Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [43840-43860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43278προχρονολογώ[προχρονολογῶ] προ-χρο-νο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {προχρονολογ-εί ... | προχρονολόγ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: σημειώνω χρονολογία προγενέστερη από την πραγματική, χρονολογώ κάτι πριν από κάτι άλλο: ~ημένη: επιταγή. ΑΝΤ. μεταχρονολογώ (1) [< γαλλ. antidater]
43279προχώπρο-χώ επίθ. {άκλ.} & προχό (νεαν. αργκό): προχωρημένος, πρωτοποριακός, προωθημένος: ~ ιδέες. Οι πιο ~ τάσεις της μόδας. Σε βρίσκω ~. Πολύ ~ τύπος!
43280πρόχωμαπρό-χω-μα ουσ. (ουδ.): οχύρωμα από συσσωρευμένο χώμα για την προστασία των στρατιωτών από τα εχθρικά πυρά. Πβ. ανάχωμα. Βλ. -χωμα. [< μτγν. πρόχωμα]
43281προχωράωβλ. προχωρώ
43282προχώρημαπρο-χώ-ρη-μα ουσ. (ουδ.): πορεία προς τα εμπρός, πέρασμα στο επόμενο στάδιο, εξέλιξη, πρόοδος: ~ της διαδικασίας/των μεταρρυθμίσεων/της σκέψης/των σχεδίων. [< πβ. μτγν. προχώρημα ‘περίττωμα’]
43283προχωρημένος, η, ο προ-χω-ρη-μέ-νος επίθ. 1. που έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο, έχει εξελιχθεί, επεκταθεί και κατ' επέκτ. είναι πολύ μοντέρνος: ~ος: σχεδιασμός. ~η: (ΔΙΑΔΙΚΤ.) αναζήτηση/εκπαίδευση/τεχνολογία/χρήση. ~ο: επίπεδο/πρόγραμμα. ~ες: απόψεις/δυνατότητες/επαφές (= συζητήσεις) με τον .../ιδέες/λειτουργίες/μέθοδοι (= προωθημένες, πρωτοποριακές)/(ΠΛΗΡΟΦ.) ρυθμίσεις/σπουδές/σχέσεις (= σεξουαλικές)/τεχνικές. ~α: γούστα/θέματα/συστήματα/τμήματα. Οι συνομιλίες βρίσκονται σε ~ο στάδιο. Ασχολείται με/κάνει ~α πράγματα. Πβ. προηγμένος.|| ~ος: καρκίνος. ~η: νόσος/σήψη. ~ης: μορφής. || (ως ουσ.) Μαθήματα/πρακτικός οδηγός για ~ους (ΑΝΤ. αρχάριος). 2. (για τον χρόνο) που έχει περάσει ή (για χρον. περίοδο) που πλησιάζει προς το τέλος: ~η: εγκυμοσύνη. ~ο: φθινόπωρο. Πέθανε σε ~η ηλικία. Πβ. προκεχωρημένος. [< γαλλ. avancé , αγγλ. advanced]
43284προχωρώ[προχωρῶ] προ-χω-ρώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προχωρ-ά κ. -εί κ. -άει | προχώρ-ησα, προχωρ-ημένος, (λόγ.) προκεχωρ-ημένος, -ώντας} & προχωράω 1. βαδίζω, μετακινούμαι, πηγαίνω προς τα εμπρός: ~ στον δρόμο. ~ά αργά και σταθερά/γρήγορα/με δυσκολία/με το πάσο του/προσεκτικά/σιγά-σιγά. ~ ευθεία προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση (πβ. πορεύομαι). Μπαίνεις και ~άς στο βάθος του διαδρόμου. ~ησε ανατολικά/δυτικά/προς το μέρος μου. 2. εξελίσσομαι, οδηγούμαι στο επόμενο ή το τελικό στάδιο, προοδεύω, ενεργώ, ώστε