Παίρνω ~άξεις. Τηρώ τις ~άξεις ασφαλείας (που αναγράφονται σε προϊόν).|| Aσφαλές σεξ με ~ (βλ. προφυλακτικό). ● ΣΥΜΠΛ.: προφύλαξη οθόνης βλ. οθόνη [< μτγν. προφύλαξις, γαλλ. précaution, αγγλ. prophylaxis, γαλλ. prophylaxie] | |
| 43261 | προφυλάσσω | προ-φυ-λάσ-σω ρ. (μτβ.) {προφύλα-ξα, -χθηκε (προφ.) -χτηκε, -γμένος, προφυλάσσ-οντας} (+ από) & (λαϊκό) προφυλά(γ)ω: προστατεύω, απομακρύνω απειλή ή κίνδυνο: Γυαλιά που ~ουν από τις υπεριώδεις ακτίνες του ήλιου. ● Παθ.: προφυλάσσομαι: λαμβάνω μέτρα προστασίας από κάτι ή κάποιον: Να ~γεσαι από τους κινδύνους. Προφυλαχτείτε από τις κακοτοπιές.|| Ο ποδοσφαιριστής ~χθηκε για προληπτικούς λόγους (: δεν αγωνίστηκε). [< αρχ. προφυλάσσω] | |
| 43262 | προχειρίζω | προ-χει-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {προχείρι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε}: ΕΚΚΛΗΣ. χειροτονώ. [< αρχ. προχειρίζω ‘εκλέγω, διορίζω’] | |
| 43263 | προχειρογραμμένος | , η, ο προ-χει-ρο-γραμ-μέ-νος επίθ.: που έχει γραφτεί με πρόχειρο τρόπο: ~ο: κείμενο. | |
| 43264 | προχειροδουλειά | προ-χει-ρο-δου-λειά ουσ. (θηλ.) (προφ.): εργασία που γίνεται επιπόλαια, βιαστικά, χωρίς επιμέλεια: Έχει γίνει ~ στην κατασκευή του κτιρίου. Βλ. κακοτεχνία. ΣΥΝ. τσαπατσοδουλειά, ψευτοδουλειά (2) | |
| 43265 | προχειρολογία | προ-χει-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): διατύπωση άποψης που γίνεται άκριτα, αβασάνιστα: Οι προτάσεις του δείχνουν ~. Βλ. -λογία. | |
| 43266 | προχειρολόγος | προ-χει-ρο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): αυτός που διακρίνεται από προχειρότητα στην επιχειρηματολογία, επιπολαιότητα ή/και ανεπαρκή γνώση ενός θέματος. Βλ. -λόγος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