Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [43820-43840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43258προφυλακτικόπρο-φυ-λα-κτι-κό ουσ. (ουδ.): ελαστικό περίβλημα που εφαρμόζεται στο πέος (ή στον γυναικείο κόλπο) κατά τη σεξουαλική πράξη, με σκοπό την προστασία από σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και την αποφυγή εγκυμοσύνης: ανδρικά/γυναικεία (βλ. διάφραγμα, σπιράλ) ~ά. Βάζει/φορά/χρησιμοποιεί ~. Πβ. καπότα. Βλ. λατέξ. [< γαλλ. préservatif]
43259προφυλακτικός, ή, ό προ-φυ-λα-κτι-κός επίθ.: που αποβλέπει στην προφύλαξη: ~ή: αγωγή/αντιβίωση (= χημειοπροφύλαξη)/θεραπεία/χορήγηση (αντιβιοτικών). ~ά: μέτρα. Πβ. προληπτικός. ● επίρρ.: προφυλακτικώς [-ῶς] [< μτγν. προφυλακτικός, γαλλ. préservatif, αγγλ. prophylactic, γαλλ. prophylactique]
43260προφύλαξηπρο-φύ-λα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. προστασία: ~ από ασθένεια/ατύχημα. Οδηγίες για ~ από τον καύσωνα. Μέτρα ~ης από τη γρίπη. ~ και διάσωση του περιβάλλοντος. Πβ. πρόληψη. Βλ. χημειο~. 2. {συνήθ. στον πληθ.} καθετί που εφαρμόζεται ή χρησιμοποιείται για την αποτροπή αρνητικής κατάστασης, κινδύνου: Παίρνω ~άξεις. Τηρώ τις ~άξεις ασφαλείας (που αναγράφονται σε προϊόν).|| Aσφαλές σεξ με ~ (βλ. προφυλακτικό). ● ΣΥΜΠΛ.: προφύλαξη οθόνης βλ. οθόνη [< μτγν. προφύλαξις, γαλλ. précaution, αγγλ. prophylaxis, γαλλ. prophylaxie]
43261προφυλάσσωπρο-φυ-λάσ-σω ρ. (μτβ.) {προφύλα-ξα, -χθηκε (προφ.) -χτηκε, -γμένος, προφυλάσσ-οντας} (+ από) & (λαϊκό) προφυλά(γ)ω: προστατεύω, απομακρύνω απειλή ή κίνδυνο: Γυαλιά που ~ουν από τις υπεριώδεις ακτίνες του ήλιου. ● Παθ.: προφυλάσσομαι: λαμβάνω μέτρα προστασίας από κάτι ή κάποιον: Να ~γεσαι από τους κινδύνους. Προφυλαχτείτε από τις κακοτοπιές.|| Ο ποδοσφαιριστής ~χθηκε για προληπτικούς λόγους (: δεν αγωνίστηκε). [< αρχ. προφυλάσσω]
43262προχειρίζωπρο-χει-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {προχείρι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε}: ΕΚΚΛΗΣ. χειροτονώ. [< αρχ. προχειρίζω ‘εκλέγω, διορίζω’]
43263προχειρογραμμένος, η, ο προ-χει-ρο-γραμ-μέ-νος επίθ.: που έχει γραφτεί με πρόχειρο τρόπο: ~ο: κείμενο.
43264προχειροδουλειάπρο-χει-ρο-δου-λειά ουσ. (θηλ.) (προφ.): εργασία που γίνεται επιπόλαια, βιαστικά, χωρίς επιμέλεια: Έχει γίνει ~ στην κατασκευή του κτιρίου. Βλ. κακοτεχνία. ΣΥΝ. τσαπατσοδουλειά, ψευτοδουλειά (2)
43265προχειρολογίαπρο-χει-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): διατύπωση άποψης που γίνεται άκριτα, αβασάνιστα: Οι προτάσεις του δείχνουν ~. Βλ. -λογία.
43266προχειρολόγοςπρο-χει-ρο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): αυτός που διακρίνεται από προχειρότητα στην επιχειρηματολογία, επιπολαιότητα ή/και ανεπαρκή γνώση ενός θέματος. Βλ. -λόγος.