να ολοκληρωθεί κάτι: Η επιστήμη/το έργο/η έρευνα/το θέμα/η μελέτη/η προετοιμασία ~ά με γοργούς ρυθμούς/ικανοποιητικά/προοδευτικά. Καθώς ~άει η ταινία ... ~ούν οι εργασίες βελτίωσης του οδικού δικτύου. Η κατάσταση/το σχέδιο/η υπόθεση (δεν) ~ούσε. Θα ~ήσει στη ζωή και θα προκόψει. ~ησε η δουλειά. ~ησε βήμα-βήμα ως την εκπλήρωση των στόχων του. Τα φαβορί ~ησαν με νίκες. Οι συνομιλίες δεν ~ησαν. Έχουν ~ήσει στις σπουδές τους.|| (για κάτι αρνητικό, δυσάρεστο) Η αρρώστια/το κακό/η λοίμωξη/η μόλυνση έχει ~ήσει (ΑΝΤ. υποχωρήσει). Η διαφθορά ~ησε πολύ βαθιά (= εξαπλώθηκε).|| ~ τις διαδικασίες/μεταρρυθμίσεις.|| (προφ.) Καλά, εσύ το ~ησες πολύ! Φτάνει ως εδώ, μην (το) ~άς (= μην ξεπερνάς τα όρια). 3. (+ σε) συνεχίζω, πηγαίνω στο επόμενο στάδιο ή/και αναλαμβάνω πρωτοβουλία: ~ούν σε απεργία/διαπραγματεύσεις/ελέγχους/συλλήψεις/συμφωνία/συνεργασία. ~ά ακάθεκτος στην ολοκλήρωση του προγράμματος. ~ησαν σε αυξήσεις τιμών. ~ησε σε καταγγελία της σύμβασης/σε σύναψη δανείου. Η κυβέρνηση ~ησε (= προέβη) σε ανασχηματισμό/σε νέα οικονομικά μέτρα. ~ήστε στην επόμενη ερώτηση. Προχώρα στο παρασύνθημα.προχωρά 1. εκτείνεται σε μήκος, επεκτείνεται: Το μονοπάτι ~ προς το δάσος. Ο δρόμος ~ παράλληλα με την ακτή. 2. (για τον χρόνο) κυλά, περνά: Η μέρα/νύχτα/ώρα ~ούσε. ● ΦΡ.: βλέπω/κοιτάζω/προχωρώ μπροστά βλ. μπροστά, τσουλάει/προχωράει/κυλάει/πάει καλά βλ. τσουλώ [< αρχ. προχωρῶ, γαλλ. avancer]
43285προώθησηπρο-ώ-θη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προωθώ: διαφημιστική ~ αγαθών/επιχειρήσεων/ιστοσελίδων/προϊόντων (πβ. λανσάρισμα, πλασάρισμα). Μέτρα για την ~ του βιβλίου. Πβ. διάδοση, προβολή. Βλ. πρόμο.|| ~ επενδύσεων.|| ~ της συνεργασίας μεταξύ των πανεπιστημίων.|| ~ αιτήματος (για διεκπεραίωση).|| (για πρόσ.) ~ σε υψηλότερη θέση. Πβ. ανέλιξη, προαγωγή.|| ~ εκ νέου (= επανα~) στη Βουλή του Σχεδίου Νόμου για || ~ των στρατευμάτων (= μετακίνηση προς τα εμπρός). 2. ΠΛΗΡΟΦ. αποστολή μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο έχει ληφθεί, σε άλλους παραλήπτες: ~ επιστολής. Κάνετε κλικ στο κουμπί "~" στη γραμμή εργαλείων. ● ΣΥΜΠΛ.: εκτροπή/προώθηση κλήσης βλ. κλήση, προώθηση πωλήσεων βλ. πώληση [< 1: γαλλ. promotion 2: αγγλ. forward]
