Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [43840-43860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43267πρόχειρος, η, ο πρό-χει-ρος επίθ. 1. που γίνεται με βιασύνη, χωρίς την απαραίτητη φροντίδα, προσοχή, προετοιμασία ή που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί: ~ος: κατάλογος/σχεδιασμός/υπολογισμός (ΑΝΤ. ακριβής). ~η: δουλειά (= προχειροδουλειά· ΑΝΤ. προσεγμένη, φροντισμένη)/εκτίμηση (πβ. βεβιασμένος)/εξέταση/εργασία/έρευνα (ΑΝΤ. ενδελεχής, λεπτομερής)/μετάφραση. ~ο: διάβασμα. ~ες: απαντήσεις/αποφάσεις/προτάσεις/σημειώσεις/σκέψεις. ~α: στοιχεία/συμπεράσματα/σχέδια. Αν κάποιος ρίξει μια ~η ματιά στη βαθμολογία, θα διαπιστώσει ότι ... Έδωσε στο κείμενό της έναν πρώτο ~ο τίτλο. 2. που μπορεί να ετοιμαστεί ή να χρησιμοποιηθεί εύκολα και συχνά υπολείπεται σε ποιότητα· που είναι καθημερινός, καλύπτει προσωρινά άμεσες ανάγκες: ~ος: καταυλισμός. ~η: εγκατάσταση/εκτύπωση/κατοικία. ~ο: γεύμα/ρούχο (ΑΝΤ. επίσημο, καλό)/φαγητό (βλ. τζανκ φουντ). ~α: καταλύματα/μέσα. Κουζίνα με ~η τραπεζαρία. Θα ετοιμάσω κάτι ~ο να φάμε. 3. που μπορεί κάποιος να τον βρει ή να τον σκεφτεί εύκολα, άμεσα διαθέσιμος: ~η: δικαιολογία/λύση. Αυτή τη στιγμή δεν είμαι ~ να σου απαντήσω. Μήπως σου βρίσκεται κανένα μολύβι ~ο; Έχεις τα κλειδιά του σπιτιού ~α (= εύκαιρα); ● Ουσ.: πρόχειρο (το) 1. σημειωματάριο, τετράδιο ή τμήμα τετραδίου για (σύντομες) σημειώσεις: Έκανε ένα σχεδιάγραμμα στο ~ και μετά έγραψε την έκθεση στο καλό. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εφαρμογή που περιέχει κείμενο το οποίο έχει αντιγραφεί ή αποκοπεί: απαλοιφή στοιχείων από το ~. Επικόλληση από το ~. ● επίρρ.: πρόχειρα & (λόγ.) προχείρως: Ντύθηκε ~. Έχουν στηθεί σκηνές, για να στεγάσουν ~ τους αστέγους. Πολύ ~ αναφέρω ότι ... ● ΣΥΜΠΛ.: πρόχειρο διαγώνισμα: απροειδοποίητη γραπτή εξέταση στο πλαίσιο μιας διδακτικής ώρας σχολικού μαθήματος: ~ ~ στη βιολογία., πρόχειρος διαγωνισμός: που διενεργείται με συνοπτικές διαδικασίες για προμήθειες χαμηλού ύψους: πρόχειρος μειοδοτικός διαγωνισμός για την προμήθεια εκπαιδευτικού υλικού. ● ΦΡ.: εκ του προχείρου (λόγ.): βιαστικά, απερίσκεπτα: Μέτρα που ελήφθησαν ~ ~. [< αρχ. πρόχειρος]
43268προχειρότηταπρο-χει-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του πρόχειρου· έλλειψη φροντίδας, επιμέλειας: Η κατασκευή/μελέτη χαρακτηρίζεται από ~. Όλα έγιναν με ~. Βλ. -ότητα. 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} (συνεκδ.) εργασία που γίνεται βιαστικά, επιπόλαια: κακοτεχνίες, παραλείψεις και ~ες. Πβ. τσαπατσουλιά. [< μτγν. προχειρότης]