43267πρόχειρος, η, ο πρό-χει-ρος επίθ. 1. που γίνεται με βιασύνη, χωρίς την απαραίτητη φροντίδα, προσοχή, προετοιμασία ή που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί: ~ος: κατάλογος/σχεδιασμός/υπολογισμός (ΑΝΤ. ακριβής). ~η: δουλειά (= προχειροδουλειά· ΑΝΤ. προσεγμένη, φροντισμένη)/εκτίμηση (πβ. βεβιασμένος)/εξέταση/εργασία/έρευνα (ΑΝΤ. ενδελεχής, λεπτομερής)/μετάφραση. ~ο: διάβασμα. ~ες: απαντήσεις/αποφάσεις/προτάσεις/σημειώσεις/σκέψεις. ~α: στοιχεία/συμπεράσματα/σχέδια. Αν κάποιος ρίξει μια ~η ματιά στη βαθμολογία, θα διαπιστώσει ότι ... Έδωσε στο κείμενό της έναν πρώτο ~ο τίτλο. 2. που μπορεί να ετοιμαστεί ή να χρησιμοποιηθεί εύκολα και συχνά υπολείπεται σε ποιότητα· που είναι καθημερινός, καλύπτει προσωρινά άμεσες ανάγκες: ~ος: καταυλισμός. ~η: εγκατάσταση/εκτύπωση/κατοικία. ~ο: γεύμα/ρούχο (ΑΝΤ. επίσημο, καλό)/φαγητό (βλ. τζανκ φουντ). ~α: καταλύματα/μέσα. Κουζίνα με ~η τραπεζαρία. Θα ετοιμάσω κάτι ~ο να φάμε. 3. που μπορεί κάποιος να τον βρει ή να τον σκεφτεί εύκολα, άμεσα διαθέσιμος: ~η: δικαιολογία/λύση. Αυτή τη στιγμή δεν είμαι ~ να σου απαντήσω. Μήπως σου βρίσκεται κανένα μολύβι ~ο; Έχεις τα κλειδιά του σπιτιού ~α (= εύκαιρα); ● Ουσ.: πρόχειρο (το) 1. σημειωματάριο, τετράδιο ή τμήμα τετραδίου για (σύντομες) σημειώσεις: Έκανε ένα σχεδιάγραμμα στο ~ και μετά έγραψε την έκθεση στο καλό. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εφαρμογή που περιέχει κείμενο το οποίο έχει αντιγραφεί ή αποκοπεί: απαλοιφή στοιχείων από το ~. Επικόλληση από το ~. ● επίρρ.: πρόχειρα & (λόγ.) προχείρως: Ντύθηκε ~. Έχουν στηθεί σκηνές, για να στεγάσουν ~ τους αστέγους. Πολύ ~ αναφέρω ότι ... ● ΣΥΜΠΛ.: πρόχειρο διαγώνισμα: απροειδοποίητη γραπτή εξέταση στο πλαίσιο μιας διδακτικής ώρας σχολικού μαθήματος: ~ ~ στη βιολογία., πρόχειρος διαγωνισμός: που διενεργείται με συνοπτικές διαδικασίες για προμήθειες χαμηλού ύψους: πρόχειρος μειοδοτικός διαγωνισμός για την προμήθεια εκπαιδευτικού υλικού. ● ΦΡ.: εκ του προχείρου (λόγ.): βιαστικά, απερίσκεπτα: Μέτρα που ελήφθησαν ~ ~. [< αρχ. πρόχειρος]
43268προχειρότηταπρο-χει-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του πρόχειρου· έλλειψη φροντίδας, επιμέλειας: Η κατασκευή/μελέτη χαρακτηρίζεται από ~. Όλα έγιναν με ~. Βλ. -ότητα. 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} (συνεκδ.) εργασία που γίνεται βιαστικά, επιπόλαια: κακοτεχνίες, παραλείψεις και ~ες. Πβ. τσαπατσουλιά. [< μτγν. προχειρότης]
43269προχθέςπρο-χθές επίρρ. & προχτές & (λαϊκό) προψές: (χρον.) μια μέρα πριν από τη χθεσινή, πριν από δύο μέρες: ~ τα ξημερώματα/αργά το βράδυ. Ισχύουν από ~ αυξήσεις στα ... Δεν προσήλθε στην προγραμματισμένη για ~ σύσκεψη. ● ΦΡ.: χθες προχθές βλ. χθες & χτες [< μτγν. προχθές]
43270προχθεσινός, ή, ό προ-χθε-σι-νός επίθ. & προχτεσινός & (λαϊκό) προψεσινός: που εκδηλώθηκε, συνέβη προχθές: ~ός: αγώνας. ~ή: απόφαση/ημέρα/συνάντηση/συνέντευξη. ~ό: παιχνίδι. ~ές: δηλώσεις. ~ά: γεγονότα/επεισόδια. [< μεσν. προχθεσινός]
43271προχοήπρο-χο-ή ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. κατάλληλα διαμορφωμένο στόμιο αγγείου, ώστε να ρέει έξω το υγρό περιεχόμενό του: κρατήρας/πήλινη οινοχόη με ~. [< αρχ. προχοή]
43272προχοΐδαπρο-χο-ΐ-δα ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. εργαστηριακό όργανο, γυάλινος κυλινδρικός σωλήνας, για την ακριβή μέτρηση του όγκου των υγρών. Πβ. πιπέτα. [< αρχ. προχοῒς]
43273προχόλπρο-χόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μικρός χώρος πριν από το χολ. [< γερμ. Vorhalle]
43274πρόχουςπρό-χους ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. κλειστό αγγείο με μία κάθετη λαβή και ειδικά διαμορφωμένο στόμιο για την εκροή υγρών: πήλινη ~. Βλ. οινοχόη. [< αρχ. πρόχους]
43275προχρηματοδότησηπρο-χρη-μα-το-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. προκαταβολή ποσού χρηματοδότησης: Το πρόγραμμα έλαβε ~ ύψους ... ευρώ από το ΕΣΠΑ. Βλ. -δότηση. [< γαλλ. préfinancement, 1965]
43276προχριστιανικός, ή, ό προ-χρι-στια-νι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην εποχή πριν από τη γέννηση του Χριστού: ~ός: κόσμος. ~ή: παράδοση. ~ό: έθιμο. ~ές: θρησκείες. ~ά: χρόνια. [< γερμ. vorchristlich]
43277προχρονολόγησηπρο-χρο-νο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προχρονολογώ: ~ εγγράφου. Ημερομηνία ~ης. ΑΝΤ. μεταχρονολόγηση [< γαλλ. antidate]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.