43286προωθητήςπρο-ω-θη-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. προωθήτρια, σημ. 1 κ. 2} 1. αυτός που συμβάλλει στην προώθηση ιδέας ή στόχου: ~ θέσεων/συμφερόντων. ~τρια προγράμματος. 2. άτομο που προωθεί την πώληση προϊόντων: ~τρια σε σούπερ-μάρκετ. Αποκλειστικοί διανομείς και ~ές. Βλ. ντίλερ, πωλητής. 3. ΤΕΧΝΟΛ. & προωθητήρας: αυτοπροωθούμενο μηχάνημα ή μηχανισμός: ~ πυραύλων/χειροβομβίδων. ~ γαιών (= μπουλντόζα. Βλ. ερπυστριοφόρος). 4. ΠΛΗΡΟΦ. εφαρμογή, υπηρεσία, λογισμικό που προωθεί μια διαδικασία: ~ κλήσεων/μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. 5. ΧΗΜ. ουσία που επιταχύνει ή βελτιώνει την απόδοση του καταλύτη αυτοκινήτου. Βλ. επιταχυντής. [< γαλλ. promoteur, αγγλ. promoter]
43287προωθητικός, ή, ό προ-ω-θη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την προώθηση: ~ός: μηχανισμός (ποδηλάτου)/πύραυλος. ~ό: αέριο/μέσο/σύστημα.|| (μτφ.) ~ός: παράγοντας (ανάπτυξης)/ρόλος.|| ~ή: καμπάνια. ~ό: πρόγραμμα. ~ές ενέργειες πωλήσεων. ~ά δώρα. ~ό και ενημερωτικό υλικό. Πβ. διαφημιστικός. ● επίρρ.: προωθητικά [< γαλλ. propulsif, αγγλ. promotional, 1922]
43288προωθώ[προωθῶ] προ-ω-θώ ρ. (μτβ.) {προωθ-είς ..., -ώντας | προώθ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} (λόγ.): συντελώ, συμβάλλω στη διεκπεραίωση υπόθεσης, στην (επαγγελματική) εξέλιξη προσώπου, στη διάδοση και προβολή αγαθού ή θέσης, ιδεολογίας, στην επίτευξη στόχου: ~ ένα αίτημα/την (πράσινη) ανάπτυξη/τον διάλογο/την επικοινωνία/μια πρόταση/τη συμμετοχή/συμφωνίες/μια συνεργασία/ένα σχέδιο. ~εί την αξιοκρατία/επίλυση των προβλημάτων/ισότητα. Οικολογικές οργανώσεις ~ούν τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (πβ. διαδίδω). Πρωτοβουλίες που ~ούν την εξέλιξη του ανθρώπινου δυναμικού (πβ. ευνοώ). Η κυβέρνηση ~ησε την κατασκευή οδικών έργων. Θα ~ήσει τα συμφέροντά/τους συνεργάτες του (πβ. υποστηρίζω). ~είται η επιστημονική έρευνα. ~ούνται μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος/προγράμματα κατάρτισης. ~ήθηκαν σε θέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Προϊόν που έχει ~ηθεί στην αγορά (= διεισδύσει. Πβ. λανσάρω, πλασάρω). Έχουν ~ηθεί λύσεις για μια αειφόρο οικονομία. ~ούμενες: αλλαγές/ρυθμίσεις. || ~ησα το μέιλ/μήνυμα. ● Παθ.: προωθούμαι (λόγ.): κινούμαι, ωθούμαι μπροστά, προς συγκεκριμένη κατεύθυνση: Τα στρατεύματα ~ήθηκαν (πβ. προελαύνω).|| (μτφ.) Η εισερχόμενη κλήση ~είται στον τηλεφωνητή. Η κλήση σας ~είται. Τα έγγραφα ~ούνται στη Γενική Διεύθυνση Έργων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ημένο: μήνυμα (: που αποστέλλεται εκ νέου σε παραλήπτες, συνήθ. χωρίς να αλλάξει το περιεχόμενό του). ● Μτχ.: προωθημένος , η, ο: που δεν ακολουθεί την πεπατημένη, πρωτοποριακός: ~ος: τρόπος σκέψης. ~η: αντίληψη/έρευνα/θεραπεία/λύση/νομοθεσία/πρόταση/τεχνολογία/χρήση. ~ες: απόψεις/ιδέες/μορφές/τεχνικές/υπηρεσίες. ~α: συστήματα/χαρακτηριστικά. Η θέση του ήταν ιδιαίτερα ~η για την εποχή του. ΣΥΝ. προχωρημένος (1) [< αρχ. προωθῶ ‘ωθώ προς τα μπροστά’, γαλλ. promouvoir, αγγλ. promote]