43269προχθέςπρο-χθές επίρρ. & προχτές & (λαϊκό) προψές: (χρον.) μια μέρα πριν από τη χθεσινή, πριν από δύο μέρες: ~ τα ξημερώματα/αργά το βράδυ. Ισχύουν από ~ αυξήσεις στα ... Δεν προσήλθε στην προγραμματισμένη για ~ σύσκεψη. ● ΦΡ.: χθες προχθές βλ. χθες & χτες [< μτγν. προχθές]
43270προχθεσινός, ή, ό προ-χθε-σι-νός επίθ. & προχτεσινός & (λαϊκό) προψεσινός: που εκδηλώθηκε, συνέβη προχθές: ~ός: αγώνας. ~ή: απόφαση/ημέρα/συνάντηση/συνέντευξη. ~ό: παιχνίδι. ~ές: δηλώσεις. ~ά: γεγονότα/επεισόδια. [< μεσν. προχθεσινός]
43271προχοήπρο-χο-ή ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. κατάλληλα διαμορφωμένο στόμιο αγγείου, ώστε να ρέει έξω το υγρό περιεχόμενό του: κρατήρας/πήλινη οινοχόη με ~. [< αρχ. προχοή]
43272προχοΐδαπρο-χο-ΐ-δα ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. εργαστηριακό όργανο, γυάλινος κυλινδρικός σωλήνας, για την ακριβή μέτρηση του όγκου των υγρών. Πβ. πιπέτα. [< αρχ. προχοῒς]
43273προχόλπρο-χόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μικρός χώρος πριν από το χολ. [< γερμ. Vorhalle]
43274πρόχουςπρό-χους ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. κλειστό αγγείο με μία κάθετη λαβή και ειδικά διαμορφωμένο στόμιο για την εκροή υγρών: πήλινη ~. Βλ. οινοχόη. [< αρχ. πρόχους]
43275προχρηματοδότησηπρο-χρη-μα-το-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. προκαταβολή ποσού χρηματοδότησης: Το πρόγραμμα έλαβε ~ ύψους ... ευρώ από το ΕΣΠΑ. Βλ. -δότηση. [< γαλλ. préfinancement, 1965]
43276προχριστιανικός, ή, ό προ-χρι-στια-νι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην εποχή πριν από τη γέννηση του Χριστού: ~ός: κόσμος. ~ή: παράδοση. ~ό: έθιμο. ~ές: θρησκείες. ~ά: χρόνια. [< γερμ. vorchristlich]
43277προχρονολόγησηπρο-χρο-νο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προχρονολογώ: ~ εγγράφου. Ημερομηνία ~ης. ΑΝΤ. μεταχρονολόγηση [< γαλλ. antidate]
43278προχρονολογώ[προχρονολογῶ] προ-χρο-νο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {προχρονολογ-εί ... | προχρονολόγ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: σημειώνω χρονολογία προγενέστερη από την πραγματική, χρονολογώ κάτι πριν από κάτι άλλο: ~ημένη: επιταγή. ΑΝΤ. μεταχρονολογώ (1) [< γαλλ. antidater]
43279προχώπρο-χώ επίθ. {άκλ.} & προχό (νεαν. αργκό): προχωρημένος, πρωτοποριακός, προωθημένος: ~ ιδέες. Οι πιο ~ τάσεις της μόδας. Σε βρίσκω ~. Πολύ ~ τύπος!
43280πρόχωμαπρό-χω-μα ουσ. (ουδ.): οχύρωμα από συσσωρευμένο χώμα για την προστασία των στρατιωτών από τα εχθρικά πυρά. Πβ. ανάχωμα. Βλ. -χωμα. [< μτγν. πρόχωμα]
43281προχωράωβλ. προχωρώ
43282προχώρημαπρο-χώ-ρη-μα ουσ. (ουδ.): πορεία προς τα εμπρός, πέρασμα στο επόμενο στάδιο, εξέλιξη, πρόοδος: ~ της διαδικασίας/των μεταρρυθμίσεων/της σκέψης/των σχεδίων. [< πβ. μτγν. προχώρημα ‘περίττωμα’]
43283προχωρημένος, η, ο προ-χω-ρη-μέ-νος επίθ. 1. που έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο, έχει εξελιχθεί, επεκταθεί και κατ' επέκτ. είναι πολύ μοντέρνος: ~ος: σχεδιασμός. ~η: (ΔΙΑΔΙΚΤ.) αναζήτηση/εκπαίδευση/τεχνολογία/χρήση. ~ο: επίπεδο/πρόγραμμα. ~ες: απόψεις/δυνατότητες/επαφές (= συζητήσεις) με τον .../ιδέες/λειτουργίες/μέθοδοι (= προωθημένες, πρωτοποριακές)/(ΠΛΗΡΟΦ.) ρυθμίσεις/σπουδές/σχέσεις (= σεξουαλικές)/τεχνικές. ~α: γούστα/θέματα/συστήματα/τμήματα. Οι συνομιλίες βρίσκονται σε ~ο στάδιο. Ασχολείται με/κάνει ~α πράγματα. Πβ. προηγμένος.|| ~ος: καρκίνος. ~η: νόσος/σήψη. ~ης: μορφής. || (ως ουσ.) Μαθήματα/πρακτικός οδηγός για ~ους (ΑΝΤ. αρχάριος). 2. (για τον χρόνο) που έχει περάσει ή (για χρον. περίοδο) που πλησιάζει προς το τέλος: ~η: εγκυμοσύνη. ~ο: φθινόπωρο. Πέθανε σε ~η ηλικία. Πβ. προκεχωρημένος. [< γαλλ. avancé , αγγλ. advanced]
43284προχωρώ[προχωρῶ] προ-χω-ρώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προχωρ-ά κ. -εί κ. -άει | προχώρ-ησα, προχωρ-ημένος, (λόγ.) προκεχωρ-ημένος, -ώντας} & προχωράω 1. βαδίζω, μετακινούμαι, πηγαίνω προς τα εμπρός: ~ στον δρόμο. ~ά αργά και σταθερά/γρήγορα/με δυσκολία/με το πάσο του/προσεκτικά/σιγά-σιγά. ~ ευθεία προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση (πβ. πορεύομαι). Μπαίνεις και ~άς στο βάθος του διαδρόμου. ~ησε ανατολικά/δυτικά/προς το μέρος μου. 2. εξελίσσομαι, οδηγούμαι στο επόμενο ή το τελικό στάδιο, προοδεύω, ενεργώ, ώστε να ολοκληρωθεί κάτι: Η επιστήμη/το έργο/η έρευνα/το θέμα/η μελέτη/η προετοιμασία ~ά με γοργούς ρυθμούς/ικανοποιητικά/προοδευτικά. Καθώς ~άει η ταινία ... ~ούν οι εργασίες βελτίωσης του οδικού δικτύου. Η κατάσταση/το σχέδιο/η υπόθεση (δεν) ~ούσε. Θα ~ήσει στη ζωή και θα προκόψει. ~ησε η δουλειά. ~ησε βήμα-βήμα ως την εκπλήρωση των στόχων του. Τα φαβορί ~ησαν με νίκες. Οι συνομιλίες δεν ~ησαν. Έχουν ~ήσει στις σπουδές τους.|| (για κάτι αρνητικό, δυσάρεστο) Η αρρώστια/το κακό/η λοίμωξη/η μόλυνση έχει ~ήσει (ΑΝΤ. υποχωρήσει). Η διαφθορά ~ησε πολύ βαθιά (= εξαπλώθηκε).