43289προώλης, ης, ες προ-ώ-λης επίθ.: μόνο στη ● ΦΡ.: εξώλης και προώλης βλ. εξώλης [< αρχ. προώλης ‘εντελώς κατεστραμμένος ή αφανισμένος’]
43290πρόωρος, η, ο πρό-ω-ρος επίθ.: που συμβαίνει, εκδηλώνεται πριν από την κανονική, αναμενόμενη, φυσιολογική χρονική στιγμή: ~ος: τοκετός. ~η: αποφυλάκιση/γήρανση/εξόφληση (δανείου)/συνταξιοδότηση. ~ες: εκλογές/εκπτώσεις. ~α: συμπεράσματα. ~η προσφυγή στις κάλπες. Πβ. πρώιμος.|| ~α: βρέφη/μωρά/νεογνά (: που γεννιούνται πριν από την 37η εβδομάδα κύησης). Βλ. -ωρος. ● επίρρ.: πρόωρα & (λόγ.) προώρως: Έφυγε ~ (: για ~ο θάνατο). ● ΣΥΜΠΛ.: πρόωρη εκσπερμάτωση βλ. εκσπερμάτωση [< μτγν. πρόωρος, γαλλ. précoce, prématuré]
43291προωρότηταπρο-ω-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πρόωρος τοκετός: ~ των βρεφών. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. prématurité, 1953]
43292πρόωσηπρό-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝ. μηχανική ώθηση: αυτόματη/ηλεκτρική/πυρηνική ~. ~ αεροσκάφους/ελκυστήρα/πλοίου/πυραύλου. Κινητήρας/μέσο/μηχανισμός/ταχύτητα ~ης. Οχήματα διπλής ~ώσεως (: που έχουν δύο συστήματα, π.χ. θερμικό και ηλεκτρικό). Βλ. προώθηση. [< αρχ. πρόωσις, γαλλ.-αγγλ. propulsion]
43293προωστήραςπρο-ω-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός, όργανο πρόωσης: ~ αεροσκάφους/πλοίου/πυραύλου. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. propulseur]
43294προωστικός, η, ο προ-ω-στι-κός επίθ. & προωστήριος, α, ο: ΜΗΧΑΝ. που σχετίζεται με την πρόωση ή συντελεί σε αυτή: ~ή: δύναμη.|| (κυρ. για πλοίο) ~ός: κινητήρας. ~ή: μηχανή. ~ά: συστήματα. [< μτγν. προωστικός, γαλλ. propulsif]
43295πρυμάτσαπρυ-μά-τσα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. παλαμάρι. Βλ. -άτσα.[< πρύμη < πρύμνη + -άτσα]
43296πρυμναίος, α, ο [πρυμναῖος] πρυ-μναί-ος επίθ. (λόγ.) & (λαϊκό) πρυμ(ν)ιός, ιά, ιό: που βρίσκεται, ανήκει στην πρύμνη: ~ος: ιστός/κάβος. ~ο: κατάστρωμα. ΑΝΤ. πρωραίος [< μτγν. πρυμναῖος]
43297πρύμνηπρύ-μνη ουσ. (θηλ.) & πρύμη & (λόγ.) πρύμνα: ΝΑΥΤ. το πίσω μέρος του πλοίου. ΑΝΤ. πλώρη ● ΦΡ.: ανακρούω πρύμνα(ν) βλ. ανακρούω, ώρα καλή στην πρύμ(ν)η σου κι α(γ)έρα στα πανιά σου βλ. ώρα [< αρχ. πρύμνη ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.