|| ~ τις διαδικασίες/μεταρρυθμίσεις.|| (προφ.) Καλά, εσύ το ~ησες πολύ! Φτάνει ως εδώ, μην (το) ~άς (= μην ξεπερνάς τα όρια). 3. (+ σε) συνεχίζω, πηγαίνω στο επόμενο στάδιο ή/και αναλαμβάνω πρωτοβουλία: ~ούν σε απεργία/διαπραγματεύσεις/ελέγχους/συλλήψεις/συμφωνία/συνεργασία. ~ά ακάθεκτος στην ολοκλήρωση του προγράμματος. ~ησαν σε αυξήσεις τιμών. ~ησε σε καταγγελία της σύμβασης/σε σύναψη δανείου. Η κυβέρνηση ~ησε (= προέβη) σε ανασχηματισμό/σε νέα οικονομικά μέτρα. ~ήστε στην επόμενη ερώτηση. Προχώρα στο παρασύνθημα.προχωρά 1. εκτείνεται σε μήκος, επεκτείνεται: Το μονοπάτι ~ προς το δάσος. Ο δρόμος ~ παράλληλα με την ακτή. 2. (για τον χρόνο) κυλά, περνά: Η μέρα/νύχτα/ώρα ~ούσε. ● ΦΡ.: βλέπω/κοιτάζω/προχωρώ μπροστά βλ. μπροστά, τσουλάει/προχωράει/κυλάει/πάει καλά βλ. τσουλώ [< αρχ. προχωρῶ, γαλλ. avancer]
43285προώθησηπρο-ώ-θη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προωθώ: διαφημιστική ~ αγαθών/επιχειρήσεων/ιστοσελίδων/προϊόντων (πβ. λανσάρισμα, πλασάρισμα). Μέτρα για την ~ του βιβλίου. Πβ. διάδοση, προβολή. Βλ. πρόμο.|| ~ επενδύσεων.|| ~ της συνεργασίας μεταξύ των πανεπιστημίων.|| ~ αιτήματος (για διεκπεραίωση).|| (για πρόσ.) ~ σε υψηλότερη θέση. Πβ. ανέλιξη, προαγωγή.|| ~ εκ νέου (= επανα~) στη Βουλή του Σχεδίου Νόμου για || ~ των στρατευμάτων (= μετακίνηση προς τα εμπρός). 2. ΠΛΗΡΟΦ. αποστολή μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο έχει ληφθεί, σε άλλους παραλήπτες: ~ επιστολής. Κάνετε κλικ στο κουμπί "~" στη γραμμή εργαλείων. ● ΣΥΜΠΛ.: εκτροπή/προώθηση κλήσης βλ. κλήση, προώθηση πωλήσεων βλ. πώληση [< 1: γαλλ. promotion 2: αγγλ. forward]
43286προωθητήςπρο-ω-θη-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. προωθήτρια, σημ. 1 κ. 2} 1. αυτός που συμβάλλει στην προώθηση ιδέας ή στόχου: ~ θέσεων/συμφερόντων. ~τρια προγράμματος. 2. άτομο που προωθεί την πώληση προϊόντων: ~τρια σε σούπερ-μάρκετ. Αποκλειστικοί διανομείς και ~ές. Βλ. ντίλερ, πωλητής. 3. ΤΕΧΝΟΛ. & προωθητήρας: αυτοπροωθούμενο μηχάνημα ή μηχανισμός: ~ πυραύλων/χειροβομβίδων. ~ γαιών (= μπουλντόζα. Βλ. ερπυστριοφόρος). 4. ΠΛΗΡΟΦ. εφαρμογή, υπηρεσία, λογισμικό που προωθεί μια διαδικασία: ~ κλήσεων/μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. 5. ΧΗΜ. ουσία που επιταχύνει ή βελτιώνει την απόδοση του καταλύτη αυτοκινήτου. Βλ. επιταχυντής. [< γαλλ. promoteur, αγγλ. promoter]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.